Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Ὁσιωτ. Μοναχοῦ Νικοδήμου, Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐδ

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 126 από 214

(κουρά τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου)

Γιά τό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἄκουσα ἀπό τόν Γέροντα τοῦ πατρός Ἰακώβου, τόν ἀοίδιμο π. Νικόδημο, ὅταν τόν εἴχαμε ἐφημέριο στήν ἐνορία μας στήν Παλλήνη Ἀττικῆς. Μέ σκοπό νά προσκυνήσω τόν τάφο του μέ ἔφερε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐδῶ στό Μοναστήρι καί τότε γνώρισα τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ἡ πρώτη μου γνωριμία μαζί του ἦταν πολύ σύντομη. Πῆρα τήν εὐχή του καί ἀφοῦ τόν παρακάλεσα νά προσεύχεται γιά μένα, γύρισα στήν Ἀθήνα. Τίς ἑπόμενες ἡμέρες τόν εἶδα στόν ὕπνο μου, τρία βράδια κατά σειρά, νά μέ νουθετεῖ καί νά μοῦ λέει πώς ἄν ἀγωνισθῶ κατά τῶν παθῶν μου, ὅλα θά πᾶνε καλά καί ὅτι προσεύχεται γιά μένα. Ἐντυπωσιάσθηκα ἀπό αὐτό τό γεγονός καί πίστεψα ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι πραγματικά ἅγιος. Ἀπό τότε μέ εἵλκυσε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἐρχόμουν τακτικά στό Μοναστήρι, ὥσπου ἀποφάσισα νά μονάσω.

Λίγες ἡμέρες μόνο εἶχα στό Μοναστήρι ὡς ρασοφόρος καί ἐνῶ βρισκόμουν γονατιστός μέσα στό Ἱερό ἐν ὥρα Ἀκολουθίας, μετεωρίσθηκε ὁ νοῦς μου καί σκεφτόμουν περιστατικά τῆς δουλειᾶς πού ἔκανα ὡς κοσμικός. Ὁ Γέροντας καθόταν στήν πολυθρόνα του. Ξαφνικά τόν βλέπω νά μοῦ κάνει νόημα νά τόν πλησιάσω. Ἄρχισε νά μοῦ λέει: «Παιδί μου, σέ χαίρομαι ἔτσι μέ τά μαλλάκια σου καί τά ρασάκια σου. Σάν τόν Μελχισεδέκ μοιάζεις. Σάν νά ’σαι παλιός μοναχός. Παιδί μου, σέ παρακαλῶ μή μέ παρεξηγήσεις γι’ αὐτό, πού θά σοῦ πῶ. Σοῦ ζητῶ συγγνώμη». Ἀπορημένος τοῦ ἀπάντησα: «Παρακαλῶ, Γέροντα». «Γιά σκέψου, παιδί μου», συνέχισε ὁ Πατήρ,

«νά ἤσουν τώρα στό χωριό σου, νά καθόσουν στό καφενεῖο σταυροπόδι καί νά ἔπινες τό καφεδάκι σου περιμένοντας τούς ὑπαλλήλους σου, γιά νά πᾶτε νά τοποθετήσετε τά κάγκελα πού εἴχατε ἀφήσει ἀπό τήν προηγούμενη ἡμέρα στήν οἰκοδομή!». Ἔκπληκτος ἐγώ, πού ἕνας ἄνθρωπος μποροῦσε μέ τέτοια λεπτομέρεια νά γνωρίζει τίς σκέψεις μου, τοῦ λέω: «Χίλια συγγνώμη, Γέροντα, τώρα αὐτά ἀκριβῶς σκεπτόμουν!»

«Ὄχι παιδί μου», λέει ὁ Γέροντας, «ἄφησέ τα αὐτά, ἀνήκουν στό παρελθόν. Τώρα εἶσαι μοναχός καί πρέπει νά κοιτάζεις μπροστά. Ὅπως ὁ γεωργός πού κρατάει τό ἀλέτρι κοιτάζει μπροστά, γιά νά κάνει ἴσια τή γραμμή τοῦ ὀργώματος, ἔτσι πρέπει νά εἶναι ὁ μοναχός. Ἄντε, παιδί μου, σέ χαίρομαι ἔτσι ὅπως σέ βλέπω. Σάν τόν Μελχισεδέκ μοιάζεις». Ἔτσι μέ γλυκύτητα μέ νουθέτησε καί ἐγώ ὅλος ἔκθαμβος τοῦ ἔβαλα μετάνοια καί πῆγα στήν θέση μου.

Κάποτε μᾶς ἔφεραν στό Μοναστήρι μερικά αὐγά ὀρτυκιοῦ. Τά βάλαμε στήν αὐτοσχέδια κλωσσομηχανή μας καί μαζί μέ τά κοτοπουλάκια βγῆκε ἕνα μόνο ὀρτυκάκι. Αὐτό μεγάλωνε πιό γρήγορα ἀπό τά ἀλλά πουλάκια καί τά τσιμποῦσε καί τά πλήγωνε. Ἐγώ στενοχωρημένος πῆγα δύο φορές νά πάρω τήν εὐλογία τοῦ Γέροντα νά τό ἀφήσω στό δάσος, ὥστε νά μή μᾶς κάνει ζημιά, ἀλλά στάθηκε ἀδύνατο νά τόν συναντήσω, γιατί ὁ Γέροντας συνεχῶς ἐξομολογοῦσε καί δέν ἦταν σωστό νά τόν διακόψω γιά ἕνα τόσο ἀσήμαντο, ὅπως νόμιζα, θέμα. Ἔτσι ἀποφάσισα νά ἀφήσω ἐλεύθερο τό πουλάκι καί νά πάρω τήν εὐλογία του ἐκ τῶν ὑστέρων, ἄν καί αἰσθανόμουν μία φωνή μέσα μου νά μέ ἐλέγχει. Τό ἴδιο βράδυ μετά τό Ἀπόδειπνο μοῦ λέει ὁ Γέροντας: «Βάλε μου, παιδί μου, λίγο νεράκι νά πιῶ τά χάπια μου». Μόλις τοῦ ἔδωσα τό νερό, μοῦ λέει:

«Σήμερα τό ἀπόγευμα, πάτερ Νικόδημε, πῆγα μία βόλτα στό δάσος. Ἐκεῖ κάθισα γιά λίγο νά ξεκουρασθῶ, ὅταν βλέπω μέσα ἀπό τά κλαδιά τῶν θάμνων νά βγαίνει ἕνα πουλάκι πού ἔμοιαζε μέ περδικάκι ἤ ὀρτυκάκι. Ἦρθε τό εὐλογημένο καί σκαρφάλωσε πάνω στά πόδια μου. Ἦταν ἕνα ὀρτυκάκι. Ἔσκυψα, τό χάιδεψα καί πάλι φρούτ - φρούτ κρύφτηκε μέσα στά κλαδιά. Τί λές, παιδί μου; Τί νά σημαίνει αὐτό ἄραγε;». Ἐγώ, κατακόκκινος ἀπό τήν ντροπή μου, τοῦ λέω: «Γέροντα, σημαίνει ὅτι οὐδέν κρυπτόν ὑπό τόν ἥλιον».

Τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωί πῆγα νά ἐξηγήσω στόν Γέροντα τί ἔκανα καί νά τοῦ ζητήσω συγχώρηση. Μοῦ λέει τότε ὁ Γέροντας: «Παιδί μου, ἡ παρακοή καί κάθε τί πού κάνει ὁ Μοναχός χωρίς εὐλογία εἶναι θάνατος. Ὅταν κάνουμε κάτι χωρίς εὐλογία δέν εὐαρεστοῦμε τόν Θεό, ἀλλά τόν λυποῦμε. Γι’ αὐτό, παιδί μου, σέ ὅ,τι θέλεις νά κάνεις νά παίρνεις εὐλογία. Κι ἄν δέν μπορέσεις νά πάρεις εὐλογία τή μία μέρα, ἄφησέ τό γιά τήν ἄλλη. Καί ἄν δέν μπορέσεις καί τήν ἄλλη, ἄφησέ τό γιά τήν ἑπόμενη. Καλύτερα νά καθυστερήσεις παρά νά κάνεις κάτι χωρίς εὐλογία». Ἄρχισε κατόπιν νά μοῦ ἀπαριθμεῖ ἀπό τήν δική του πείρα καί ἀπό τούς Πατέρες διάφορα περιστατικά μοναχῶν πού ὑπακούοντας στόν λογισμό τους καί ὄχι στόν Γέροντά τους ἔπαθαν μεγάλες πνευματικές ζημιές ἤ καί χάθηκαν. Δύο ὧρες μοῦ ἀπαριθμοῦσε τέτοια περιστατικά παρά τήν κούραση πού εἶχε, ὥστε νά καταλάβω πόσο κεφαλαιῶδες θέμα ἦταν αὐτό γιά τήν μοναχική ζωή καί τήν σωτηρία μου.

Ἐδῶ, πρός δόξαν Θεοῦ καί ὠφέλεια τῶν ἀδελφῶν μου, θέλω νά ἀναφέρω ἕνα θαυμαστό γεγονός ποῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεός καί ἔζησα παρόλη τήν ἀναξιότητά μου.

Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1990 καί βρισκόμουν στήν ἀποθήκη τῆς Μονῆς, ὅπου τακτοποιοῦσα ὁρισμένα πράγματα, ὅταν ἄνοιξε ἡ πόρτα καί μπῆκε μέσα ὁ Γέροντας. Ταυτόχρονα μέ τήν εἴσοδό του μία ἄρρητη εὐωδία πλημμύρισε τήν ἀτμόσφαιρα. Ὁ Γέροντας μέ χαιρέτησε, μοῦ ’πε δύο λογάκια καί βγῆκε. Ἐγώ ἔκανα τόν Σταυρό μου καί δέν ἔδωσα μεγάλη σημασία στό γεγονός.

Τό ἴδιο βράδυ κατά τήν διάρκεια τῆς τράπεζας, στήν ὁποία παραβρισκόταν καί ὁ Γέροντας, ἔνοιωσα πάλι ἔντονα τήν ἴδια ἄρρητη εὐωδία. Αὐθόρμητα λέω στούς πατέρες: «Σᾶς εὐωδιάζει τίποτε;» Ἐκεῖνοι μέ κοίταξαν μέ ἀπορία. Κατάλαβα ὅτι δέν εἶχαν καταλάβει τό παραμικρό. Εἶδα ὅμως τόν Γέροντα νά μοῦ ρίχνει μία ματιά καί νά κατεβάζει τό κεφάλι του σάν

«ἔνοχος».

Τό ἑπόμενο βράδυ μετά τό Ἀπόδειπνο, ὅταν ἔβαλα μετάνοια στόν Γέροντα καί ἀσπάσθηκα τό χέρι του, αἰσθάνθηκα πάλι τήν ἴδια εὐωδία. Περίμενα ἔξω ἀπό τό κελλί καί ρώτησα ἕναν δύο ἀπό τούς πατέρες ἄν αἰσθάνθηκαν καί αὐτοί τίποτε. Ἀλλά πάλι ἀρνητική ἦταν ἡ ἀπάντησή τους. Ἄρχισα τότε νά ἀνησυχῶ μήπως ἦταν καμιά πλάνη τοῦ διαβόλου καί σκέφθηκα νά τό πῶ στόν Γέροντα, ἀλλά πάλι πῶς νά τοῦ τό ’λεγα

«Γέροντα εὐωδιάζεις;» μοῦ φαινόταν δύσκολο. Παρακαλοῦσα τόν Ἅγιο Δαυΐδ νά μέ φωτίσει τί νά κάνω. Γιατί φοβόμουν ὅτι, ἄν τό ἔλεγα στό Γέροντα μέ ὄχι σωστό τρόπο, θά τόν σκανδάλιζα – ἄν καί ὁ Γέροντας πιστεύω ἦταν πάνω ἀπό τούς σκανδαλισμούς. Ἀλλά παρόλα αὐτά πάλι δίσταζα.

Τό ἑπόμενο βράδυ πῆγα στό κελλί τοῦ Γέροντα καί ζήτησα νά τοῦ πλύνω ἕνα μουσαμαδάκι πού εἶχε ἁπλωμένο σ’ ἕνα σχοινί στό κελλί του. Πάνω σ’ αὐτό ἅπλωνε τά πόδια του ὁ Γέροντας, γιά νά τοῦ τά περιποιηθεῖ ὁ γιατρός. Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε: «Ἄσ’ το, παιδί μου, μήν τό πλένεις, δέν πειράζει. Ἅπλωσέ τό ἐκεῖ ἔξω στό σκοινάκι». «Γέροντα» τοῦ λέω, «ἕνα νεράκι νά τό περάσω καί τό φέρνω». «Καλά, παιδί μου», μοῦ ἀπάντησε. Πηγαίνοντας γιά τήν κεντρική βρύση τῆς Μονῆς, τήν ὥρα πού ἀνέβαινα τά σκαλιά ἀπό τήν αὐλή, σκεφτόμουν ὅτι πάνω σ’ αὐτό τό μουσαμαδάκι βάζει τά πονεμένα πόδια του ὁ ἅγιος Γέροντάς μου καί τοῦ τά περιποιεῖται ὁ γιατρός. Ἀμέσως ἕνα ἀεράκι, μία αὔρα, ἕνας δυνατός ἄνεμος μιᾶς ἄρρητης εὐωδίας μέ πλημμύρισε καί δέν μποροῦσα νά ἀναπνεύσω. Αὐθόρμητα γονάτισα στά σκαλιά καί ἄρχισα νά κλαίω ἀσταμάτητα...

Στήν συνέχεια σηκώθηκα, τό ἔπλυνα καί πῆρα τήν ἀπόφαση τήν ἄλλη ἡμέρα χωρίς ἄλλο νά τό πῶ στόν Γέροντα. Καί πάλι παρακάλεσα τόν Ἅγιο Δαυΐδ νά μέ φωτίσει πῶς νά μιλήσω. Τήν ἑπομένη πῆγα στό κελλί τοῦ Γέροντα καί ὅταν χτύπησα τήν πόρτα του τόν ἄκουσα νά μοῦ λέει: «Ἔλα, καλό μου». –Διότι συνήθιζε ὁ Πατήρ αὐτή τήν τρυφερή ἔκφραση–. Μπαίνοντας λοιπόν μέσα στό κελλί του βλέπω τόν Γέροντα ξαπλωμένο στό κρεββατάκι του νά μέ κοιτάζει καί νά γελάει. Τοῦ λέω «Τήν εὐχή σας, Γέροντα» κι ἐκεῖνος ἀντί γιά ἄλλη ἀπάντηση συνέχισε νά γελάει. Ἐγώ ἀπορημένος τοῦ λέω:

«Γιατί γελᾶτε, Γέροντα; Μήπως ἔχω καμιά μουντζούρα στό πρόσωπό μου;» Ἐκεῖνος δέ μοῦ ἀπάντησε, ἀλλά συνέχιζε νά γελάει. Τότε τοῦ λέω: «Γέροντα, μέ συγχωρεῖτε, θέλω νά σᾶς πῶ κάτι σοβαρό». Κι ἐνῶ ἐκεῖνος ἐξακολουθοῦσε νά γελάει τοῦ λέω: «Γέροντα, τίς τελευταῖες τρεῖς μέρες, ὅταν βρίσκομαι στόν ἴδιο χῶρο μέ ἕναν ἀπό τούς πατέρες τῆς Μονῆς, αἰσθάνομαι εὐωδία πού νομίζω ὅτι βγαίνει ἀπό αὐτόν. Φοβᾶμαι μήπως εἶναι πλάνη τοῦ διαβόλου». Ὁ Γέροντας τότε μέ κοίταξε σοβαρά καί ἔντονα καί μοῦ εἶπε κάνοντας ταυτόχρονα τόν Σταυρό του: «Ἐμεῖς, παιδί μου, θά κάνουμε τό Σταυρό μας κι ὅ,τι πεῖ ὁ Θεός». Τότε τοῦ ἔβαλα μία μετάνοια καί βγῆκα ἔξω ἀπό τό κελλί.

Κάποτε εἶχα ἕνα λογισμό καί δίσταζα νά τόν ἐξαγορεύσω στόν Γέροντα, ἐπειδή μου φαινόταν ἀσήμαντος. Τέλος ἀποφάσισα νά τόν ἐξομολογηθῶ. Ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Γέροντας ἔβγαινε ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους κι ἐγώ ἀνέβαινα τό τελευταῖο σκαλοπάτι τῆς σκάλας. Μέχρι λοιπόν νά ὁλοκληρώσω τό βῆμα μου, βλέπω τόν Γέροντα νά ξεκλειδώνει τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί νά μπαίνει μέσα. Ἔμεινα κατάπληκτος πῶς βρέθηκε τόσο μακριά ὁ Γέροντας ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ.

Μία μέρα εἶχα σφοδρό πόλεμο ἑνός λογισμοῦ ἀπό τίς 10 μέχρι τίς 12 τό πρωί. Βλέποντας τήν ἐπιμονή τοῦ πολέμου ἔτρεξα στόν Γέροντα νά τόν ἑξαγορεύσω. Μόλις πῆρα τήν εὐχή του, πρίν ὅμως προλάβω νά τοῦ μιλήσω, μοῦ λέει: «Παιδί μου, γιατί ἤλθαμε στό Μοναστήρι;». «Γιά νά σώσουμε τήν ψυχή μας, Γέροντα» τοῦ ἀπάντησα. «Ἄν, παιδί μου, ἔκανες πράξη τόν λογισμό πού εἶχες –καί μοῦ τόν ἀνέφερε ἀκριβῶς– θά τήν ἔσωζες τήν ψυχή σου;» «Ὄχι, Γέροντα, δέν θά τήν ἔσωζα».

«Μάλιστα. Τώρα πές μου τί ἤθελες νά μοῦ πεῖς». «Τί νά σᾶς πῶ, Γέροντα, τήν εὐχή σας νά ἔχω» εἶπα καί ἔφυγα θεραπευμένος. Πιστεύω ὅτι ἡ αἰτία, πού τόσο χαρίτωνε ὁ Θεός τόν Γέροντα, ἦταν ἡ ἄκρα ταπείνωσή του. Ἀρετή πού ἀπό μικρό παιδί εἶχε καλλιεργήσει κατά τό γραφικό: «Ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν». Ἐπίσης ἡ ὑπακοή του. Ὡς παιδί εἶχε μεγάλη ὑπακοή στούς γονεῖς του. Ὡς Μοναχός στόν Γέροντά του. Καί μία τρίτη αἰτία ἦταν ἡ προσπάθεια τοῦ Γέροντα γιά μίμηση τῶν Ἁγίων.

Τέλος θά ἤθελα νά τονίσω τήν ἀνάπαυση πού εὕρισκε ὁ κάθε ἐξομολογούμενος στό πετραχήλι τοῦ Γέροντα. Ὅσο δύσκολο καί πολύπλοκο κι ἄν ἦταν τό πρόβλημα, ἦταν ἀδύνατο νά μή φύγει ἡ ψυχή ξαλαφρωμένη.

Δέν μπορῶ νά μήν ἀναφέρω καί τό θαυμαστό γεγονός πού μοῦ συνέβη τήν πρώτη Παρασκευή τῶν Χαιρετισμῶν, στίς 5 Μαρτίου 1993. Λόγω σοβαρῆς ὀσφυαλγίας ἀπό κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, πού διαπιστώθηκε μέ ἀξονική τομογραφία, εἶχα παραμείνει δύο μῆνες στό κρεββάτι μέ φρικτούς πόνους. Παρόλες τίς φυσιοθεραπεῖες πού ἔκανα μέ τήν εὐλογία τοῦ Γέροντα Πατρός Κυρίλλου, ἐξακολουθοῦσα νά ἔχω σοβαρό πρόβλημα. Ἐπειδή εἶχε προηγηθεῖ ἡ θαυμαστή θεραπεία τῆς μέσης του πατρός Παύλου, εἶπα κι ἐγώ: «Γιατί νά μή ζητήσω τή βοήθεια τοῦ Γέροντα, γιά νά γίνω καλά;» Πῆρα λοιπόν λίγο λαδάκι σ’ ἕνα βαμβακάκι ἀπό τό καντηλάκι τοῦ τάφου καί, ἀφοῦ τό σταύρωσα στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί στήν ἁγία Λειψανοθήκη, πῆγα μέσα στό Ἱερό, γονάτισα μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Δαβίδ καί προσευχήθηκα θερμά λέγοντας

«Ἅγιέ μου, Γέροντα Ἰάκωβε, βοήθησέ με. Κάνε με καλά». Σταύρωσα τρεῖς φορές τή μέση μου καί εἶπα: «Ἄν μέ θεραπεύσεις, Γέροντα, θά διαλαλήσω παντοῦ τό θαῦμα σου». Ἀμέσως, ἐκείνη τήν στιγμή, μοῦ ἔφυγε ὁ πόνος καί ἡ ψυχή μου γέμισε μέ τέτοια χαρά πού δέν περιγράφεται. Ἦταν πρωί μετά τήν Ἀκολουθία, ὅταν ἔγιναν αὐτά. Ἡ ἴδια χαρά ἔμεινε στήν ψυχή μου μέχρι τό βράδυ. Ὅταν τελείωσε ἡ Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν, βλέποντας τόν ἑαυτό μου ὑγιῆ διηγήθηκα τά συμβάντα στόν Γέροντά μας π. Κύριλλο. Ἀφοῦ μέ ἄκουσε εἶπε: «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ!». Μέ συμβούλεψε μάλιστα νά σταυρώνω τήν μέση μου μέ τό λαδάκι γιά τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρες ἐπικαλούμενος τήν εὐχή τοῦ Γέροντα. Καί μοῦ εὐχήθηκε νά τόν ἔχω πάντα βοηθό μου. Ἔτσι κι ἔκανα. Ἀπό τότε εἶμαι ἐντελῶς καλά καί μόνο, ἄν συμβεῖ νά σηκώσω μεγάλο βάρος ἤ νά τρέξω, κάτι μοῦ θυμίζει ὅτι εἶχα πρόβλημα μέ τήν μέση μου.

Ἐπίσης θέλω νά σᾶς ἀναφέρω μία θαυμαστή ἐμφάνιση τοῦ Γέροντα μετά τήν κοίμησή του καί ἐν ὥρᾳ Θείας Λειτουργίας. Εἴχαμε, λοιπόν, ξεσκεπάσει μία πτέρυγα τῆς Μονῆς καί εἶχα τήν εὐθύνη τῆς κατασκευῆς καί τοποθετήσεως μεγάλων σιδερένιων κατασκευῶν γιά τήν καινούργια στέγη. (Διότι πρίν μονάσω εἶχα σχετική βιοτεχνία). Ἐπειδή ἦταν μεγάλη ἡ δουλειά, τά τεχνικά μέσα ἐδῶ πενιχρά καί δέν εἶχα εἰδικευμένους βοηθούς, αἰσθανόμουν ἀγωνία γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου καί μάλιστα, ἐπειδή ἄρχιζαν οἱ βροχές. Ἐνῶ, λοιπόν, ἤμουν μέσα στήν ἐκκλησία καί προχωροῦσε ἡ Θεία Λειτουργία, τό μυαλό μου δέν ἔφευγε ἀπό αὐτή τήν ἔννοια. Ξαφνικά ἀπό τήν νότια πύλη τοῦ Ἱεροῦ βλέπω νά βγαίνει ὁ Γέροντας φορώντας τό ἐπανωκαλύμμαυχο, λουσμένος μέσα σ’ ἕνα λαμπρό φῶς. Τά γένεια του ἔμοιαζαν σάν διαμαντένια. Ἦταν τόσο λαμπρό αὐτό τό φῶς πού ἀκτινοβολοῦσε ἀπό τόν Γέροντα, ὥστε δέν ἔβλεπα τίποτε ἄλλο μέσα στήν ἐκκλησία παρά μόνον ἄκουγα τούς ψάλτες καί τόν Ἱερέα. Μέ πλησίαζε, λοιπόν, μέ πρόσωπο ἱλαρό λέγοντάς μου: «Ἐγώ θά σοῦ πῶ, παιδί μου». Τά λόγια του ἔδιωξαν ἀπό μέσα μου ὅλη τήν ἀγωνία μου σχετικά μέ τό ἔργο. Σκέφτηκα μάλιστα, ἀφοῦ θά μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας, τί ἄλλο θέλω! Ἐκείνη τήν στιγμή ἄκουσα τό λειτουργό Ἱερέα νά λέει: «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν...». Τότε ἔνοιωσα μές τήν ψυχή μου τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ καί γιά τό ἔργο αὐτό, ὅτι δηλαδή ὅλα εἶναι δικά Του καί σ’ Ἐκεῖνον ἐμεῖς πάλι τά προσφέρουμε. Ταυτόχρονα, λόγω τῆς ἱερότητας τῆς στιγμῆς, γονάτισα, ἐνῶ ὁ Γέροντας χάθηκε ἀπό μπροστά μου. Καί ξαναεῖδα τόν ναό ὅπως ἦταν.

Εἶναι, λοιπόν, γεγονός ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι ἐδῶ ζωντανός. Βοηθός μας στό καθετί. Καί πράγματι! Οὔτε καταλάβαμε γιά πότε ὁλοκληρώθηκε τό ἔργο, ὥστε ὅλοι μας νά ἀποροῦμε. Ὅμως δέν πρέπει νά ἀποροῦμε, ἀλλά νά δοξολογοῦμε τόν Θεό πού μᾶς ἀξίωσε καί γνωρίσαμε καί εἴχαμε τήν εὐλογία νά ζήσουμε ὑπό τήν καθοδήγηση τέτοιου δούλου τοῦ Θεοῦ, πού καί τότε καί περισσότερο τώρα, μᾶς συμπαραστέκεται σ’ ὅλες τίς ψυχικές καί ὑλικές μας ἀνάγκες.

Ἡ χάρη τοῦ Γέροντα Ἰακώβου, ἄς εἶναι μαζί μας καί μ’ ὅλον τόν κόσμο. Ἀμήν.

Ἐμμανουήλ Ἐμμανουηλίδου, Ἀρεοπαγίτου ἐ.τ.

Ὅ,τι καί ἄν πεῖ κανείς γιά τόν Γέροντά μας, τόν πατέρα Ἰάκωβο Τσαλίκη, ὁποιαδήποτε ἀναφορά, ἐπανέρχεται σέ μᾶς ἡ εὐλογία του. Ὑπῆρξε μία ἔντονη πνευματική προσωπικότητα πατερική, ἰσάξιος τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄντως καί ἐξέχεε πρός πᾶσα κατεύθυνση ὁποτεδήποτε αὐτή τήν χάρη καί τήν ἔβλεπες ζωντανή στό πρόσωπό του. Ἦταν γλυκύτατη ἡ μορφή του, ἤπιος, νηφάλιος, δέν χόρταινες νά τόν ἀκοῦς. Πολλές βραδιές στό Μοναστήρι μετά τό δεῖπνο, καθόμασταν ὧρες ἀτέλειωτες καί μιλοῦσε γιά καθημερινά πράγματα πού ἀντιμετωπίζει καί γιά δικά του βιώματα καί δέν ὑπάρχει χρόνος νά τά περιγράψει ὅλα κανείς. Θά πῶ ἔτσι κανά δυό γεγονότα.

Ἕνα προσωπικό πού μοῦ συνέβη τόν Ὀκτώβριο τοῦ ’85. Ἤμουν Πρόεδρος στήν Ἐπιτροπή, ἐξετάσεων Ὑποψηφίων Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς καί κάποια στιγμή λιποθύμησα καί ἔπεσα, ἴσως καί ἀπό τήν κόπωση καί ἔπαθα ἕνα καρδιακό ἐπεισόδιο. Μέ πῆγαν στό 401 Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο καί ἐκεῖ ὁ καρδιολόγος μοῦ εἶπε ὅτι ἔπαθα ὅ,τι καί ὁ ἀδελφός μου πού δούλευε τότε καθηγητής στο UCLS στό Λός Ἄντζελες στήν Καλιφόρνια καί μοῦ λέει· «Φύγε, φύγε νά προλάβεις, ἀλλιῶς τελειώνεις». Ἐγώ ὅμως ἤθελα νά δῶ καί τόν πατέρα Πορφύριο καί τόν πατέρα Ἰάκωβο, νά πάρω καί την εὐχή τους, νά προσευχηθοῦν καί γιά μένα. Πήγαμε λοιπόν μέ την σύζυγό μου Σταυρούλα Μαραγκοῦ στόν π. Πορφύριο, ἐδῶ στά Καλίσσια. Τόν συναντήσαμε καί ἦταν καί ἕνας συνάδελφός μου ἐφέτης, ὁ Ἀρβανίτης ὁ Γιῶργος, εἶχε καί κόσμο πολύ. Μέ τό δικό του τρόπο μέ λίγα λόγια μοῦ εἶπε, «νά πᾶς». Ἀλλά ἐγώ δέν ἐπαναπαύθηκα ἐκεῖ, ἤθελα νά πάω νά πάρω καί τήν εὐχή τοῦ πατρός Ἰακώβου, γιατί ἦταν αὐτός ὁ πνευματικός μου. Ἐκεῖ ἐξομολογούμουν τακτικά, ἴσως κάθε μήνα, μέσα στό Καθολικό τῆς Μονῆς. Χαιρόσουν τήν ἐξομολόγηση αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ ἀνδρός πού σοῦ ἔβγαζε μέσα ἀπό τήν ψυχή σου ὅλα, φανερά καί ἀφανῆ καί σοῦ ἔδινε τέτοια εὐλογία, πού τήν ἔνοιωθες μέσα σου καί ὅταν ἔβγαινες, ἔβγαινες ξαλαφρωμένος.

Τοῦ εἶπα: «Γέροντα ἔχω ἕνα πρόβλημα». Λέει «θά σοῦ πῶ αὔριο». Τοῦ λέω «σήμερα θά σοῦ πῶ ἐγώ τό πρόβλημα καί μοῦ τό ἀπαντᾶς αὔριο». Τοῦ εἶπα ὅτι ἔχω σοβαρό καρδιακό πρόβλημα καί μοῦ εἶπαν οἱ γιατροί ἐδῶ, «μήπως δέν προλάβεις κιόλας». Εἶναι ἔντονο τό πρόβλημα. Θά πάω στό Λός Ἄντζελες, πού ἔχω τόν ἀδελφό μου, καρδιολόγο εἰδικό καί καθηγητή Πανεπιστημίου. Λοιπόν καί τήν ἄλλη μέρα μοῦ λέει: «Θά πᾶς ὑπό τόν ὅρον νά μοῦ πεῖς τήν προηγουμένη ἀκριβῶς, ὅτι μπῆκες καί θά κάνεις τήν ἐπέμβαση, ποιά ὥρα καί τί». Λέω «βεβαίως». Μοῦ ἔδωσε τήν εὐχή του, τοῦ φίλησα τό χέρι, γυρίσαμε στήν Ἀθήνα καί ἔφυγα γιά τήν Ἀμερική.

Λοιπόν ὄντας ἐκεῖ, στό Νοσοκομεῖο, στό Σάντα Μόνικα, ἔξω ἀπό τό Λός Ἄντζελες, ἕνας ἰταλικῆς καταγωγῆς Νικόλαο Ντιάκο, καθηγητής Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ἦταν εἰδικός στό θέμα αὐτό τῆς καρδιᾶς καί στήν περίπτωσή μου, μοῦ ἔκανε ἀρχικά ἀγγειοπλαστική, μπαλονάκι. Μέσα βρισκόταν καί ὁ γιός μου πού ἦταν γιατρός παθολόγος στό ἴδιο Πανεπιστήμιο καί ὁ ἀδελφός μου καί ἄρχισαν νά κλαῖνε, γιατί εἶπε ὁ καθηγητής “He is dead”, εἶναι πεθαμένος. Μέ βάζουν σέ εἰδικό θάλαμο γιά τά περαιτέρω.

Ἐκεῖ εἶναι τό θαῦμα πού πολλές φορές εἶναι πιό ζωντανό ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἦρθαν δύο μαυροφόροι, μέ σήκωσαν καί περπατώντας πῆγα στήν ἴδια θέση καί εἶπα στούς γιατρούς καί τώρα εἶμαι ἐδῶ, συνεχίστε. Ποιοί ἦταν δέν κατάλαβα. Ἄς εἰπωθεῖ ὅτι τήν προτεραία εἶπα στή γυναίκα μου νά πεῖ στόν πατέρα Δημήτριο Τζούμα τόν πρώην συνάδελφό μας πού ζοῦσε τότε, νά ἐνημερώσει τόν πατέρα Ἰάκωβο, ὅτι τήν ἑπομένη κάνω τήν ἐπέμβαση στήν καρδιά.

Ὅταν γύρισα στήν Ἑλλάδα πῆγα νά εὐχαριστήσω τόν Γέροντα. Καί μοῦ λέει: «Τί ἔρχεσαι; Μοῦ τά εἶπαν, μοῦ τά εἶπαν».

«Ποιός σοῦ τά εἶπε» λέω. «Ἐγώ κανέναν δέν ἐνημέρωσα οὔτε τή γυναίκα μου, οὔτε τόν πατέρα Δημήτριο». «Μοῦ τά εἶπαν αὐτοί πού ἔστειλα. Καί οἱ δύο δέν ἦρθαν;». Λέω «ἦρθαν δύο ρασοφόροι». «Ὅλη τή νύχτα προσευχόμουνα στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ἔλεγα: Σέ παρακαλῶ πήγαινε νά βοηθήσεις. “Τόσο μακριά ἐγώ δέν πάω”, μοῦ εἶπε. “Τί δουλειά ἔχω ἐγώ στήν Ἀμερική;.

Δέν πάω”. Οὔτε μέ συνοδεία δέν πᾶς; “Ἄν εἶναι ἔτσι ἀλλάζει τό πράγμα”. Λέει: Θά παρακαλέσω τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο νά πᾶτε μαζί γιά συντροφιά. Παρακαλάω τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Ρῶσσο καί μοῦ λέει: “Ἐγώ εὐχαρίστως πηγαίνω, γιατί κάθε φορά πού ἀνεβαίνει ὁ Μανώλης στόν Ὅσιο Δαυΐδ περνάει καί μοῦ λέει καλημέρα καί ὅταν πηγαίνει καί ὅταν ἔρχεται”». –Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ποτέ δέν παραλείψαμε νά πᾶμε νά προσκυνήσουμε τόν Ἅγιο Ἰωάννη, νά ἀνάψουμε τό κεράκι, νά προσευχηθοῦμε καί νά ἀνέβουμε μετά στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ὅταν γυρίζαμε πάλι τό ἴδιο κάναμε.– «Αὐτοί ἦρθαν καί μοῦ εἶπαν τίς λεπτομέρειες, σέ βρήκανε, σέ σήκωσαν καί σέ πῆγαν ξανά στό χειρουργεῖο».

Λέω ναί. Ἐγώ τό μόνο πού θυμᾶμαι ἦταν δύο ρασοφόροι ὁ ἕνας κάπως ψηλός καί ὁ ἄλλος κάπως μετρίου ἀναστήματος. καί μοῦ εἶπαν, «εἶχες πεθάνει καί ἔφυγε ἡ ψυχή σου, ἀλλά μέ τίς παρακλήσεις τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου ξαναγύρισες». Τώρα αὐτό τό θαῦμα εἶναι πέρα τῆς λογικῆς καί πέραν τῶν φυσικῶν νόμων, εἶναι θέμα πίστης καί ἡ πίστη εἶναι κάτι ἄπιαστο γιά ἕναν ἄπιστο. Οἱ ἄλλοι πού πιστεύουν ξέρουν ὅτι ἡ πίστη ἔχει τεράστια δύναμη, ἔχει μεγάλη ἰσχύ πνευματική, ὅπως καί ἡ προσευχή καί μοῦ εἶπε λεπτομέρειες καί μετά λέει:

«Σέ ἀφήσανε μία-δυό μέρες καί μετά ἔφυγες, ἔτσι δέν εἶναι; Καί ἦρθες νά εὐχαριστήσεις. Δέν χρειάζεται, εὐχαρίστησα ἐγώ».

Μιά ἄλλη φορά ἤμουν στό γραφεῖο, κουράστηκα, πετάω τό μολύβι, λέω, ζωή εἶναι καί αὐτή, εἴχαμε τούς Πατέρες καί τρέχαμε στούς πνευματικούς. Γιατί φύγατε ὅλοι πατέρα Ἰάκωβε; Καί ὁ πατήρ Πορφύριος καί ἐσεῖς καί ὁ πατήρ Παΐσιος; Δέν ἔμενε κανείς ἐδῶ πέρα νά ἔχουμε στήριγμα; Ὁπότε ἐμφανίζεται ζωντανός ὁ π. Ἰάκωβος μπροστά στό γραφεῖο, μοῦ κουνάει τό κεφάλι καί μοῦ λέει: «Εἶσαι καί Ἀρεοπαγίτης, εἶσαι καί κουτός. Ὅταν ζοῦσα ἤμουνα κάτω σάν καί σένα καί παρακαλοῦσα κι ἐγώ. Τώρα ἐπάνω ἔχω παρρησία, τόσο μυαλό ἔχεις; Τώρα πιό εὔκολο εἶναι νά μέ παρακαλᾶς».

Τό Μοναστήρι αὐτό ἔχει μεγάλη εὐλογία, εἶναι στηριγμός ὄχι μόνο γιά τούς πιστούς ἀλλά καί γιά κάθε ἄνθρωπο. Μᾶς ἔλεγε: Ἔρχονταν ἄνθρωποι, γυναῖκες καί κλαίγανε. «Πάτερ Ἰάκωβε, τρία χρόνια παντρεμένη δέν ἔχω κάνει παιδί». –Τοῦ χρόνου θά τό φέρεις, τῆς ἔλεγε, νά τό βαπτίσουμε. Λέγανε,

«Ἰακωβάκι θά τό βγάλουμε», ὄχι δέν θά τό βγάλετε Ἰακωβάκι, ἀλλά Δαυΐδ. Γέμισε ὁ τόπος ἀπό Δαυϊδάκια καί ἀπό Δαυϊδοῦλες.

Μᾶς μιλοῦσε ὧρες ἀτέλειωτες καί στό τέλος ἔλεγε· «Τί ἔρχεστε σ’ ἐμένα τόν ἀγράμματο, ἐσεῖς οἱ φιλόσοφοι, οἱ μεγάλοι δικαστές Ἀρεοπαγίτες, Πρόεδροι, Ἐφετῶν, καθηγητές Πανεπιστημίου; Ἐγώ ψόφιο σκυλάκι εἶμαι, ψόφιο ἀγρίμι, τίποτα δέν εἶμαι. Ἀγράμματος εἶμαι. Οὔτε καλά-καλά τό Δημοτικό δέν τελείωσα, δέν ξέρω πολλά γράμματα». Ἦταν λοιπόν ἡ ταπεινοφροσύνη του πολύ μεγάλη. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή, πού μαζί μέ τήν ἀγάπη ἀγκαλιαστά, ὁδηγοῦν κατευθείαν αἰσίως στόν Παράδεισο. Ἄκρα ταπεινότης μέ ἀγάπη, πού νά μήν περιμένεις ἀνταπόδοση, αὐτά εἶναι εἰσιτήρια. Καί τό τρίτο ἡ πραότης καί ἡ μή κατάκριση.

Δέν μπορεῖς νά μιλᾶς γιά αὐτά τά γεγονότα τά ὁποῖα, μέ τήν ἀνθρώπινη λογική θεωροῦνται ὑπερβολικά, ἀλλά ἦταν ὁσιακή μορφή ὁ πατήρ Ἰάκωβος, νέος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μέγας. Ἰσάξιος τῶν μεγάλων Πατέρων τοῦ 3ου καί 4ου αἰῶνος. Τό λέω ἐν ἐπιγνώσει, ἐφόσον ἔχω ζήσει μαζί τους καί ξέρω. Ἀκόμα ἔπαιρνε καί τή σκέψη ἀπό τό μυαλό σου καί σοῦ ἔλεγε τί σέ ἀπασχολεῖ. «Λέγε μου, λέγε αὐτό τό πράγμα». Γιατί;

«Αὐτό ἔτσι θά γίνει» καί γινόταν ἔτσι.