Ψυχωφελές κείμενο
Κωνσταντίνου Τσόλα, Ἀρεοπαγίτου ἐ.τ.
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Τόν Ἅγιο Ἰάκωβο τόν γνώρισα στίς ἀρχές τοῦ 1988 καί οἱ ἐμπειρίες μου ἀπό τήν γνωριμία μοναδικές-συγκλονιστικές. Τήν ἴδια χρονιά γνώρισα καί τόν Ἅγιο Καθηγούμενο τῆς Μονῆς Γέροντα Γαβριήλ, πού εἶχε ἔρθει προσκυνητής στό Μοναστήρι. Συνδεθήκαμε, εἴχαμε καί κοινά ἐνδιαφέροντα. Νομικοί καί οἱ δύο, δικαστής ἐγώ καί δικηγόρος Ἀθηνῶν ἐκεῖνος. Ἀπό τότε κατέχει ξεχωριστή θέση στήν καρδιά μου. Καί εἶναι γιά μένα μεγάλη εὐλογία πού αἰσθάνομαι τήν ἀγάπη του καί οἱ προσευχές του μέ στηρίζουν.
– Κώστα, μοῦ εἶπε, σέ τηλεφωνική ἐπικοινωνία ὁ Γέροντας Γαβριήλ, γράψε μου μερικές ἀπό τίς ἐμπειρίες πού εἶχες ἀπό τήν γνωριμία μέ τόν Ἅγιο Ἰάκωβο γιά νά τίς συμπεριλάβω στό βιβλίο, πού ἑτοιμάζουμε.
Δίστασα, διότι, ὅσα βίωσα κοντά στόν Ἅγιο Ἰάκωβο καί πού εἶναι χαραγμένα βαθιά στό μυαλό καί στήν καρδιά μου, μοῦ ἦταν δύσκολο νά τά ἀποτυπώσω στό χαρτί.
Καί πῶς μπορῶ, σκεφτόμουν, νά ἀποτυπώσω τήν πνευματική του ἀρχοντιά, τή γλυκύτητα τοῦ προσώπου του, τό παιδικό του χαμόγελο, τό γεμάτο ἀγάπη βλέμμα του, τήν ὡραία του ἄρθρωση, τόν μοναδικό τρόπο πού διηγεῖτο τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ καί, προπαντός, τά συναισθήματα πού πλημμύριζαν τήν ψυχή μου, ὅταν μου ἔπιανε τό χέρι καί, κοιτάζοντάς με στά μάτια, ἄδειαζε πάνω μου ὅλη του τήν ἀγάπη καί ἐγώ πίστευα, ὅτι ὁ Ἅγιος Γέροντας μέ ἀγαπάει περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Τό ἴδιο πίστευαν ὅλοι, ὅσοι ἔρχονταν σέ ἐπαφή μαζί του, διότι ὁ Γέροντας εἶχε καί αὐτό τό χάρισμα.
Κάνοντας, ὅμως, ὑπακοή στόν Γέροντα Γαβριήλ, πού ὁ σεβασμός μου στό πρόσωπό του δέν ὑπολείπεται ἐκείνου τῶν προκατόχων του, Ἁγίου Ἰακώβου καί τοῦ γλυκύτατου καί πολύ ἀγαπημένου μου μακαριστοῦ ἁγίου Γέροντα Κυρίλλου, ἀναφέρω ἐνδεικτικά:
Ὁ Γέροντας βοηθοῦσε στό νά τελειώνουν οἱ δικογραφίες Τό 1989-1991 ὑπηρετοῦσα στήν Πάτρα ὡς πρωτοδίκης καί σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινα στό Μοναστήρι. Κάθε φορά πού ἔφευγα ὁ Γέροντας Ἰάκωβος μέ ἀσπαζόταν καί, κοιτάζοντάς με στά μάτια, μέ ἐκεῖνο τό χαριτωμένο καί ὅλο ἀγάπη βλέμμα, μοῦ ἔλεγε, κρατώντας μου τό χέρι:
Κώστα μου, νά ἔρθεις πάλι τό Σάββατο, σέ περιμένουμε.
Γέροντα, τοῦ εἶπα κάποια φορά, ἔχω πολλή δουλειά, χρεώθηκα πολλές καί δύσκολες δικογραφίες καί δέν θά μπορέσω νά ’ρθῶ.
Δῶσε μου τά χεράκια σου, Κώστα μου, μοῦ εἶπε μέ τό γλυκό του χαμόγελο, νά τά σταυρώσω καί νά τελειώσουν ὅλα τά χαρτιά, πού ἔχεις καί νά ἔρθεις πάλι τό Σάββατο στό Μοναστήρι.
Ἦταν Κυριακή ἀπόγευμα καί ἤμασταν μέσα στό Ναό, μπροστά ἀπό τήν Ὡραία Πύλη. Μοῦ σταύρωσε τά χέρια, λέγοντας:
Ἅγιέ μου Δαυΐδ βοήθησε νά βγοῦν ὅλα τά χαρτιά, πού ἔχει ὁ Κώστας μας, γιά νά μπορέσει νά ἔρθει πάλι στό Μοναστήρι τό Σάββατο.
Καί πράγματι καί ἐκεῖνο τό Σαββατοκύριακο καί τά ἄλλα πού ἐπακολούθησαν βρισκόμουν στό Μοναστήρι καί οἱ συνάδελφοί μου ἀποροῦσαν, πῶς τά καταφέρνω καί πάντα, παρά τήν μεγάλη χρέωση δικογραφιῶν, πού εἴχαμε τότε στό πρωτοδικεῖο, νά βρίσκω χρόνο γιά συχνές ἀποδράσεις ἀπό τήν Πάτρα. Πῶς νά τούς ἐξηγήσεις ὅτι ἕνας Ἅγιος Γέροντας ἀπό ἕνα Μοναστήρι βοηθάει μέ τίς προσευχές του στό νά διεκπεραιώνονται γρήγορα καί μέ τόν καλλίτερο τρόπο οἱ δικογραφίες!
Ὁ Γέροντας ἀπό τότε πού τόν γνώρισα καί μετά τήν κοίμησή του ἦταν πάντα δίπλα μου, τό ἔνιωθα καί πολύ μέ βοηθοῦσε στίς δυσκολίες πού συναντοῦσα στήν δικαστική μου καριέρα.
− Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, ὅταν βρισκόμουν σέ ἀδιέξοδο, βοήθησέ με, μέχρι ἐδῶ μπορῶ, καί Ἐκεῖνος ἔσπευδε καί τά κανόνιζε.
Καί στίς αἴθουσες τῆς Σχολῆς Δικαστικῶν Λειτουργῶν, ὅπου δίδαξα ἐπί εἴκοσι συνεχῆ χρόνια, ἔνιωθα ἔντονα τήν παρουσία Του κατά τήν διάρκεια τῶν μαθημάτων καί ἔπαιρνα δύναμη, γιά νά συνεχίσω τήν προσφορά μου στούς νέους συναδέλφους.
Καί ἡ πατρική ἀγάπη, πού ἔνιωθα γιά τούς μαθητές μου στή Σχολή, ἔργο δικό Του ἦταν. Θυμᾶμαι, πού ἔλεγε, ὅταν πρωτοδίκης ἀκόμα ἐπισκεπτόμουν τό Μοναστήρι του, καί μέ σύστηνε: «Ὁ κύριος Κώστας δέν ἔχει παιδιά, ἀλλά ἔχει πολλά παιδιά».
Τότε δέν μποροῦσα νά καταλάβω τί ἐννοοῦσε. Τό βίωσα μετά δεκαετία περίπου καί ἐνῶ ὁ Γέροντας δέν ζοῦσε, ὅταν ἄρχισα νά κάνω μαθήματα στή Σχολή. Πολλές φορές ἄκουσα μαθητές μου, σέ κατ’ ἰδίαν συζητήσεις μας, νά μοῦ λένε:
«Σᾶς αἰσθάνομαι πατέρα μου» καί μέ τήν ἰδιότητα αὐτή νά μέ κάνουν κοινωνό καί πολύ προσωπικῶν τους ἀκόμα προβλημάτων.
Καί, ἐνῶ ἔχω φύγει ἀπό τό δικαστικό σῶμα, ἡ σχέση «πατέραπαιδιοῦ», πού δημιουργήθηκε στίς αἴθουσες τῆς Σχολῆς Δικαστικῶν Λειτουργῶν, ἐξακολουθεῖ μέ πάρα πολλούς μαθητές μου καί ἤδη καταξιωμένους δικαστές καί εἰσαγγελεῖς, πού ἐπικοινωνοῦν μαζί μου στίς χαρές καί στίς δυσκολίες τους.
Ἔβλεπε ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, μέ τό προορατικό χάρισμα, πού τόν εἶχε προικίσει ὁ Θεός, τό τί θά συμβεῖ στό μέλλον.
Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ βοηθάει τόν Γέροντα νά κοινωνήσει τούς πιστούς Στό Μοναστήρι τίς περισσότερες φορές ἔφθανα τό Σάββατο τό ἀπόγευμα, συνήθως πρίν τόν Ἑσπερινό. Ἀποβραδίς ὁ Ἅγιος Γέροντας μοῦ διάβαζε τήν εὐχή γιά νά κοινωνήσω τήν ἑπομένη.
Ἕνα Σάββατο ἔφθασα ἀργά στό Μοναστήρι καί δέν συνάντησα τόν Γέροντα. Τήν Κυριακή ἀπό τίς 5.30 εἶμαι στό Ναό καί ὁ λογισμός μου −πῶς θά κοινωνήσω, χωρίς ὁ Γέροντας νά μοῦ ἔχει διαβάσει τήν εὐχή− εἶναι ἔντονος κατά τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ.
Καί ἐνῶ πλησιάζει ἡ στιγμή γιά νά ἀκουστεῖ ἡ φωνή τοῦ Γέροντα «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἔρχεται πρός τό μέρος μου ἕνας Μοναχός, ὁ π. Νικόδημος ἄν θυμᾶμαι καλά, καί μοῦ λέει:
− Κώστα σέ θέλει ὁ π. Ἰάκωβος, στό Ἱερό Βῆμα.
Πλημμύρισε ἡ ψυχή μου ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση πού θά συναντοῦσα τόν Γέροντα.
Τόν εἶδα καθισμένο σέ μία πολυθρόνα, δίπλα ἀπό τήν Ὡραία Πύλη, φαινόταν πολύ ἀδυνατισμένος −εἶχε πρόσφατα βγεῖ ἀπό τό νοσοκομεῖο− καί τό πρόσωπό του ἦταν χλωμό, ἀλλά ἱλαρό καί λαμπερό, ὅπως πάντα.
−Ἔλα Κώστα μου, μοῦ εἶπε μέ ἐκεῖνο τό γλυκό, πατρικό χαμόγελο. Τί κάνεις; Ἔλα νά σοῦ διαβάσω τήν εὐχή γιά νά κοινωνήσεις.
Συγκλονίστηκα, πού διάβασε καί ἀνάπαυσε τόν λογισμό μου. Δάκρυσα, γονάτισα καί τοῦ ἀσπάστηκα τό χέρι.
Γέροντα, τί κάνετε, πῶς εἶναι ἡ ὑγεία σας;
Τί νά κάνω, Κώστα μου, ἔχω τίς ταλαιπωρίες μου. Καλά δέν εἶμαι, ἀλλά νά, εἶναι ἐδῶ ὁ Ἅγιος Δαυΐδ γιά νά μέ βοηθήσει νά κοινωνήσω τούς πιστούς, γιατί μόνος μου δέν μπορῶ. Νά, Κώστα μου, νά, εἶναι ἐδῶ ὁ Ἅγιος Δαυΐδ, καί μοῦ ἔδειξε μέ τό χέρι του πρός τό μέρος τῆς Ἁγίας Τράπεζας, ὅπου ἦταν τό Ἅγιο Ποτήριο.
Ἔστριψα τό πρόσωπό μου πρός τά ἐκεῖ πού ἔδειχνε ὁ Γέροντας.
Κώστα μου, νά, νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Ἅγιος Δαυΐδ, ἐπανέλαβε ὁ Γέροντας καί, δείχνοντάς μου ξανά τό σημεῖο, συμπλήρωσε:
−Ἐσύ, Κώστα μου, ὅμως, δέν τόν βλέπεις.
Μοῦ διάβασε στή συνέχεια τήν εὐχή καί ἡ ψυχική μου εὐφορία καί πνευματική μου ἀγαλλίαση τήν ἡμέρα ἐκείνη ἦταν μοναδική.
Καί πολλές ἄλλες φορές ὁ Γέροντας «διάβασε» καί ἀνάπαυσε τούς λογισμούς μου.
Ἀπό τόν Γέροντα δέν μποροῦσες νά κρυφτεῖς. Γνώριζε τά μύχια της ψυχῆς τοῦ καθενός πού τόν πλησίαζε. Καί σέ ἐκείνους πού προσέρχονταν γιά ἐξομολόγηση τούς βοηθοῦσε νά ξαλαφρώσουν, ἀναφέροντας πολλές φορές τίς ἁμαρτίες τους, πού οἱ ἴδιοι δίσταζαν νά ἀποκαλύψουν.
Γέροντα, τόν ρώτησα κάποτε διστακτικά, ἐνῶ καθόμασταν μόνοι μας, ἕνα χειμωνιάτικο μεσημέρι, στό παλιό κουζινάκι τοῦ Μοναστηριοῦ, πῶς γίνεται καί στήν ἐξομολόγηση λέτε τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, χωρίς οἱ ἴδιοι νά κάνουν ἀναφορά σ’ αὐτές;
Μέ κοίταξε κατάματα, χαμογέλασε καί, κρατώντας μου τό χέρι, μοῦ λέει:
Κώστα μου, ἐγώ, μέ συγχωρεῖς, ἕνα χαμένο πράμα εἶμαι.
Τί ξέρω ἐγώ. Ἀλλά νά, Κώστα μου, πολλοί ἄνθρωποι ἔρχονται ἀπό πολύ μακριά, καί μερικοί ἔχουν κάνει καί βαριές ἁμαρτίες καί δυσκολεύονται νά τίς ποῦν. Καί ἐγώ, Κώστα μου, κάνω προσευχή νά μέ βοηθήσει ὁ Θεός καί νά μέ φωτίσει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά πῶ λόγια νά βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι καί νά ξαλαφρώσουν καί ἐκεῖνοι νομίζουν ὅτι ξέρω τίς ἁμαρτίες τους.
Ἐπικοινωνοῦμε «πνευματικῷ τῷ τρόπῳ»
Κατά τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1989 σέ μία ἐπίσκεψή μου στό Ἅγιον Ὄρος πέρασα καί ἀπό τό κελλί τοῦ (ἤδη μακαριστοῦ) Γέροντα Ἐμμανουήλ, ἀπό τήν Νέα Σκήτη, πού εἶχε φήμη ἐνάρετου Μοναχοῦ. Μοῦ μίλησε μέ θερμά λόγια γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὅταν τό ἔφερε ἡ συζήτηση, καί ὅταν τοῦ ἀνέφερα γιά τή γνωριμία μου μαζί του μοῦ εἶπε:
Νά προσέχεις, γιατί ὁ π. Ἰάκωβος μία μέρα μπορεῖ νά σέ δικάσει.
Γιατί Γέροντα τό λέτε αὐτό;
Γιατί, τήν ἡμέρα τῆς κρίσης δέν θά ἔχεις δικαιολογίες καί θά κριθεῖς αὐστηρότερα, ἐφόσον εἶχες ἀπό τόν Θεό τήν εὐλογία νά γνωρίσεις ἕναν Ἅγιο Γέροντα, μοῦ ἀπάντησε.
Νά δώσεις τούς χαιρετισμούς μου στόν Γέροντα Ἰάκωβο, μοῦ εἶπε, ὅταν ἔφευγα, καί νά τοῦ πεῖς νά εὔχεται γιά μένα, ὅπως καί ἐγώ εὔχομαι γιά αὐτόν.
Τόν γνωρίζετε τόν π. Ἰάκωβο, ρώτησα.
Ἐπικοινωνοῦμε πνευματικά, μοῦ ἀπάντησε.
Μετά λίγες ἡμέρες συνάντησα τόν Γέροντα Ἰάκωβο, λίγο πρίν τόν Ἑσπερινό. Στεκόταν στό ἡγουμενικό θρονί του, μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ τέμπλου.
Γέροντα, τοῦ εἶπα, ἔχετε χαιρετισμούς ἀπό τόν Γέροντα Ἐμμανουήλ ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί ζητάει τίς εὐχές σας.
Τί κάνει, Κώστα μου, ὁ π. Ἐμμανουήλ;
Τόν γνωρίζετε Γέροντα τόν π. Ἐμμανουήλ;
Ἔσκυψε πρός τό μέρος μου καί, δῆθεν μυστικά, μοῦ εἶπε.
Ἐπικοινωνοῦμε, Κώστα μου, «πνευματικῷ τῷ τρόπῳ» μέ τόν π. Ἐμμανουήλ.
Τότε κατάλαβα τί σημαίνει γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ ἡ πνευματική ἐπικοινωνία.
«Νά νιώθεις τόν ξένο πόνο»
Τόν Γέροντα τόν ἀγαποῦσα πολύ καί μεγάλος ἦταν ὁ σεβασμός μου στό πρόσωπό του. Ἡ γνωριμία μαζί Του μοῦ ἄλλαξε καί μοῦ ὀμόρφυνε τήν ζωή. Ὅταν κοιμήθηκε τόν ἔκλαψα σάν νά ἦταν ὁ πραγματικός μου πατέρας.
Μετά μία ἑβδομάδα περίπου ἀπό τήν κοίμησή του τόν βλέπω στόν ὕπνο μου. Ἦρθε καί κάθισε στό κρεββάτι, δίπλα μου, μοῦ ἔπιασε τό χέρι, ὅπως συνήθιζε, καί μοῦ χαμογέλασε.
– Γέροντα, τοῦ εἶπα, τώρα πού φύγατε, ἐμεῖς τί θά κάνουμε χωρίς ἐσᾶς;
– Ἄκουσε, Κώστα μου, τί θά κάνεις, δύο πράγματα θά κάνεις καί μή στεναχωριέσαι. Πρῶτον νά νιώθεις τόν ξένο πόνο καί δεύτερον νά κάνεις προσπάθεια, μεγάλη προσπάθεια, Κώστα μου, νά ’ρθεῖ ἡ Θεία Χάρη πάνω σου καί ὅλα θά πᾶνε καλά.
Τελειώνοντας τήν τελευταία φράση, πού τήν τόνισε ἰδιαίτερα, χάθηκε. Ξύπνησα, καί ἔνιωσα μία ξέχωρη ἀγαλλίαση ἀπό τήν «ἐπίσκεψη».
Αὐτά πού μέ συμβούλευσε νά κάνω δέν μοῦ τά εἶχε πεῖ ὅσο ζοῦσε καί ἀποροῦσα, γιατί ὁ Γέροντας μοῦ τά εἶπε καί τί ἐννοοῦσε «νά νιώθω τόν ξένο πόνο». Γνώριζα, ὅμως, ἀπό ὅσα εἶχα ζήσει κοντά του, ὅτι τίποτε δέν ἔλεγε χωρίς λόγο.
Δέν πέρασαν εἴκοσι μέρες ἀπό τότε καί ἦρθε στό σπίτι μας, στή Θεσσαλονίκη, μία πονεμένη κυρία, κάποιας ἡλικίας, πού εἶχα γνωρίσει στό Μοναστήρι. Μᾶς εἶπε ὅτι χρειάζεται νά μείνει στή Θεσσαλονίκη γιά δεκαπέντε ἡμέρες, διότι πρέπει νά κάνει κάποιες θεραπεῖες γιά ἕνα πρόβλημα ὑγείας πού ἀντιμετώπιζε.
Τό σπίτι μας τότε μικρό, πενήντα πέντε τ.μ, μία κρεββατοκάμαρα, ἕνα μικρό σαλόνι, ὅπου καί τό γραφεῖο μου καί μιά κουζίνα. Ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Γέροντα «νά νιώθεις τόν ξένο πόνο» ἦλθε στό μυαλό μου.
− Μή στεναχωριέσαι, τῆς εἴπαμε καί ἐγώ καί ἡ σύζυγος, θά φιλοξενηθεῖς σέ μᾶς.
Τῆς παραχωρήσαμε, παρά τίς ἀντιρρήσεις της, τήν κρεββατοκάμαρα καί ἐμεῖς βολευτήκαμε σέ ἕναν καναπέ στήν κουζίνα. Περάσαμε ὄμορφα τίς δεκαπέντε αὐτές ἡμέρες καί ἡ φιλοξενούμενή μας ἔκτοτε ψάχνει εὐκαιρίες γιά νά ἐκδηλώσει τήν ἀγάπη καί τήν εὐγνωμοσύνη της. Γι’ αὐτό ὁ Γέροντας εἶπε νά νιώθω τόν ξένο πόνο, σκεφτόμουν μετά.
Καί πολλά ἄλλα περιστατικά μοῦ συνέβησαν, ἀπό τήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου καί μέχρι σήμερα, καί ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Ἁγίου Γέροντα, πού μέ τό προορατικό του χάρισμα ἔβλεπε τά μελλούμενα, ἦταν γιά μένα νόμος. Πολλοί πονεμένοι ἄνθρωποι καί, κυρίως, συνάδελφοι (καί μαθητές μου στή Σχολή) μέ πλησίασανκαί ὅταν χρειάστηκε τούς πλησίασα ἐγώ, πάντα ὅμως μέ διάκρισηκαί μοῦ ἄνοιξαν τήν καρδιά τους. Καί ὁ πόνος τους, μέ τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, ἔγινε (κατά τό δυνατόν) καί δικός μου καί μπόρεσα ἔτσι νά βοηθήσω στήν παρηγοριά.
«Μᾶς ἤθελε στό σαρανταήμερο μνημόσυνό Του»
Τό σαρανταήμερο μνημόσυνο τοῦ Γέροντα εἶχε ὁριστεῖ γιά τίς 29 Δεκεμβρίου 1991, ἡμέρα Κυριακή. Ἡ ἐπιθυμία μας νά παραβρεθοῦμε μεγάλη. Μᾶς προβλημάτιζαν ὅμως οἱ ἄσχημες καιρικές συνθῆκες, πού ἐπικρατοῦσαν στήν περιοχή τῆς βόρειας Εὔβοιας, οἱ ὁποῖες ἀπό τό Σάββατο τό πρωί χειροτέρευσαν. Τό χιόνι ἔπεφτε ἀσταμάτητα καί οἱ δρόμοι ἀδιάβατοι γιά μικρά ὀχήματα, σύμφωνα μέ πληροφορίες τῶν λιμενικῶν καί ἀστυνομικῶν ἀρχῶν τῆς περιοχῆς. Καί οἱ φίλοι μου ἀπό τή Γλύφα, μοῦ εἶπαν νά μήν ξεκινήσω.
Ἀποφασίσαμε, παρόλα αὐτά, νά φύγουμε ἀπό τή Θεσσαλονίκη κατά τό μεσημέρι καί ὅπου φθάσουμε. Εἴχαμε τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ Γέροντας θά βοηθοῦσε. Ἡ σύζυγος εἶχε ἑτοιμάσει καί ἕνα πιατάκι μέ κόλλυβα, ὡς ἐναλλακτική λύση ἄν ἐκκλησιαζόμασταν κάπου ἀλλοῦ.
Πλησιάζοντας στή διασταύρωση γιά τίς Ροβιές τά πράγματα δυσκόλεψαν. Ὁ δρόμος δέν φαινόταν ἀπό τό χιόνι καί τό αὐτοκίνητό μου, ἕνα Nissan 1200 χωρίς ἁλυσίδες, ἦταν ἀδύνατο νά προχωρήσει. Ἡ νύχτα πλησίαζε.
Ξαφνικά βλέπουμε ἕνα ἐκχιονιστικό μηχάνημα νά ἔρχεται ἀπό τίς Ροβιές μέ κατεύθυνση πρός τό δρόμο πού ὁδηγοῦσε στά χωριά, ὅπου καί τό Μοναστήρι. Ἀκολουθήσαμε τό μηχάνημα καί τά μάτια μας γέμισαν δάκρυα ἀπό τή συγκίνηση, ὅταν τό εἴδαμε νά φθάνει μέχρι τήν κεντρική εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ πατέρες, ὅταν μᾶς εἶδαν, δέν πίστευαν στά μάτια τους.
Καλά, πώς φθάσατε μέ αὐτή τήν κακοκαιρία, ρωτοῦσαν. Καί ἡ ἀπάντηση δέν ἦταν ἄλλη:
Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος μᾶς ἔφερε!
«Ὁ Γέροντας βοηθάει νά φύγει τό αἷμα»
Στίς 8 Σεπτεμβρίου 2016 μία ξαφνική αἱμορραγία στό δεξί μου μάτι μέ ὁδήγησε στό χειρουργεῖο. Ἡ ἐπέμβαση, ἀπό ἐξειδικευμένο γιατρό, ἦταν δύσκολη.
Μετά τρεῖς μέρες τό μάτι μου αἱμορράγησε ξανά. Ὁ γιατρός ἀπουσίαζε στήν Ἀθήνα καί ὅταν μετά τετραήμερο ἐπανῆλθε στή Θεσσαλονίκη ἀνησύχησε ἀπό τό αἷμα, πού εἶχε γεμίσει τό μάτι. Τόν εἶδα προβληματισμένο.
− Θά προχωρήσουμε, μοῦ εἶπε, σέ νέα χειρουργική ἐπέμβαση μέ τοπική ἀναισθησία καί ἀνάλογα μέ τό τί θά συναντήσουμε θά ἐνεργήσουμε.
Κατά τή διάρκεια τῆς ἐπέμβασης τόν ἀκούω κάποια στιγμή νά λέει, ἀπογοητευμένος, στούς βοηθούς του.
Δέν φεύγει τό αἷμα.
Γέροντα Ἰάκωβε, τοῦ εἶπα μέ πόνο, σέ παρακαλῶ βοήθησε νά φύγει τό αἷμα, δέν μπορῶ ἄλλο.
Τί ἦταν νά τό ζητήσω, ἀμέσως ἀκούω τό γιατρό νά λέει περιχαρής:
Φεύγει, φεύγει τό αἷμα, ρίξε καί ἄλλο ὑγρό νά καθαρίσει, εἶπε στή βοηθό του.
Στό τέλος μου εἶπε, ὅτι «τό χειρουργεῖο πῆγε τόσο καλά πού δέν περίμενα» καί συμπλήρωσε, «νά μοῦ ἔχεις ἐμπιστοσύνη». Καί ἐγώ τόν κοίταζα καί στό μυαλό μου ἔρχονταν τά λόγια πού συχνά μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος:
«Καλοί, παιδιά μου, μέ συγχωρεῖτε, εἶναι καί οἱ γιατροί, ὁ Θεός μᾶς τούς δίνει, καλλίτεροι ὅμως γιατροί εἶναι οἱ Ἅγιοί μας».
Αὐτοῦ τοῦ νέου Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου, τίς πρεσβεῖες ἐπικαλούμεθα ὥστε πάντοτε νά εἶναι μαζί μας.
Νικολάου Μπαλδιμτσῆ, ἰατροῦ
Τόν μακαριστό Γέροντα Ἰάκωβο τόν γνώρισα τό 1985. Ἀφορμή νά ἔρθω στό Μοναστήρι, ἦταν ὁ πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος, πού εἶναι καί καθηγητής στήν Ἀνώτατη Ἐκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης. Ὅταν εἴχαμε συναντηθεῖ, μοῦ εἶχε πεῖ τά γνωστά θαυμαστά πράγματα γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Τότε ἡ σύζυγός μου ἤτανε ἐγκυμονοῦσα στό τελευταῖο μας παιδί, στό πέμπτο καί ἐγώ μέ τά τέσσερα παιδιά ἐπισκεφθήκαμε τό Μοναστήρι.
Τό ἀπόγευμα, μετά ἀπό αὐτά πού εἶχα ἀκούσει ἀπό τόν πατέρα Νικόλαο, περιμέναμε νά δοῦμε τόν Γέροντα μέ δέος καί λαχτάρα. Ἔκανε τόν Ἑσπερινό. Ἤτανε μεγαλοπρεπής στίς ἐκφωνήσεις. Πάρα πολύς κόσμος περίμενε νά τόν δεῖ, νά πάρουν τήν εὐχή του, μεταξύ τῶν ὁποίων πῆγα καί ἐγώ μέ τά παιδάκια καί τοῦ λέω: «Γέροντα ἐμεῖς ἤρθαμε ἀπό τό Βόλο. Ἐγώ εἶμαι γιατρός Παθολόγος καί ἤρθαμε νά πάρουμε την εὐχή σας καί ἄν χρειάζεστε καί κάποια ἰατρική βοήθεια ἀπό μένα, εὐχαρίστως». «Καλά παιδί μου, καλά. Καλῶς ἤρθατε κ.τ.λ.». Μᾶς ἔδωσε τίς εὐχές. Τήν ἄλλη μέρα λοιπόν, μοῦ λέει·
«κ. Νίκο ἐλᾶτε λίγο νά τά ποῦμε».
«Ἐγώ ἀπό μικρό παιδάκι ἤμουν ἕνας ἄνθρωπος πάρα πολύ ντροπαλός, συνεσταλμένος, πρόσεχα πάρα πολύ, δέν εἶχα ποτέ σκέψεις κοσμικές κ.λπ., οὔτε τά σκεφτόμουνα. Ἐγώ τούς Ἁγίους σκεφτόμουνα καί τήν Ἁγία Παρασκευή καί τόν Ἅγιο Χαραλάμπη καί τό σπίτι μου. Ἡ μητέρα μου ἦταν πολύ εὐσεβής ἄνθρωπος καί μᾶς μεγάλωσε ἔτσι μέ μία εὐλάβεια καί εὐσέβεια πρός τό Θεό. Και ἔλεγα, ὅταν μεγάλωσα καί ἔγινα Ἱερέας, εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, τό σῶμα μου εἶναι ἱερατικό, δέν θέλω κανείς ἄνθρωπος νά τό δεῖ, μόνο ἡ μητέρα μου ὅταν ἤμουν μικρό παιδάκι, πού μέ περιποιόταν, μέ ἔπλενε κ.τ.λ., αὐτή τό εἶδε. Ἀπό κεῖ καί ὕστερα δέν τό εἶδε ἄλλος ἄνθρωπος τό σῶμα μου. Δέν θέλω λοιπόν κανείς νά μέ ἐξετάσει, οὔτε νά δεῖ τό σῶμα μου. Γιατί τό θεωρῶ δηλαδή ὅτι εἶναι ἱερό, ὅτι εἶναι ἱερατικό. Ἀλλά ἐγώ ἦρθα προσευχήθηκα στόν Ἅγιο Δαυΐδ καί μοῦ εἶπε, τοῦ κ. Νίκου νά τοῦ ἔχεις ἐμπιστοσύνη καί νά σέ ἐξετάζει. Γι’ αὐτό καί σέ φώναξα τώρα, νά μέ ἐξετάσεις, νά μέ δεῖς, τί μπορεῖς νά μέ βοηθήσεις».
Εἶδα λοιπόν πραγματικά τόν Γέροντα, τόν ἐξήτασα, ἔχω καί ἕναν καρδιογράφο ὡς Εἰδικός Παθολόγος, τοῦ ἔκανα καί ἕνα καρδιογράφημα. Λίγο τοῦ μέτρησα τά πόδια του, τό κυκλοφορικό του, πού εἶχε πρόβλημα καί κυρίως βέβαια μέ τίς φλέβες, γιατί εἶχε κάνει καί ἐγχειρήσεις. Ὁ Γέροντας τό παραμικρό νά τοῦ πρόσφερε ἕνας ἄνθρωπος, προσπαθοῦσε νά τό ἀνταποδώσει χιλιοπλασίως. Καί μάλιστα ἦταν ἔτσι τόσο αὐθόρμητος καί τόσο εἰλικρινής, πού ἔλεγε, «κ. Νίκο, αὐτά πού προσφέρετε ἐδῶ πέρα σέ μᾶς, στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, μπροστά σέ αὐτά πού παίρνετε, τίς εὐλογίες πού παίρνετε ἀπό τό Μοναστήρι, εἶναι πολύ λίγα. Γιατί οἱ πνευματικές εὐλογίες δέν ἔχουν καμία σχέση μέ τά ὑλικά καί ἔστω καί μέ μία ἰατρική φροντίδα».
Ἀπό τότε συνδεθήκαμε μέ τόν Γέροντα, βαπτίσαμε καί τό μικρό μας τό παιδάκι, τόν τελευταῖο τό γιό μας, τόν Ἀναστάση καί ἀφοῦ μεγάλωσε καί αὐτό λιγάκι, ἐρχόμαστε πολύ τακτικά στόν Γέροντα. Τότε ὁ δρόμος βέβαια ἦταν πολύ χάλια, χωματόδρομος μέ πάγους, μέ χιόνια, ἐρχόμαστε ἐδῶ πέρα, μπορεῖ νά ἐρχόμαστε καί δύο φορές τό μήνα, ὅλο τό χρόνο.
Κάθε φορά λοιπόν πού ἐρχόμουνα, ἐγώ χτυποῦσα τήν πόρτα ἀπό ἔξω, χωρίς νά πῶ ποιός εἶμαι. Καί ἔλεγε, «ἔλα κ. Νίκο ξέρω ποιός εἶσαι. Ὁ κ. Νίκος εἶσαι, ἔλα μέσα», μοῦ ἔλεγε. Μιλούσαμε, τόν ἐξήταζα, τόν περιποιόμουνα, ὅσο μποροῦσα, ἰατρικά καί ἔλεγε· «νά, καί ὁ Ἅγιος Βασίλειος, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἤτανε τόσο μεγάλος Ἅγιος συμβούλευε ὅτι πρέπει νά δεχόμαστε τίς ἰατρικές φροντίδες, διότι ἦταν καί ὁ ἴδιος γιατρός, ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὁπότε καί αὐτό τώρα πού μέ περιποιεῖσαι εἶναι ἔτσι κατά ἕναν τρόπο εὐλογημένο καί ἀπό μεγάλο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας».
Ὁ Γέροντας εἶχε πάρα πολλές ἀσθένειες, εἶχε τήν καρδιά του, εἶχε βηματοδότη, εἶχε κάνει ἐγχείρηση κιρσῶν στά πόδια του, βουβωνοκήλης, σκωληκοειδίτιδας κ.τ.λ. Μοῦ ἔλεγε κάποτε:
«Καί μάλιστα ἔλεγα στόν Γέροντά μου τόν πάτερ Νικόδημο, ὅτι δέν θέλω νά δεῖ τό σῶμα μου κανένας». Λέει, «αὐτό Ἰάκωβε πού λές εἶναι ὑπερηφάνεια». «Τί θά πεῖ, Γέροντα, ὑπερηφάνεια; Ἐγώ δέν ξέρω τί θά πεῖ ὑπερηφάνεια. Ἐγώ εἶμαι ταπεινός. Γιατί ὁ Χριστός μοῦ ἔδωσε τήν ταπείνωση». «Ναί αὐτό πού λές ὅμως εἶναι ὑπερηφάνεια». «Γι’ αὐτό μία φορά πού ἀρρώστησα καί μέ ἔπιασε ἕνας πόνος, εἶχα βουβωνοκήλη, εἶχε σπάσει καί ἡ σκωληκοειδίτιδα, εἶχα τόσο δυνατό πόνο πού ἔλεγα στόν Γέροντά μου, φέρτε μου ἕναν γιατρό νά μέ ἐξετάσει καί ἄς εἶναι καί γυναίκα. Ἀπό κεῖ πού δεν ἤθελα κανένας νά μέ ἐξετάσει, στό τέλος, πῶς ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται!».
Ἐγώ λοιπόν πού τόν ἐξήταζα, ἔχω νά ἀναφέρω τό ἑξῆς στήν ἀγάπη σας. Ὅτι βέβαια, στά τόσα χρόνια πού εἶμαι ἰατρός καί ἔχω ἐξετάσει πάρα πολλούς ἀνθρώπους, συνήθως τό σῶμα τό ἀνθρώπινο ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση, τήν ἡλικία καί τήν καθαριότητα πού κάνει ὁ καθένας στόν ἑαυτό του, μπορεῖ νά ἔχει διάφορες ὀσμές. Τοῦ Γέροντα τό σῶμα εὐωδίαζε, ὅπως εὐωδιάζουν τά ἅγια λείψανα. Ὅπως εὐωδιάζουν οἱ Ἅγιες Εἰκόνες. Ὄχι μονάχα τό σῶμα του εὐωδίαζε, εὐωδίαζε καί ἡ ἀναπνοή του. Γι’ αὐτό καί τά παιδιά, τά μικρά μας παιδιά πού ἐρχόμαστε ἐδῶ καί μᾶς μιλοῦσε πήγαιναν κοντά στό στόμα τοῦ Γέροντα. Πήγαιναν κοντά του· «ἐκεῖ πέρα, πηγαίνουμε, γιατί ἡ ἀναπνοή του εὐωδιάζει καί μᾶς ἀρέσει πάρα πολύ», ἔλεγαν.Ὁλόκληρος εὐωδίαζε, ναί.
Οἱ διαπιστώσεις βέβαια πού ἔκανα κάθε φορά, εἶναι ὅτι ἡ ζωή του ἦταν πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια, πάνω ἀπό τίς ἀνθρώπινες δυνατότητες. Ἦταν δηλαδή ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἦταν κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, θεοφόρος. Ἄνθρωπος μέ προορατικό καί διορατικό χάρισμα. Μέ ἄλλα λόγια ἤξερε τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον. Μοῦ ἔλεγε, «κ. Νίκο, συγγνώμη πού σοῦ τό λέω, βλέπω καί τί ἁμαρτίες ἔχεις κάνει». Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά ἔβλεπε τήν ἐξέλιξη τῶν ἀνθρώπων, δηλαδή τῶν ψυχῶν πού τόν πλησίαζαν, ἐκτός ἀπό τό παρελθόν καί τό παρόν, ἔβλεπε καί στό μέλλον, ἀκόμη καί μετά τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, μετά τή Δευτέρα Παρουσία, ποῦ θά εἶναι αὐτές οἱ ψυχές, ποῦ θά καταταχθοῦν.
Ὅταν τοῦ ἔλεγα ἐγώ, Γέροντα μπορεῖς νά προσευχηθεῖς γιά ἕναν ἄνθρωπο, ρασοφόρο, ἱερωμένο κ.λπ.. Γιά μία στιγμή ἔτσι κοίταζε καί ἔλεγε: «Ἄχ παιδί μου», καί μοῦ ἔλεγε μία ἀποκάλυψη. Γιά παράδειγμα, τότε πού πῆγε νά κάνει προσευχή γιά ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἦταν κάπου μακριά, λέει, «ἄχ βλέπω τούς δαίμονες νά χορεύουν γύρω ἀπό τήν ψυχή του».
Τρομερά πράγματα μοῦ ἔλεγε. Καί μάλιστα ἔλεγα, μά ὁ Γέροντας τί μοῦ τά λέει ἐμένα αὐτά τά πράγματα; Εἶμαι ἐγώ τό κατάλληλο πρόσωπο νά ἀκούω τέτοια πράγματα, νά μοῦ μιλάει δύο καί τρεῖς ὧρες κάποια βράδια καί μέχρι, δηλαδή, τά μεσάνυχτα καί νά μοῦ λέει χίλια δύο καί προσωπικά του, ἐξομολογήσεις, διάφορα πράγματα. Δηλαδή μία ἀπεραντοσύνη πνευματική, ἀπό πνευματικές ἀποκαλύψεις. Ὅταν ρώτησα κάποτε τήν Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς τί θέλει ὁ Γέροντας καί μοῦ λέει αὐτά τά πράγματα τόσες ἀποκαλύψεις γιά χίλια δυό θέματα, μοῦ λέει: «Ρέ, παιδί μου, δέν τό καταλαβαίνεις στά λέει για νά τά γράψεις». Δυστυχῶς εἶναι παράλειψή μου καί ζητῶ συγγνώμη, γιατί ἔτσι ἀδικήθηκε ὁ Γέροντας.
Ὁ Γέροντας ἔβλεπε πολλά πράγματα, τούς ἀνθρώπους πού θά ἐρχόντουσαν στό Μοναστήρι, καί τήν κατάστασή τους. Γιά μερικά πρόσωπα πού μπαίνανε μέσα στήν Ἐκκλησία μοῦ ἔλεγε: «Βλέπω αὐτόν τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει δικαίωμα οὔτε στήν Ἐκκλησία νά μπαίνει». Τόσο πολύ. Γιά ἄλλον ἔλεγε: «Βλέπω τό πρόσωπό του νά λάμπει σάν τόν ἥλιο». Καί κάτι ἄλλο. Μετά τή Θεία Κοινωνία ὁπωσδήποτε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μία χαρά, μία ἀγαλλίαση, μία ἔτσι ἄλλη κατάσταση. Καί μοῦ εἶπε μιά μέρα «κ. Νίκο, βλέπεις πῶς εἶσαι τώρα ποῦ κοινώνησες; Πῶς αἰσθάνεσαι τώρα πού κοινώνησες κ. Νίκο», μοῦ λέει. «Ἐγώ κ. Νίκο, πάντα ἔτσι εἶμαι». Ἐνῶ ἐμεῖς για λίγη ὥρα εἴμαστε ἔτσι καί μετά... Πέφτουμε πάλι στήν καθημερινότητα καί στίς ἁμαρτίες, στά χίλια δυό.
Λοιπόν πιστεύω ὅτι ἦταν μία μεγάλη εὐλογία καί μία μεγάλη εὐθύνη ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ Γέροντα Ἰακώβου στή ζωή τή δικιά μου καί τῆς οἰκογενείας μου. Γιατί ἄλλο εἶναι νά δεῖς ἕναν Ἅγιο καί ἄλλο νά τόν ψηλαφίσεις, νά τόν ἐξετάσεις, νά τον ὀσφρανθεῖς, νά ἀκούσεις πράγματα δηλαδή, τά ὁποῖα δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τίς ψευτοεπιστῆμες πού σπουδάζουμε καί παίρνουνε καί τά μυαλά μας ἀέρα καί νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἐπιστήμονες, ὅτι εἴμαστε κάτι ἀνώτερο ἀπό τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, πού εἶναι ὀλιγογράμματοι κ.τ.λ. Γνωρίζοντας τόν Γέροντα βλέπουμε ὅτι ἡ πραγματική μεγαλοσύνη στόν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ μετοχή του στό Θεό καί ὅλοι μπροστά στόν Γέροντα στεκόμαστε ὅπως οἱ μαθηταί, ὅπως τά νήπια, περιμένοντας νά ἀκούσουμε, ὅπως ἀκούγανε αὐτοί πού ἦταν πιστοί Ἰσραηλίτες τούς προφῆτες.
Ὁ Γέροντας δέ μιλοῦσε ποτέ ἔτσι θεωρητικά, μιλοῦσε πάντα στοχευμένα. Μάλιστα θέλω νά πῶ καί τό ἑξῆς. Ὅτι καμιά φορά μιλοῦσε καί μπορεῖ κάποιος ἄς ποῦμε νά τόν διέκοπτε. Ὁ Γέροντας δέν συνέχιζε τή συζήτηση πού ἔκανε, σταμάταγε ἐκεῖ τό θέμα. Ἐγώ σκεφτόμουν, κοίταξέ τoν τώρα, διέκοψε τόν Γέροντα τήν ὥρα πού ἔλεγε κάτι, στό κάτω-κάτω Γέροντας εἶναι, ἡγούμενος εἶναι, πώς τόν διακόπτεις ἐσύ καί ἀρχίζεις καί λές τό δικό σου. Καί ἔλεγα καμιά φορά, Γέροντα κάτι λέγατε προηγουμένως καί δέν τό ὁλοκληρώσατε. «Ναί, ναί κάτι ἔλεγα». Καί συνέχιζε ἀπό ἐκεῖ πού εἶχε σταματήσει. Ἄν δέν τοῦ τό ζητοῦσα δέν συνέχιζε.
Πάντα ὑποχωροῦσε. Μοῦ λέει: «Ὅταν εἶναι μιά μεγάλη γιορτή, τῆς Παναγίας μας γιά παράδειγμα, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι θά ἤθελα πολύ νά λειτουργήσω. Ἔρχεται ὅμως ἕνας ἄλλος Ἱερομόναχος ἤ Ἱερέας καί μοῦ λέει, Γέροντα εἶναι εὐλογημένο νά λειτουργήσω ἐγώ; Ἐγώ τί νά τοῦ πῶ τώρα; Εἶναι εὐλογημένο, παιδί μου. Εἶναι εὐλογημένο. Τόν βάζω καί λειτουργεῖ, μοῦ κοστίζει βέβαια, ἀλλά ἐφόσον μοῦ τό ζητάει ἐγώ δέν μπορῶ νά τό ἀρνηθῶ. Καί κάθομαι ἐκεῖ πέρα δίπλα καί προσεύχομαι, ἐνῶ θά ἤθελα νά λειτουργήσω, ἀλλά πρέπει νά ὑποτασσόμαστε στή θέληση καί στήν ἐπιθυμία τοῦ ἄλλου καί τή δική μας τήν ἐπιθυμία νά τήν παραγκωνίζουμε». Ὁ Γέροντας ἤθελε νά μέ βάλει νά ψάλλω. Εἶχα πάει σέ μιά Σχολή Μουσικῆς κανά δυό χρόνια καί εἶχα μάθει κάτι λίγα. Μοῦ ἔλεγε λοιπόν: «πήγαινε νά ψάλεις». Μιά μέρα λοιπόν καθόμουν πίσω ἀπό ἐκεῖ πού ἦταν τό στασίδι του, πίσω ἀπό μία κολώνα καί σκεφτόμουνα, λέω τώρα ἕνα ἀπό τά πολλά. Λέω νά πῶ στόν Γέροντα νά μοῦ ἔδινε κάτι δικό του, προσωπικό εὐλογία. Ἀλλά ὕστερα λέω, ἄντε τώρα νά μήν εἴμαστε ἀπαιτητικοί, κουραστικοί καί ἀμέσως ὁ ἕνας τοῦ ζητάει τό ἕνα, ὁ ἄλλος τοῦ ζητάει τό ἄλλο, καί γινόμαστε φορτικοί. Μόλις τελείωσα τήν πρώτη καί τή δεύτερη σκέψη, τήν πρώτη νά ζητήσω, τήν δεύτερη ὅτι δέν εἶναι σωστό, φεύγει ἀπό τό στασίδι του, ἔρχεται πίσω καί μοῦ δίνει τό κομποσχοίνι του πού εἶχε στό χέρι του μέσα στή χούφτα μου. Μοῦ τό βάζει λοιπόν, μοῦ κλείνει καί τή χούφτα καί μοῦ λέει: «Πήγαινε νά ψάλεις».
Μιά ἄλλη φορά τοῦ λέω: «Γέροντα, ἀκοῦστε ἐδῶ Γέροντα, γιατρός εἶμαι. Πρέπει ὁπωσδήποτε, γιατί εἶναι καί ἡ ὑγεία σας ἐπιβαρημένη, πρέπει νά περπατᾶτε καί λιγάκι. Ἐντάξει ἡ ἐξομολόγηση, ἐξομολόγηση, ἡ λειτουργία, λειτουργία ἀλλά πρέπει νά περπατᾶτε». Μοῦ λέει λοιπόν: «Ἐλᾶτε κ. Νίκο νά πᾶμε μία βολτίτσα». Πήγαμε, μεσημέρι, ἦταν ἡσυχία ἐδῶ, δέν εἶχε καί κόσμο τότε πολύ. Ἦταν καί μέρες πού δέν ἦταν τόσο πολύ γιορτινές. «Περίμενε ὅμως λιγάκι», λέει. Πῆγε πρός τήν κουζίνα καί ξαναγύρισε. «Πᾶμε τώρα ἀπό δῶ ἀπό τό μονοπάτι νά σέ πάω νά δεῖς τίς παλιές πηγές τῆς Μονῆς. Ἀπό ποῦ παίρναμε νερό». Λοιπόν ἀνεβήκαμε, περάσαμε ἀπό τό δάσος, εἴχαμε βγάλει τότε μερικές φωτογραφίες καί τίς εἶχε βάλει ὁ Γέροντας στό κελλάκι του.
Ἀνεβαίνουμε λοιπόν σιγά-σιγά, προχωρήσαμε, φτάσαμε στίς πηγές. Λέει: «Ἐδῶ εἶναι ἡ πηγή, πῶς θά ἐρχόταν στό Μοναστήρι τώρα τό νερό; Μήπως ὑπῆρχαν σωλῆνες; Ὄχι. Μέ τήν παλιά μέθοδο. Ἀνοίγανε οἱ ἄνθρωποι τότε παλιά, οἱ Πατέρες ἕνα αὐλάκι, καί μέσα στό αὐλάκι βάζανε ἄσηπτα ξύλα ἀπό πεῦκο, δηλαδή κλωναράκια, τά ὁποῖα τά πελεκοῦσαν λιγάκι καί τά βάζανε στή σειρά καί μετά τά σκεπάζανε ἀπό πάνω. Δηλαδή μάζευαν τό νερό στήν ἀρχή σέ μία στέρνα, τό νερό ἔμπαινε μετά μέσα στό αὐλάκι αὐτό καί ἀκολουθοῦσε τό ἄσηπτο ξύλο καί ἔφτανε σιγά σιγά στό Μοναστήρι. Χανόταν βέβαια μεγάλη ποσότητα τοῦ νεροῦ, ἀλλά ἕνα μέρος ἀκολουθοῦσε τό αὐλάκι αὐτό καί ἔφτανε στό Μοναστήρι. Βέβαια δέν ἦταν καθαρό, ἦταν γεμάτο χώματα καί διάφορα ἄλλα πράγματα. Ἔτσι γινόταν ἡ ὕδρευση τῆς Μονῆς μέχρι νά φέρουν ἀργότερα οἱ πατριῶτες τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντα, τό Ἁγιονέρι ἀπό πάνω πού εἶναι ἡ πηγή, μέ τό θαυματουργό νερό μέ ὑδραγωγεῖο στό Μοναστήρι».
Ὅταν λοιπόν φτάσαμε πάνω στήν πηγή, βγάζει ἕνα καθαρό ποτήρι πού τό εἶχε πάρει ἀπό τήν κουζίνα καί τό κρατοῦσε κάτω ἀπό τό ράσο του. Τό γέμισε μέ καθαρό νερό καί λέει: «Ὁρίστε κ. Νίκο, νά πιεῖτε καί ἕνα ποτηράκι νερό». Πραγματική εὐγένεια καί ἀρχοντιά. Μπορούσαμε νά σκύψουμε ἐκεῖ πέρα μέ τή χούφτα μας νά πιοῦμε λίγο νεράκι νά δροσιστοῦμε. Ὁ Γέροντας σοῦ λέει ὄχι, θά δώσουμε στό ποτήρι ἀπό τήν πηγή.
Μοῦ λέει πάλι ὁ Γέροντας: «Ἐγώ ἤμουν ἕνας πάρα πολύ γερός ἄνθρωπος. Σᾶς τό λέω σάν ἐξομολόγηση. Οὔτε καρδιά εἶχα, οὔτε τίποτα δέν εἶχα. Δούλευα ὅλη τήν ἡμέρα. Λειτουργοῦσα κάθε μέρα. Τό βράδυ προσευχόμουνα, πήγαινα στή σπηλιά τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ. Καί τήν ἡμέρα, ὅταν λειτουργοῦσα, πῶς εἶναι ἕνα λιοντάρι, ἔτσι ἤμουνα. Οὔτε πεινοῦσα, οὔτε διψοῦσα, οὔτε κρύωνα, οὔτε ζεσταινόμουνα. Ἄν ἦταν καλοκαίρι τώρα, καύσωνας, ἔλεγα κάτσε βρέ πάτερ μου, τώρα τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι, σκάει ὁ τζίτζικας ἔξω, ἐσύ τί κάνεις; Ἐγώ εἶχα ζῆλο. Ἐκείνη τήν ὥρα πήγαινα καί κουβαλοῦσα ἀπό τό βουνό, φυλλόχωμα κ.τ.λ., νά κάνω τά χωράφια ἔξω νά τά λιπάνω, νά σπείρουμε ρεβίθια, νά σπείρουμε φασόλια, κ.λ.π. νά ἔχουμε ἐμεῖς νά τρῶμε, νά δίνουμε καί στούς φτωχούς. Ἦταν φτωχοί ἄνθρωποι καί ἐγώ ἤθελα νά κάνουμε καί ἐλεημοσύνη. Μοῦ ἔλεγαν κάτσε νά ξεκουραστεῖς. Ἐγώ ὅμως οὔτε κουραζόμουνα, οὔτε ζεσταινόμουνα. Λοιπόν, τελικῶς αὐτά πού ἔπαθα, θά στό πῶ αὐτό τό πράγμα, τά ἔπαθα δυστυχῶς, ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ἀπό τούς κοσμικούς. Γι’ αὐτό ἔχω καί τήν καρδιά μου, γιατί τά ἔβαζα μέσα μου».
Γενικά ἔβλεπε τίς διαθέσεις τῆς ψυχῆς μας, τό τί ἔχουμε στήν ψυχή μας. Γιά τόν Γέροντα ἡ ψυχή μας ἦταν ἕνα ἀνοιχτό χαρτί. Ἀκόμη καί γιά τούς ἀνθρώπους πού ἦταν νά ’ρθοῦν ἐδῶ στό Μοναστήρι, ἔβλεπε ποῦ εἶναι, ποιοί εἶναι, πῶς θά ’ρθοῦν, πῶς θά μποῦν μέσα, τί θά τοῦ ποῦν τοῦ Γέροντα, τί θά θέλουν. Παράδειγμα λέει: «Ἔρχονται πολλοί νά ἐξομολογηθοῦν στό Γέροντα. Τί ἔχουν νά ποῦν; Τά βάσανά τους λένε. Καί μετά τούς διαβάζω μία εὐχή ἐγώ καί λένε ἐξομολογήθηκα στόν Γέροντα, ἔτσι αὐτή τήν ἐντύπωση ἔχουν καί ὅταν ρωτήσουν «Γέροντα ἔχετε νά μέ συμβουλεύσετε κάτι»; «Νά πᾶτε νά ἐξομολογηθεῖτε τούς λέω ἐγώ».
Πιστεύω ὅτι ὁ Γέροντας ἤθελε νά ζήσει ἐν τῷ κρυπτῷ.
«Ἐγώ», λέει, «ἤθελα νά πάω στούς Ἁγίους Τόπους. Νά πάω σέ μία σπηλιά, νά μήν μέ ξέρει κανένας. Νά τρώω δύο χορταράκια ἀπό ἔξω, νά ὑμνῶ καί νά δοξάζω τόν Θεό καί ἐκεῖ νά τελειώσω τήν ζωή μου ἄγνωστος». Καί λέω τό ἑξῆς: Ἤθελε νά ζήσει ἐν τῷ κρυπτῷ καί τελικῶς ἡ ζωή του εἶναι κεκρυμμένη. Καί πῶς λοιπόν θά μπορούσαμε, μέ τί αὐθάδεια, νά μποῦμε μέσα στήν κρυμμένη ζωή τοῦ Γέροντα; Ὁ Γέροντας ἀπό τήν εὐσπλαχνία του γιά νά μᾶς βοηθήσει μᾶς ἀποκάλυπτε προσωπικά του βιώματα.
Ὁ Θεός μᾶς δείχνει, μᾶς φανερώνει αὐτούς τούς Ἁγίους, γιά νά μᾶς βοηθήσει, γιά νά μπορέσουμε νά καταλάβουμε μέσα ἀπό τή ζωή τῶν Ἁγίων πῶς πρέπει νά ζοῦμε καί ἐμεῖς. Αὐτή ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἡ γνωριμία μέ αὐτούς τούς Ἁγίους, πιστεύω ὅτι πρέπει νά ἀξιοποιηθεῖ, νά τόν γνωρίσουν καί ἄλλοι ἄνθρωποι καί νά τόν μιμηθοῦν, ὅπως ὁ Γέροντας Ἰάκωβος μιμήθηκε στήν ζωή του τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ὅλους τούς σκέπαζε, ὅλους τούς ἀγαποῦσε καί ἄν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Δαυΐδ σήμερα, ἔτσι θά ἦταν.
Αὐτό ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ἐδῶ ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι, βέβαια στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, νά προσκυνήσουν τήν Ἁγία Κάρα του, νά προσκυνήσουν τόν Ἅγιο Δαυΐδ, νά ἀνάψουν τό κεράκι τους. Ἀλλά κοιτάξτε, ἐμᾶς βλέπουν ὅμως. Δέν βλέπουν τόν Ἅγιο Δαυΐδ. Ἐμᾶς βλέπουν καί περιμένουν ἀπό μᾶς νά πάρουνε. Ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι, ὅπως τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ». Πιστεύω ὅτι ἦταν μία ἀντανάκλαση, ἦταν ἕνας καθρέφτης τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ. Τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ καί τοῦ Χριστοῦ.
Θά πῶ καί τό τελευταῖο αὐτό. Λέει ὁ Γέροντας: «κ. Νίκο, δέν πρέπει νά κολλάει ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, πέρα ἀπό τόν Χριστό καί τούς Ἁγίους, νά μήν κολλάει σέ ὑλικά πράγματα. Καί μάλιστα στά πράγματα, τά ὁποῖα μᾶς ἐξυπηρετοῦν. Θά σοῦ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα. Αὐτό βέβαια, ἅμα τό πῶ παραπέρα, οἱ ἄνθρωποι θά σκανδαλιστοῦν ἤ μπορεῖ νά κάνουν καί σκέψεις ἄσχημες, κακές. Θά σᾶς τό πῶ ὅμως. Ξέρετε πόσο ἀδύνατος εἶμαι καί ἐπειδή τό σῶμα μου εἶναι ἀδύνατο καί ταλαιπωρημένο καί ἄρρωστο κρυώνω. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κρυώνω καί κάνει καί κρύο ἐδῶ πέρα τό χειμώνα. Λοιπόν μία φορά μοῦ φέρνουν μία φανέλα, ἡ ὁποία ἦταν τόσο ζεστή, μάλλινη καί τήν ἔβαλα καί ὤωωπ ἀναπαύτηκα, δηλαδή ζεστάθηκα, καί ἦταν τόσο ἐξυπηρετική. Καί μετά λέω, Ἰάκωβε, ὅταν θά ἤσουν στή σπηλιά, πού ζητοῦσες ἀπό τόν Θεό νά ἤσουν ἐκεῖ πέρα κάπου μόνος σου καί θά κρύωνες, γιατί ἐκεῖ πέρα καί τό βράδυ κάνει κρύο στήν ἔρημο, τήν ἡμέρα κάνει πενήντα βαθμούς, ἀλλά τό βράδυ εἶναι μεῖον, ἔτσι θά εἶχες φανέλες νά φορᾶς καί νά εὐχαριστιέσαι καί νά ζεσταίνεται τό σῶμα σου κ.τ.λ.; Ὄχι δέν θά εἶχα. Ἔ, τότε τή φανέλα, τί νά τήν φορέσεις τώρα; Πῶς θά ἤσουν ἀσκητής; Τώρα δηλαδή τί εἶσαι ἐδῶ πέρα; Δηλαδή νά κοιτᾶς νά ἐξυπηρετηθεῖς στό Μοναστήρι καί νά ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι καί νά σοῦ δίνουν δῶρα. Λοιπόν, ἐντάξει, τί νά τήν κάνω τώρα αὐτή τήν φανέλα; Νά τήν δώσω σέ κανένα φτωχό. Κανέναν ἄνθρωπο πού τήν ἔχει ἀνάγκη καί ἐσύ νά φορᾶς αὐτά τά παλιά», τά παλιόρουχα, πού τά φοροῦσε καί τά ἔπλενε ἐδῶ πέρα στόν νεροχύτη, τά ἅπλωνε τό βράδυ, τά ἅπλωνε σέ ἕνα σχοινάκι ἐδῶ πέρα μέσα στό κελλάκι του καί μέχρι τό πρωί ὑποτίθεται ὅτι θά στέγνωναν νά τά φορέσει. Τά ροῦχα αὐτά πού φοροῦσε, τά παλιοπάπουτσα καί κάτι παλιές φανέλες πού εἶχαν γίνει διαφανεῖς. Λέει: «Τώρα αὐτή τή στιγμή ὅμως ποῦ νά βρῶ ἄνθρωπο νά δώσω τήν φανέλα αὐτή; Δέν ὑπάρχει κανένας ἐδῶ στό Μοναστήρι, ἐπισκέπτης κ.τ.λ.. Καί τώρα αὔριο. Ναί ἀλλά τώρα, ἐμένα μοῦ ἄρεσε τόσο πολύ αὐτή ἡ φανέλα. Καί ξέρετε τί κάνω; Γιά νά ἀπαλλαχθῶ ἀπό αὐτόν τόν πειρασμό, βγαίνω ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι καί ἀνοίγω μία γουρνίτσα σέ ἕνα μέρος μέ προσοχή, βάζω τή φανέλα μέσα καί βάζω φωτιά μέ τό σπίρτο καί τήν καίω. Καί ἀφοῦ τήν ἔκαψα, τή σκέπασα καί μέ τό χῶμα ἀπό πάνω. Ξεκουράστηκα. Ἀπαλλάχτηκα. Θά πεῖ ὁ ἄλλος, μά αὐτό τώρα τί πράγμα εἶναι; Ἔ, τί πειράζει νά τήν κρατήσεις μέχρι αὔριο; Ναί, ἀλλά μέχρι αὔριο τό μυαλό μου θά πήγαινε στήν καλοπέραση, στή φανέλα καί στή ζέστη πού μοῦ ἔδωσε στό σῶμα μου. Μά δέν ἦταν αὐτό τό πράγμα μία ἀδικία; Γιατί νά καεῖ αὐτή ἡ φανέλα, κρίμα καινούρια φανέλα νά καεῖ. Φαίνεται σάν ἕνα πράγμα, τό ὁποῖο εἶναι παράλογο καί δηλαδή σχεδόν τρελό καί παλαβό. Ἔτσι δέν εἶναι; Λοιπόν, δέν εἶναι τά πράγματα ὅμως ἔτσι. Μέ τό κοσμικό μας τό μυαλό ἔτσι εἶναι, μέ τό πνευματικό μας δέν εἶναι ἔτσι. Και ἀφοῦ τήν ἔκαψα καί τήν σκέπασα, ἦρθα πίσω. Πές μου τώρα αὐτά ποῦ νά τά πεῖς»; Ἦταν τόσο ἀπόλυτος νά μήν ζητάει τίποτα ἄλλο παρά μόνο τόν Χριστό καί τούς δούλους τοῦ Χριστοῦ, τούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι πῶς ζήσανε; Πῶς ἔζησε ὁ Ἅγιος Δαυΐδ;
Πίεζε πάρα πολύ τόν ἑαυτόν του. Στόν ἑαυτό του ἦταν ἀδυσώπητος. Σέ ἐμᾶς ἦταν τρυφερός, σέ ἐμᾶς ἦταν ὄχι πατρικός, μητρικός ἦταν, μιά μάνα ἦταν ὁ Γέροντας, καί μιά μάνα ἁγιασμένη. Ἦταν μιά μάνα πνευματική. Ἀκριβῶς ναί.
Ἕνα βράδυ ἐξομολογήθηκα στό κρεββάτι του καί δέν μοῦ διάβασε εὐχή. Τήν ἄλλη μέρα στή Λειτουργία εἶχα τό λογισμό πῶς θά κοινωνήσω, ἀφοῦ δέν μοῦ διάβασε εὐχή. Ὁ Γέροντας λειτουργοῦσε μέ μεγαλοπρέπεια, μέ εὐλάβεια. Πρίν βγεῖ μέ τό Ἅγιο Ποτήριο μοῦ λέει: «Ἔλα, κ. Νίκο νά σοῦ διαβάσω μιά εὐχούλα». Ἔβλεπε ὅτι εἶχα τήν ἔννοια. Καί μοῦ διάβασε τήν εὐχή, «πήγαινε τώρα κ. Νίκο νά κοινωνήσεις μοῦ εἶπε». Ναί, ἦταν δηλαδή διαφανής ἡ ψυχή μας γιά τόν Γέροντα. Ἔβλεπε τίς διαθέσεις μας, τίς σκέψεις μας, τίς ἁμαρτίες μας.
Γεωργίου Ἰωαννίδου, ἰατροῦ
Τή δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 1997, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, εἶχα ἕνα ἀτύχημα, ὅπου ἔσπασα τό πόδι μου. Τίς μέρες τῆς νοσηλείας μου διάβασα τόσο πολύ καλά τό βιβλίο, τό ὁποῖο ἀφοροῦσε στήν ζωή τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ὥστε αἰσθάνθηκα ὅτι εἶχα ἐπισκεφθεῖ τό Μοναστήρι. Κάποια στιγμή εὐχήθηκα ὅτι, ὅταν ἀναρρώσω, νά μπορέσω νά ἐπισκεφθῶ τό Μοναστήρι. Πράγματι, προχωρημένο καλοκαίρι, ἐπισκέφθηκα τόν Ὅσιο Δαυΐδ μέ τήν οἰκογένειά μου καί γύρισα ὅλα τά μέρη, τά ὁποῖα εἶχα διαβάσει καί ἀπό τό βιβλίο, τήν ἐκκλησία, τό ἀσκητήριο, ὅπου προσευχόταν ὁ Γέροντας Ἰάκωβος καί τόν τάφο του, ὅπου καί προσκύνησα. Ἑτοιμαζόμαστε νά φύγουμε καί διαισθάνομαι ὅτι κάτι ἀμέλησα, ὅτι κάτι ξέχασα. Θυμήθηκα ὅτι προσκύνησα μέν τόν τάφο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ἀλλά δέν τοῦ ἄναψα κερί. Ἐπιστρέφω στήν ἐκκλησία, παίρνω ἕνα κερί καί τό ἀνάβω στόν τάφο. Τελειώνοντας μέ τό ἄναμμα τοῦ κεριοῦ, γυρίζω γιά νά ἀπομακρυνθῶ ἀπό τόν τάφο καί βλέπω μπροστά μου ἕνα κομποσχοίνι. Τήν ὥρα πού πῆγα νά ἀνάψω κερί, δέν ὑπῆρχε τό κομποσχοίνι ἐκεῖ. Ἐπειδή δέν μοῦ ἀνῆκε, τό παίρνω, τό σηκώνω ψηλά καί ἀρχίζω νά τό γυρίζω δεξιά καί ἀριστερά, ὥστε, ὅποιος τό ἔχασε νά τό ἔβλεπε καί νά ἐρχόταν νά τό πάρει, Εἶχα τήν πλάτη μου πρός τόν τάφο καί ἀκούω μία φωνή, «μήν ψάχνεις, γιά σένα εἶναι». Γυρίζω καί βλέπω μπροστά μου τόν Γέροντα Ἰάκωβο, πού δέν εἶχα δεῖ ποτέ στή ζωή μου −μόνο ἀπό φωτογραφίες τόν ἤξερα− τόν εἶδα ὁλοζώντανο, σέ ἀπόσταση ἑνός μέτρου. Ἦταν τρεῖς ἡ ὥρα τό μεσημέρι, εἶχα πιεῖ καί ἀρκετούς καφέδες, δέν νύσταζα καί μοῦ χαμογελοῦσε. Παρατηροῦσα τίς φλέβες στό πρόσωπό του, τήν ὑγρασία στά μάτια του, νά μοῦ χαμογελᾶ καί αἰσθάνθηκα ὅτι ἐκείνη τή στιγμή κάτι πρωτόγνωρο συνέβαινε γιά μένα. Μετά ἀπό λίγο ἔπαψα νά τόν βλέπω. Ἔρχεται ἡ σύζυγός μου καί μοῦ λέει, ἔλα πᾶμε νά φύγουμε, γιατί θά πηγαίναμε στόν ἑπόμενο προορισμό μας πού ἦταν ἡ Καλαμάτα γιά διακοπές. Τῆς λέω, γυναίκα δέν θά πιστέψεις τί μοῦ συνέβη καί τῆς διηγοῦμαι τό συμβάν κρατώντας στό χέρι μου τό κομποσχοίνι.
Φύγαμε ἀπό τό Μοναστήρι χωρίς νά ποῦμε σέ κανέναν τίποτα. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τίς διακοπές, τό συζήτησα μέ κάποιον συνάδελφό μου γιατρό, πού ἦταν πολύ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἐπικοινώνησε ὁ ἴδιος μέ τό Μοναστήρι καί ἀνέφερε τό γεγονός. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι παρόλο πού ἤμουν στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί γιατρός τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου καί πολλῶν Δεσποτάδων, γιατρός καί συνεργάτης τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου πολλές φορές μέ συμβουλεύονται γιά θέματα ὑγείας, δέν ἔτυχε νά ζήσω στή ζωή μου παρόμοιο συμβάν. Καί θά πῶ ἀκόμη ὅτι γίνονται καθημερινῶς θαύματα.
Ἰσιδώρου Γαρυφαλλάκη, ἄρχοντος Δεπουτάτου Οἰκουμ. Πατριαρχείου, κατοίκου Vancouver Ἀμερικῆς Εἶχα τήν εὐλογία νά εἶμαι τόσο κοντά σέ αὐτό τό Μοναστήρι, νά γνωρίζω ἀπό πολύ-πολύ μικρό καί φτωχό παιδάκι τόν μακαριστό ἅγιο Γέροντα Ἰάκωβο, ἀφοῦ ἡ καταγωγή μου εἶναι ἀπό τό Παλαιοχώρι. Τόν ὀνομάζω «ἅγιο», γιατί τό πιστεύω. Νά εἶμαι κοντά του, νά περιμένω μιά φορά τό μήνα, πού ἐρχότανε στό ἐκκλησάκι τοῦ χωριοῦ μας νά λειτουργήσει. Δέν ἔβλεπα τήν ὥρα, δέν ἔβλεπα τήν στιγμή νά φανερωθεῖ καβάλα στό μουλάρι, νά κατέβει καί νά τρέξω νά τοῦ φιλήσω τό χέρι, νά πάρω τήν εὐλογία του. Μᾶς ἔκανε ὅλους, περισσότερο ἐμένα, μικρό παιδάκι, νά νοιώθω τόσο κοντά στόν Θεό, τόσο κοντά στήν Ἐκκλησία, μά τόσο κοντά καί σέ αὐτόν, γιατί πράγματι τόν ἔβλεπα σάν ἅγιο. Ἡ μορφή του ἦταν ἁγία.
Ἀπό τό βράδυ πού μᾶς ἔκανε τόν Ἑσπερινό, ἤθελα νά πηγαίνω στό Ἱερό, νά προσφέρω, ὅ,τι μου ἔλεγε καί ὅ,τι μποροῦσα ἐγώ νά κάνω σάν μικρό παιδάκι. Ἦταν πολύ-πολύ προσεκτικός καί πάντοτε μοῦ ἔλεγε, ὅταν θά φοροῦσε τά ἄμφια: «Ἰσίδωρε πήγαινε ἔξω». Αὐτό πράγματι μοῦ ἔχει μείνει καί δέν μπορεῖτε νά καταλάβετε τό πῶς τό νοιώθω. Τό βράδυ κοιμόταν στό σπίτι τοῦ κ. Ψαροῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας. Τήν ἄλλη μέρα ὅλοι μας περιμέναμε μέ ἀγωνία νά ἀκούσουμε τόν ἄνθρωπο αὐτόν πού τόν φιλοξένησε στό σπίτι του, νά μᾶς λέει ὅ,τι ἄκουσε ἀπό τόν Ἅγιο Ἰάκωβο, τόν παπα-Ἰάκωβο, ὅπως τόν ὀνομάζαμε τότε. Νά λέει: «Μίλαγα ἐχτές τό βράδυ, εἶχα συζήτηση μέ τόν Ἅγιο Δαυΐδ καί μοῦ ἔλεγε τί νά κάνω καί ὅλα τά πράγματα» καί ἐμεῖς μέ μεγάλη χαρά καί μέ ἀνοιχτό τό στόμα, περιμέναμε νά ἀκούσουμε τί ἀκριβῶς τοῦ ἔλεγε. Πολλά ὅμως πράγματα δέν μᾶς ἔλεγε. Μόνο γιά τήν τόσο γλυκιά του φωνή πού μιλοῦσε μέ τόν Ἅγιο καί τόν καθοδηγοῦσε γιά τήν ἑπόμενη μέρα, τί θά ἔκανε καί πῶς θά λειτουργοῦσε καί πῶς θά ἔδινε τίς εὐλογίες του.
Μετανάστευσα στήν Ἀμερική γιά μία καλύτερη ζωή. Πράγματι τό πέτυχα. Ἡ ἐπιτυχία αὐτή δέν ὀφείλεται τόσο σέ μένα, ὅσο ὀφείλεται, στήν πίστη μου καί περισσότερο στό ὅτι εἶχα πάντοτε μπροστά μου τήν μορφή τοῦ μακαριστοῦ Ἁγίου Ἰακώβου. Σκεπτόμουνα πῶς θά καλυτέρευα τή ζωή μου, πῶς θά ἔκανα μία καλή οἰκογένεια καί πῶς νά μποροῦσα στήν οἰκογένειά μου νά τούς ἔδινα τά ἀπαραίτητα. Βοηθός μου σέ κάθε προσπάθεια ἦταν ἡ πίστη μου, μά περισσότερο ὁ μακαριστός Ἅγιος Ἰάκωβος. Ἡ καθημερινή μου προσευχή εἶναι νά ἔχουμε τήν εὐλογία του. Αὐτός μᾶς ἄνοιξε αὐτόν τόν δρόμο, ὥστε σήμερα μποροῦμε καί δίνουμε ὅ,τι περισσεύματα ἔχουμε καί τό διδάσκουμε καί στήν οἰκογένειά μας καί σέ ὅλο τόν κόσμο.
Πράγματι δουλεύω σκληρά γιά τήν Ἐκκλησία μας, γιά τήν πίστη μας, γιά νά μποροῦμε νά δίνουμε, νά προσφέρουμε τά περισσεύματα αὐτά καί περισσότερα, γιατί αὐτό πάντοτε ἄκουγα ἀπό τόν μακαριστό Ἅγιο Ἰάκωβο. Ἐλεημοσύνες. Ἐλεημοσύνες. Καί ὅλοι μας αὐτό πρέπει νά κάνουμε. Ὁ Θεός, ὅπως ἔλεγε ὁ πατέρας Ἰάκωβος, μᾶς τά δίνει ὄχι μόνο διπλά καί τρίδιπλα καί παραπάνω. Ὅταν δίνουμε, δέν πρέπει νά σκεφτόμαστε ἄν ἔχουμε ἤ δέν ἔχουμε. Γιατί, ὅταν πράγματι πιστεύουμε σέ κάποιον Ἅγιο, –ὅλοι μας πιστεύουμε στόν Θεό, στήν Παναγία, στό Χριστό, ἀλλά ἐγώ ἔχω αὐτή τήν πίστη στόν πατέρα Ἰάκωβο τόν μακαριστό– καί πάντοτε ὁ Θεός καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι μά περισσότερο ὁ π. Ἰάκωβος, μοῦ βρίσκει τούς τρόπους νά προσφέρουμε καί νά δίνουμε πολλές ἐλεημοσύνες καί περισσότερο νά βοηθᾶμε τίς Ἐκκλησίες μας, τά Μοναστήρια μας, γιά νά εἶναι στερεωμένα καί νά εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας ἐδῶ γιά ἄλλα 2.500 χρόνια καί νά μή χάσουμε αὐτόν τόν πλοῦτο πού ἔδωσε ἡ Ὀρθοδοξία σέ ὅλο τόν κόσμο.
Δέν θά ξεχάσω ποτέ, μία τόσο πολύ δυνατή γροθιά πού μοῦ ἔδωσε ὁ μακαριστός, ὅταν πέρασα μιά πολύ-πολύ δύσκολη περίοδο τῆς ζωῆς μου. Ἀρρώστησα ἄσχημα, ἔκανα τέσσερα by-passes, πολύ-πολύ ἀπρόοπτα καί ἀπό τότε σκεπτόμουνα πῶς νά ξαναγυρίσω νά τόν δῶ, νά πάρω τήν εὐλογία του καί νά τοῦ ἐξηγήσω καί νά τοῦ πῶ αὐτό, τό ὁποῖο μοῦ εἶχε συμβεῖ. Ἡ ζωή μου σώθηκε, ἡ ἐγχείρηση, ὅλα πῆγαν καλά καί εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ μακαριστός ἦταν ἐκεῖ, ἦταν μαζί μου, ἤμουν στήν προστασία του, ἦταν ἀνάμεσα στούς γιατρούς. Ἴσως ἀκόμα καί νά τούς καθοδηγοῦσε καί νά τούς ἔλεγε πῶς νά φτιάξουν αὐτήν τήν καρδιά, τήν καρδιά μου. Δέν ἔβλεπα τήν ὥρα νά τόν δῶ, καί νά τοῦ ἐξηγήσω, τί πέρασα καί ὅτι εἶμαι στή ζωή.
Καί ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα μετά ἀπό ἐνάμιση χρόνο στό κελλί του μπροστά, σέ ἐκείνη τήν πορτούλα, ὁ Γέροντας μέ ἄκουσε μέ πολλή προσοχή. Προσευχήθηκε καί μέ τό δεξί του χέρι, μέ γροθιά, μέ σταύρωσε στό σημεῖο τῆς καρδιᾶς καί μοῦ εἶπε: «Νά εἶναι πάντοτε δυνατή καί νά δουλεύει». Τότε σάν ἕνα μεγάλο βάρος ἔφυγε ἀπό τό σῶμα μου καί ἔνοιωθα σάν νά πετοῦσα. Μοῦ εἶπε μέ τά πιό ἁπλά καί γλυκά λόγια, «πήγαινε παιδί μου, μέ τήν εὐχή μου καί τήν εὐλογία τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ἡ καρδιά σου εἶναι καλά». Ἔφυγα μέ κλάματα καί συγχρόνως χαρά πού ἀξιώθηκα νά δῶ τόν Γέροντα.
Πέρασαν εἴκοσι πέντε χρόνια ἀπό τότε καί πράγματι ἡ καρδιά μου δούλεψε μιά χαρά μέ τήν εὐλογία πού μοῦ ἔδωσε ὁ π. Ἰάκωβος νά μπορέσω νά κάνω ὅλες τίς προόδους τῆς ζωῆς μας μέ τίς ἐπιχειρήσεις μας, μά περισσότερο μέ τήν οἰκογένειά μας.
Πρίν δύο χρόνια πέρασα πάλι μιά περιπέτεια μέ τήν καρδιά μου, δέν σταμάτησα ὅμως οὔτε στιγμή νά προσεύχομαι στόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἕνα βράδυ παρουσιάστηκε στόν ὕπνο μου καί μοῦ λέει: «Μή φοβᾶσαι παιδί μου, ὅλα θά πᾶνε καλά».
Πράγματι ἡ οἰκογένειά μου, ἡ γυναίκα μου, μέ ἔτρεξαν στό Νοσοκομεῖο, στούς γιατρούς ὅπου διαπιστώθηκε ὅτι εἶχε κλείσει μιά ἀρτηρία καί μοῦ ἔβαλαν δυό stents. Εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ μακαριστός Γέροντας ὄχι μόνο μέ τράβηξε νά πάω στό Νοσοκομεῖο, ἀλλά ἦταν ἐκεῖ.
Εὐχαριστῶ πού μοῦ δόθηκε καί ἐμένα ἡ εὐκαιρία νά πῶ τά δύο αὐτά λόγια γιά αὐτόν τόν ἄνθρωπο, γιά αὐτόν τόν Ἅγιο, πού περιμένουμε τήν ἁγιοκατάταξή του.
Εὐστρατίας Ἐμμανουηλίδου, μητέρας τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐδ, Γέροντος Γαβριήλ Οἱ ἐμπειρίες μου ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί τόν Ἅγιο Γέροντα Ἰάκωβο εἶναι πάρα πολλές. Ἐρχόμαστε κάθε χρόνο στήν Αἰδηψό, ἀπό τό 1977, ἀλλά δέν γνωρίζαμε τό Μοναστήρι. Δέν εἶχα ἀκούσει τίποτα. Ἁπλά μία φορά πού εἶχα ρωτήσει τόν γιό μου, ποῦ πῆγε τό Σαββατοκύριακο, μοῦ εἶπε: «Πήγαμε στή Μονή τοῦ Γέροντος στήν Εὔβοια. Πήγαμε μία ἐκδρομή». Δέν μοῦ εἶπε ἀκριβῶς ποῦ πήγανε. Ἄνοιξα καί ἐγώ τόν χάρτη καί βλέπω Ἱερά Μονή Ὁσίου Δαυΐδ. Καί ὅταν μετά πάλι ἤρθαμε στήν Αἰδηψό εἶπα στίς φίλες μου καί στόν ἄντρα μου νά πᾶμε νά δοῦμε, νά γνωρίσουμε τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Καί ἦρθα μέ τίς φίλες μου.
Ὅταν ἤρθαμε, εἶδα ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι τό αὐτοκίνητο τοῦ γιοῦ μου. Κρεμόταν τό κουστούμι του στήν κρεμάστρα, ἦταν ἡ τσάντα του τοῦ γραφείου καί μόλις τά εἶδα συγκινήθηκα, ἀλλά δέν εἶπα στίς φίλες μου ὅτι εἶναι τοῦ γιοῦ μου, δέν τό ξέρανε πού ἦταν στήν Ἀθήνα. Μπήκαμε λοιπόν μέσα, προσευχηθήκαμε. Ὁ πατήρ Ἱλαρίων μᾶς πρόσφερε καφέ καί μᾶς ρώτησε ἀπό ποῦ εἴμαστε. Ὅταν τοῦ εἴπαμε ἀπό τήν Βέροια, μᾶς εἶπε: «Ἄ, ἔχουμε καί ἕναν δικηγόρο ἐδῶ πού ἡ καταγωγή του εἶναι ἀπό τήν Βέροια. Ἔρχεται Παρασκευή ἀπ’ τήν Ἀθήνα καί φεύγει Κυριακή βράδυ».
Σέ λίγο τόν βλέπω νά κατεβαίνει ἀπό τή σκάλα καί μοῦ λέει: «Μαμά τί ζητᾶτε ἐδῶ»; «Ἤρθαμε νά προσευχηθοῦμε. Νά γνωρίσουμε τό Μοναστήρι» εἴπαμε. Μᾶς πῆγε μετά στόν πατέρα Ἰάκωβο, πήραμε τήν εὐχή του, φύγαμε. Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη φορά.
Τήν ἄλλη φορά πού ξαναήρθαμε στήν Αἰδηψό, ἐπισκεφθήκαμε πάλι τό Μοναστήρι. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία καί βγήκαμε ἔξω νά πάρουμε τήν εὐχή τοῦ Γέροντα, τοῦ λέω: «Ἐμεῖς, Γέροντα, ξαναήρθαμε». Ἀπευθύνεται σέ μένα καί δείχνει μέ τό δάχτυλό του καί μοῦ λέει: «Ἐσύ παιδί μου θά ’ρθεῖς καί θά ξανάρθεις. Καί θά ξανάρθεις καί θά ξανάρθεις καί θά ξανάρθεις». Μοῦ τό εἶπε πολλές φορές κουνώντας τό δάχτυλο του. Ἡ παρέα μου καί οἱ ἄλλοι συγγενεῖς, ἄρχισαν νά φεύγουνε, ἐπειδή ὁ παππούλης τούς φάνηκε ὅτι δέν ξέρει τί λέει. Ἐγώ ὅμως ἤξερα τί ἔλεγε καί τί ἐννοοῦσε ὁ παππούλης, γιατί τό παιδί μου ἦταν ἀπό μικρό στήν Ἐκκλησία.
Ἕνα ἄλλο θαυμαστό μέ τόν πατέρα Ἰάκωβο ἔζησα μετά τήν κοίμησή του, τό 1996, πού ἐρχόμαστε γιά τήν Αἰδηψό. Ὁ πατέρας Γαβριήλ ἦταν τότε μοναχός στό Μοναστήρι καί εἶχε ἔρθει στή Θεσσαλονίκη νά πάρει κάποια βιβλία, πού εἶχαν παραγγείλει. Στό μεταξύ καί ἐμεῖς ἤμασταν ἕτοιμοι νά ἔρθουμε γιά τήν Αἰδηψό. Ὁ ἄντρας μου ἔλεγε νά πάρουμε καί τό δικό μας αὐτοκίνητο. Ἐγώ τοῦ ἔλεγα νά πᾶμε μέ τό παιδί. «Μά ἄν δέν ἔχουμε αὐτοκίνητο, πῶς θά πηγαίνουμε στό Μοναστήρι», μοῦ ἔλεγε.
Τελικά ξεκινᾶμε μέ δύο αὐτοκίνητα. Μπρός τό παιδί, πίσω ἐμεῖς. Ὁ ἄντρας μου ὁδηγοῦσε καί ἐγώ διάβαζα συνέχεια τήν Παράκληση τῆς Παναγίας, διάβαζα τήν Παράκληση τήν μικρή, τήν μεγάλη, γιατί ἦταν 13 Αὐγούστου, προπαραμονή τῆς Παναγίας. Τελείωνε ἡ μικρή, διάβαζα τή μεγάλη. Διάβαζα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, διάβαζα... Ὅ,τι προσευχές ὑπῆρχαν τίς διάβαζα σέ ὅλη τήν διαδρομή, σάν νά εἶχα ἔτσι ἕναν φόβο. Φτάνοντας κοντά στήν Λάρισα, μπαίνει μία μέλισσα στό αὐτοκίνητο. Ὅπως ἤμουνα σκυμμένη καί διάβαζα δέν κατάλαβα πού μπῆκε ἡ μέλισσα. Κάνει ὁ ἄντρας μου νά τήν διώξει καί φεύγει τό τιμόνι ἀπό τά χέρια του καί χτυπᾶμε σέ μία κολώνα τῆς ΔΕΗ. Ἔσπασε ἡ κολώνα καί ἔπεφτε πάνω μας. Τά αὐτοκίνητα στό δρόμο ἦταν πολλά. Ἔφτασε μέχρι τή μέση ἡ κολώνα καί ἕνα χέρι θαρρεῖς τήν πῆρε, ὄχι θαρρεῖς, τήν πῆρε πράγματι καί τήν πέταξε στά χωράφια. Τότε ἄρχισε ὁ κόσμος νά φωνάζει. Αὐτό καί ἄν δέν εἶναι θαῦμα! Ἀντί νά πέσει πρός τό δρόμο καί ἐπάνω μας, ἔπεσε στήν ἀντίθετη πλευρά.
Ὁ π. Γαβριήλ πού ἦταν μπροστά, μόλις εἶδε μιά σκόνη στόν καθρέφτη τοῦ αὐτοκινήτου τῆς Μονῆς πού ὁδηγοῦσε, κατάλαβε ὅτι κάτι συνέβη, πῆγε δεξιά, ἄφησε τό αὐτοκίνητό του στήν ἄκρη καί ὅταν ἦρθε. Τί νά δεῖ! Τό αὐτοκίνητό μας εἶχε γίνει πίτα καί ἐγώ μέσα. Μόλις ἦρθε καί μέ εἶδε, ἐκείνη τήν στιγμή ἄσπρισαν τά γένεια του, ἄρχισε νά κλαίει. Τοῦ λέω, μήν κλαῖς, δέν ἔχω τίποτα, γιατί κλαῖς; Μήν στενοχωριέσαι, δέν ἔχω τίποτα. Τό αἷμα εἶχε πλημμυρίσει τό αὐτοκίνητο, ἀλλά ἐγώ ἦταν ζεστό τό πόδι μου καί δέν καταλάβαινα τίποτα καί ἔβλεπα πού ἔκλαιγε τό παιδί καί στενοχωριόμουνα, γιατί ἔκλαιγε. Τό πόδι μου εἶχε γίνει θρύψαλα. Ἀπό κεῖ δέν κατάλαβα πῶς μέ βάλανε στό ἀσθενοφόρο. Φύγαμε κατευθείαν γιά τό Νοσοκομεῖο τῆς Λάρισας. Ὁ πατήρ Γαβριήλ τότε καθόταν στό σαλόνι, ἐγώ στό χειρουργεῖο καί ἔλεγε: «Ἄχ Θεέ μου, ἄχ πάτερ Ἰάκωβε, κάνε ἕνα θαῦμα νά μήν πεθάνει ἡ μάνα μου. Τί θά κάνω; Εἶμαι καί μόνος μου ἐδῶ. Κάνε ἕνα θαῦμα πάτερ Ἰάκωβε, κάνεις τόσα θαύματα».
Ὅταν βγῆκα ἀπό τό χειρουργεῖο, ἀφοῦ μέ βάλανε στό κρεββάτι, μετά ἀπό κάποιες ὧρες ἄρχισα σιγά-σιγά νά συνέρχομαι. Κάποια στιγμή βλέπω ἦρθε ὁ γιός μου ὁ μεγάλος μέ τή νύφη μου. Ἄρχισα νά συνέρχομαι καί λέω τῆς νύφης μου:
«Σοφία, ποιοί καλόγεροι εἶναι αὐτοί πού εἶναι κάτω στά πόδια μου καί ἐδῶ δίπλα μου δεξιά;» Καί μοῦ λέει, «Τί καλόγεροι;».
«Ὁ γιός σου ὁ καλόγερος εἶναι, δεξιά δέν ὑπάρχει ἄλλος καλόγερος». «Πῶς δέν ὑπάρχει» τῆς λέω. «Κάθεται στό σκαμνάκι καί ἔχει σταυρωμένα τά χέρια του». Πάλι ἐπιμένει, «κάτω εἶναι ὁ γιός σου, ὁ πατήρ Γαβριήλ. Δεξιά δέν ὑπάρχει». Ἐπειδή τά μάτια μου ἦταν ἀκόμα κλειστά δέν μποροῦσα νά δῶ καθαρά. Μόλις συνῆλθα λιγάκι ἀκόμα, τῆς λέω: «Νά! εἶναι ὁ πατήρ Ἰάκωβος». Ἀκουμποῦσε τό χέρι μου, πρίν ἦταν στό κενό, δέν εἶχε δίπλα κάτι, καί μετά ἀκουμποῦσε πάνω στόν ὦμο του τό χεράκι μου. Καί εἶχε σταυρωμένα τά χέρια του. Μέχρι τό πρωί ἤτανε δίπλα μου. Μέχρι τό πρωί.
Ἀλλά καί ὅταν ὁ πατήρ Γαβριήλ εἶπε, «πατέρα Ἰάκωβε σέ παρακαλῶ κάνε ἕνα θαῦμα», μετά ἀπό λίγη ὥρα ἦρθε ἕνας Ἱερομόναχος στό νοσοκομεῖο καί τοῦ λέει, «πατέρα Γαβριήλ μέ λένε πατέρα Ἰάκωβο. Μέ πῆραν τηλέφωνο ἀπό τό Μοναστήρι. Ὁ,τιδήποτε χρειάζεσαι ἐγώ εἶμαι ἐδῶ. Μή στενοχωριέσαι. Ἐγώ πῆρα τό ὄνομα πρός τιμήν τοῦ Γέροντος Ἰακώβου καί τώρα εἶμαι ἐδῶ στή Μελίτη σέ ἕνα χωριό, σέ μία ἐνορία. Μήν στενοχωριέσαι καθόλου». Καί ἐκεῖ πού ἔλεγε τό παιδί μου, δέν ἔχω κανέναν καί δέν γνωρίζω κανέναν, γέμισε τό Νοσοκομεῖο ἀπό κόσμο. Καλογριές, καλόγεροι, ἦρθε πολύς κόσμος καί πολύ μᾶς βοήθησαν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλά πρῶτα ἀπό ὅλα ὁ Γέροντας Ἰάκωβος. Μέχρι τό πρωί καθόταν δίπλα μου ὁ Γέροντας. Καί τόν ἔβλεπα καθαρά-καθαρά, γιατί μετά εἶχα συνέλθει ἀπό τήν νάρκωση.
Μετά τό τροχαῖο αὐτό, πῆγα στή Βέροια. Ἐκεῖ μέ βάλανε τρεῖς μῆνες στό γύψο, ἀπό τόν Αὔγουστο μέχρι τό Νοέμβριο. Τελικά χρειάστηκε νά ξανακάνω κι ἄλλο χειρουργεῖο. Βγάλαμε τό γύψο καί ἦταν νά χειρουργηθῶ στίς 21 Νοεμβρίου. Ἀπό τίς 13 Αὐγούστου ξαναχειρουργήθηκα τελικά στίς 20 Νοεμβρίου. Ἔρχεται ὁ Διευθυντής τοῦ χειρουργείου καί μοῦ λέει, «κυρία Ἐμμανουηλίδου, ἦταν νά χειρουργήσουμε τό πόδι σας στίς 21», τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου ἦταν νά χειρουργηθῶ, «ἀλλά αὐτά τά ὑλικά πού χρειαζόμασταν δέν ἦρθαν σωστά καί θά κατέβω ὁ ἴδιος στή Θεσσαλονίκη νά τά πάρω καί θά σᾶς χειρουργήσουμε στίς 20». «Ὅ,τι πεῖτε γιατρέ». Ἀπό μέσα μου ὅμως χάρηκα. Λέω καλύτερα στίς 20, στίς 21 εἶναι καί τῆς Παναγίας.
Τέλος πάντων πῆγε ὁ γιατρός, ἔφερε τά ὑλικά ὅλα, τό βράδυ μοῦ λέει: «Νά σᾶς ἐξηγήσω τί θά κάνουμε αὔριο»; Λέω,
«γιατρέ ὄχι». «Γιατί», μοῦ λέει; «Ἔχεις ἐμπιστοσύνη»; Λέω,
«ἔχω μεγάλη ἐμπιστοσύνη πρῶτα στόν Θεό, στόν Ὅσιο Δαυΐδ, στόν πατέρα Ἰάκωβο καί μετά γιατρέ καί σέ σᾶς». «Τό βλέπω παιδί μου», λέει. Τήν ἄλλη μέρα μέ βάλανε στό χειρουργεῖο, ἀφοῦ χειρουργήθηκα καί μέ βγάλανε, νά καί οἱ Πατέρες. Ὁ Γέροντας Κύριλλος, ὁ π. Σεραφείμ καί ὁ γιός μου ὁ π. Γαβριήλ. Ἦταν νά πᾶνε στήν Κομοτηνή 21 Νοεμβρίου, τούς εἶχε προσκαλέσει ὁ Δεσπότης ἐκεῖ γιά νά πᾶνε μέ τήν ἁγία Κάρα γιά εὐλογία, καί πέρασαν ἀπό τήν Νάουσα πρῶτα νά μέ δοῦν. Ἤξεραν ὅτι τήν ἄλλη μέρα θά χειρουργηθῶ, ἀλλά ὅταν ἦρθαν ἤδη ἤμουν στό χειρουργεῖο. Ὅταν μέ βγάλανε ἀπό τό χειρουργεῖο, μέ βάλανε στό κρεββάτι, περίμεναν λίγο νά συνέλθω. Ἀφοῦ σιγά-σιγά εἶχα ἀρχίσει νά συνέρχομαι, μέ σκουντάει ὁ πατήρ Κύριλλος καί μοῦ βάζει τήν ἁγία Κάρα στό στῆθος καί μοῦ λέει «Ξύπνα κυρα-Εὐστρατία νά προσκυνήσεις τόν Ὅσιο Δαυΐδ». Ἐγώ δέν καταλάβαινα. Μετά πάλι ἀπό λίγη ὥρα τό ἴδιο καί τοῦ λέω μέσα ἀπό τό θολωμένο ἀκόμη μυαλό μου, πού δέν εἶχα ξυπνήσει καλά. «Τώρα ἦταν ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μέσα στό χειρουργεῖο μαζί μέ τόν πατέρα Ἰάκωβο». Καί μοῦ εἶπε ὁ πατήρ Ἰάκωβος, «κυρα-Εὐστρατία, κάτι δέν πῆγε καλά καί ἤρθαμε νά βοηθήσουμε μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ μέσα στό χειρουργεῖο». Πέρασαν τόσα χρόνια καί δέν θά ξεχάσω τήν φωνή του. Ἀκόμα τό θυμᾶμαι σάν νά ἦταν πρίν ἀπό δύο ὧρες. Θυμᾶμαι τήν φωνή του. Ἦταν ἑπτά χειροῦργοι μέσα ὀρθοπεδικοί, ἀναισθησιολόγοι. Ἦταν σέ πολύ κακή κατάσταση τό πόδι μου, ἀλλά ὁ πατήρ Ἰάκωβος καί ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μέ κάνανε καλά καί περπάτησα.
Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος μᾶς πῆρε τηλέφωνο τό βράδυ ὁ γιός μου καί λέει: «Κοιμήθηκε ὁ πατήρ Ἰάκωβος». Καί ἐμεῖς ἐκείνη τήν μέρα εἴχαμε μαστόρους, κάτι διορθώναμε στό ἐξοχικό σπίτι στό χωριό. Τό καλοκαίρι πάντα πηγαίνουμε στό χωριό καί ἦταν ἀδύνατον νά τούς ἀφήσουμε τούς μαστόρους. Λέει ὁ ἄντρας μου, ἐγώ δέν μπορῶ νά ’ρθῶ, ἐσύ πάρε μία φίλη σου καί πήγαινε. Παίρνω τή μία, «ἄχ ἔχω τό μωρό». Παίρνω τήν ἄλλη, «τώρα μοῦ τό λές, τέτοια ὥρα;». Παίρνω μία ἄλλη συνάδελφο τοῦ ἄντρα μου καί τῆς λέω, αὐτό καί αὐτό. «Ἔρχομαι, μοῦ λέει, ἄν καί ἔχουμε Συμβούλιο, ἔρχομαι». Ξεκινᾶμε 10:30΄ ἀπό τή Βέροια καί στό δρόμο ἀρχίσαμε, βλέπαμε μῆλα, ἀγοράζαμε μῆλα, βλέπαμε φοῦρνο, παίρναμε ψωμιά, χασομερούσαμε καί λέγαμε, ἄχ Θεέ μου, νά προλάβουμε, παρόλο πού χασομερᾶμε, νά προλάβουμε τό καράβι. Καί νά προλάβουμε καί τήν κηδεία. Σέ ὅλη τήν διαδρομή καί ἐγώ προσευχόμουν καί αὐτή προσευχότανε, γιατί ἀγαποῦσε πολύ καί αὐτή τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ὅταν τήν πρωτοέφερα στό Μοναστήρι, ἔλεγε: Σέ παρακαλῶ, θέλω νά δῶ τόν πατέρα Ἰάκωβο. Καί ὅταν τόν εἶδε, λέει: «Θέλω πατέρα Ἰάκωβε νά γίνω μοναχή». Καί τῆς λέει «Παιδί μου, ὄχι μόνο νά γίνεις, νά ἁγιάσεις κιόλα». Καί ὕστερα πού πῆρε τή σύνταξή της, ἔγινε μοναχή, τώρα εἶναι στόν Καρέα καί εἶναι ἡ ἀδελφή Φιλοθέη. Ὅταν φτάσαμε στίς Ροβιές καί μετά, θαρρεῖς μέ ἕνα συρματόσχοινο τραβοῦσε κάποιος τό αὐτοκίνητο καί δέν καταλάβαινα. Πετοῦσε. Ὄντως προλάβαμε, τήν κηδεία.
Στό Μοναστήρι δέν εἶχε μέρος νά βάλουμε τό αὐτοκίνητο. Βελόνα νά ἔριχνες, δέν ἔπεφτε ναί, δέν ἔπεφτε. Καί θέλω νά πῶ, παρακαλοῦσα, πάτερ Ἰάκωβε, Ὅσιέ μου Δαυΐδ, νά προλάβουμε τήν κηδεία, νά προλάβουμε πάτερ Ἰάκωβε καί προλάβαμε χωρίς νά καταλάβουμε τίποτα.
Μετά ἤρθαμε στά σαράντα. Ὅταν ἤρθαμε στά σαράντα, τό βράδυ χιόνισε. Τά αὐτοκίνητά μας τό πρωί δέν τά βρίσκαμε, δέν ξέραμε ποιό εἶναι τό αὐτοκίνητό μας. Ἀνοίγαμε μέ τά χέρια τό χιόνι γιά νά δοῦμε ποιό εἶναι τό αὐτοκίνητο. Τέλος πάντων, ἀφοῦ τό βρήκαμε, φύγαμε, πήγαμε στή Βέροια, Μετά δύοτρεῖς ἡμέρες ἄρχισε νά χιονίζει καί ἐκεῖ. Βγῆκα στό μπαλκόνι, ὅταν εἶδα τό χιόνι, Πώ-πώ-πώ, λέω, Θεέ μου! Τώρα θά πέσουν οἱ σκεπές στό Μοναστήρι, γιατί ἦταν πολύ παλαιές. Θά ρίξει καί ἄλλο χιόνι ἐκεῖ, θά πέσουν οἱ σκεπές...Ἦταν μές στήν καρδιά τοῦ χειμώνα. Βγῆκα στό μπαλκόνι, μπαίνω μέσα, κλαίω, κλαίω ἀσταμάτητα. Ἄχ τί ἔγινε Θεέ μου, τόσο χιόνι! Κάποια στιγμή μέ πῆρε ὁ ὕπνος, κοιμήθηκα. Βλέπω στόν ὕπνο μου ὅτι βρίσκομαι στόν Ὅσιο Δαυΐδ, ὅτι εἶμαι μπροστά στήν Εἰκόνα του καί μέ κοίταζε καί μοῦ μιλοῦσε καί ἐγώ τοῦ μιλοῦσα. Ἀκούω ἕνα τράκ, τράκ, τράκ, τράκ. Γυρίζω, τί νά δῶ; Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἄδεια καί ὁ πατήρ Ἰάκωβος εἶχε ἕνα μεγάλο σταυρό στά χέρια του καί σταύρωνε ἀπ’ ἔξω τήν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας. Λέω, Θεέ μου, ὁ πατήρ Ἰάκωβος, καί μοῦ λέει, «τί κάνεις, γιατί κλαῖς; Ἐγώ ἐδῶ εἶμαι, ἐγώ τούς σταυρώνω, μήν στενοχωριέσαι». Καί μέ παρηγόρησε ὁ πατήρ Ἰάκωβος. Τήν ἄλλη μέρα πῆρα τηλέφωνο στό Μοναστήρι, μήν στενοχωριέσαι μοῦ λένε, ὁ Γέροντας Κύριλλος καί πατήρ Ἀλέξιος ξεχιόνισαν τά κεραμίδια.
Καί μία ἄλλη φορά πάλι πού εἴχαμε ἔρθει μέ τόν σύζυγό μου, τότε πού ζοῦσε ὁ π. Ἰάκωβος καί θά φεύγαμε ἄρχισα νά κλαίω. Καί μοῦ λέει, «μήν κλαῖς παιδί μου, ἡ μεγαλύτερη ἀρρώστια εἶναι ἡ στενοχώρια». Καί κάτι ἄλλο, πού δέν θά τό ξεχάσω καί αὐτό ποτέ. Το 2014 ἤμουν ἐδῶ στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ἄκουσα τή φωνή τοῦ Γέροντα. Ἄκουσα τή φωνή του καί πετάχτηκα ἔξω στό μπαλκόνι, μισοκοιμισμένη, μισοξύπνια. Βγαίνω στό μπαλκόνι καί ἀκούω νά βηματίζει κάτω ἀπό τό μπαλκόνι, γρήγορα, γρήγορα καί νά λέει «Τοῖς μισοῦσιν καί ἀδικοῦσιν Κύριε, συγχώρησον. Τοῖς μισοῦσιν καί ἀδικοῦσιν ἡμᾶς Κύριε, συγχώρησον». Δέκα φορές, δεκαπέντε φορές. – Εἶχα στενοχωρηθεῖ γιά κάτι ἐκείνη τήν ἡμέρα, πάρα πολύ εἶχα στενοχωρηθεῖ–. Καί ἐγώ νά κάθομαι σάν ἕνα ἄγαλμα καί νά ἀκούω τή φωνή του καί νά θέλω νά σκύψω καί νά μήν μπορῶ νά σκύψω. Καί μετά ἀπό λίγο χάθηκε ἡ φωνή του. Ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπ’ τόν τάφο του κάτω στό μπαλκόνι ἐδῶ. Κάθε φορά πού βγαίνω ἔξω στό μπαλκόνι, νομίζω ὅτι θά ἀκούσω πάλι τήν φωνή του.
Ροδοθέας Γιάλουρου, κατοίκου Λευκωσίας Κύπρου Πρός τό τέλος του 1993, μέχρι τό ἔτος 2007, ὁ σύζυγός μου χωρίς λόγο, ξαφνικά, ἔπεσε σέ βαριά κατάθλιψη, μέ ἀποτέλεσμα νά καταστεῖ ἀνάπηρος ψυχικά, σωματικά καί πνευματικά καί νά περιέλθει σέ ἀθλιωτάτη κατάσταση. Ἦταν ἕνας σκελετός. Ἡ δοκιμασία αὐτή κράτησε σχεδόν δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια, χωρίς νά μποροῦν οἱ γιατροί νά κάμουν ὁ,τιδήποτε γιά νά τόν βοηθήσουν νά καλυτερεύσει ἡ κατάστασή του. Κατά τήν διάρκεια τῆς δοκιμασίας αὐτῆς μᾶς εἶχαν ἐγκαταλείψει ὅλοι καί ἤμασταν μόνοι. Ἀγωνιστήκαμε μαζί, ἐκεῖνος μέ τήν ἀξιοθαύμαστη ὑπομονή του καί ἐγώ μέ τήν ἀκλόνητη πίστη μου στόν Ἅγιο Θεό, παρακαλώντας Τον, μέσω τῆς Ἁγίας Θεοτόκου καί τοῦ Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη νά συντομεύσει αὐτή τή δοκιμασία, γιά νά γίνει καλά. Ὅλα αὐτά τά χρόνια, παρά τό γεγονός ὅτι εἴχαμε καί πολλές ἄλλες σοβαρές δοκιμασίες, δέν ἀμφιβάλλαμε, οὔτε ἀνησυχούσαμε γιά τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς κατάστασης, διότι ὁ Ἅγιος Σιλουανός εἶπε, «πάσχουμε μόνο μέχρι νά ταπεινωθοῦμε καί μετά οἱ θλίψεις αὐτόματα ἐξαφανίζονται» Ὅποιος καταφεύγει μέ πίστη στόν Ἅγιον Θεόν, εἶναι ἀδύνατον νά φύγει ἀπό κοντά του ντροπιασμένος.
Καί πράγματι ἕνα ἀπόγευμα, τόν Ἰούνιο τοῦ 2007, ἐνῶ ὁ σύζυγός μου ἐκοιμᾶτο, τόν ἐπισκέφθηκε ὁλοζώντανος ὁ Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης καί τοῦ εἶπε· «Ἐπαμεινώνδα αὐτά ὡς ἐδῶ. Ἡ δοκιμασία σου τελείωσε, σήκω ἐπάνω, δέν ἔχεις ἀπολύτως τίποτα. Εἶσαι ὑγιής». Καί ἀμέσως σηκώθηκε ἀπό τό κρεββάτι χαρούμενος καί γεμάτος συγκίνηση, ἦρθε καί μοῦ εἶπε τό θαῦμα. Τόν ρώτησα, «ποιός εἶναι αὐτός ὁ Γέροντας πού παρουσιάστηκε μπροστά σου;». Καί μοῦ λέει, «δέν γνωρίζω. Φέρε μου φωτογραφίες τῶν Ἁγίων πού ἔχεις, νά σοῦ δείξω». Ἐγώ ταπεινοφρόνως ὁμιλοῦσα, ἔχω γύρω στά διακόσια εἰκονίσματα στό σπίτι μου. Τά ἔφερα ὅλα. Δέν τόν ἔβρισκε, πουθενά. Τότε τοῦ παρουσίασα ἕνα βιβλίο πού ἔχει τίς φωτογραφίες τοῦ Γέροντα καί μόλις τόν εἶδε, ἄρχισε νά κλαίει καί μοῦ λέει χαρούμενος «Αὐτός εἶναι. Αὐτός εἶναι». Πρέπει ὁπωσδήποτε, τοῦ εἶπα, νά ἐπισκεφθοῦμε τόν Γέροντα πάνω στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί μοῦ εἶπε, ἀμέσως.
Τότε ἀρχίσαμε τά προσκυνηματικά ταξίδια. Δοκιμάσαμε τρεῖς φορές νά ’ρθοῦμε πάνω στό Μοναστήρι. Λόγω δυσκολιῶν τῆς συγκοινωνίας, δέν τά καταφέραμε. Τήν πρώτη καί δεύτερη φορά πήγαμε μόνο μέχρι τόν Ὅσιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο καί τήν τρίτη φορά τά καταφέραμε. Συνάντησα τόν Μοναχό Παῦλο, τοῦ διηγήθηκα τό θαῦμα καί μοῦ εἶπε, πράγματι παιδί μου αὐτό εἶναι θαῦμα καί ὅταν πᾶς στήν Κύπρο, σέ παρακαλῶ νά μᾶς τό γράψεις γιά νά τό βάλουμε στό βιβλίο τοῦ Γέροντα πού ἐκδίδει ἡ Μονή μας. Ἔτσι καί ἔκανα. Στίς 6 Ὀκτωβρίου τοῦ 2009 ἔστειλα τήν ἐπιστολή.
Δοξάζουμε ὅλοι μας καί εὐχαριστοῦμε τόν Ἅγιον Θεό, διότι ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ὁ σύζυγός μου ἄρχισε νά ξαναβρίσκει τόν ἑαυτόν του καί νά ἐπανέρχεται στήν φυσιολογική του ζωή. Σήμερα ζοῦμε μία φυσιολογική ζωή, γυρίζουμε τόν κόσμο, κάνουμε προσκυνηματικές ἐκδρομές στά ἱερά μας προσκυνήματα καί παρακαλοῦμε τόν Γέροντα καθημερινῶς νά βοηθάει καί ὅλους τούς ἀδελφούς μας, πού δοκιμάζονται, γιατί τά θαύματα τῶν Ἁγίων στήν ἐποχή αὐτή τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἀμετανοησίας πού ζοῦμε, εἶναι δῶρον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ πολυτιμώτατον καί ἐκδήλωση τοῦ ἐλέους Του σέ ὅλους ἐμᾶς τούς ἀνάξιους δούλους Του.
Ἐκφράζουμε καί πάλι τίς θερμές μας εὐχαριστίες καί τήν εὐγνωμοσύνη μας μέσα ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας στούς Ἁγίους τῆς Εὔβοιας, πού εἶναι φίλοι καί συμπαραστάτες μας καί κυρίως στόν μακαριστό Γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη καί θά τούς τιμοῦμε σέ ὅλη μας τή ζωή. Ὁ Κύριος εἶναι καί παραμένει στοργικός Πατέρας. Δέν ἐγκαταλείπει ποτέ τά παιδιά του. Ἀκόμα καί ὅταν νομίζει κανείς ὅτι ἐγκαταλείφθηκε ἐντελῶς ἀπό τήν Θεία Χάρη. Ὁ Κύριος βρίσκεται πάντα δίπλα του καί ἐπεμβαίνει, ὅταν χρειαστεῖ. Τόν σύζυγό μου τόν ἀνέστησε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ ὁποῖος ἦρθε ὁλοζώντανος μπροστά του. Δέν ἦταν κάτι τῆς φαντασίας του. Εἶναι πραγματικό, εἶναι ἕνα θαῦμα.
Ἑλένης Θεοδοσοπούλου, Καθηγήτριας Χειρουργικοῦ-Νοσηλευτικοῦ τομέως Ἰατρικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἤμουν εἴκοσι ὀκτώ χρόνων, ὅταν εἶχε διαγνωσθεῖ καρκίνος στόν θυρεοειδῆ μου ἀδένα. Χειρουργήθηκα ἄμεσα στό τότε Νοσοκομεῖο τῶν κληρικῶν τό Ν.Ι.Κ.Ε. Μᾶς ἐνημερώσανε ὅτι εἶχα καρκίνο στόν θυρεοειδῆ καί μάλιστα ὑπήρχανε καί μεταστάσεις. Δέν ἀναλάμβανε κανείς στήν Ἑλλάδα νά μέ χειρουργήσει ξανά, ὁπότε ἀπευθυνθήκαμε στήν Ἀμερική στήν Mayo Clinic στή Μινεσσότα καί συγκεκριμένα στό Ρότσεστερ τῆς Ἀμερικῆς.
Ὄντως, ὁ χειρουργός Βάν Χέντερ, ὁ καλύτερος στόν κόσμο σέ αὐτόν τόν τομέα, ἀνέλαβε τή χειρουργική ἐπέμβαση. Εἴχαμε ὅμως τήν ἀτυχία νά εἶναι οἱ τράπεζες κλειστές λόγω ἀπεργιῶν καί μάλιστα γιά ἕνα μήνα στήν ἀλλαγή τοῦ χρόνου 1986-1987 καί δέν μπορούσαμε νά βγάλουμε χρήματα. Μαζέψαμε ἀπό συγγενεῖς κάποιο ποσό, τό ὁποῖο ὅμως δέν ἐπαρκοῦσε γιά τίς ἀνάγκες.
Ὅταν πῆγα στό Νοσοκομεῖο νά πάρω κάποιες ἐξετάσεις καί ὅ,τι ἄλλο χρειαζόταν γιά νά τίς πᾶμε στήν Ἀμερική, συνάντησα μία μοναχή, ἡ ὁποία ἦταν στόν τέταρτο ὄροφο τοῦ Νοσοκομείου καί ἤθελε νά σέ δεῖ. Μοῦ εἶπε, πρίν φύγω γιά τήν Ἀμερική, νά πᾶμε μέ τόν σύζυγό μου, τόν Γιάννη, σέ ἕνα Μοναστήρι, στή Βόρεια Εὔβοια, τόν Ὅσιο Δαυΐδ, ὅπου εἶναι ἕνας Γέροντας, ὁ πατέρας Ἰάκωβος.
Ὁ Γιάννης, δέν ἦταν ἰδιαίτερα πρόθυμος νά ἀνέβουμε στό Μοναστήρι, γιατί ὁ χρόνος πού θά φεύγαμε γιά τήν Ἀμερική ἦταν πολύ λίγος, ἀλλά τελικά πείστηκε. Μέ τό λεωφορεῖο πήγαμε μέχρι τίς Ροβιές καί στή συνέχεια ἀνεβήκαμε στόν Ὅσιο Δαυΐδ μέ ταξί, τό ὁποῖο θά μᾶς περίμενε, διότι ἐκεῖνο πού θά κάναμε ἦταν νά διαβάσει κάποια εὐχή ὁ πατέρας Ἰάκωβος καί στή συνέχεια νά φύγουμε. Ὑπῆρχε ὅμως πάρα πολύς κόσμος, περίπου σαράντα ἄτομα, πού περιμένανε νά δοῦν τόν πατέρα Ἰάκωβο.
Σέ ἐκείνη τήν φάση ἔρχεται ὁ πατέρας Ἀλέξιος, ὁ ὁποῖος εἶπε στόν Γιάννη: «Κύριε ἤρθατε νά δεῖτε τόν πατέρα Ἰάκωβο;» Τοῦ λέει ὁ Γιάννης «Ναί, ἀλλά θέλω νά τόν δῶ, ὅσο γίνεται πιό γρήγορα, γιατί περιμένει ἔξω τό ταξί». Τοῦ λέει: «Κοιτάξτε νά δεῖτε. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος περιμένει νά δεῖ τόν πατέρα Ἰάκωβο, ὁπότε θά πρέπει νά περιμένετε. Θέλετε νά σᾶς δώσουμε ἕνα κρεββάτι, νά ξαπλώσετε; Θέλετε νά σᾶς δώσουμε κάτι νά τσιμπήσετε κ.τ.λ.;». «Ὄχι. Ἐγώ θέλω νά δῶ τόν πατέρα Ἰάκωβο», τοῦ λέει ὁ Γιάννης, σέ ἔντονο ὕφος. Ὁπότε βγαίνει ὁ πατέρας Ἰάκωβος καί λέει χωρίς νά μᾶς γνωρίζει: «Γιάννη, σέ παρακαλῶ ἔλα μέσα». Κοιταχτήκαμε γιά μία στιγμή καί λέμε δέν εἶναι δυνατόν! Κανείς δέν εἶχε πεῖ τό ὄνομά του. Πρώτη φορά ἀνεβαίναμε στό Μοναστήρι. Καί ξανά πάλι ὁ πατέρας Ἰάκωβος τοῦ λέει: «Γιάννη, σέ παρακαλῶ ἔλα μέσα. Σέ σένα μιλάω».
Πῆγε, κάθισε, συζήτησε μαζί του γιά περίπου μία μιάμιση ὥρα. Ὁ πατέρας Ἰάκωβος, τοῦ λέει: «Σέ παρακαλῶ Γιάννη, κάνε ὑπομονή, ἔχει ὁ Θεός», τό εἶπε ξανά καί ξανά, ὁπότε κάποια στιγμή ὁ Γιάννης τοῦ λέει: «Μά τί μοῦ λέτε πατέρα Ἰάκωβε; Ἔχει ὁ Θεός; Τί ἔχει ὁ Θεός; Ὅταν ἡ κόρη μας θά εἶναι ὀκτώ ἐτῶν θά γνωρίσει τή μαμά της μέσα ἀπό τίς φωτογραφίες. Καί ἐσεῖς μοῦ λέτε ἔχει ὁ Θεός; Καί ὅταν τό προσδόκιμο ἐπιβίωσης μέ βάση αὐτά, τά ὁποῖα μᾶς λένε οἱ γιατροί, εἶναι τό πολύ τρία χρόνια. Δέν μπορῶ νά ἀκούω ὅτι ἔχει ὁ Θεός. Ἄν εἶχε ὁ Θεός δέν θά ἔφερνε αὐτό τό πράγμα πού ζοῦμε σήμερα». Ἐκείνη τήν ὥρα σηκώθηκε ὁ Γέροντας καί τοῦ ἔπιασε τό χέρι, τόν κοίταξε μέσα στά μάτια καί τοῦ εἶπε: «Ἄκου νά σοῦ πῶ Γιάννη. Ἡ Ἑλένη δέ θά πεθάνει ἀπό αὐτό». Καί πάλι ὁ Γιάννης τοῦ εἶπε: «Ἐντάξει τί θά μοῦ λέγατε; Θέλετε νά μοῦ κάνετε τήν καρδιά». Καί τοῦ εἶπε: «Γιάννη αὐτό πού σοῦ λέω». Πιό ἐπιτακτικά. «Ἡ Ἑλένη δέν θά πεθάνει ἀπό αὐτό. Θά πᾶτε στήν Ἀμερική, θά γίνει ἡ ἐπέμβαση καί θά τά ξαναποῦμε. Θά γυρίσετε πάλι ἐδῶ».
Αὐθημερόν κατεβήκαμε στήν Ἀθήνα. Κοιμηθήκαμε τό βράδυ καί ἀπό ἕνα σημεῖο στό σπίτι, στό ὁποῖο εἴχαμε κάποια εἰκόνα, στίς ἕξι ἡ ὥρα τό πρωί ἔνοιωσα νά μέ χτυπᾶνε τρεῖς μεγάλες σταγόνες στό σημεῖο πού εἶχα τό πρόβλημα καί ξύπνησα. Ἐκείνη τήν ὥρα βλέπω ἀπό τήν εἰκόνα νά ἔρχεται ἕνα λευκό φῶς, λευκό-θαλασσί κάπως ἔτσι ἤτανε, δέν μπορῶ νά τό ἀποδώσω ἀκριβῶς πῶς ἤτανε καί μέσα σέ αὐτό τό φῶς, νά ὑπάρχει ἕνας σταυρός γεμάτος μέ φωτεινές πέτρες, σάν διαμάντια. Καί αὐτός ὁ σταυρός ἦρθε καί κάθισε πάνω στό σημεῖο, πού εἶχα τό πρόβλημα. Ἐκείνη τήν ὥρα, καθιστή πλέον, ξύπνια στό κρεββάτι τό ἔβλεπα αὐτό, ἔλεγα, Θεέ μου, Θεέ μου!!! Τότε ὁ Γιάννης ξύπνησε καί λέει: «Ἑλένη εἶσαι καλά»; Νομίζοντας ὅτι «τά εἶχα χαμένα» μέ τήν ὅλη ἱστορία, ἡ ὁποία συνέβαινε καί τοῦ εἶπα: «Σέ παρακαλῶ Γιάννη, κλεῖσε τό φῶς, γιατί θέλω νά τό ξαναδῶ».
Βέβαια ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο δέν τό εἶδα ξανά αὐτό.
Σηκωθήκαμε καί μετά ἀπό λίγο χτυπάει τό τηλέφωνο. Εἴχαμε προσπαθήσει νά βάλουμε ὅ,τι γνωστούς εἴχαμε προκειμένου νά μπορέσουμε νά βγάλουμε κάποια χρήματα ἀπό τήν τράπεζα. Μᾶς εἴπανε λοιπόν. «Θά πᾶτε στή συγκεκριμένη τράπεζα καί θά πάρετε ὅσα χρήματα ἔχετε ἀνάγκη». Ὄντως, πήραμε τά χρήματα πού εἴχαμε ἀνάγκη γιά νά πᾶμε στήν Ἀμερική.
Μοῦ ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καί στήν Ἑλλάδα καί στήν Ἀμερική. Μᾶς πῆρε τηλέφωνο ἡ γραμματέας ἀπό τό γραφεῖο τοῦ Βάν Χέντερ, νά μᾶς πεῖ ὅτι «ξέρουμε ποιά εἶναι ἡ κατάσταση στήν Ἑλλάδα, μήν τό σκέφτεστε, δέν θά πᾶμε τό ἑπόμενο ραντεβού ἕξι μῆνες μετά, μπορεῖτε νά ἔρθετε, ὅποτε θέλετε, ὅποτε ἐσεῖς τακτοποιηθεῖτε». Λοιπόν λύθηκε καί ἀπό ἐκεῖ τό θέμα καί τῆς εἴπαμε ὅτι εἴμαστε ἕτοιμοι, ὅπως εἴχαμε συμφωνήσει θά ’ρθοῦμε τήν Κυριακή, προκειμένου νά προχωρήσουμε γιά ἐξετάσεις καί στή συνέχεια νά γίνει ἡ χειρουργική ἐπέμβαση.
Τήν Δευτέρα κανονικά πήγαμε στό Νοσοκομεῖο, γίνανε ὅλες οἱ ἐξετάσεις τά πράγματα ἦταν πολύ χειρότερα ἀπό ὅ,τι περιμέναμε. Τό βράδυ ἀργά, ἦταν νά γίνει μία ἀκόμη ἐξέταση σέ ἕνα καινούριο μηχάνημα καί γιά τήν Mayo Clinic, ἤμουνα στήν οὐσία ἡ δεύτερη ἄρρωστη πού θά ἔκανε ἐξέταση σέ αὐτό τό μηχάνημα. Γίνεται ἡ ἐξέταση, περιμέναμε τά ἀποτελέσματα καί μᾶς παίρνει τηλέφωνο ὁ ἴδιος ὁ Βάν Χέντερ, «δυστυχῶς Ἑλένη τά πράγματα εἶναι πολύ χειρότερα ἀπό ὅ,τι περιμέναμε», μοῦ εἶπε. Τό σόκ ἦταν μεγάλο. Δέν ἦταν εὔκολα τά πράγματα. Τοῦ λέω: «Ἀκόμα χειρότερα, τί ἐννοεῖτε»; «Θά μείνεις χωρίς φωνή. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα δέν ξέρουμε τί ἄλλη ἀναπηρία μπορεῖ νά συμβεῖ κατά τή διάρκεια τῆς χειρουργικῆς ἐπέμβασης. Ἑπομένως μήπως θέλεις νά πᾶμε τό χειρουργεῖο μία ἑβδομάδα, δέκα μέρες μετά, προκειμένου νά γράψεις τή φωνή σου, νά τήν ἀκούει ἡ κόρη σου, νά τήν ἀκοῦς ἐσύ»; Τοῦ λέω «Ὄχι, θά κάνουμε τήν χειρουργική ἐπέμβαση αὔριο. Ἐγώ τή φωνή μου δέν θά τήν γράψω». Μοῦ λέει «ἐντάξει, ὅ,τι θέλεις. Ὅμως θέλω νά σοῦ πῶ καί κάτι ἄλλο. Νά φωνάξεις τόν πατέρα Ἀντώνιο νά κοινωνήσεις». Λέω «ναί. Τόν πατέρα Ἀντώνιο θά τόν φωνάξω, θά τοῦ τηλεφωνήσω προκειμένου νά κοινωνήσω». Ἔτσι ἔγινε.
Μπῆκα στό χειρουργεῖο. Ἡ ἐπέμβαση θά κρατοῦσε περίπου πέντε ὧρες. Ὅμως σέ περίπου τρεῖς ὧρες παρά ἕνα τέταρτο εἶχε βγεῖ ἤδη ἔξω ὁ γιατρός. «Γιάννη σοῦ φέρνω τήν Ἑλένη, ὅπως ἀκριβῶς τήν πῆρα», λέει. «Τί ἐννοεῖτε», τοῦ λέει ὁ Γιάννης. «Ἡ Ἑλένη μιλάει;». «Ναί. Ἡ Ἑλένη μιλάει», λέει. Πάει νά φύγει καί ἐπιστρέφει πάλι. Καί τοῦ λέει: «Θέλω νά σέ ρωτήσω κάτι Γιάννη. Πιστεύεις; Πιστεύετε μέ τήν Ἑλένη;». Καί τοῦ λέει ὁ Γιάννης: «Καί βέβαια πιστεύουμε. Ἀλλά γιατί μέ ρωτᾶτε;». Τοῦ λέει: «Κοίταξε νά δεῖς. Γιά μία ὥρα χειρουργοῦσα ἐγώ, τίς ἑπόμενες δύο ὧρες δέν ξέρω ποιός χειρουργοῦσε. Δέν μοῦ ἔχει ξανασυμβεῖ. Εἶναι πρώτη φορά πού μοῦ συμβαίνει. Πάντως δέν ἤμουνα ἐγώ».
Ἐδῶ εἶναι καί κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο βέβαια τό μάθαμε ἀπό τούς ἄλλους στό Νοσοκομεῖο. Ὁ γιατρός ἦταν ἕνας φοβερός ἐπιστήμονας, ἀλλά λίγο ἀπρόσιτος. Ὅμως μαζί μας ἦταν τόσο φιλικός, πού ὅλοι ἀπορούσανε καί λέγαν: «Μά πῶς εἶναι δυνατόν μαζί σας νά εἶναι τόσο φιλικός; Τόσο προσιτός»; Ἐμεῖς νιώθαμε ἐπίσης πάρα πολύ ἄνετα μαζί του μετά ἀπό αὐτό, τό ὁποῖο εἶχε γίνει. Ἐρχόταν στό δωμάτιο, μέ τό πού ἔφευγε ἀπό τό χειρουργεῖο, τό ἀπόγευμα, τό βράδυ. Στό τέλος γίναμε φίλοι.
Ἐπιστρέψαμε στήν Ἑλλάδα. Μᾶς εἶχε πεῖ ὁ γιατρός ὅτι μπορεῖ νά χρειαστεῖ νά πηγαίνουμε κάθε ἑξάμηνο. Τό ἑπόμενο ἑξάμηνο πήγαμε, κάναμε τήν ἐξέταση καί μᾶς εἶπε: «Δέν ξέρω τί ἔχει γίνει μέ τήν περίπτωσή σου Ἑλένη, ἀλλά δέ χρειάζεται νά ξαναρθεῖτε στήν Ἀμερική». Ἐπικοινωνούσαμε μετά γιά τυπικούς λόγους ἤ ἄν χρειαζόμαστε κάτι γιά κάποιον ἄλλον ἀσθενῆ.
Ὅταν πέρασε ἕνα διάστημα, σκεφτήκαμε μέ τό Γιάννη νά κάνουμε τόν σταυρό, τόν ὁποῖο εἶχα δεῖ ἐγώ. Τόν φτιάξαμε καί τόν φέραμε στόν Ὅσιο Δαυΐδ. Στήν εἴσοδο μᾶς περίμενε ὁ πατέρας Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος εἶπε, «καλῶς τά παιδιά μέ τό σταυρό». Φώναξε τόν πατέρα Ἀλέξιο σέ ἐκείνη τήν φάση καί τοῦ εἶπε: «Σέ παρακαλῶ, πάτερ Ἀλέξιε, πάρε τόν σταυρό πού φέρανε τά παιδιά, κράτησέ τον καί κάποια στιγμή θά ἔρθει νά τόν ζητήσει ἡ κόρη τους». Δέν δώσαμε ἰδιαίτερη σημασία σέ ἐκείνη τήν φάση.
Περάσαν τά χρόνια, εἴπαμε στή Μαρία τό τί εἶχε συμβεῖ καί σέ ἡλικία ἕντεκα χρόνων λέει στόν μπαμπά της, «ξέρεις μπαμπά θά ἤθελα νά πάω στό Μοναστήρι νά δῶ τόν σταυρό». Στό δρόμο ὁ Γιάννης τῆς εἶπε: «Ξέρεις Μαρία μου, πηγαίνουνε τόσα τάματα κ.τ.λ., μπορεῖ καί νά μήν τόν βροῦμε τόν σταυρό, ὁπότε νά μήν στενοχωρηθεῖς». «Δέν πειράζει, τοῦ λέει, μπαμπά, πᾶμε καί ἐγώ θέλω νά δῶ τόν σταυρό». Καί τό παιδί μιλοῦσε μέ μία βεβαιότητα ὅτι θά τόν δεῖ τόν σταυρό καί μᾶς εἶχε κάνει ἐντύπωση αὐτό. Ὅταν ἤρθαμε, εἶχε κοιμηθεῖ βέβαια ὁ πατέρας Ἰάκωβος, εἴδαμε ὅμως τόν πατέρα Ἀλέξιο καί τοῦ λέμε
«πατέρα Ἀλέξιε, ἡ Μαρία ἦρθε γιά νά δεῖ τό σταυρό. Καί λέει:
«ναί, νά σᾶς τόν φέρω». Καί μᾶς ἔφερε τό σταυρό, ὅπως ἀκριβῶς τόν εἴχαμε φέρει ἐμεῖς πρίν ἀπό τόσα χρόνια. Καί τόν εἶδε ἡ Μαρία.
Νομίζω ὅτι ἐδῶ δέν ἦταν μόνο ἕνα θαῦμα, ἀλλά μιά σειρά θαυμάτων σέ σχέση μέ μένα, μέ τό γιατρό πού μέ χειρούργησε, μέ τήν κόρη μας καί τόν σύζυγό μου, πού στήν ἀρχή ἦταν ἀρνητικός καί θεωροῦσε ὅτι δέν εἶχε νόημα νά ἔρθουμε νά δοῦμε τόν πατέρα Ἰάκωβο, στή συνέχεια μέχρι καί σήμερα, εἶμαι σίγουρη καί πιστεύω ὅτι ἀκολουθεῖ καί βιώνει μία θεοδρόμο πορεία, ὅσο πολύ λίγοι ἀπό ἐμᾶς μποροῦν νά κατανοήσουν. Εὔχομαι ὁ πατέρας Ἰάκωβος, ὁ Ὅσιος Δαυΐδ, ἡ χάρις καί τῶν δύο, νά προστατεύουν τούς ἀνθρώπους.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.