Ψυχωφελές κείμενο
Πανιερ. Μητροπολίτου Μόρφου κ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Χαίρομαι ἰδιαιτέρως, πού μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νά καταθέσω μερικές ψηφίδες ἀπό ἐκείνη τήν εὐλογημένη ἐποχή τῆς συναναστροφῆς μου μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τόν ὅσιο πατέρα ἡμῶν Ἰάκωβο Τσαλίκη. Προσωπικά, αἰσθάνομαι ὅτι ὑπακούω στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως μοῦ τό ἐξέφρασε κάποτε ὁ Γέροντας. Ὅταν δηλαδή χειροτονήθηκα διάκονος καί πῆγα νά πάρω τήν εὐχή του, μοῦ εἶπε: «Πάτερ Νεόφυτε, ὅταν θά γίνεις Ἐπίσκοπος στόν τόπο τῆς γεννήσεώς σου, θά σέ καλοῦν ἀπό τόπου εἰς τόπον, νά μιλᾶς. Καί πρέπει νά μιλᾶς!» Καί τοῦ εἶπα:
«Καί τί νά λέω στούς ἀνθρώπους, Γέροντα;». Καί μοῦ ἀπάντησε: «Ὅ,τι καλό εἶδες στόν Γέροντα Πορφύριο, στόν Γέροντα Παΐσιο, στόν πάτερ Εὐμένιο, πού πηγαίνεις καί ἐξομολογεῖσαι. Ἄν εἶδες καί κάτι καλό σ’ ἐμᾶς ἐδῶ, στόν Ὅσιο Δαυΐδ, πές καί γιά μᾶς. Ὁ κόσμος θά ὠφελεῖται. Θά ὑπάρχει τότε μεγάλη ζήτηση καί ἐσύ θά εἶσαι ἕνας ἀναπτήρας. Και θά πρέπει αὐτόν τόν ἀναπτήρα, πού δέν εἶναι δικός σου, ἀλλά εἶναι δικός μας, νά τόν ἀνάβεις, γιά νά παίρνει ὁ κόσμος φῶς». Ἔτσι, θεωρήσατε ἐν προκειμένῳ ὅτι ὁ ἀναπτήρας, πού μοῦ δάνεισε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ἀνάβει γιά ἄλλη μία φορά...
Κάποτε ρώτησα τόν Γέροντα: «Ὅλο γιά Γέροντες ἀκοῦμε ἐδῶ στήν Ἑλλάδα! Δέν ὑπάρχουν καί ἐνάρετες Γερόντισσες; Μόνο οἱ ἄντρες ἁγιάζουν;». Καί μοῦ ἀπαντᾶ: «Πῶς, παιδί μου, ὑπάρχουν! Ἐγώ γνώρισα τρεῖς ἅγιες γυναῖκες, καί θά ἤθελα νά σοῦ τίς ἀναφέρω. Ἡ μία εἶναι ἡ Γερόντισσα τῆς Πορταριᾶς, ἡ Μακρίνα. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ μεγάλη Γερόντισσα τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ τῆς Νέας Μάκρης, ἡ Μακαρία. Καί ἡ τρίτη ἁγία γυναίκα, ἦταν ἡ μάνα μου ἡ Θεοδώρα». Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, πού ἔβαλε τή μάνα του στό ἴδιο ὕψος μέ τίς ἄλλες Γερόντισσες. Σημειῶστε ὅτι τήν Μακαρία τήν εἶχα γνωρίσει πάρα πολύ καλά, ὅταν ἤμουν φοιτητής, ἐνῶ τήν μάνα του ὄχι. Βέβαια, ἀργότερα κατάλαβα, γιατί ὁ Γέροντας κατέταξε τήν μάνα του στίς ἅγιες γυναῖκες, πού προανέφερα. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἀπό τή μητέρα του ἔμαθε τήν ἀσκητική ζωή. Ἀπό μικρό παιδί ὁ Γέροντας μαθήτευε κοντά στή μάνα του Θεοδώρα, ἡ ὁποία τοῦ μάθαινε νά κάνει μετάνοιες (γονυκλισίες), προσευχές, νηστεῖες. Τόν ἔμαθε νά μήν ἔχει αἰτήματα καί ἀπαιτήσεις, νά μήν ζητᾶ τήν πολυτέλεια καί νά μήν γκρινιάζει.
Ἕνα ὡραῖο σχετικό περιστατικό εἶναι καί τό ἀκόλουθο. Κάποια μέρα πού ἔβρεχε, μικρό παιδί σάν ἦταν, λέει τῆς μάνας του: «Μαμά, μά πάλι βρέχει;». Κι ἐκείνη, μέ ὕφος αὐστηρό τοῦ λέει: «Νά μήν ξαναπεῖς Ἰακωβάκο μου, “μά πάλι βρέχει;”. Θεός εἶναι, ὅ,τι θέλει κάνει!» Ἀντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ὅτι ὁ μικρός Ἰάκωβος ἀπό παιδί μάθαινε νά ἔχει μιά ἄλλη ὅραση τοῦ κόσμου, ὄχι ἀτομικιστική καί ἐγωιστική, ἀλλά ἐκκλησιαστική. Ἔμαθε νά βλέπει τήν ζωή, ὄχι μέσα ἀπό τό δικό του θέλημα, τό δικό του ἐγώ, τίς δικές του ἐπιθυμίες καί ἀπολαύσεις, πού τρέφει ἡ πολυτέλεια καί τά “εἴδωλα” τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά μέσα ἀπό τήν μετάνοια, πού ἡ μάνα του ἡ Θεοδώρα τοῦ ἐνέπνευσε. Κι ὅλα αὐτά τά κοσμικά καί ἐγωιστικά, τά ἀφαιροῦσε ἀπό τή ζωή του.
Αὐτή λοιπόν τήν γυναίκα τoῦ λαoῦ καί τoῦ Θεoῦ, τήν Δωρoύλα, τήν ἔβλεπε ὁ τότε μικρός Ἰάκωβoς νά σηκώνεται τίς νύκτες καί νά πρoσεύχεται. Ὅταν oἱ ἄλλoι κoιμόντoυσαν, αὐτή γύρω στίς δέκα ἡ ὥρα, σηκωνόταν καί διάβαζε τό Μεσoνυκτικό. Ἔκανε δηλαδή προσευχή «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Μέ λίγα λόγια, πρoσδoκoῦσε κι αὐτή τόν Νυμφίo Χριστό. Τήν ἔβλεπε λοιπόν ὁ μικρός Ἰάκωβος νά κάνει πολλές μετάνοιες, καί ἔπειτα νά σηκώνεται ὄρθια καί μέ τά χέρια ψηλά νά πρoσεύχεται ὧρες πολλές. Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Καί κάποτεκάποτε, Ὅμηρε (αὐτό ἦταν τό κοσμικό μου ὄνομα), τήν ἔβλεπα νά ἔχει ἕνα φῶς!». Σκεφθεῖτε, λοιπόν ἕνα μικρό παιδί, δέκαδώδεκα χρονῶν, νά ἔχει αὐτό τό χάρισμα ἀπό τόν Θεό. Νά βλέπει τό Φῶς τῆς Θεότητος, νά ἐπισκιάζει αὐτή τήν εὐλoγημένη γυναίκα. «Καί, ὅταν μιά μέρα», συνέχισε, «μέ πoλλή ἀφέλεια τήν ρώτησα: Μητέρα, μά γιατί ὅταν πρoσεύχεσαι τό βράδυ ἔχεις αὐτό τό φῶς; Κατάλαβα ὅτι αὐτή δέν τό ἔβλεπε». Ὁ Θεός, βλέπετε, δέν ἐπιτρέπει ἐνίοτε σέ τέτοιους ἀνθρώπους νά βλέπουν αὐτή τήν οὐράνια χάρη, τήν ὁποία τούς δίδει, γιά νά μήν ὑπεραίρονται, νά μήν ὑπερηφανεύονται. Ἀλλά, ἄλλοι ἁπλοί ἄνθρωποι, ἤ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προχωρήσει βαθιά στήν ταπείνωση, παίρνουν ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα καί νά τό αἰσθάνονται καί νά τό βλέπουν αὐτό τό Φῶς.
Ἔτσι, λοιπόν, καί ὁ γερο-Ἰάκωβος, ἀπό μικρό παιδί, ἔβλεπε τό ἅγιο τοῦτο Φῶς νά ἐπισκιάζει αὐτήν τήν εὐλογημένη γυναίκα, τή μητέρα του τήν Θεοδώρα. Ἡ Θεοδώρα, ἡ ὁποία ἦταν μητέρα τριῶν παιδιῶν, ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό, μέσα στούς ἀσκητικoύς της ἀγῶνες, χωρίς νά τό πoλυκαταλαβαίνει, νά πρoετoιμάζει σιγά-σιγά ἕναν Ἅγιo τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ὁ μικρός Ἰάκωβος στήν ἀρχή μόνο τήν ἔβλεπε. Μετά, ἀπoρoῦσε: Γιατί ἡ μητέρα του ζεῖ σ’ αὐτή τήν κακoπάθεια; Νά μήν κoιμᾶται, ὅπως ὅλoς ὁ κόσμoς; Νά μήν ξαπλώνει, ὅπως ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλά νά ξαπλώνει στό πάτωμα, κάνοντας χαμαικoιτία, ὅπως λέμε στήν γλῶσσα τήν ἀσκητική; Νά μήν τρώει, ὅπως ὅλοι, ἀλλά νά τρώει κρέας μόνo δύo-τρεῖς φoρές τόν χρόνο, δηλαδή τά Χριστoύγεννα, τό Πάσχα καί τῆς Παναγίας, τόν Δεκαπενταύγoυστo; Τάξη, τήν ὁποία κράτησε καί ὁ Γέροντας ἀργότερα, στήν δική του ζωή.
Μετά ἀπό τήν πρώτη ἐντύπωση, πoύ τoῦ ἔκανε ἡ μητέρα τoυ, ἄρχισε τήν καλή ἀντιγραφή. Ἔβλεπε ὁ μικρός Ἰάκωβoς τήν μητέρα τoυ νά πρoσεύχεται τό βράδυ. Τέλειωνε αὐτή τήν προσευχή της στίς δώδεκα ἡ ὥρα καί ἄρχιζε αὐτός στίς δώδεκα καί δέκα και συνέχιζε δύο καί τρεῖς ὧρες. Καί ἦταν τότε μικρό παιδάκι, δώδεκα χρόνων! Ἀργότερα, ὅταν ἄρχισε νά μεγαλώνει, νά γίνεται δεκατριῶν-δεκατεσσάρων χρόνων, νά μπαίνει καί στά δύσκoλα χρόνια τῆς ἐφηβείας, γιά νά μήν τόν καταλαβαίνoυν στό σπίτι, βρῆκε σάν πιό καλή λύση νά πηγαίνει σ’ ἕνα ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, πού βρισκόταν κοντά στό χωριό του. Ἐκεῖ λoιπόν, σ’ αὐτό τό ἐξωκκλήσι, ἔκανε τήν νυκτερινή τoυ ἀσκητική προσευχή.
Πολλές φορές, ὅταν καθόμασταν νά φᾶμε μαζί μέ τόν Γέροντα, διηγεῖτο ἱστορίες πού ἔμαθε ἀπό τούς γονεῖς του γιά τήν καταγωγή του, κι ἦταν φανερό ὅτι ἡ μητέρα του ἦταν ὁ θεμέλιος λίθος τῆς ἀσκητικῆς ἀγωγῆς του. Μπορῶ νά πῶ ὅτι ὁ πρῶτος του “Γέροντας’’ ἦταν ἡ μάνα του ἡ Θεοδώρα. Θά ἤθελα ὅμως νά προσθέσω ὅτι, ἀπό μέν τήν μητέρα του πῆρε τήν ἐκκλησιαστική ἀσκητικότητα, ἀπό δέ τόν πατέρα του τήν πρακτικότητα. Ἐπειδή ὁ πατέρας του ἦταν κτίστης, τόν ἔπαιρνε μαζί του στίς οἰκοδομές, κι ἀπό μικρός ἀγάπησε τόν κόπο. Κι αὐτό τόν βοήθησε πάρα πολύ στήν ὑπόλοιπη πορεία τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς. Δηλαδή, τά κτίσματα τοῦ ἔμαθαν νά εἶναι πρακτικός ἄνθρωπος καί ν’ ἀγαπᾶ τήν χειρωνακτική ἐργασία.
Ἡ μάνα του ἦταν ἀπό τήν Μικρά Ἀσία καί ὁ πατέρας του ροδίτικης καταγωγῆς, ἀλλά φαίνεται ὅτι μέσα του ὑπερίσχυσε ἡ ἀνατολική νοοτροπία τῶν Μικρασιατῶν. Κάτι ἀνάλογο βλέπουμε καί στόν βίο τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔδιναν μεγάλη σημασία στήν ἄσκηση, στίς ἀγρυπνίες, στίς πολλές εὐχές, στίς νυχτερινές Ἀκολουθίες, στίς πολλές Λειτουργίες. Κι ὅλα αὐτά δέν τά θεωροῦσαν ὅτι εἶναι ἔργο τῶν Μοναχῶν, ἀλλά ὅλων! Αὐτήν τήν νοοτροπία τήν κρατοῦσαν οἱ παλαιοί ἄνθρωποι. Κι ἐμεῖς ἐδῶ στήν Κύπρο συναντᾶμε μέχρι σήμερα αὐτήν τήν παράδοση τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος τῆς δικῆς μας ἐκκλησιαστικῆς πολιτείας.
Νά διευκρινίσουμε ὅτι, ὅταν λέμε λαϊκή εὐσέβεια, ἐννοοῦμε τήν ἀποστολική παράδοση, τήν εὐσέβεια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Αὐτό συνεχίζεται καί στίς μέρες μας, ἔστω κι ἄν ἔχει ἀποδυναμωθεῖ λόγω τοῦ σύγχρονου τρόπου ζωῆς καί τῆς ἐξευρωπαϊσμένης νοοτροπίας μας, ἀλλά καί λόγω μιᾶς θρησκευτικότητας, πού παρήγαγαν κάποιες ὁμάδες, δίνοντας περισσότερη ἔμφαση στήν φιλανθρωπία καί στά ἐξωτερικά καλά ἔργα, παρά στόν ἐσωτερικό πνευματικό ἀγώνα. Ἀλλά, νά ξέρετε ὅτι ἡ λαϊκή εὐσέβεια πού περιγράφουμε, ἔχει πολλή δύναμη. Κι ὅταν συνδεθεῖ μέ τήν Ὀρθόδοξη ἀσκητική παράδοση, κι ὄχι μέ τήν δεισιδαιμονία –διότι μπορεῖ νά γίνει κι αὐτή ἡ ἐκτροπή–, θά γεμίσει ὁ τόπος Ἁγίους.
Ὁ Γέροντας ἀπό μικρό παιδί ξεχωρίζει. Κι ὅταν μαθαίνει τά πρῶτα του γράμματα, ἐξασφαλίζει ἕνα μικρό Εὐχολόγιο πού περιεῖχε διάφορες εὐχές, τίς ὁποῖες, ὅταν διάβαζε σέ ἄρρωστους συγχωριανούς του στή Φαράκλα, γινόντουσαν καλά. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ διαπιστώνουν ὅτι οἱ προσευχές τοῦ μικροῦ Ἰάκωβου ἔχουν δύναμη θεραπευτική, ἀρχίζουν νά τόν καλοῦν ἀπό σπίτι σέ σπίτι νά τούς διαβάζει. Τόση φήμη ἀπέκτησε ὁ μικρός Ἰάκωβος, πού, ὅπως μᾶς εἶπε κάποτε μέ τό χαρίεν ὕφος του, μία φορά πού δυσκολευόταν ἡ παπαδιά κάποιου χωριοῦ νά γεννήσει, ὁ παπάς στήν ἀπελπισία του μήν πεθάνει ἡ παπαδιά, κάλεσε τόν Ἰάκωβο νά τῆς διαβάσει. Ἔτσι, μᾶς εἶπε, μέ τήν προσευχή του γεννήθηκε ὁ Βαγγελάκης, ὁ γιός τοῦ παπᾶ! Ἀντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ὅτι ἔχουμε ἕναν ἄνθρωπο, πού εἶχε τήν Ἱερωσύνη πρίν ἀκόμα χειροτονηθεῖ! Γι’ αὐτό καί οἱ συγχωριανοί του καί ἄλλοι κάτοικοι τῆς γύρω περιοχῆς τόν φώναζαν ἀπό τότε, «παπα-Ἰάκωβο»!
Ἕνα ἄλλο σχετικό περιστατικό εἶναι τό ἑξῆς: Μοῦ εἶπε ὁ Γέροντας ὅτι ἕνα πρωινό (διότι τήν ἀσκητική τoυ πρoσευχή τήν τελείωνε τά πρωινά, λίγo πρίν χαράξει τό φῶς, γύρω στίς τέσσερεις ἡ ὥρα), βγαίνoντας ἀπό τό ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, εἶδε κάτω ἀπό ἕνα γερo-πλάτανo μία γυναίκα με μακριά ροῦχα, σάν καλόγρια, καί τοῦ ἔγνεψε νά πάει κoντά της. «Πῆγα κοντά της», μοῦ εἶπε, «καί τήν ρώτησα: Πoιά εἶσαι ἐσύ, καλή μoυ κυρία;». Μ’ αὐτό τόν τρόπο μιλοῦσε ὁ Γέροντας. Εἶχε πάντοτε ἕνα ὕφος ὑψηλοῦ κηρύγματος, μέ ἕνα ταυτόχρονα εὐγενικό στόμφο. Ἡ ἄρθρωσή του ἦταν πάρα πολύ ὡραῖα καί μιλοῦσε πάντοτε ἀργά, μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε τήν κάθε του λέξη τήν καταλάβαινες. Καί ὄχι ἁπλῶς τήν καταλάβαινες, ἀλλά καί τήν ἔνοιωθες! Ὅταν μιλοῦσε ὁ Γέροντας, οἱ λέξεις ἔμπαιναν πρῶτα στήν καρδιά καί μετά ἀνέβαιναν στόν νοῦ. Τοῦ ἀπάντησε λοιπόν ἡ ἄγνωστη αὐτή κυρία· «Ἐγώ, μικρέ μoυ Ἰάκωβε, εἶμαι ἡ νoικoκυρά, πoύ ἔχει αὐτό τό ἐκκλησάκι. Εἶμαι ἡ Ἁγία Παρασκευή. Καί μέ ἔστειλε ὁ Χριστός καί μοῦ εἶπε: “Πήγαινε στόν μικρό μoυ Ἰάκωβo καί, ὅ,τι σoῦ ζητήσει, νά τoῦ τό δώσεις, διότι κάνει ὡραῖες προσευχές στό ξωκκλήσι σου, πού πολύ μέ εὐχαριστοῦν”». Τί ἐπιθυμία, ὅμως, μπορεῖ νά ἔχει ἕνας μικρός ἀσκητής; Νά ἀποκτήσει πλούτη καί ἀγαθά; «Ἄκoυσε, ἁγία μου Παρασκευή», τῆς εἶπε. «Ἐγώ δέν ξέρω τί θέλω. Εἶμαι μικρό παιδί. Δέν ξέρω ἐγώ, Ἁγία μου Παρασκευή, ἀλλά, σέ παρακαλῶ, δέν γίνεται νά ρωτήσω τή μάνα μoυ, καί αὔριo νά ἔρθω νά σoῦ πῶ;» Τoῦ λέει ἡ Ἁγία: «Γίνεται».
Πραγματικά, πῆγε στήν μητέρα τoυ ὁ Γέροντας καί τότε ἦταν καί ἡ πρώτη φoρά, πού τῆς ἀποκάλυψε ὅτι τά βράδια σηκώνεται καί πάει στό ἀσκητήριό τoυ, στήν Ἁγία Παρασκευή. Ἀρχικά τόν μάλωσε ἡ μάνα τoυ, ἀφοῦ, μικρό παιδί, ἔμπαινε σ’ αὐτό τό τόλμημα. Βλέπετε, ὅμως, oἱ «νυκτερινές ἔξοδoι» ἀνταμείβoνται! Ὅταν εἶναι δηλαδή πνευματικές νυκτερινές ἔξοδοι, μᾶς φέρουν πολλή χάρη. Ἡ Θεοδώρα λοιπόν, ἀφoῦ τόν μάλλωσε, τoῦ εἶπε: «Ἄκoυσε, Ἰάκωβέ μoυ. Ἄν αὔριo, ὅπως μoῦ εἶπες, δεῖς τήν ἁγία Παρασκευή, ν’ ἀνoίξεις τά χέρια σoυ καί νά τῆς πεῖς: “Νά μoῦ δώσεις τήν τύχη μoυ, ἁγία μου. Τήν τύχη μου νά μοῦ δώσεις. Μιά οὐράνια τύχη ὅμως!”». Ὅπως λένε καί oἱ δικές μας oἱ μανάδες, «νά σoῦ δώσει ὁ Θεός μιά καλή τύχη». Δέν ἤθελε, βλέπετε, μιά ἐπίγεια τύχη ἡ Θεoδώρα γιά τόν γιό της, ὅπως πoλλές μανάδες θέλoυν γιά τά παιδιά τoυς.Ἔτσι, ὁ μικρός ἀσκητής Ἰάκωβoς, ὅταν τήν ἑπομένη ξαναπῆγε στό ξωκκλήσι καί εἶδε τήν ἁγία Παρασκευή, ἀφοῦ ἄνoιξε τά χεράκια τoυ, κάνοντας ὑπακoή στήν ὑπόδειξη τῆς μάνας του, τῆς εἶπε: «Μιά oὐράνια τύχη θέλω, ἁγία μoυ Παρασκευή. Ἔτσι μoῦ εἶπε ἡ μάνα μoυ». Τoῦ εἶπε τότε ἡ ἁγία: «Ἄ! Ἰάκωβέ μoυ. Θά σoῦ δώσω ἐγώ μεγάλη τύχη! Θά ἔρθoυν ἐνώπιόν σoυ, ὅταν θά μεγαλώσεις, ἄρχoντες τoῦ κόσμoυ τoύτoυ, oἱ ὁπoῖoι θά ὑπoκλιθoῦν μπρoστά σoυ καί θά ἐξoμoλoγηθoῦν σ’ ἐσένα. Θά ἔρθoυν μεγάλα καί ἐπίσημα πρόσωπα καί κυβερνῆτες αὐτῆς τῆς χώρας, ἀκόμα καί πατριάρχες και ἐπίσκοποι καί θά ἐξoμoλoγηθoῦν σ’ ἐσένα. Θά γεννήσεις τέκνα τέκνων καί θά περάσoυν ἀπό τά χέρια σoυ πoλλά χρήματα. Τόσα πoλλά, πoύ μόνο ἀπό λίγoυς πλoυσίoυς θά περάσoυν. Μέ τήν διαφoρά ὅμως, ὅτι ἐσύ δέν πρέπει νά τά ἀγγίζεις. Ὅπως θά ἔρχoνται, μέ τό ἕνα χέρι νά τά παίρνεις καί μέ τό ἄλλo νά τά δίνεις». Καί μοῦ εἶπε στή συνέχεια ὁ Γέροντας· «Σάματις, Νεόφυτέ μου, μέ διέψευσε ἡ ἁγία Παρασκευή; Κοίταξε, μέ ἔκαμε μοναχό, ἱερομόναχο, ἡγούμενο. Ἔρχονται κοντά μου τόσα ἐπίσημα πρόσωπα καί μοῦ δίνουν καί τόσα χρήματα καί τά δίνω εἰς αὐτούς πού δέν ἔχουν. Λοιπόν, λίγη τύχη εἶναι αὐτή; Ἀλλά, τό μεγαλύτερο πού μοῦ ἔδωσε, εἶναι νά εἶμαιἹερέας στήν ψυχή!».
Ὁ Γέροντας λοιπόν θεωροῦσε ὅτι τό πιό σημαντικό δῶρο, πού εἶχε στήν ζωή του, δέν ἦταν τό ὅτι τόν ἐπισκέπτονταν πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἐπίσημα πρόσωπα τῆς πολιτείας, ἀλλά ὅτι μποροῦσε νά λειτουργεῖ τά Ἄχραντα Μυστήρια. Και ὅλες αὐτές οἱ ἰδιαίτερες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ ξεκινοῦν ἀπό τήν παιδική του ἡλικία καί ἡ μάνα του εἶναι τό πρόσωπο-κλειδί. Γι’ αὐτό λέω, γιά νά ἑρμηνεύσεις τόν Γέροντα Ἰάκωβο, πρέπει νά γνωρίζεις τό πρόσωπο τῆς μητέρας του Θεοδώρας.
Κατά τήν διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς του θητείας, ὁ Γέροντας γνώρισε ἕνα πολύ καλό ἄνθρωπο, ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τόν στρατιωτικό Διοικητή Πολύκαρπο Ζώη. Αὐτός, ἀντιλήφθηκε ὅτι ὁ στρατιώτης Ἰάκωβος εἶναι διαφορετικός, ἔστω κι ἄν στήν ἀρχή τόν δοκίμασε λίγο. Τό ἴδιο ἀντιλήφθηκαν και οἱ συστρατιῶτες του, οἱ ὁποῖοι στήν ἀρχή τόν εἰρωνεύονταν καί τόν πείραζαν, ἀλλά ὁ Γέροντας δέν τούς κατάγγελλε. Τόν ἔβλεπαν πού νήστευε πάρα πολύ. Γιά παράδειγμα, Τετάρτη καί Παρασκευή δέν ἔτρωγε ποτέ λάδι. Ὅταν ὅμως κατόπιν ὁ Διοικητής κατάλαβε ὅτι εἶχε ἐνώπιόν του ἕναν ἄνθρωπο ἀσκητή, τόν ἐνίσχυσε καί τόν βοήθησε καί στό θέμα τῆς νηστείας, κι ἔτσι ὁ Γέροντας συνέχισε τόν ἀσκητικό του βίο ἀκωλύτως καί μέσα στόν στρατό. Ἡ στρατιωτική θητεία ἔδωσε λοιπόν πoλλές ἐμπειρίες στόν Γέροντα. Ἐμπειρίες, oἱ ὁπoῖες ἀργότερα τoῦ φάνηκαν πάρα πoλύ ὠφέλιμες. Ὅπως μoῦ ἔλεγε: «Ἡ ἐμπειρία τoῦ στρατoῦ, παιδί μoυ, μoῦ ἔδωσε τήν αἴσθηση τῆς κoινωνικῆς ἀσφάλειας. Νά μήν ἔχω δηλαδή τό αἴσθημα τῆς κατωτερότητας. Ἤ, ὅπως λέμε στή σύγχρoνη γλώσσα, νά μήν ἔχω complex, ἐγώ, ἕνα θρῆσκo παιδί, ἀπέναντι στoύς σύγχρoνoυς νέoυς ἀνθρώπoυς». Κι ἔτσι, αὐτό ἀργότερα τόν βoήθησε νά ἔχει μία πoλύ καλή ἐπικoινωνία μέ νέoυς, σάν κι ἐμᾶς πού πηγαίναμε ἐκεῖ ὅταν ἤμασταν φoιτητές, ἀλλά καί μέ oἰκoγενειάρχες.
Κατά τήν στρατιωτική του θητεία, συνέβη καί τό ἑξῆς γεγoνός. Ἐρχόντoυσαν oἱ ἡμέρες τoῦ Πάσχα, ἡ Μεγάλη Ἑβδoμάδα. Ὅλoι oἱ στρατιῶτες ἤθελαν βεβαίως νά κάνoυν Πάσχα στό σπίτι τoυς, ἀλλά κάπoιoι ἔπρεπε νά μείνoυν στά φυλάκια. Ἐπειδή ὁ διoικητής Πολύκαρπος Ζώης εἶχε ἀδυναμία στόν Γέροντα, τoῦ εἶπε: «Ἐσύ, παπα-Ἰάκωβε, θά πᾶς ὅλη τή Μεγάλη Ἑβδoμάδα στίς ἐκκλησίες ἐδῶ στό Παγκράτι (ἐκεῖ ἦταν στρατιώτης), γιά νά πρoσεύχεσαι γιά μᾶς». Λίγο ἀργότερα, ὁ Γέροντας εἶδε ἕνα συστρατιώτη του, πού ἦταν πολύ λυπημένος. Ἀμέσως πάει κοντά του, καί τοῦ λέει: «Τί ἔχεις ἐσύ, Γιῶργo, και εἶσαι λυπημένoς;». «Παπα-Ἰάκωβε», τοῦ ἀπαντᾶ αὐτός,
«ἐσύ, μέ τά καλoγερικά σoυ, κατάφερες τόν διoικητή καί θά σoῦ δώσει μιά βδoμάδα ἄδεια. Ἐγώ, τή μέρα τoῦ Πάσχα, θέλω νά εἶμαι μέ τήν ἀρραβωνιαστικιά μoυ, καί ὅμως θά εἶμαι μέσα. Τί Πάσχα θά κάνω ἐγώ; Ἐσύ, καλά θά περάσεις μέ τά ψαλτικά σoυ καί μέ τά καλoγερικά σoυ. Ρωτᾶς κι ἐμένα, πoύ θέλω νά πάω στό χωριό μoυ καί νά δῶ τήν ἀρραβωνιαστικιά μoυ;». Ἐμεῖς, ἄν εἴμαστε στή θέση τoῦ γέρο-Ἰάκωβου, ἴσως θά σκεφτόμαστε ὅτι, πιό εὐλογημένο θά ἦταν νά πᾶμε οἰ ἴδιοι στήν ἐκκλησία, στίς Ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καί τοῦ Πάσχα, παρά ὁ ἄλλος πού ἤθελε νά βγεῖ τέτοιες μέρες, κυρίως γιά νἆναι μέ τήν ἀρραβωνιαστικιά του! Ὁ Ἰάκωβoς ὅμως ἔβλεπε τά πράγματα ὄχι μέ τέτoιo φακό, ἀλλά μέ τό πρίσμα τῆς ἀγάπης, γιά τήν ἀνάπαυση τoῦ πλησίoν. Πῶς δηλαδή νά ἀναπαύσει τόν ἄλλo ἄνθρωπo. Γι’ αὐτό καί εἶπε στόν στενοχωρημένο συστρατιώτη του: «Ἐντάξει, Γιῶργo. Θά πάω στόν διoικητή. Πόσες μέρες θέλεις νά πᾶς, νά δεῖς τήν ἀρραβωνιστικιά σoυ;». Τoῦ λέει ὁ Γιῶργος: «Ἔ! Νά μήν εἶμαι τό Πάσχα; Ἔ! Ἄν εἶμαι καί τή Μεγάλη Βδoμάδα καί τήν Μεγάλη Παρασκευή!… Ἄν εἶμαι καί τή Μεγάλη Πέμπτη, νά ἀκoύσoυμε καί κανένα Εὐαγγέλιo!…». Τoῦ λέει ὁ Γέροντας: «Ἐντάξει! Θά τά κανoνίσω!» Ἔτσι, τελικά, τήν ἄδεια τήν πῆρε ὁ Γιῶργος, κι ὁ Γέροντας ἔμεινε στό στρατόπεδο! Ἔμεινε μέσα αὐτός ὁ ἄνθρωπoς, ὁ ὁπoῖoς ζoῦσε μ’ αὐτές τίς Ἀκoλoυθίες! Ἀνάπνεε μ’ αὐτές! Ἦταν ἡ ἀγάπη τoυ! Ἦταν ὁ ἔρωτάς τoυ ὁ θεῖoς. Καί, ὅπως λέει ὁ νῦν Γέρoντάς μoυ, ὁ πατήρ Συμεών, ὅταν ζήσεις σωστά αὐτές τίς εὐλoγημένες μέρες τῆς Μεγάλης Σαρακoστῆς καί τῆς Μεγάλης Ἑβδoμάδoς, ζεῖς κάτι τόσο δυνατό, ὥστε ἔχεις ἀπόθεμα γιά ὅλo τόν ὑπόλoιπo χρόνo. Καί πιστεύω ὅτι μέ αὐτό τόν τρόπο, ἀλλά καί πoλύ περισσότερo ἀπό ἐμᾶς, τά ζoῦσε ὁ ἴδιoς ὁ πατήρ Ἰάκωβoς. Καί ὅμως, τά θυσίασε ὅλα!
Ἔτσι, παρέμεινε ὁ Γέροντας στό στρατόπεδο ὅλη τή Μεγάλη Ἑβδομάδα, μέχρι καί τήν κυριώνυμο ἡμέρα τοῦ Πάσχα.
«Καλά, Γέροντα», τόν ρώτησα ἐγώ ἀπό περιέργεια, «τί ἔκανες αὐτές τις μέρες;» Κι αὐτός μoῦ εἶπε: «Ἤμoυν στή σκoπιά, πάνω σ’ ἕνα ὕψωμα, καί ἔβλεπα ἀπό μακρυά τoύς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, πού πήγαιναν στίς ἐκκλησίες. Πρoσπαθoῦσα κι ἐγώ νά λέω τήν εὐχή, “Κύριε Ἰησoῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Ἔλεγα πoλλά, “Δόξα σoι, ὁ Θεός. Δόξα σoι, ὁ Θεός”, καί τήν ἡμέρα ἐκείνη τoῦ Πάσχα ἔλεγα, “Δόξα τῇ ἁγίᾳ ἀναστάσει σου, Κύριε”. Καί, ξέρεις τί μoῦ συνέβηκε ἐκεῖνo το βράδυ τῆς Ἀναστάσεως; Ὅταν ἄκoυσα τίς καμπάνες, κατάλαβα ὅτι εἶπαν οἱ παπάδες τό, “Δεῦτε, λάβετε Φῶς”. Εἶπαν τό, “Χριστός ἀνέστη”. Ἐκείνη τήν ὥρα εἶπα: Ἄχ, Χριστέ μoυ! Τώρα oἱ χριστιανoί μας παίρνoυν τό ἅγιo Φῶς. Καί, ὅπως εἶπα, οἱ χριστιανoί μας παίρνoυν τό Ἅγιo Φῶς, ἦρθε καί σ’ ἐμένα τό Ἅγιο Φῶς!»
«Πῶς ἦρθε;», τόν ρώτησα ἐγώ. «Ἦρθε, παιδάκι μoυ, ἕνα φῶς ἀπό ψηλά καί κάθισε ἀπό πάνω μoυ, καί ἔγινα ὅλoς φῶς!» Καί λέω κι ἐγώ: Κoίταξε, ὁ ἄνθρωπoς τoῦ Θεoῦ! Θυσίασε τό φῶς τό κτιστό, πoύ παίρνoυμε ἐμεῖς ἀπό τήν λαμπάδα, τό ὁπoῖo εἶναι εἰς τύπoν τoῦ Ἁγίoυ Φωτός, καί σ’ αὐτόν, λόγω τῆς θυσίας πoύ ἔκανε, ἦρθε τό ὄντως Φῶς, τό ἄκτιστo Φῶς τῆς Θεότητoς. Αὐτό, ἦταν ἕνα ἀπό τά στoιχεῖα τῆς ζωῆς τoῦ γερoἸάκωβου, πoύ πάντoτε τόν διακατεῖχε καί τόν ἐνεῖχε: Ἡ διάθεση νά θυσιάσει καί τήν πρoσευχή τoυ καί τήν ἄσκησή τoυ, γιά τήν ἀγάπη τoῦ πλησίoν.
Θά ἤθελα νά ἀναφερθῶ σέ ἕνα σημαντικό γεγονός στή ζωή τοῦ Γέροντος Ἰακώβου: τόν θάνατο τῆς μητέρας του. Τότε ὁ Γέροντας ἦταν περίπου τριάντα ἐτῶν. Ὁ θάνατος τῆς μάνας του, τοῦ προκάλεσε πολύ μεγάλη λύπη. Ὅπως μᾶς ἔλεγε, πῆγε πάνω ἀπό τόν τάφο της καί ἔπεσε καί δέν ἤθελε νά σηκωθεῖ!
«Ἐάν ἦταν δυνατόν», μοῦ εἶπε, «θά ἤθελα νά μέ βάλουν κι ἐμένα μέσα στόν τάφο. Σχεδόν τρελάθηκα ἀπό τόν πόνο τῆς ὀρφάνιας πού ἔνιωσα καί τό ὅτι δέν θά ἔχω πιά τήν καλή μου μάνα μαζί μου». Καί, μαζί μέ τόν πόνο τῆς ὀρφάνιας, γνώρισε καί ἕνα πειρασμό, πού ἦταν ὁλότελα δικός του.
Ἐδῶ νά κάνω μιά παρένθεση καί νά πῶ ὅτι πρέπει νά γνωρίζουμε πώς ἁμαρτωλότητα ἔχουν καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Μέ κάποιες ἁμαρτίες ἀγωνίστηκε καί ὁ πάτερ Ἰάκωβος. Ἡ μεγάλη του ἁμαρτία, ὅπως μᾶς εἶπε, ὁ πειρασμός ὁ δικός του, πού γνώρισε μέ τόν θάνατο τῆς μάνας του, ἦταν ἡ λύπη. Εἶχε δηλαδή μιά ροπή πρός τήν λύπη, πρός τήν στενοχώρια. Καί, ὅταν τήν ἔβλεπε μέσα του, ἔκανε πολύ ἀγώνα, πολλή προσευχή γιά νά τήν νικήσει, γιά νά ἔρθει ἡ χάρις και ἡ χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μάλιστα, μοῦ εἶχε δώσει τήν ἑξῆς συμβουλή: «Ὅσα προβλήματα καί νά ἔρθουν στή ζωή σου, Νεόφυτέ μου, μήν ἀφήσεις τή λύπη νά περάσει μέσα στήν καρδιά σου. Διότι δέν θά ξεριζώνεται μετά εὔκολα καί θά πρέπει νά κάνεις μεγάλο ἀγώνα γιά νά τή νικήσεις». Αὐτή ἦταν μιά παρακαταθήκη ἀπό τόν Γέροντα πρός ἐμένα νά προσέχω αὐτόν τόν πειρασμό, πού συνήθως δέν τοῦ δίνουμε καί πολλή σημασία καί δέν τόν ἀξιολογοῦμε ὀρθά.
Οἱ Φιλοκαλικοί Πατέρες ὅμως ἐπισημαίνουν ὅτι ἡ λύπη εἶναι μία ἀπό τίς μεγάλες ἁμαρτίες. Ἔβλεπε κι ὁ Γέροντας ὅτι ὁ πειρασμός προσπαθοῦσε νά τόν ρίξει σέ αὐτή τήν κατάσταση, ὅταν εἶχε να ἀντιμετωπίσει τά διάφορα προβλήματα πού συναντοῦσε μέσα στό Μοναστήρι, τά προβλήματα τῶν ἐπισκεπτῶν, τά προβλήματα τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, τά διάφορα ἄλλα ἐκκλησιαστικά προβλήματα πού ἔρχονταν σέ γνώση του. Βέβαια, ἐπειδή μέ τόν χρόνο κατέστη ἕνας ἱκανώτατος ἀσκητής, μποροῦσε νά ἀντιμετωπίζει καί τόν πειρασμό τῆς λύπης. Διότι, ὅταν τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό τό διορατικό χάρισμα, δέν ἔβλεπε μόνο τί γίνεται μέσα στήν καρδιά τῶν ἄλλων, ἀλλά ἔβλεπε καί τί γίνεται πρῶτα καί κύρια μέσα στήν καρδιά του.
Ξέρετε, παρόλο πού ἤμουνα νέος, ὁ Γέροντας μοῦ ἀνοιγόταν καί μοῦ ἔλεγε πάρα πολλά πράγματα, ὄχι μόνο γιά ἐμένα καί τούς ἄλλους, ἀλλά καί γιά τόν ἑαυτό του. Κι ὅταν μοῦ τά ἔλεγε, σκεφτόμουνα· «Γιατί μοῦ τά λέει ἐμένα αὐτά;» Καί, ἀπαντώντας στόν λογισμό μου αὐτό, μοῦ ἔλεγε· «Παιδί μου, ἐγώ δέν μιλῶ στόν Νεόφυτο, πού βλέπω τώρα. Ἐγώ μιλῶ στόν Νεόφυτο τοῦ μέλλοντος. Θά τά χρειαστεῖς, γιά νά τά διαχειρισθεῖς στή διακονία σου, στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ συνανθρώπου σου, στόν ἀγώνα σου τόν προσωπικό. Καί θέλω, ὡς πνευματικός σου πατέρας, νά σέ προετοιμάσω γι’ αὐτά». Καί μή νομίζετε ὅτι ἦταν πάντα εὔκολο γιά ἐμένα, διότι μοῦ ἔλεγε καί πράγματα πού μερικές φορές μέ ἐνοχλοῦσαν, καί σκεφτόμουν· «Τώρα, τί μοῦ λέει αὐτό τό πράγμα; Ἐγώ δέν τό ἔκαμα!». Καί μοῦ ἀπαντοῦσε στίς σκέψεις μου· «Δέν τό ἔκαμες τώρα, θά τό κάμεις ἀργότερα ἤ θά τό σκεφτεῖς ἤ θα τό ἐπιθυμεῖς». Τέτοιος ἄνθρωπος ἦταν. Ἡ πατρότητά του δέν ἦταν μόνο γιά τό τώρα, ἀλλά καί γιά τό μέλλον.
Αὐτό ἀποτελεῖ μεγάλη, τεράστια εὐθύνη γιά μένα. Τό νά καμαρώνουμε ὅτι ἔχουμε ἕναν ἅγιο Γέροντα κοντά μας, ἦταν μιά νεανική ἀντιμετώπιση. Τώρα, πού μεγαλώσαμε, καταλαβαίνουμε ὅτι τά χρόνια περνοῦν καί «Ἰάκωβοι» δέν γίναμε! Πρόσφατα ἔγραψα ἕνα κείμενο γιά τόν Ὅσιο Παΐσιο. Κι ὅταν τό ἔδωσα στή Γερόντισσα Φιλοθέη τοῦ Ἡσυχαστηρίου τῆς Σουρωτῆς, μία πολύ σπουδαία Γερόντισσα, μέ τήν ὁποία συναντήθηκα τελευταῖα, μοῦ εἶπε: «Ἄχ, Πανιερώτατε, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν τόν Χριστό καί ἐμεῖς φαίνεται πώς μόνο γράφουμε γι’ αὐτούς!».
Ἀρχικά ὁ Γέροντας σκεφτόταν νά μονάσει στά Ἱεροσόλυμα, γιατί θεωροῦσε ὅτι ἦταν τό ἰδανικό μέρος γιά νά ἀκολουθήσει κανείς τήν ἀσκητική πολιτεία, πού διάβαζε στά Γεροντικά. Τό μοναχικό ἰδεῶδες τοῦ Γέροντος Ἰακώβου ἦταν πολύ ὑψηλό, πολύ ἀρχαῖο! Ἦταν ἀνάλογο τοῦ αἰγυπτιακοῦ μοναχισμοῦ, τοῦ παλαιστινιακοῦ μοναχισμοῦ. Προτοῦ ὅμως πάει στά Ἱεροσόλυμα, σκέφτηκε ὁ Γέροντας: «Ἀφοῦ τό μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ εἶναι ἐδῶ δίπλα καί εἶναι καί μεγάλος ἅγιος, δέν πάω νά τόν προσκυνήσω καί νά πάρω τήν εὐχή του πρίν πάω στά Ἱεροσόλυμα;». Ἔτσι και ἔγινε. Πηγαίνει ἐκεῖ καί τόν ὑποδέχεται ἕνας Γέροντας Μοναχός, ὁ ὁποῖος τοῦ δείχνει ἕνα Μοναστήρι νά εἶναι σέ ἰδανική κατάσταση, κι ὄχι ὅπως ἦταν στήν πραγματικότητα ἐρειπωμένο καί διαλυμένο! Καί τοῦ λέει ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος Μοναχός: «Γιατί δέν μένεις ἐδῶ, Ἰάκωβέ μου; Νά τηρήσεις ἐδῶ παρθενία, ὑπακοή, ἀκτημοσύνη, καί νά σοῦ δώσω πάρα πολλά ἐλέη τοῦ Θεοῦ. Νά στηρίξεις τό Μοναστήρι καί θά σέ στηρίξει καί σένα ἐδῶ ὁ Χριστός μας!» Καί ὁ ἁπλός Ἰάκωβος τοῦ λέει: «Νά εἶναι εὐλογημένο!» Καί, ξαφνικά, βλέπει το μοναστήρι στήν πραγματική του κατάσταση: Βλέπει ἕνα ἐρείπιο καί κάτι γεροντάκια νά εἶναι ἐκεῖ. Πάει νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ κι ἀναγνωρίζει στή μορφή του τόν Μοναχό πού τόν ὑποδέχτηκε στή εἴσοδο τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἄλλος, ἀπό τόν ἴδιο τόν Ὅσιο Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος γίνεται ὁ δεύτερος καί τελευταῖος Γέροντας τοῦ πατρός Ἰακώβου, ἀφοῦ, ὅπως εἴπαμε, ὁ πρῶτος
«Γέροντάς» του ἦταν ἡ μάνα του ἡ Θεοδώρα. Κι αὐτή ἡ συνομιλία πού εἶχε μέ τόν Ὅσιο στήν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἔγινε μιά μόνιμη κατάσταση, πού κράτησε μέχρι τήν κοίμηση τοῦ Γέροντος. Γιά ἐμένα, αὐτή ἡ τακτική συνομιλία τοῦ Γέροντος μέ τόν Ὅσιο δέν ἦταν κάτι πρωτόγνωρο, γιατί τό εἶχα γνωρίσει ἀπό τήν λαϊκή εὐσέβεια τῆς Κύπρου: τή μάνα μου, τόν πατέρα μου, τή γιαγιά μου, πού μιλοῦσαν μέ τούς Ἁγίους συνεχῶς καί ἡ προσευχή τους ἦταν μιά κουβέντα μαζί τους.
Ναί, αὐτή τήν ἁπλότητα τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων τῆς Ἀνατολῆς ἀξιωθήκαμε νά τή γνωρίσουμε.
Θυμᾶμαι μιά φορά, πού εἶπα στόν Γέροντα· «Γέροντα, δέν μοῦ μιλᾶς ἐσύ γιά τήν νοερά προσευχή! Ἐδῶ στήν Ἀθήνα ἔρχονται Ἁγιορεῖτες καί μᾶς μιλᾶνε γιά τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”, ἐνῶ ἐσύ δέν μᾶς λές!». Καί μοῦ ἀπαντᾶ· «Ἔ! αὐτοί ξέρουν τά μεγάλα γράμματα, ἐμεῖς τά μικρά. Λοιπόν ἐγώ, Ὅμηρέ μου, λέω καί “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” καί “Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς”. Λέω καί τό “Θεοτόκε Παρθένε”, τό “Βασιλεῦ Οὐράνιε” καί τό, “Πάτερ ἡμῶν”, πάρα πολλά. Κάνω καί πολλές Παρακλήσεις κάθε μέρα γιά διάφορους ἀνθρώπους, διαβάζω καί τό Ψαλτήρι τήν νύχτα καί τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας μας. Καί συνομιλῶ καί μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο. Καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, λειτουργῶ καί μνημονεύω παιδί μου. Ἡ προσευχή μου ἔχει ποικιλία. Ἔτσι διδάχτηκα ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ». Καί τότε κατάλαβα ὅτι ἀπέναντί μου εἶχα ἕνα ἄνθρωπο θεοδίδακτο καί ἁγιοδίδακτο, πού τήν ἀσκητική του ζωή δέν τή διδάχθηκε ἀπό τά βιβλία, ἀλλ’ οὔτε κι ἀπό κάποιον ἄλλο Γέροντα! Δέν τόν δίδαξε κανείς. Νά πεῖς ὅτι βρῆκε ἕνα Γέροντα καί τοῦ εἶπε:
«Ξέρεις, ἔλα ἐδῶ νά σοῦ διδάξω μοναχισμό»; Πῆγε μέ ὅ,τι ἔμαθε ἀπό τή μάνα του. Καί ἔκαμε τέλεια ὑπακοή στόν τότε Ἡγούμενο Νικόδημο, αὐτόν τόν καλό ἄνθρωπο, πού δέν ἔμενε μέσα στό Μοναστήρι. Κάτι πού ξεχνοῦμε πολλές φορές, εἶναι ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος πῆγε μεγάλος γιά νά γίνει καλόγερος. Δέν πῆγε μικρό παιδί, ἀλλά ὅταν πῆγε ἦταν ὥριμος, ἦταν ἀσκητής ἤδη. Αὐτό πού εἶχε ἀνάγκη, ἦταν τήν ὑπακοή.
Ἐδῶ πρέπει νά ποῦμε, καί εἶναι σημαντικό −γιά νά μήν νομίζουμε ὅτι ὁ Γέροντας τά βρῆκε ὅλα ρόδινα−, ὅτι στίς ἀρχές τοῦ μοναχικοῦ του βίου δεχόταν πολλούς πειρασμούς ἐξαιτίας κάποιων παλαιῶν μοναχῶν καί κάποιων τσοπάνηδων, που σταύλιζαν τό κοπάδι σέ χῶρο τῆς Μονῆς καί δέν εἶδαν μέ καλό μάτι τήν ἔλευση τοῦ νέου Μοναχοῦ. Ἐνοχλοῦνταν ὅταν ἔβλεπαν αὐτόν τόν Μικρασιάτη νά μήν τρώει, νά κάνει συνεχῶς μετάνοιες, ὁλημερίς νά διορθώνει τά χτίσματα, πού ἦταν ἐρείπια, νά φυτεύει ἀμπέλι, νά καλλιεργεῖ τά κτήματα, νά διακονεῖ καί νά φιλοξενεῖ τούς λίγους προσκυνητές, πού ἐρχόντουσαν στή Μονή, νά εἶναι τόσο σιωπηλός, καί νά προσπαθεῖ νά βάλει τάξη στή Μονή. Και οἱ δυσκολίες γινόντουσαν μεγαλύτερες ἐπειδή ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, πού τόν εἶχε ἐμπιστευθεῖ, δέν ζοῦσε στή Μονή, γιά νά τά βλέπει ὅλα αὐτά. Ὅλες αὐτές τίς δυσκολίες δέν ἦταν ἀσφαλῶς εὔκολο νά τίς ἀντιμετωπίσει ἕνας νέος Μοναχός. Ἀλλά ὁ Γέροντας, ἐπειδή ἦταν ἄνθρωπος τῆς μετάνοιας καί τῆς ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή εἶχε φόβο Θεοῦ καί συναίσθηση τῆς μοναχικῆς του κλήσης, τά ὑπέμενε ὅλα μέ τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου χωρίς νά γογγύζει.
Ὅταν πήγαινε νά λειτουργήσει στά μοναστηράκια ἤ στά Δαμιά ἤ στό Καλαμούδι, ἔλεγε στή Χάιδω - ἔτσι εἶχε ὀνομάσει τό ζῶο, πού τόν ἐξυπηρετοῦσε, ἡ ὁποία ἦταν λίγο “ἄτακτη”:
«Χάιδω, δέν πρέπει νά τρῶς περικοκλάδες καί ἀχλάδες ἀπό τά ξένα περιβόλια. Αὐτό εἶναι ἁμαρτία! Ἔτσι μοῦ ἔλεγε ἡ καλή μου μητέρα ἡ Θεοδώρα». Ἀλλ’ ἐπειδή τό ζῶο δέν ἔκανε ὑπακοή καί κάποτε ἔτρωγε μερικές ἀχλάδες ἀπό τά περιβόλια, ὁ Γέροντας ἔβαζε κανόνα στόν ἑαυτό του, ἐπειδή δέν μποροῦσε νά πειθαρχήσει τό ζῶο στίς ἐντολές του! Τό θεωροῦσε δικό του λάθος. Κι αὐτά, μᾶς τά περιέγραφε μέ πολύ χιοῦμορ, γιατί εἶχε κι αὐτό τό χάρισμα ὁ Γέροντας. Ὅταν ἔνιωθε ὅτι οἱ παριστάμενοι εἶναι ἄνθρωποι δικοί του καί δέν παρεξηγοῦν καί δέν σκανδαλίζονται, τούς ἔκανε καί ἀναπαραστάσεις.
Ἀκόμη νά ποῦμε πώς ὁ Γέροντας ἔκανε καί πολλές Ἀκολουθίες στά γύρω χωριά, ἐξυπηρετώντας τίς κατά καιρούς λειτουργικές τους ἀνάγκες. Τήν καλή αὐτή συνήθεια τήν συνέχισε κι ὁ μακαριστός παπα-Κύριλλος, ὁ διάδοχος Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀρκετά κοινά στοιχεῖα μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Δηλαδή, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ἐνῶ ἦταν Μοναχοί καί ἀσκήτευαν σ’ ἕνα ἀπομονωμένο Μοναστήρι, διακονοῦσαν καί τούς ἁπλούς ἀνθρώπους τῶν πέριξ χωριῶν, πού ἦταν στά δάση τῆς Βορείου Εὐβοίας. Τήν διακονία αὐτή τούς τήν εἶχε ἀναθέσει ὁ Δεσπότης τους, ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν Ἱερεῖς νά ἐξυπηρετοῦν τά γύρω χωριά. Κι ὅταν ἐρχόταν τό Πάσχα ἔμενε μόνος ὁ γερο-Ἰάκωβος στό μοναστήρι.
Μιά φορά, μοῦ εἶπε, εἶδε τόν πειρασμό σάν γριά καί τόν ρώτησε: «Ἀπό ποῦ ἦρθες ἐσύ; Δέν σέ ξέρω!». «Ἐμένα μέ στείλανε νά σᾶς πειράξω, ἀλλά δέν μπορῶ νά μείνω ἐδῶ, γιατί ἐσεῖς κάθε μέρα ντάν, ντάν, κάνετε Θεία Λειτουργία, Ἀκολουθίες. Θά πάω ἀλλοῦ». Ἤτανε πολύ σκοτεινή αὐτή ἡ γριά, καί πληροφορήθηκε ἐσωτερικά ὁ Γέροντας πώς ἤτανε ὁ πειρασμός. Ἀμέσως, λοιπόν, τόν σταύρωσε καί τοῦ εἶπε· «Δέν ἔχεις εὐλογία νά πειράξεις κανέναν!». Κι ἀμέσως ἐξαφανίστηκε.
Ἀσκοῦσε μεγάλη σιωπή ὁ Γέροντας. Ἀργότερα ξεκίνησε νά μιλάει, ὅταν ἄρχισαν νά τόν ἐπισκέπτονται φοιτητές καί πονεμένοι ἄνθρωποι ἀπό μακρινά μέρη. Καί, ξέρετε ποιός ἔστελνε πολύ κόσμο στόν Γέροντα Ἰάκωβο; Ὁ Ὅσιος Πορφύριος. Γιά τόν Γέροντα μοῦ μίλησε ὁ Ἅγιος τό 1981, ὡς ἑξῆς:
«Βρέ, νά πᾶς νά γνωρίσεις στήν Εὔβοια ἕναν ἁπλό ἐκεῖ ἅγιο». Γιά τόν Γέροντα μοῦ εἶχε ἤδη μιλήσει καί ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Κεφαλληνίας Γεράσιμος Φωκᾶς, πού ἐκοιμήθη τόν Μάιο τοῦ 2015.
Ὁ Γέροντας σπάνια μιλοῦσε γιά τήν δική του ἀσκητική πολιτεία. Ἔπρεπε νά τοῦ ξεφύγει, νά ἔχει ἐνθουσιαστεῖ μέ κάτι καί, ἐπάνω στόν ἐνθουσιασμό του, προδιδόταν. Θά σᾶς πῶ ὅμως κάτι, πού πρόσεξα ὁ ἴδιος. Μιά φορά πού πῆγα στό κελλί του, εἶδα ὅτι οἱ μύτες τῶν παπουτσιῶν του ἦταν πολύ σηκωμένες, σάν τσαρούχια, καί κατάλαβα ὅτι εἶχαν γίνει ἔτσι ἀπό τις πολλές του γονυκλισίες! Ἀκόμη, ὅπως πληροφορήθηκα, τήν περισσότερη ὥρα μέσα στό κελλί ὁ Γέροντας τήν περνοῦσε γονατιστός. Εἶχε αὐτή τήν ἀνατολίτικη ἱερή συνήθεια. Καί μέσα στόν ναό ἀκόμη, ὅταν δέν ἦταν ἱερουργός, τήν περισσότερη ὥρα ἦταν γονατιστός μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σηκωνόταν μόνο στό «Πιστεύω…», γιά νά τό ἀπαγγείλει μ’ ἐκεῖνο τό χαρακτηριστικό μεγαλοπρεπές του ὕφος. Δηλαδή πέρασε τή μισή του ζωή γονυκλινής! Ἄν δέν γονατίσουμε, ἄν δέν ταπεινωθοῦμε δηλαδή καί δέν κακοπαθήσουμε στήν προσευχή μας, λένε οἱ Πατέρες πώς δέν μᾶς ἀκούει ὁ Θεός. Ἔτσι ἔμαθα ἀπό τόν Γέροντα Ἰάκωβο, ἔτσι ἔμαθα κι ἀπό τή μάνα μου.
Ἐδῶ, θά ἤθελα νά ἀναφερθῶ σέ ἕνα ἰδίωμα τοῦ Γέροντος, πού νομίζω μπορεῖ νά εἶναι καθοριστικό στό πῶς θά καθορισθεῖ νά τόν ἐπικαλούμαστε, ὅταν θά ἔρθει ἡ εὐλογημένη ὥρα τῆς διακήρυξης τῆς ἁγιότητάς του. Αὐτό, πού θά σᾶς πῶ στή συνέχεια, τό ἔγραψα καί σέ μία ἐπιστολή, ὅπου καταθέτω στοιχεῖα γιά τήν ἁγία βιοτή καί τά ἁγιοπνευματικά χαρίσματα τοῦ Γέροντος, ὅπως μᾶς εἶχε ζητήσει ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός ἅγιος Χαλκίδος, κ.κ. Χρυσόστομος, γιά νά τήν καταθέσει μαζί μέ ἄλλα στοιχεῖα στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί μετά στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Στήν ἐπιστολή μας λοιπόν αὐτή χαρακτηρίζουμε τόν Γέροντα ὡς τόν ὅσιο πατέρα ἡμῶν «Ἰάκωβο τόν μέ συγχωρεῖτε»! Κι αὐτό, διότι ἐνῶ ὁμιλοῦσε, παρενέβαλλε συνεχῶς τήν φράση, «μέ συγχωρεῖτε»! Κάθε πέντε προτάσεις ἔλεγε: «Μέ συγχωρεῖτε, παρακαλῶ, μέ συγχωρεῖτε!».
Ὁπόταν, κάποια μέρα, ἐπειδή εἶχα τό θάρρος του, τόν ρώτησα· «Γέροντά μου, αὐτό τό, “μέ συγχωρεῖτε”, πού λέτε συνεχῶς, εἶναι μήπως κανένα τίκ;» Μοῦ λέει· «Καί, τί εἶναι αὐτό τό τίκ;» «Κανένα χούι, πού ἐπαναλαμβάνετε! Πῶς λέω ἐγώ συνεχῶς, λοιπόν, λοιπόν;». Καί μοῦ ἀπαντᾶ· «Ὄχι, παιδί μου, δέν ξέρεις ἐσύ! Ἐσύ βλέπεις αὐτά πού βλέπεις. Ἐγώ βλέπω καί ἄλλα πράγματα, πού δέν βλέπουν οἱ πολλοί ἄνθρωποι, ἐπειδή βλέπω μέ τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τήν ὥρα πού μιλῶ μπορεῖ ὁ συνομιλητής μου νά μέ θαυμάζει. Διότι ἀκούει πού λέω γιά τόν ἅγιο Δαυΐδ, πού λέω γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο, πού λέω γιά διάφορα, γιά ἐμφανίσεις ἀγγέλων καί πειρασμῶν. Ἐνίοτε λοιπόν μέ θαυμάζουν καί σκέφτονται καί λένε· Τί ἅγιος ἄνθρωπος! Ἐγώ, παιδί μου, ξέρω ὅτι δέν εἶμαι ἅγιος. Ἀλλά στούς ἀνθρώπους ἐκείνη τή στιγμή προκαλῶ θαυμασμό καί γι’ αὐτό ἀμέσως λέω, “μέ συγχωρεῖτε”! Δέν θέλω οἱ ἄνθρωποι νά μέ θαυμάζουν. Ὑπάρχουν καί μερικοί πού κάνουν τό ἀντίθετο. Ἀκοῦν αὐτά πού λέω καί σκανδαλίζονται καί λένε· “Τί χαζός εἶναι αὐτός! Ἄκου, τί μᾶς λέει τώρα. Βλέπει ἁγίους καί ἀγγέλους! Κανένας ἀλαφροΐσκιωτος θά εἶναι! Καί ἔτσι αὐτοί μέ κρίνουνε, καί γι’ αὐτό πάλιν λέω, “μέ συγχωρεῖτε”, γιατί γίνομαι αἰτία μερικοί νά σκανδαλιστοῦν. Γι’ αὐτό λέω συνεχῶς, “μέ συγχωρεῖτε”. Ἐπειδή βλέπω διπλά!».
Δηλαδή, ὁ Γέροντας μοῦ περιέγραψε πῶς ἕνας Ἅγιος βλέπει τούς λογισμούς μας, τίς ἐπιθυμίες μας καί τίς ἀντιδράσεις μας γι’ αὐτά πού μᾶς λέει. Γι’ αὐτό ἔλεγε συνεχῶς, «μέ συγχωρεῖτε». Εἶχε μιά συνεχή μετάνοια. Κι ὅταν μετανοεῖς, ζητᾶς συγχώρεση. Ἀνήκουμε ὅλοι σ’ ἕνα σῶμα. Εἴμαστε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί σῶμα Χριστοῦ. Γι’ αὐτό δέν ἔλεγε ὁ Γέροντας, «σέ συγχωρῶ, πού σκέφτεσαι ἔτσι», ἀλλά «μέ συγχωρεῖτε». Δέν ὑποδείκνυε τό λάθος τοῦ ἄλλου, ἀλλά τό οἰκειοποιεῖτο, ὡς δικό του λάθος. Διότι ὅλοι εἴμαστε μέλη τοῦ ἑνός σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τό, «μέ συγχωρεῖτε», πού ἔλεγε ὁ Γέροντας, φανέρωνε τήν συνεχή ἐσωτερική του γνήσια μετάνοια, τήν αἴτηση ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν του, μιά κατάσταση πού ἔχουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Καί, ὅπως χαρακτηριστικά μᾶς ὑποδεικνύει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης στήν περίφημη Κλίμακά του, «κἄν πᾶσαν τήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν ἀναβέβηκας, ὑπέρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν προσεύχου· ἀκούων Παύλου περί ἁμαρτωλῶν βοῶντος· Ὧν πρῶτος εἰμί ἐγώ». Δηλαδή, «καί ἄν ἀκόμη ἔχης ἀνεβεῖ ὅλη τήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν, καί τότε πάλι νά προσεύχεσαι ὑπέρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου, ἀκούοντας τόν Παῦλο νά βοᾷ: “Ἁμαρτωλῶν πρῶτός εἰμι ἐγώ” (Α΄ Τιμ. 1,15)» (Κλίμαξ, Λόγος 28.12).
Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό τῆς ἁγίας προσωπικότητας τοῦ Γέροντος, ἦταν ἡ ἁπλότητα. Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Γέροντας, ὁ ἅγιος Πορφύριος εἶπε χαρακτηριστικά· «Ἔφυγε ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους Ἁγίους τοῦ αἰῶνα μας, ὁ πατήρ Ἰάκωβος τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Καί ἦταν μεγάλος, γιατί εἶχε μεγάλη ἁπλότητα!»
Ὅταν πρόσφατα πῆγα νά δῶ τόν κ. Γιῶργο Ἀρβανίτη, τόν ἄνθρωπο πού ἔχει τήν γενική εὐθύνη γιά τό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ὁσίου πατρός ἡμῶν Πορφυρίου καί τό φροντίζει, μέ ρώτησε: «Ποιό νομίζετε ἦταν τό μεγαλύτερο χάρισμα τοῦ Γέροντός σας Ἰακώβου;». Τοῦ ἀπάντησα· «Τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητας, πού τοῦ δόθηκε λόγω τῆς ἄσκησης καί τῆς μεγάλης του ἁπλότητας». Συμφώνησε ὁ κ. Ἀρβανίτης μαζί μου, καί κουβεντιάσαμε ἐκεῖ γιά τό τί εἶναι ἁπλότητα.
Ἁπλότητα εἶναι τό νά μήν εἶσαι δίψυχος. Δηλαδή νά μήν ἔχεις δύο θελήματα, ἀλλά τό θέλημά σου νά εἶναι ἕνα. Ὄχι θέλω καί τό ἕνα, θέλω καί τό ἄλλο. Σκέφτομαι καί τό ἕνα, σκέφτομαι καί τό ἄλλο, κι ἔτσι εἴμαστε διχασμένοι οἱ περισσότεροι. Ὁ Γέροντας εἶχε εὐθυγραμμίσει τό θέλημά του μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, κι ἦταν πάρα πολύ εὔκολο ν’ ἀκούει τί θέλει ὁ Θεός καί νά τό ἐφαρμόζει χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δεύτερο λογισμό, χωρίς δισταγμό. Μέ αὐτόν τόν τρόπο εἶχε μία εὐθεία κίνηση πρός τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καί τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί μποροῦσε νά κινεῖται χαρούμενα. Διότι ὁ ἁπλός ἄνθρωπος δέν εἶναι δίψυχος, ἀλλά εὐθύς καί λιτός. Παίρνει ἀποφάσεις ἀμέσως, χωρίς νά βασανίζεται καί χωρίς νά βασανίζει ἄλλους. Καί, μέ αὐτό τόν τρόπο, εἶναι χαρούμενος, διότι εἶναι ἐλεύθερος ἀπό λογισμούς, ἐπιθυμίες, σκέψεις. Καί εἶναι αὐτό, πού λείπει ἀπό τήν ἐποχή μας.
Ἡ ἁπλότητα πάει μαζί μέ τή λαϊκή εὐσέβεια. Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε· «Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἐνῶ τά ἔχουμε ὅλα, κάνουμε λίγα. Καί θά κριθοῦμε περισσότερο γιά τήν τεμπελιά μας, παρά γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη μας ἁμαρτία». Καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἔλεγε συχνά τή φράση, «ἡ ἁπλότητα τῶν παλαιῶν». Ἀκόμα καί στούς καλογέρους βλέπουμε ὅτι ὑπάρχει πολυπλοκότητα καί θέλουμε ἀκριβά Μοναστήρια, θέλουμε ἀκριβά αὐτοκίνητα, πολυποίκιλα φαγητά. Ἐνῶ ἡ ἁπλότητα τοῦ Γέροντος διαφαινόταν καί στά ἐξωτερικά πράγματα. Λόγου χάριν, ὁ Γέροντας στό κελλί του δέν εἶχε θέρμανση, ἐνῶ εἶχαν τζάκια στό Μοναστήρι. Αὐτό θά τό πεῖ κάποιος ἄσκηση, ἀλλά ἦταν καί ἁπλότητα. Πρόσεχε τά ροῦχα του νά εἶναι καθαρά, ὅταν πήγαινε στήν Ἐκκλησία, ἀλλά λίγοι ἤξεραν ὅτι ἦταν τά μοναδικά πού εἶχε. Ἐνῶ ἦταν ἁπλός, δεν ἦταν ἁπλοϊκός. Ἦταν ἀρχοντικός στούς τρόπους καί μεγαλοπρεπής ἐντός τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ὅταν ἔμπαινε μέσα στόν ναό μ’ ἐκεῖνο τό γνωστό του ἀνάλαφρο περπάτημα, λές καί περπατοῦσε πάνω σέ βαμβάκια, δέν ἔβλεπε δεξιά-ἀριστερά, ἦταν σύννους καί προσεκτικός. Αἰσθανόσουν ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν ἕλκεται πρός τά κάτω, ἀλλά πρός τά ἄνω. Ἔβλεπε ὄντα καί πράγματα, πού οἱ ἄλλοι δέν τά ἔβλεπαν. Παρόλο πού εἴχαμε τόση οἰκειότητα μεταξύ μας, μέσα στήν Λειτουργία δέν τολμοῦσα νά τοῦ μιλήσω. Οὔτε μία ἁπλή λέξη! Ἦταν τόσο σύννους, τόσο μαζεμένος ὁ νοῦς του, πού ντρεπόσουν νά μιλήσεις. Ἦταν ἀλλοῦ ὁ ἄνθρωπος. Ἦταν ἀλλοῦ.
Ἐπίσης ἦταν πάρα πολύ μεγαλόπρεπες οἱ κινήσεις του.
Ὑπάρχουν στό διαδίκτυο ἀναρτημένα βίντεο πού παρουσιάζουν τόν Γέροντα νά ἱερουργεῖ. Καί εἶναι καλό οἱ ἱερεῖς καί οἱ νέοι ἀρχιερεῖς, νά δοῦμε πώς λειτουργοῦσε ἕνας Ἅγιος τοῦ 20οῦ αἰώνα. Νά πάρουμε μαθήματα. Πῶς ἔλεγε τίς εὐχές, πῶς ἔβλεπε, πῶς εὐλογοῦσε, πῶς ἔκανε Ἀπόλυση, πῶς μνημόνευε. Εἰδικά γιά τή μνημόνευση, Παναγία μου! χιλιάδες ὀνόματα μνημόνευε ὁ Γέροντας στήν Προσκομιδή. Καί αὐτός καί ὁ παπα-Κύριλλος. Καί χαίρομαι, πού τό συνεχίζει αὐτό καί ὁ τωρινός Ἡγούμενος κι ὅλοι οἱ Ἱερεῖς τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Ξέρετε τί ὡραῖα νιώθαμε ἐμεῖς οἱ φοιτητές, πού μνημονευόμασταν στήν Πρόθεση τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ; Μοῦ ἔλεγε κάποτε ὁ Γέροντας· «Παιδί μου, δέν εἶμαι ἐγώ, πού βλέπεις. Εἶναι ὁ ἄγγελός μου, πού παίρνει τό σχῆμα τό δικό μου!». Δηλαδή ἔνιωθες τήν πατρότητά του νά σέ ἀκολουθεῖ στήν καθημερινότητά σου, στήν Ἀθήνα, στήν Κύπρο, ὅπου κι ἄν ἤσουνα. Δέν ἐγκαταλείπει ὁ γερο-Ἰάκωβος, φτάνει νά σέ υἱοθετήσει. Εἶναι πατέρας καί αὐτό εἶναι τό ἀνώτερό του χάρισμα. Καί δέν ἦταν ἀνάγκη νά τόν γνωρίσεις ἐπί τῆς γῆς. Γιατί ξέρω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέν τόν γνώρισαν ζῶντα, ἀλλά τόν ἔμαθαν ἀπό ὁμιλίες, ἀπό τά βιβλία πού ἔχουν ἐκδοθεῖ, ἀπό ἐπισκέψεις στόν τάφο του, πού τόν ἀγάπησαν καί τυγχάνουν συνεχῶς τῆς πατρικῆς του φροντίδας.
Τήν ὥρα πού ἔψελνε νόμιζες ὅτι μέσα στόν ναό ὑπάρχουν ἑκατοντάδες, ἐνῶ ἦταν μόνος. «Νά δεῖς, παιδί μου», μοῦ ἔλεγε κάποτε, «σήμερα λειτουργήσαμε καί ἦρθε ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ἡ Ἁγία Εὐγενία, ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη…». Ὅταν ὁ Γέροντας μνημόνευε ὀνόματα Ἁγίων στίς διάφορες εὐχές ἤ στήν Ἀπόλυση, τούς ἔβλεπε νά παρίστανται!
Τήν ὥρα τῆς Μεγάλης Εἰσόδου μερικές φορές προχωροῦσε πολύ ἀργά, ἐνῶ ἦταν ἄδεια ἡ Ἐκκλησία. Καί μιά μέρα τόν ρώτησα· «Μά, σήμερα, τί εἴχατε, Γέροντα, στήν Μεγάλη Εἴσοδο καί δέν προχωρούσατε;» «Ἐπειδή ἐσύ δέν βλέπεις, γι’ αὐτό δέν μπορεῖς νά καταλάβεις! Χερουβείμ καί Σεραφείμ, παιδί μου, ἦσαν μπροστά μου. Πῶς μπορεῖς νά προχωρήσεις;». Κι ἀκόμη, κατά τήν ὥρα πού μνημόνευε στήν Προσκομιδή εἶχε πολλές ὁράσεις. Ἐπιτρέψετέ μου ἐδῶ, ὡς Κύπριος πού εἶμαι καί Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, νά ἀναφέρω ξανά τό περιστατικό μέ τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ΄. Καί ἀκoῦστε, τί μoῦ εἶπε σχετικά ὁ ἄνθρωπoς τoῦ Θεoῦ. «Πρίν νά συμβεῖ τό περιστατικό αὐτό, μερικά καλά παιδιά ἀπό τήν Κύπρo μoῦ ἔφερναν τά ὀνόματα τῶν κεκoιμημένων τους καί τά μνημόνευα στίς Θεῖες Λειτουργίες. Ἀνάμεσα σ’ αὐτά τά ὀνόματα ἔβλεπα καί τό ὄνoμα,“Μακαρίoυ Ἀρχιερέως”. Μ’ αὐτό τόν τρόπο, ἄρχισα κι ἐγώ νά μνημoνεύω αὐτόν τόν ἄνθρωπo. Καί ἐπειδή, ὅταν τόν μνημόνευα, αἰσθανόμoυν χαρά, εἶπα· “Αὐτός, θά ἔκανε καλό στόν τόπo τoυ.” Παράλληλα ὅμως, ἄκoυα ἀπό διαφόρoυς πoύ ἐρχόντoυσαν ἐδῶ καί κάποια ἀρνητικά γι’ αὐτόν. Ἔτσι, ἔκανα μιά πρoσευχή εἰδική γι’ αὐτόν τόν ἄνθρωπo. Καί, ὅταν μνημόνευσα ξανά,
“Μακαρίoυ Ἀρχιερέως”, ἄκoυσα μιά φωνή, νά μoῦ ἀναγγέλει τήν ἄφιξή τoυ. Ἄκoυσα: “Μακαρίoυ Ἀρχιερέως, Μακαρίoυ Ἀρχιερέως, Μακαρίoυ Ἀρχιερέως”! Κoιτάζω ἐκ δεξιῶν μoυ καί, τί νά ἰδῶ; Ἦταν ὄρθιoς ἕνας Ἐπίσκoπoς!»
«Δηλαδή, πῶς τόν εἶδες, Γέρoντα;», ρώτησα τότε τόν πάτερ Ἰάκωβο.
«Ἔ!, πῶς σέ βλέπω καί μέ βλέπεις, Νεόφυτέ μoυ; Ἔτσι τόν εἶδα! Ἔφερε (ἀκoῦστε λεπτoμέρειες πoλύ σημαντικές) ἅπασαν τήν ἀρχιερατική τoυ στoλή, καί ἦταν μέσα σέ φῶς πoλύ. Καί τoῦ εἶπα: “Σ’ εὐχαριστῶ, Μακαριώτατε, πoύ μέ ἐπισκέφθηκες!” Κι αὐτός μoῦ εἶπε:“Ἐγώ σέ εὐχαριστῶ, πάτερ Ἰάκωβε, πoύ, ἐνῶ δέν σoῦ ἔκανα κανένα καλό, ἐσύ μέ μνημoνεύεις καί ἔχω μεγάλη χάρη καί χαρά ἀπ’ αὐτή τήν πρoσευχή”. Καί πῆρε τή μερίδα τoυ καί ἔφυγε!». Βλέπετε, πῶς ἐπικoινωνoῦν oἱ ψυχές στήν Λειτoυργία καί στή μνημόνευση πoύ κάνoυμε;
Γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο, τόν ρώτησα καί τό ἑξῆς·
«Γέροντα, γιά τόν Μακάριο ἄλλοι λένε θετικά, ἄλλοι καί ἀρνητικά. Ποιά ἡ γνώμη σας;». Καί μοῦ ἀπάντησε· «Ἄκουσε, παιδί μου. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει καί τά θετικά καί τά ἀρνητικά του. Αὐτός σώθηκε, γιατί ἦταν πολύ ἐλεήμων, σπλαγχνικός καί συγχωρητικός». Καί, ξέρετε πόσοι πολλοί Κύπριοι βοηθήθηκαν, ὅταν τό ἄκουσαν αὐτό, πού ἔλεγαν λόγια κατά τοῦ Μακαρίου; Ἀσφαλῶς, ἄλλη ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων, κι ἄλλη ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ!
Ἀκόμη, πάνω στό ἴδιο θέμα, τό ὅτι δηλαδή ὁ Γέροντας εἶχε πληροφορία γιά τήν μεταθανάτια κατάσταση τῶν ψυχῶν, θά ἀναφέρω πώς ὁ Γέροντας ἔβλεπε καί τά δυσάρεστα. Δηλαδή ἔβλεπε μερικούς μοναχούς, πού ἐν ζωῇ τόν εἶχαν βασανίσει, καί βρίσκονταν σέ ἄσχημη κατάσταση καί λυπόταν. Μοῦ εἶπε κάποτε· «Τί νά κάνω, παιδί μου; Ὁ τάδε μοναχός, μαῦρος, κατάμαυρος!» Ὁ Γέροντας εἶχε τόσο ἀλλοιωθεῖ «τήν καλήν ἀλλοίωσιν», πού ἔβλεπε ὑπερκόσμιες καταστάσεις. Εἶχε εἰσέλθει στήν αἰωνιότητα, φέροντας ἀκόμη τό θνητό του σῶμα.
Ἦταν πολύ καλός ἀφηγητής, κι αὐτό εἶναι ἰδίωμα τῆς Ἀνατολῆς. Τό μόνο χάρισμα, πού νομίζω πώς πῆρα ἀπό τόν Γέροντα, εἶναι τό ἀφηγηματικό!
Βλέπετε καί ὁ Κύριός μας, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, μέ διηγήσεις, μέ ἁπλά παραδείγματα δίδασκαν. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δέν μᾶς ἄφησε γραπτά του κείμενα, ὅπως ὁ Ἅγιος Παΐσιος καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Μᾶς ἄφησε ὅμως τίς ἀναμνήσεις τῶν ὡραίων του ψυχωφελῶν διηγήσεων. Διότι ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, πού διηγεῖτο συνεχῶς τήν ζωή του, πού ἀναφερόταν στή μάνα του, τόν πατέρα του, τούς παλαιούς πατέρες τῆς Μονῆς, πού ἔλεγε διάφορα περιστατικά πού ἔζησε μέ τόν Ἅγιο Δαυΐδ, μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο. Αὐτός εἶναι ὁ Γέρων Ἰάκωβος. Εἶναι αὐτό πού λέει κάπου ὁ Σεφέρης· «Ἄν σοῦ μιλῶ μέ παραμύθια καί παραβολές, εἶναι γιατί τά ἀκοῦς γλυκύτερα».
Καμμία διήγηση τοῦ πατρός Ἰακώβου δέν ἦταν περιττή, γιά νά γεμίζει ὁ χρόνος. Οἱ κουβέντες του δεν ἦταν ἀργολογία, ἀλλά ἦταν στοχευμένες. Ἄν ἤσουν λίγο προσεκτικός, καταλάβαινες ὅτι αὐτά πού ἔλεγε ἀφοροῦσαν τελικά ἐσένα τόν ἴδιο! Τήν ἴδια ὥρα νά ἔχει μπροστά του δεκαπέντε ἀνθρώπους καί, μέσα ἀπό μία διήγηση, νά παίρνει ὁ καθένας τήν ἀπάντηση πού τόν ἀφοροῦσε σ’ ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα, μιά ἀγωνία πού εἶχε! Ἦταν κάτι τό ἐκπληκτικό. Ἀλλά ἔτσι εἶναι, ὅταν ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐμένα μοῦ εἶπε πράγματα, πού τότε δέν μέ ἀπασχολοῦσαν... ἀλλά τά βρῆκα ἀργότερα μπροστά μου, ὡς μοναχός, ὡς παπάς, ὡς Ἐπίσκοπος. Καί ἔλεγα:
«Παναγία μου! Αὐτό μοῦ τό εἶπε ὁ πάτερ Ἰάκωβος στήν τάδε διήγηση!» Πολύ, πολύ σημαντικά πράγματα.
Ἡ ζωή στό Μοναστήρι αὐτό ἔχει μερικές εὐλογημένες ἰδιαιτερότητες, πού τό διαφοροποιοῦν κάπως ἀπό ἄλλα μοναστήρια. Κατ’ ἀρχάς ὁ Γέροντας καθιέρωσε τήν μνημόνευση χιλιάδων ὀνομάτων, ζώντων καί κεκοιμημένων, στήν Προσκομιδή. Ἀκόμη, ἔδινε μεγάλη σημασία στό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Καί γιά νά καταλάβετε τί ἐννoῶ, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἐκοιμήθη ὄρθιος μέ τό πετραχήλι στήν Ἐξομολόγηση, κάτι, πού ἀπό ὅσο γνωρίζω, δέν συνέβη σέ κανέναν ἄλλο Γέροντα. Αὐτό φανερώνει καί τό μεγάλο του χάρισμα πού, ὅπως προαναφέραμε, ἦταν αὐτό τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Ἐπίσης, ὁ τρόπος πού φιλοξενοῦσε ἦταν μοναδικός. Ἔδινε πολύ μεγάλη σημασία στή φιλοξενία, ἔχοντας ὑπόψη τό ἀποστολικό παράγγελμα· «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μή ἐπιλανθάνεσθε· διά ταύτης γάρ ἔλαθον τινές ξενίσαντες ἀγγέλους» (Ἑβρ. 13, 1-2).
Ὁ Γέροντας εἶχε ἀκόμη καί πάρα πολύ ἔγνοια καί γιά μᾶς τούς φοιτητές. Φρόντιζε νά μᾶς δίνει χρήματα, καί μᾶς ἔλεγε χαριτωμένα· «νά πάρετε νά φᾶτε παγωτό!» Καί τό ποσό πού μᾶς ἔδινε ἦταν γιά νά περάσεις ἕνα μήνα! Χαριτολογώντας μιά μέρα τοῦ λέω· «Μέ τά χρήματα αὐτά θ’ ἀγοράσουμε ὁλόκληρη παγωταρία!». Καί γελάσαμε. Ἦταν πάρα πολύ χουβαρντάς καί ἐλεήμων. Μιά ἄλλη φορά τοῦ εἶπα· «Γέροντα, ἅμα φύγεις ἐσύ, ἐδῶ θά γίνει Ἡσυχαστήριο. Δέν θά ἔρχεται κανείς!» Καί μοῦ ἀπάντησε· «Τί λές, παιδί μου! Ἐδῶ θά γίνει τῆς Ὁμόνοιας!» Ναί! «Τῆς Ὁμόνοιας;», τόν ρωτάω. «Καλά, ἅμα ἐσύ θά κοιμηθεῖς, ποιός ὁ λόγος νά ἔρχονται ἐδῶ;» «Θά ἔρχονται, παιδί μου. Θά ἔρχονται γιά τόν τάφο ἑνός χαζοῦ», καί ἐννοοῦσε τόν τάφο του!
Πράγματι ἡ κοσμοπλημμύρα στήν Μονή εἶναι καθημερινό φαινόμενο. Εἶναι ἕνα δῶρο πρῶτα τοῦ ἰδίου τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Ὁ Ὅσιος Δαυΐδ θέλει τό Μοναστήρι του νά εἶναι ἔτσι. Καί τό καλλιέργησαν αὐτό, τόσο ὁ πατήρ Ἰάκωβος, ὅσο καί ὁ πατήρ Κύριλλος, καί τό συνεχίζουν οἱ σημερινοί πατέρες τῆς Μονῆς. Δόξα τῷ Θεῷ, παρόλη τήν κούρασή τους, τό κρατοῦν αὐτό. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἄνθρωπος ἀρχοντικός. Ἔτσι καί ἡ φιλοξενία στό Μοναστήρι του πρέπει νά εἶναι ἀνάλογη: ἀρχοντική, πλούσια. Μέ αὐτόν τόν τρόπο βίωσε τόν Χριστό ὁ Γέρoντας Ἰάκωβoς καί διακόνησε αὐτόν τόν πoνεμένo λαό τῆς Ἑλλάδoς, κι ἐμᾶς τoύς ἁπλoϊκoύς φoιτητές ἀπό τήν Κύπρο.
Θά σᾶς πῶ ἐδῶ τί προεῖπε γιά μένα, γιά τή μοναχική μου κλήση, και τί μέ συμβούλευσε νά κάνω ὡς μοναχός, γιά νά καταλάβετε καλύτερα αὐτό τό ἀρχοντικό πνεῦμα φιλοξενίας τοῦ Γέροντος. Μoῦ ἔλεγε λοιπόν: «Ἄκoυσε, παιδί μoυ. Νά μήν πᾶς στό Ἅγιoν Ὄρoς. Οὔτε νά ἔρθεις ἐδῶ γιά μοναχός! Ἄν ἔρθεις ἐδῶ, θά ἔρθεις γιά μένα, ἐπειδή μέ ἀγαπᾶς πoλύ. Ἐγώ, σέ μερικά χρόνια, θά κoιμηθῶ. Θά πεθάνω! Θέλεις νά ξαναμείνεις γιά δεύτερη φoρά ὀρφανός; Δέν πάει! Στήν Κύπρo νά πᾶς. Ἐκεῖ, ἔχει ἄνθρωπo γιά ’σένα. Ἕνας εἶναι (τόν πατέρα Συμεών ἐννooῦσε). Θά πᾶς ἐσύ, μετά θά ἔρθει ἀκόμα ἕνας, καί θά κάνετε μιά πρoσπάθεια πνευματική. Ἐκεῖ, στό μέσο αὐτῆς τῆς πόλεως». Ὅπως καί ἔγινε, ἀφοῦ ἀργότερα πῆγα στήν Λάρνακα, στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Κοντοῦ. «Μετά θά φύγετε», συνέχισε ὁ Γέροντας, «θά πᾶτε σέ μιά ἐρημιά, καί θά κάνετε μιά νεκρανάσταση. Ἐκεῖ, εἶχε Μoναστήρι, τό ὁπoῖo πέθανε (ἐρημώθηκε). Θά κάνετε μιά νεκρανάσταση, καί θά ἔρχεται πoλύς κόσμoς καί θα ἀναπαύεται. Νά ἀναπαύσετε oἱ μελλoντικoί μoναχoί τόν κόσμo. Καί, ξέρετε γιατί; Διότι oἱ μελλoντικoί μoναχoί δέν θά εἶστε ἀσκητές, σάν ἐμᾶς. Πoλλά θά λέτε, λίγα θά κάνετε! Ἀλλά, ἔτσι πρέπει νά κάνετε. Νά διακoνήσετε τόν λαό. Ἀφoῦ δέν θά εἶστε ἀσκητές, τoυλάχιστoν νά σωθεῖτε διά τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλoξενίας».
Ὅταν τόν ρώτησα: «Γέρoντα, ὅταν θά ἔρχεται κόσμoς στό Μoναστήρι, πῶς νά φερόμαστε ἐμεῖς oἱ μελλoντικoί μoναχoί τoῦ 21oυ αἰῶνος»; Μοῦ ἀπάντησε: «Τρία πράγματα νά πρoσέχετε στό Μoναστήρι σας, ὅταν θά ἔρχεται ὁ κόσμoς: Ἕνα χαμόγελo στούς ἀνθρώπους, ἕνα πoτήρι νερό καί μιά καλή κoυβέντα». Πόσo ἁπλά πράγματα, ἀλλά καί πόσo ἀναγκαῖα στίς μέρες μας! Ὄχι γιά τoύς μoναχoύς μόνo, ἀλλά καί γιά σᾶς τούς ἐν τῷ κόσμῳ ἀσκoυμένoυς ἀδελφoύς. Καί, τό κυριώτερο βεβαίως, δέν εἶναι οἱ καφέδες καί τά φαγητά. Εἶναι ἡ Χάρη, ἡ εὐλογία πού λαμβάνεις ἀπό τήν παρουσία πού αἰσθάνεσαι τῶν Ἁγίων τῆς Μονῆς.
Τώρα νά σᾶς πῶ καί κάτι ἄλλο, πού δείχνει τήν ἰδιαίτερη ἀγάπη καί πνευματική πατρότητα τοῦ Γέροντος στά πνευματικά του τέκνα, στούς προσκυνητές τῆς Μονῆς. Θυμᾶμαι, ὅταν θά φεύγαμε ἀπό τήν Μονή, γιά νά πᾶμε στά μαθήματά μας, ξεκινοῦσε νά μᾶς σταυρώνει ἀπό τήν ὥρα πού μπαίναμε μέσα στό αὐτοκίνητο πάνω στό κεφάλι, σέ ὅλο τό σῶμα. Κι ὅταν ξεκινοῦσε τό αὐτοκίνητο, τόν ἔβλεπες νά σέ σταυρώνει ἀρχιερατικά. Δηλαδή ἀπό πάνω μέχρι κάτω, δεξιά, ἀριστερά. Μέ τά δύο του χέρια, ὄχι μέ τό ἕνα! Καί, μετά πού τό αὐτοκίνητο ἔστριβε, ἔβλεπες τούς τρεῖς τότε Πατέρες τῆς Μονῆς νά κρέμονται πάνω στό κάγκελο καί νά μᾶς χαιρετοῦν, μέχρι νά χαθεῖ τό αὐτοκίνητο ἀπό τά μάτια τους καί τόν Γέροντα νά μᾶς σταυρώνει συνεχῶς. Αἰσθανόσουν ὅτι ἔφευγες ἀπό τόν παράδεισο τοῦ πατέρα σου, καί ἀνέμενες μέ πόθο μέχρι τήν ἑπόμενη φορά πού θά πᾶς. Αὐτό τό πράγμα δέν τό ἔζησα πουθενά ἀλλοῦ!
Ὁ Γέροντας ἐξομολογοῦσε συνήθως μέσα στόν ναό, ὁπόταν καθόταν μέ τό πετραχήλι του στό στασίδι του, ἐκεῖ μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, καί προσπαθοῦσε νά εἶναι κάπου χαμηλά. Νά μήν εἶναι σέ θέση ὑπεροχῆς ὡς πρός τόν ἐξομολογούμενο. Σέ κάτι σκαμνάκια πολύ χαμηλά. Ἕνα δέ ἰδίωμά του, ὅταν ἐξομολογοῦσε, ἦταν ὅτι μιλοῦσε πολύ γρήγορα. Ἐγώ ἔμαθα τόν τρόπο αὐτό καί μποροῦσα νά τόν καταλάβω. Ἀργότερα κατάλαβα, γιατί μιλοῦσε γρήγορα: Διότι ἔβλεπε! Ἔβλεπε τίς καταστάσεις μας, τίς ἁμαρτίες μας, τά προβλήματά μας καί τή ντροπή μας νά ποῦμε ὁρισμένα πράγματα. Καί, ἐπειδή μέ τό διορατικό του χάρισμα ἄνοιγε ἡ πνευματική του τηλεόραση καί ἔβλεπε τόν ἐσωτερικό σου κόσμο, σοῦ ἔλεγε πράγματα πού δέν προλάβαινες νά ἐξομολογηθεῖς. Μοῦ ἔλεγε συχνά· «Βλέπω, παιδί μου, βλέπω!» Ἔβλεπε τά δικά μας ἁμαρτήματα καί προέτρεχε· καί, πρίν ἐμεῖς τοῦ τά ποῦμε, τά ἔλεγε αὐτός! Τά ἔλεγε δέ μέ ἕνα πολύ εὐγενικό τρόπο, γιά νά μήν σέ πληγώσει, νά μήν σέ προσβάλει, νά μήν σέ ἐκθέσει. Σέ δικαιολογοῦσε κιόλας. Κι ἐσύ ἔπαιρνες θάρρος καί συνέχιζες καί ἔλεγες. Καί ἀντιλαμβανόσουν ὅτι δέν μπορεῖς νά κρύψεις ἁμαρτήματα ἀπό αὐτόν τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ αὐτός ἔβλεπε περισσότερα ἀπό ὅ,τι ἐσύ ἔβλεπες μέσα σου. Ἤσουν ἐκτεθειμένος ἐνώπιόν του, ἀλλά μέ μιά ὡραία αἴσθηση, πού δέν σοῦ προκαλοῦσε ντροπή. Ἀντίθετα, σοῦ προκαλοῦσε θάρρος. Προσωπικά καταλάβαινα ὅτι ἔχω ἀπέναντί μου ἕναν ἄνθρωπο μέ κατανόηση, μέ πατρότητα, πού μπορεῖ νά καταλάβει, γιατί μοῦ συμβαίνει αὐτό κι αὐτό στόν πνευματικό μου ἀγώνα. Αὐτό, πού βίωνες στόν ἐξομολόγο Ἰάκωβο, ἦταν κάτι πολύ δυνατό. Αἰσθανόσουν ὅτι τό διορατικό του χάρισμα λειτουργοῦσε ἐκείνη τήν στιγμή πάρα πολύ. Ἔνιωθες ὅτι ἔβλεπε μέσα σου.
Νά σᾶς ἀναφέρω ἕνα σχετικό περιστατικό, πού μοῦ συνέβη στήν πρώτη-πρώτη μου ἐξομολόγηση, τό Πάσχα τοῦ 1982. Μόλις μέ εἶδε, μοῦ λέει· «Πῶς σέ εἴπαμε, καλό μου παιδί;» Τοῦ λέω, «Ὅμηρο». «Μά, σίγουρα σέ λένε Ὅμηρο;». «Δέν ξέρω τό ὄνομά μου;», τοῦ λέω. «Ναί, μά ἐγώ βλέπω ἄλλο ὄνομα, παιδί μου!». «Καλά», τοῦ λέω, «ἦρθα νά ἐξομολογηθῶ καί θά σᾶς πῶ ψέματα; Στήν ἐξομολόγηση λέμε ἀλήθειες, δέν λέμε ψέματα. Τό ὄνομά μου εἶναι Ὅμηρος!». «Ἐντάξει, παιδί μου, μέ συγχωρεῖς», μοῦ λέει. Ἀλλά τό δέχτηκε μέ μιά συγκατάβαση, σάν νά μήν ἦταν ἀλήθεια αὐτό πού ἔλεγα.
Ξεκίνησα νά τοῦ λέω κάποια ἄλλα στοιχεῖα τοῦ ἑαυτοῦ μου, και μοῦ λέει ξανά· «Μά, σίγουρα σέ λένε Ὅμηρο;» Τόν ἐρωτάω· «Καί, τί μέ λένε τότε;» «Παιδί μου, τά ἔμπλεξε ἡ γιαγιά σου. Τήν ὥρα πού γεννιόσουνα, αὐτή ἤθελε τό ὄνομά της νά βγεῖ, νομίζοντας ὅτι θά γεννηθεῖ κόρη, καί ἔτσι ἔπρεπε ἐσύ νά ὀνομαστεῖς κανονικά Μύρωνας.» Μόλις μοῦ εἶπε ἔτσι, τοῦ λέω·
«Ἔχετε δίκιο, Γέροντα! Ἡ γιαγιά μου ὀνομάζεται Μυροφόρα». Καί συνέχισε· «Ὅταν ἡ γιαγιά σου εἶδε ὅτι γεννήθηκε ἀρσενικό παιδί, γιά νά μή χάσει τό ὄνομα, εἶπε: “Δέν τόν βγάζουμε Ὅμηρο;” νομίζοντας ὅτι τό Ὅμηρος εἶναι τό ἀντίστοιχο ἀρσενικό ὄνομα τῆς Μυροφόρας. Ἐνῶ τό Ὅμηρος εἶναι μέ ἧττα. Μυροφόρα μέ ὕψιλον!» Ὁ Γέροντας λοιπόν εἶδε τή στιγμή τῆς γέννησής μου! Καί συνέχισε: «Πολύ καλή γυναίκα, αὐτή ἡ γιαγιά σου, πολύ ἐνάρετη, ἀλλά ὀλιγογράμματη, καί τά ἔμπλεξε ἐκεῖ. Καί σοῦ δώσανε, παιδί μου, ἕνα ὄνομα κατά λάθος. Ἔ!… δέν πειράζει, Ὅμηρος, Ὅμηρος. Σάματις θά τό ἔχεις γιά πολύ χρόνο ἀκόμα!» Τήν ὥρα πού ἄρχισε νά μοῦ διαβάσει τή συγχωρητική εὐχή, τόν ἀκούω νά λέει, «καί τόν δοῦλον σου Νεόφυτον». «Ὅμηρος εἴπαμε, Γέροντα!» «Συγγνώμη, παιδί μου, σέ σύγχυσα μέ ἕνα ἄλλο παιδί ἀπό τήν Κύπρο.» Μετά πέρασαν τά χρόνια, γίναμε πλέον σάν πατέρας καί γιός καί, μιά μέρα πού κλάδευε κάτι ἀναρριχητικές τριανταφυλλιές, ἦταν πάνω σέ μία καρέκλα καί ἐγώ ἀπό κάτω μάζευα τά κομμένα κλαδιά. Τήν ὥρα πού πήγαινα νά τά πετάξω, μοῦ φωνάζει· «Νεόφυτε, φέρε τό κλαδευτήρι τό μεγάλο!» «Μά, ποιός Νεόφυτος, Γέροντα;» «Ὤχ! Σέ σύγχυσα, μέ τόν ἄλλο Κύπριο! Ὅμηρε, Ὅμηρε, ὄχι Νεόφυτε!» Καί ἔκανε πώς τάχα ξεχνιόταν, γιά νά κρύψει τό προορατικό του χάρισμα.
Ὅταν κατόπιν ἐπέστρεψα στήν Κύπρο γιά νά γίνω μοναχός κοντά στόν Γέροντά μου, τόν πατέρα Συμεών, αὐτός μέ ρώτησε· «Καί, τί ὄνομα θέλεις νά πάρεις σάν μοναχός;» Τοῦ λέω, «Ἀρσένιος.» «Ὄχι Ἀρσένιος», μοῦ λέει, «Νεόφυτος θά ὀνομαστεῖς!» Καί πράγματι, στή χειροτονία μου σέ διάκονο τό ἔτος 1987 ἔλαβα τό ὄνομα Νεόφυτος, πρός τιμήν τοῦ μεγάλου Κυπρίου Ὁσίου Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου. Τότε θυμήθηκα τόν Γέροντα Ἰάκωβο, πού μέ φώναζε Νεόφυτο ἤδη ἀπό τήν πρώτη ἐξομολόγηση κοντά του ἀπό τό 1982!
Θά ἤθελα ὅμως νά τονίσω περαιτέρω, ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ὑπῆρξε ὄχι μονάχα ἐξομολόγος, ἀλλά καί Πνευματικός Πατήρ. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁγιότητος, πού ἡ πνευματική του πατρότητα μποροῦσε νά γεννᾶ καί νά ἀναγεννᾶ ἀνθρώπους. Αὐτό τό ἔζησα ἔντονα κοντά του. Γιά νά τό καταλάβετε καλύτερα, θά πρέπει νά σᾶς ὁμολογήσω ὅτι πέρασα δύσκολα ἐφηβικά χρόνια: Λόγω τῆς ὀρφάνιας –ἀφοῦ ἔχασα τόν πατέρα μου σέ ἡλικία ὀκτώ χρονῶν–, καί μετά στόν πόλεμο τοῦ ’74, ὁπόταν ἔχασα τόν ἀδερφό μου καί τό χωριό μου καί μεγάλωσα στήν προσφυγιά, ἔζησα μιά ἐφηβεία γεμάτη πόνο, πένθος, θλίψη, παράπονο, θυμό καί πίκρα. Ὅλα αὐτά ἔπρεπε νά ἀποδοθοῦν σέ κάποιον, νά τά ἐπωμιστεῖ κάποιος. Καί ὁ πιό εὔκολος ἀντίπαλος, ὁ πιό ταπεινός, ὁ πιό σιωπηλός, πού συνήθως ἐμεῖς οἱ χριστιανοί τοῦ τά φορτώνουμε, εἶναι ὁ Χριστός! Αὐτά τά εἶδε ὁ Γέροντας ἀπό τήν πρώτη ἐξομολόγησή μου καί μοῦ εἶπε: «Μά τί θυμό, παιδί μου, τί πίκρα, τί παράπονο ἔχεις ἐκεῖ μέσα στήν καρδιά σου!» Καί τότε, ἄρχισα νά κλαίω καί νά τοῦ λέω τά παράπονά μου. Καί θυμᾶμαι πού μοῦ εἶπε: «Γιά κάθε θάνατο ὑπάρχει ἕνας τελείως διαφορετικός λόγος πού, εἴτε τόν θέλει, εἴτε τόν παραχωρεῖ ὁ Χριστός. Δέν λέμε, παιδί μου, στήν Ἐξόδιο Ἀκολουθία, “ὁ καί νεκρῶν καί ζώντων τήν ἐξουσίαν ἔχων ὡς Θεός”;» Καί, ποῦ ἤξερα ἐγώ γιά Ἐξόδιο Ἀκολουθία; Ἀλλά, κάτι ἔνιωσα ἀπό αὐτά πού εἶπε. Σιγά-σιγά μοῦ ἐξήγησε ὁ Γέροντας, γιατί ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νά φύγει ὁ ἀδελφός μου στά εἴκοσι τέσσερά του χρόνια, γιατί νά συμβοῦν ὅλα ὅσα πιό πάνω εἴπαμε. Αὐτό ἦταν τό ὁριστικό γιά μένα κλειδί! Μοῦ λύθηκαν οἱ βαθεῖς ἐκεῖνοι προβληματισμοί καί αἰσθάνθηκα τήν γνήσια πατρότητα στό ἅγιο πρόσωπο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου.
Ἔκανα σέ φοιτητές τοῦ Πανεπιστημίου μία ὁμιλία μέ ἕνα ἀρκετά δύσκολο θέμα, ἀρκετά τολμηρό, θά ἔλεγα, πού ἀπόρησα κι ἐγώ πῶς τόλμησα νά τήν κάνω! Τά παιδιά ἤθελαν νά μιλήσουμε γιά τόν πόλεμο πού ἔρχεται, καί ἤδη ξεκίνησε στήν Συρία, στήν Γαλλία, στίς Βρυξέλλες, πού τόν ζεῖ ἡ Ἑλλάδα, τόν ζεῖ ἡ Κύπρος. Ὅλος αὐτός ὁ πόλεμος τῆς Νέας Ἐποχῆς, τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων, πού ξεκίνησαν καί κατευθύνουν μερικοί πάμπλουτοι, ὑποχθόνιοι, πονηροί, ἄνθρωποι τῆς ἀθεΐας, τοῦ χρήματος, τοῦ κόσμου τούτου τοῦ ἀπατεῶνος, πού θέλουν νά φτιάξουν ἕναν κόσμο χωρίς Θεό, χωρίς Πίστη, χωρίς προοπτική αἰώνιας ζωῆς. Μέ κάλεσε λοιπόν γιά τήν ὁμιλία αὐτή στήν ἐνορία του ἕνας εὐλαβής Ἱερέας, πού μαζεύει αὐτά τά καλά παιδιά. Καί, ὅπως μοῦ εἶπε, ἐπέλεξε ἐμένα, διότι θεωρεῖ ὅτι μελετῶ τή γεωστρατηγική καί ταυτόχρονα βλέπω τά πράγματα μέσα ἀπό τόν φακό τῶν ἁγίων Γερόντων πού γνώρισα, Πορφυρίου, Παϊσίου, Ἰακώβου, Εὐμενίου. Τό θέμα μου, λοιπόν, ἦταν «Πόλεμος πάντων πατήρ, πόλεμος πάντων βασιλεύς», ἀπό τήν ρήση τοῦ ἀρχαίου προσωκρατικοῦ φιλοσόφου Ἡράκλειτου. Ὁπόταν, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, τούς ἀνέφερα καί τό περιστατικό τοῦ πατρός Ἰακώβου μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο, τό ὁποῖο μοῦ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ γέρο-Ἰάκωβος. Κι αὐτό, ἄν καί ὁ Γέροντας ἀπέφευγε γενικά νά ὁμιλεῖ προφητικά καί νά ἀποκαλύπτει γεγονότα, παρόλο πού εἶχε καί αὐτό τό χάρισμα, τῆς προφητικῆς δηλαδή ὅρασης· χάρισμα, πού ἐπιβεβαιώνεται ἀπό πολλούς ἀνθρώπους, πού ἐκπληρώθηκαν στή ζωή τους γεγονότα, τά ὁποῖα ὁ Γέροντας τούς προεῖπε χρόνια πολλά προηγουμένως. Γιά παράδειγμα, σ’ ἐμένα, μεταξύ ἄλλων, προεῖδε καί προεῖπε ὅτι θά γίνω Ἐπίσκοπος στόν τόπο τῆς γεννήσεώς μου, ὅπως καί χάριτι Θεοῦ ἔγινε!
Γιά νά ἐπανέλθουμε στό θέμα μας, λίγο πρίν κοιμηθεῖ ὁ Γέροντας καί κατεβαίνοντας γιά τό Νοσοκομεῖο στήν Ἀθήνα, σταμάτησε γιά λίγο στό προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου στό Νέο Προκόπιο. Καί, ὅταν πῆγε νά προσκυνήσει τό ἄφθαρτο λείψανο τοῦ Ὁσίου, τότε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἄρχισε νά τοῦ κάνει παράπονα γιά τούς ἀπρόσεκτους προσκυνητές, τούς πτωχούς καί ἐλλειπέστατους σέ ὀρθόδοξη εὐσέβεια! Καί τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος: «Πρέπει νά γίνει πόλεμος, πάτερ Ἰάκωβε!»
«Ὄχι ἄλλος πόλεμος, ὄχι ἄλλος πόλεμος, Ἅγιέ μου Ἰωάννη», ἀπάντησε μέ πόνο ὁ Γέροντας. «Μιά ζωή ἔζησα στόν πόλεμο! Γεννήθηκα μέσα στόν πόλεμο, τή Μικρασιατική καταστροφή. Μέσα στήν προσφυγιά μεγάλωσα. Μετά ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, μετά ὁ Ἐμφύλιος Πόλεμος! Μιά ζωή πολέμους θά ἔχουμε;» «Ὄχι», τοῦ ἀπαντάει ὁ Ὅσιος, «πρέπει νά γίνει ἐγχείρηση. Δέν διορθώνεται διαφορετικά αὐτός ὁ κόσμος!»
Αὐτή τήν προφητική πρόρρηση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου, λίγοι τήν ἔχουν προσέξει.
Καί νά ποῦμε ἐδῶ πώς ὁ γερο-Ἰάκωβος στίς συνομιλίες του μέ τούς Ἁγίους ἐπληροφορεῖτο πολλά ἀπό τόν σύγχρονο κόσμο καί ἀπό αὐτά ἀκόμη πού ἔρχονται. Ἀλλά δέν μιλοῦσε γενικά, γιατί ἤθελε μέσα στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων νά παραμένει ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ παρηγοριά τῶν Ἁγίων, ἐξαιρέτως τῆς Θεοτόκου. Ὅσον ἀφορᾶ στά δικά μας σύγχρονα προβλήματα, θά βρίσκουμε σ’ αὐτά παρηγοριά μέσα ἀπό τήν ζωή τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ἀλλά καί τήν ζωή ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, πού ἡ Ἑλλάδα μας, δόξα τῷ Θεῷ, προίκισε τόν 20ό αἰώνα, γιά νά περάσουμε τά δύσκολα χρόνια τοῦ 21ου αἰώνα. Καί ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου καί τῆς διδαχῆς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, Ἰακώβου, Πορφυρίου, Παϊσίου, Εὐμενίου κ.ἄ. καλύπτει ὅλο τό φάσμα τῆς σύγχρονης ζωῆς, εἴτε αὐτή ἀφορᾶ τήν νεολαία, εἴτε τούς μεγαλύτερους, εἴτε τούς λαϊκούς, εἴτε τούς Μοναχούς. Ὅταν λοιπόν μιλάει ἡ ζωή ἑνός Ἁγίου, ἐμεῖς τί νά ποῦμε; Βλέπετε, τό Εὐαγγέλιo δέν εἶναι λόγια. Εἶναι ἐφαρμoγή! Εἶναι ἐφαρμoσμένα Μαθηματικά. Δέν εἶναι θεωρία!
Ὁ λαός τόν ἔχει διακηρύξει ἅγιο. Πότε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θά διακηρύξει ἐπίσημα τήν ἁγιότητά του, εἶναι θέμα δικό του. Ὁ λαός ξέρει, ἔχει τά δικά του δρομολόγια προσέγγισης τῆς ἁγιότητας. Αὐτοί, πού ἔχουν μεγάλη ἀνάγκη τήν ἐπίσημη ἔνταξη τοῦ πατρός Ἰακώβου καί ἄλλων συγχρόνων ὁσίων μορφῶν στό Ἁγιολόγιο, εἴμαστε ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Ἱερεῖς καί οἱ Μοναχοί. Νά μοῦ πεῖτε, γιατί; Διότι ἐμεῖς καλούμαστε ἅγιοι! Ἅγιε Μόρφου, μᾶς λέει ὁ λαός. Βεβαίως, τί ἅγιοι εἴμαστε ἐμεῖς, ὁ Θεός γνωρίζει! Ὁ κόσμος, αὐτό πού θέλει ἀπό μᾶς, εἴτε εἶναι πιστός, εἴτε ὀλιγόπιστος, ἀκόμα καί οἱ ἄθεοι, εἶναι ἡ ζῶσα, ἡ ἔμπρακτη ἁγιότητα. Σοῦ λένε: «Αὐτή ἡ πολύκροτη, ἡ περίφημη ἁγιότητα, ὑπάρχει ἀκόμα;» Καί ἀκοῦνε, πού ὁ λαός ἀποκαλεῖ ἐμᾶς τούς Ἐπισκόπους, Ἅγιε τάδε, καί μᾶς ψιλοειρωνεύονται. Διότι θέλουν ἀπό μᾶς νά δοῦν ἁπτές ἐνδείξεις αὐτῆς τῆς ἁγιότητας.
Προβάλλοντας λοιπόν τήν ἁγιότητα τοῦ πατρός Ἰακώβου, δίνουμε στόν σύγχρονο ἄνθρωπο αὐτό πού ἔχει ὁ Τριαδικός Θεός. Τί εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός; Εἶναι Τρισάγιος.
«Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Ὁ κόσμος, τώρα πού ἡ πίεση τῆς Νέας Ἐποχῆς, τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων, τῶν μικρῶν καί μεγάλων πολέμων πού γίνονται, μέσα μας καί ἔξω μας, βρίσκεται σέ μεγάλη ἔνταση, ἐπιζητεῖ νά ἰδεῖ, νά ζήσει χειροπιαστά τήν ἁγιότητα. Καί δέν εἶναι μόνο οἱ Ἕλληνες καί οἱ Κύπριοι! Εἶναι καί οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἄνθρωποι, πού ψάχνουν γιά πρότυπα ἁγιότητας καί ξέρουν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού γεννᾶ, καί σήμερα καί πάντοτε, ἁγίους.
Πρίν ἀπό δεκαεπτά χρόνια, μόλις ἔγινα Ἐπίσκοπος, εἶχα κάνει μία ὁμιλία σέ μία μεγάλη ἐνορία τῆς Λευκωσίας. Τότε δέν ὑπῆρχαν ψηφιακοί δίσκοι, ἀλλά ἦταν οἱ μαγνητοταινίες. Ὁ παπάς τῆς ἐνορίας φρόντισε καί ἠχογράφησε τήν ὁμιλία αὐτή καί, ξαφνικά, μετά ἀπό λίγες μέρες, μέ παίρνουν τηλέφωνο ἀπό τά Μοναστήρια τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου ἀπό τήν Ἀριζόνα καί, τί μοῦ λένε; «Μᾶς ἄρεσε πάρα πολύ μιά ὁμιλία πού κάνατε γιά τόν πάτερα Ἰάκωβο Τσαλίκη, τήν ὁποία μᾶς τήν ἔχουν φέρει προσκυνητές, Ἀμερικάνοι Ὀρθόδοξοι. Καί μᾶς εἶπε ὁ Γέροντας Ἐφραίμ, ἄν γνωρίζετε ἀγγλικά, νά τήν κάμετε καί στά ἀγγλικά, διότι θά ὠφεληθεῖ πάρα πολύς κόσμος». Καί σκέφθηκα, μιά ὁμιλία τί βοήθεια μπορεῖ νά δώσει στόν σύγχρονο κόσμο!
Ἐμεῖς, ἀνάψαμε τόν ἀναπτήρα, πού μᾶς ἔδωσαν ὁ πάτερ Ἰάκωβος, ὁ πάτερ Πορφύριος, ὁ πάτερ Παΐσιος, ὁ πάτερ Εὐμένιος. Ὁ ἀναπτήρας εἶναι δικός τους. Τό φῶς τοῦ ἀναπτήρα μας εἶναι δικό τους. Ἐμεῖς μόνο κάνουμε τήν γνωστή κίνηση, γιά ν’ ἀνάψει ὁ ἀναπτήρας.
Τήν εὐλογία τοῦ Γέροντος Ἰακώβου νά ἔχουμε! Καί, ἐάν μέ αὐτά πού εἴπαμε, δέν ἀποδώσαμε, ὅπως ἔπρεπε τόν Γέροντα, λέμε τό γνωστό, πού ἔλεγε ὁ πάτερ Ἰάκωβός μας· «Μέ συγχωρεῖτε»! Ὁ Θεός μαζί σας!
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.