Ψυχωφελές κείμενο
Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντος, Πανοσ. Ἀρχιμ. Γαβριήλ
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Δέος αἰσθάνομαι νά μιλήσω γιά τήν ἁγία μορφή τοῦ Γέροντος Ἰακώβου. Μέ τήν εὐλογία ὅμως τοῦ Ἐπισκόπου μας, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ἱστιαίας καί Βορείων Σποράδων, κ. Χρυσοστόμου, παίρνω θάρρος νά πῶ κι ἐγώ κάτι.
Γι’ αὐτή τήν ἁγία μορφή, χρόνια τώρα, ἔχουν μιλήσει Ἅγιοι Γέροντες, οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ἄλλοι σεβαστοί Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅλοι «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ», ἔλεγαν γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο ὅτι πρόκειται περί ἑνός ἀπό τούς μεγαλυτέρους Ἁγίους τοῦ αἰῶνος μας, ὅτι πρόκειται γιά ἕναν «γίγαντα» τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιά τόν πιό ταπεινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἦταν προικισμένος ἀπό τόν Θεό, μέ προορατικό, διορατικό καί θαυματουργικό χάρισμα καί τά ἔκρυβε ὅλα ἐπιμελέστατα, γιά νά μήν δοξάζεται.
Ἦταν κοσμημένος μέ τήν ἁγία ταπεινοφροσύνη. Ὅ,τι ἔκανε, τό ἔκανε πρός δόξαν Θεοῦ καί πρός δόξαν τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, τοῦ «νοικοκύρη» αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, τόν ὁποῖο καί θεωροῦσε Ἡγούμενο. «Αὐτός εἶναι ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς», ἔλεγε. «Αὐτός προνοεῖ γιά ὅλα». Πήγαινε στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί τόν παρακαλοῦσε νά τόν φωτίσει, νά τοῦ ὑποδείξει τί νά κάνει σέ κάθε περίσταση.
Αὐτή ἡ ἁγία μορφή εἵλκυσε καί μένα γιά νά ἐγκαταβιώσω σέ αὐτήν τήν Ἱερά Μονή, ἡ ὁποία μοῦ ἦταν ἄγνωστη, παρόλο ποῦ ἐρχόμουν ἐκ νεότητός μου μέ τούς γονεῖς μου στά Λουτρά τῆς Αἰδηψοῦ. Ὅπως σᾶς εἶπα, οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες εἶχαν μεγάλο σεβασμό πρός αὐτήν τήν ἁγία μορφή τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἐγώ ἐπισκεπτόμουνα τότε συχνά τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου εἶχα καί πνευματικό τόν σεβαστό, συνετό, διακριτικό καί ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης πατέρα Παντελεήμονα, ἐπί ἡγουμενίας τοῦ Γέροντος Χαραλάμπους. Ἐπιστρέφοντας στήν Ἀθήνα ἀπό κάποια ἐπίσκεψή μου στό Ἅγιον Ὄρος, πού εἶχα πάει νά δῶ τόν πνευματικό, μοῦ ζήτησαν οἱ πατέρες νά ἐξυπηρετήσω ἕναν ἀδελφό τῆς Μονῆς καί νά τόν φέρω μέ τό αὐτοκίνητό μου μέχρι τήν Εὔβοια, γιά νά δεῖ τόν Γέροντα Ἰάκωβο, νά τοῦ δώσει λύση σέ ἕνα πνευματικό του θέμα. Αὐτό μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. Ἕνα ὁλόκληρο Ἅγιον Ὄρος, μέ τόσους ἁγίους καί σεβαστούς Πατέρες, καί νά ἀνατίθεται ἡ πνευματική λύση τοῦ θέματος τοῦ Μοναχοῦ αὐτοῦ σέ ἕναν Γέροντα ἔξω ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος! Ἔτσι μοῦ δόθηκε καί ἐμένα ἡ εὐκαιρία νά γνωρίσω αὐτόν τόν ἅγιο Γέροντα καί νά μοῦ μιλήσει ἀμέσως γιά τίς σκέψεις μου, τούς πόθους μου, τίς ἐπιθυμίες μου, τό ἐπάγγελμά μου, χωρίς ἐγώ νά τοῦ ἀναφέρω ὁτιδήποτε σχετικό. Μάλιστα μοῦ εἶπε ὅτι τό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ εἶναι ἀνοιχτό γιά τό Γιῶργο. –Γιῶργος ἦταν τό ὄνομά μου–. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας, μοῦ εἶπε, ἔχει πολλά Μοναστήρια, ἀλλά καί τό δικό μας Μοναστήρι εἶναι ἀνοιχτό γιά τόν Γιῶργο. Ἦταν ἡ πρόσκλησή του. Ἀκολούθησαν κι ἄλλες.
Καί ἄλλη ἐπίσης προσωπική ἐμπειρία πού μοῦ ἔδειχνε τό πόσο οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες σέβονταν τόν Γέροντα Ἰάκωβο ἦταν ἡ ἑξῆς: «Εἶχα ἀνέβει πάλι στό Ἅγιον Ὄρος, πρίν γίνω Μοναχός καί οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς πού φιλοξενήθηκα μέ παρακάλεσαν νά μεταφέρω στή Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἕναν ἀδελφό τῆς Μονῆς τους, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσθενήσει ψυχικά, ἀπό δαιμονική ἐπίδραση. Βλέπετε ὁ πονηρός μᾶς πολεμάει νυχθημερόν, καί μᾶς πολεμάει ὄχι μόνο ἀπό τά ἀριστερά, ἀλλά καί ἀπό τά δεξιά, ὅπως λένε οἱ Πατέρες. Ὅταν κάπου ἀφήσουμε καί ἐμεῖς περιθώριο, μᾶς ρίχνει εἴτε στήν κενοδοξία, εἴτε στήν ἔπαρση, εἴτε σέ κάποιο ἀπό τά πάθη, πού βάση ἔχουν τόν ἐγωισμό μας. Ἔτσι, λοιπόν, ἐπείραξε καί αὐτόν τό Μοναχό, ὁ ὁποῖος ἦταν Μοναχός ἀρετῆς, ἀλλά φαίνεται παραχώρησε ὁ Θεός καί ὁ διάβολος τόν πείραξε. Ἔχοντας ἀλλοιωθεῖ ὁ νοῦς του ἀπό τήν προσβολή τοῦ διαβόλου, θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως. Οἱ Πατέρες τόν εἶχαν πάει σέ γιατρούς τῆς Θεσσαλονίκης, πῆρε φάρμακα καί ἄλλες θεραπεῖες, ἀλλά βελτίωση δέν ἔβλεπε καί τόν ἔστειλαν στόν Γέροντα Ἰάκωβο. Μάλιστα μέ παρακάλεσαν νά τόν μεταφέρω μέχρι ἐδῶ μέ τό αὐτοκίνητό μου. Τόν συνόδευαν τρεῖς Πατέρες.
Ὅταν φθάσαμε στή Μονή, ἔτρεξε ἀμέσως στόν Ναό, μπῆκε στό Ἱερό Βῆμα καί προσκύνησε τήν Ἁγία Τράπεζα. Ἦρθαν ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ὁ πατήρ Κύριλλος καί ὁ πατήρ Σεραφείμ, μακαριστοί, νά ὑποδεχθοῦν τούς Πατέρες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες μόλις εἶδαν ὅτι ὁ Μοναχός αὐτός ἀσπαζόταν τήν Ἁγία Τράπεζα, τοῦ εἶπαν:
Δέν κάνει, εἶσαι Μοναχός. Οἱ Μοναχοί δέν ἀσπάζονται τήν Ἁγία Τράπεζα, μόνον οἱ κληρικοί.
Ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος, κινούμενος ἀπό ἀγάπη διακριτική, τούς εἶπε:
– Πατέρες μου, αὐτήν τήν ὥρα ὁ Μοναχός εἶναι ἀσθενής καί πιστεύει ὅτι εἶναι Ἀρχιερέας. Γι’ αὐτό ἀφῆστε τον, δέν πειράζει, μήν τόν πιέζετε.
Ἴδια ἦταν ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντα καί στήν συνέχεια. Ὁ Μοναχός αὐτός εἶχε ἐξαντληθεῖ, διότι νήστευε ὑπερβολικά. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς λέγουν ὅτι “ὅ,τι ὑπερβολικόν καί δαιμονιῶδές ἐστι”. Εἶδε, λοιπόν, ὁ πατήρ Ἰάκωβος ὅτι εἶχε ἐξαντληθεῖ ὁ ἀδελφός αὐτός καί ἔδωσε ἐντολή καί εὐλογία στόν πατέρα Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἐκτός τῶν ἄλλων εἶχε καί τό διακόνημα τοῦ μαγείρου, νά τοῦ φτιάχνει κρεατόσουπες, κοτόσουπες, γιά νά δυναμώσει καί νά μπορέσει νά συνέλθει. Οἱ ἀδελφοί ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀντέδρασαν:
– Γέροντα εἶναι μεγαλόσχημος ὁ ἀδελφός καί δέν κάνει νά καταλύσει κρέας.
Ὁ Γέροντας καί πάλι ἀπό ἀγάπη κινούμενος, εἶπε:
– Ἀδελφοί μου δέν τό κάνομε γιά νά παραβιάσουμε τούς κανόνες, οὔτε γιά νά εὐφρανθεῖ ὁ ἀδελφός. Ὁ ἀδελφός πρέπει νά ζήσει. Ἔχει ἀνάγκη ἀπό αὐτές τίς τροφές τίς δυναμωτικές. Καί ἔτσι μέ τίς τροφές, παράλληλα καί ἰδιαιτέρως μέ τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας καί τίς προσευχές τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου, μέ τήν ἀγάπη πού τοῦ ἔδειξε τόσο ὁ ἴδιος, ὅσο καί ὁ Γέροντας Κύριλλος, ὁ πατήρ Σεραφείμ καί οἱ ἄλλοι πατέρες, πέρασε ὁ καιρός καί ὁ ἁγιορείτης ἀδελφός βρῆκε τήν θεραπεία του, τήν ἴαση καί τήν ὑγεία του. Πολλές φορές εἰς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης καί πρός δόξαν τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου ἀφηγεῖται τό γεγονός».
Ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος συνέχιζε τήν παράδοση πού παρέλαβε ἀπό ὅλους τούς προγόνους του, πού ἦταν Μικρασιάτες, πού διεκρίνοντο γιά τήν εὐσέβειά τους, καί ἦταν κοσμημένοι μέ ἀρετές. Μάλιστα ἡ μητέρα του ἀπό πολύ μικρό παιδί, τοῦ δίδαξε τίς ἀρετές τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς διακρίσεως, τοῦ ἔμαθε νά κάνει, ὅπως ἔλεγε, μετανοίας. Ἀφιέρωνε τήν ζωή του ἀπό τήν νεότητά του στήν διακονία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Καί παρόλο πού ἀπό τήν φύση του ἦταν ἡσυχαστικός ἄνθρωπος, ἐν τούτοις στή Μονή ὑπέβαλλε τόν ἑαυτό του στόν κόπο, νά βλέπει πολλούς ἀνθρώπους καί νά τούς ἐξυπηρετεῖ, νά τούς διακονεῖ μέ τήν ἐξομολόγηση, μέ τίς εὐχές καί τίς προσευχές του, μέ τίς συμβουλές καί τίς νουθεσίες του καί μέ τήν ἐξιστόρηση θαυμάτων καί ἄλλων πνευματικῶν γεγονότων. Ἦταν πολύ χαριτωμένος. Ἐμιμεῖτο τούς χωρικούς μέ τήν προφορά τους, χωρίς νά τούς ὑποτιμᾶ, ἁπλῶς ἔκανε ἀναπαράσταση καί αὐτό γιά νά δημιουργήσει χαρούμενη ἀτμόσφαιρα καί νά προσελκύσει καί μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὅταν χρειαζόταν τούς συνομιλητάς του.
Ἔχοντας τά χαρίσματα τῆς διακρίσεως, τῆς προοράσεως καί τῆς διοράσεως, γνώριζε τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀκριβῶς ὅπως ἦταν. Ἔκανε «ἀκτινογραφία» στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τόν ὁποῖο ἔβλεπε καί πάντα ἐτόνιζε τά καλά του στοιχεῖα. «Τί καλός ἄνθρωπος εἶσαι», ἔλεγε. Καί ἀφοῦ τόν προσήλκυε μέ τήν ἀγάπη, σιγά-σιγά τόν βοηθοῦσε νά βγάζει ἀπό μέσα του τά πάθη, τίς ἀδυναμίες, τίς ἁμαρτίες του.
Ἔδινε τά πάντα γιά τήν διακονία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Τί νά πρωτοπεῖ κανείς. Ἦταν ὑπεράνθρωποι οἱ κόποι του, οἱ θυσίες του καί τά παλαίσματά του ἀπό τή νεότητά του μέχρι τό γῆρας.
Ἤμουνα ὁ τελευταῖος του Μοναχός. Μοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Γαβριήλ, γιά νά μοῦ παίρνει ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὅπως εἶπε, τίς λύπες πού φέρνει αὐτή ἡ ζωή, ὡς Ἀρχάγγελος χαρούμενων εἰδήσεων, πού εἶναι. Στό Μοναστήρι μας μάλιστα ὑπάρχει καί ἐκκλησάκι τῶν Ἀρχαγγέλων, τό ὁποῖο ἔγινε μέ θαυμαστό τρόπο, ὡς ἑξῆς:
Τό 1972 περίπου, ὁ τότε Ἡγούμενος, μακαριστός πατήρ Νικόδημος Θωμᾶς, ἄνθρωπος ἀρετῆς, ἅγιος ἄνθρωπος, ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, τόν πῆρε γιά νά τοῦ ὑποδείξει νά βάλουνε τά ὅρια, τοποθετώντας κάποια πασσαλάκια, ὥστε νά χτιστεῖ ἕνα ἐκκλησάκι πρός τιμήν τῶν Ταξιαρχῶν, κυρίως πρός τιμήν τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ «ἐν Χώναις» θαύματος, στίς 9 Σεπτεμβρίου. Ὁ Ἡγούμενος ὑπέδειξε ποῦ νά μποῦν τά πασσαλάκια. Τό βράδυ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος βλέπει στόν ὕπνο του ἕναν Ἀξιωματικό μέ ἀστραφτερή στολή, ἄστραφτε καί τό σπαθάκι του, καί τοῦ λέει:
Εἶμαι ὁ Ταξιάρχης Μιχαήλ. Θά ἤθελα τό σπίτι μου νά γίνει λίγο πιό δεξιά ἀπό ἐκεῖ πού στήσατε τά πασσαλάκια, καί ἔγινε ἄφαντος.
Τό πρωί κατέβηκε ὁ πατήρ Ἰάκωβος στό σημεῖο ἐκεῖνο καί βρῆκε τά πασσαλάκια νά εἶναι μετατοπισμένα πράγματι στό σημεῖο ἀκριβῶς, πού τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ Ταξιάρχης Μιχαήλ. Τό βράδυ τῆς μέρας αὐτῆς τοῦ ἐμφανίζονται δύο Ἀξιωματικοί αὐτήν τήν φορά καί τοῦ εἶπαν:
Εἴμαστε οἱ Ταξιάρχες, οἱ Ἀρχιστράτηγοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ καί τό σπίτι μας δέν θέλουμε νά γίνει πρόχειρο μέ λάσπη καί ἄχυρα. Θέλουμε νά γίνει μέ ἄμμο, ἀσβέστη καί ξύλα. Καί στή σκεπή κεραμίδια.
Φτώχεια ἐκεῖνα τά χρόνια. Πολύ φτωχό τό Μοναστήρι, ὑπό μεγάλες δυσκολίες. Καί ρώτησε ὁ πατήρ Ἰάκωβος·
Καί ποῦ θά βροῦμε αὐτά τά ὑλικά;
Μήν στενοχωρεῖσαι», τοῦ εἶπαν, «ὁ Θεός τό βράδυ θά κάνει μία καταρρακτώδη βροχή καί ἐδῶ στή ρεματιά κάτω, δίπλα ἀπό τό Μοναστήρι, θά κατεβάσει μεγάλη ποσότητα ἄμμου. Τά ὑπόλοιπα ὑλικά θά τά φέρουν εὐλαβεῖς προσκυνηταί. Θά τά φροντίσουμε ἐμεῖς.
Πράγματι ἐκεῖνο τό βράδυ ἔρριξε βροχή καταρρακτώδη, τό πρωί κατέβηκε ὁ πατήρ Ἰάκωβος στήν ρεματιά, καί εἶδε ὅτι εἶχε κατεβάσει μεγάλη ποσότητα ἄμμου, τήν ὁποία κοσκίνιζε καί μέ τά ζῶα, μέ τά μουλάρια, μέ συγχωρεῖτε, τήν ἔφερνε στό σημεῖο πού ἐπρόκειτο νά ἀνεγερθεῖ τό ἐκκλησάκι. Ὅσον ἀφορᾶ τά ἄλλα ὑλικά, φώτισε ὁ Θεός κατοίκους ἀπό τήν Ἁγία Ἄννα, τήν κωμόπολη, πού εἶναι ἐδῶ κοντά καί ἄλλους εὐλαβεῖς προσκυνητάς καί τά ἔφεραν. Ἔτσι χτίστηκε κατά θαυματουργικό τρόπο αὐτό τό ἐκκλησάκι τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν.
Ὁ πατήρ Ἰάκωβος συνομιλοῦσε μέ τόν Ἅγιο Δαυΐδ σάν νά ἐπρόκειτο περί ἑνός ζωντανοῦ ἀνθρώπου. Πήγαινε στήν εἰκόνα του καί κουβέντιαζε. Κουβέντιαζε σάν νά ἦταν ὁ πατέρας του, ὁ ἀδελφός του, ὁ φίλος του. Πολλές φορές μέ φυσικό τρόπο μᾶς ἔλεγε:
Χωρίς νά ἔχω φαντασίες, παιδιά μου, στό μυαλό μου, χωρίς νά βλέπω ὄνειρα, συλλειτουργοῦσα μέ Ἁγίους.
Ἀνέφερε χαρακτηριστικά τόν Ὅσιο Δαυΐδ, τόν Ἅγιο Διονύσιο τόν ἐν Ὀλύμπω, τόν Ἅγιο Ἐφραίμ τῆς Νέας Μάκρης καί ἄλλους Ἁγίους, πού τούς «φιλοξενοῦσε» ἐδῶ στό Μοναστήρι καί συλλειτουργοῦσαν. Ἔλεγε ἐπίσης:
Εἰδικά τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, νά ξέρατε τί γίνεται μέσα στό Ἱερό Βῆμα!
Κάποια φορά δέν μποροῦσε νά κάνει τή Μεγάλη Εἴσοδο ἀπό τό πλῆθος τῶν Ἀγγέλων. Ὁ ψάλτης ἔλεγε συνέχεια «Ὡς τόν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ὡς τόν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι». Ὁπότε, λέει, ἀναγκάστηκε καί εἶπε σέ ἕναν Ἄγγελο:
Ἅγιε Ἄγγελε, σᾶς παρακαλῶ, κάντε λίγο τόπο, γιά νά μπορέσω νά περάσω νά κάνω τήν Μεγάλη Εἴσοδο».
Τή Μεγάλη Εἴσοδο, στήν ὁποία ἀρκετές φορές, ὅπως μᾶς εἶπαν πιστοί, τόν ἔβλεπαν νά ὑπερίπταται, νά βρίσκεται σέ κάποιο ὕψος πάνω ἀπό τό ἔδαφος.
Ἀλλά καί μετά τήν κοίμησή του, πιστοί, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ κ. Στάθης Γεροστάθης ἀπό τήν Καστανιώτισσα τῆς Β. Εὐβοίας, τόν εἶδαν νά βγαίνει ἀπό τόν τάφο του, νά μπαίνει ἀπό τήν πλαϊνή πόρτα στό Ναό, νά λαμβάνει μέρος στήν Μεγάλη Εἴσοδο μέ τούς Πατέρες τοῦ Μοναστηριοῦ καί τούς εἶπε:
Ἐγώ ἔτσι κάνω. Βγαίνω ἀπό τόν τάφο μου καί παίρνω μέρος στή Θεία Λειτουργία. Μετά πηγαίνω βλέπω τό φίλο μου τόν Θεῖο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο καί ξαναέρχομαι στόν τάφο μου. Καί ἕνα παιδάκι, γιός τοῦ Ἱερέως π. Ἀθανασίου, πού ὑπηρετεῖ στήν Λεμεσό, τόν εἶδε νά βγαίνει ὁλοζώντανος ἀπό τόν τάφο του καί τόν ρώτησε:
Πῶς εἶστε τώρα ἐσεῖς Γέροντα;
Εἴμαστε, ὅπως οἱ Ἄγγελοι, τοῦ εἶπε.
Ἡ παρουσία του εἶναι πολύ ζωντανή στήν Ἁγία Μονή. Μέ εὐλάβεια καί δέος περνᾶμε μπροστά ἀπό τόν τάφο του. Εἶναι πλῆθος οἱ πιστοί, πού μᾶς λένε ὅτι τόν ζοῦν στήν καρδιά τους, αἰσθάνονται εὐωδία στόν τάφο του, μᾶς καταθέτουν μαρτυρίες γιά θεραπεῖες, ἰάσεις καί ἐπιλύσεις τῶν προβλημάτων τους. Εἶναι σχεδόν καθημερινό τό φαινόμενο αὐτό. Πολλά θαυμαστά!
Πρίν κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος Γέροντας περιέγραφε τά γεγονότα πού θά λάβαιναν χώρα τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του. Ἔτσι καί ἔγιναν. Μεταξύ τῶν ἄλλων χαριτολογώντας ἔλεγε:
Ἐκεῖ πού θά εἶμαι στό φέρετρο, θά κάνω πώς σηκώνομαι γιά νά εὐλογήσω τόν κόσμο καί ὅσοι μέ δοῦν, ὅπου φύγειφύγει», ἐννοώντας ὅτι τάχα θά φοβηθοῦν.
Πράγματι, ὅπως ὁμολόγησαν ἀρκετοί χριστιανοί, μεταξύ αὐτῶν καί ὁ κ. Μπούσιας ὁ Χαραλάμπης, ὁ καθηγητής τῆς Χημείας καί ὑμνογράφος, τήν ὥρα πού περιφέραμε τό φέρετρο μέ τό ἅγιο σκήνωμα τοῦ Γέροντα γύρω ἀπό τό καθολικό τῆς Μονῆς, τό φέρετρο ἔλαμπε σάν τόν ἥλιο καί ὁ Ἅγιος ἀνασηκώθηκε, εὐλόγησε τόν κόσμο καί τακτοποιήθηκε πάλι.
Ἐκεῖνος ἔλεγε γιά τόν Ὅσιο Δαυΐδ ὅτι εἶναι ζωντανός Ἅγιος ἐπαναλαμβάνοντας πάντα «Τό ζῇ Κύριος ὁ Θεός». Εἶναι ζωντανός ὁ Θεός μας. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος, ἦταν ἕνα ζωντανό σημεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στήν γῆ. Βλέπαμε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπό του. Ἕνας ζωντανός Ἅγιος. Ἔλεγε ἀργότερα ὁ διάδοχός του μακαριστός ἅγιος Γέροντας Κύριλλος: «Ὁ Θεός παιδιά μου περπατάει στή γῆ διά τῶν Ἁγίων του». Καί στούς Ἁγίους συμπεριελάμβανε καί τόν Γέροντα Ἰάκωβο ἤδη πολύ πρίν τήν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του. Γιατί, ὅπως εὐλαβεῖτο τόν Ὅσιο Δαυΐδ ἔτσι εὐλαβεῖτο καί τόν ἅγιο Γέροντα Ἰάκωβο, ὅπως τό κατέθεσε καί ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Κεφαλληνίας κυρός Γεράσιμος. Ρώτησα, λέει ὁ μακαριστός Γεράσιμος, τόν πατέρα Κύριλλο κάποτε πού ἐρχόμουν στο Μοναστήρι:
– Δέν μοῦ λές πάτερ Κύριλλε, ὅλος ὁ κόσμος ἔρχεται καί ζητάει καί τιμάει τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ὅλοι ζητοῦν τήν εὐχή του, ἐκεῖνον προσκυνοῦν, ἐκεῖνον ἐπευφημοῦν καί ἐσύ μιά ζωή μέ τό λέντιο, μέ τήν ποδιά νά διακονεῖς. Καί ὁ ἱδρώτας σου ὡς θρόμβοι αἵματος κόμβοι, κόμβοι, λέει, νά στάζουν ἀπό τό μέτωπό σου. Πῶς αἰσθάνεσαι πού ὅλος ὁ κόσμος τρέχει στόν πατέρα Ἰάκωβο καί ἐσύ διακονεῖς μιά ζωή;
Καί ἀπήντησε ἀκριβῶς αὐτό. Ὅτι βλέποντας αὐτή τήν ὁσιακή μορφή τοῦ πατρός Ἰακώβου καί τήν ὅλη ἁγία βιοτή του, ἔνοιωθε τά ἴδια αἰσθήματα καί εἶχε τήν ἴδια εὐλάβεια, πού αἰσθανόταν πρός τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Τούς εἶχε δηλαδή τό ἴδιο. Καί μέ συγχωρεῖτε, ἐπιτρέψτε μου στό σημεῖο αὐτό νά πῶ ὅτι, ὅπως ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος μιμήθηκε στή ζωή του, τή ζωή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ἔτσι καί ὁ πατήρ Κύριλλος προσπάθησε νά μιμηθεῖ στή δική του ζωή, τή ζωή τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου.
Καί ἐνῶ ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος, δέν συνήθιζε, ὡς ἄριστος παιδαγωγός, νά λέει ἐπαινετικούς λόγους γιά τούς Μοναχούς του, προφυλάσσοντάς τους ἔτσι ἀπό τόν κίνδυνο τῆς ὑπερηφανείας, μία ἡμέρα πρίν τήν ὁσιακή κοίμησή του, ἐκεῖ πού ἤμασταν συνηγμένοι στό κελλάκι του καί ὁ π. Κύριλλος ἀπουσίαζε, μᾶς εἶπε: «Πατέρες, ὁ πατήρ Κύριλλος ἔχει μεγάλη παρρησία στήν Παναγία μας».
Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Κεφαλληνίας κυρός Γεράσιμος, ὅταν ἦρθε στό Μοναστήρι μας νά λειτουργήσει μία βδομάδα μετά τή χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο, ἀνέφερε ἀκόμη:
«Ὁ ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος μοῦ προεῖπε ἀπό τό 1980 ὅτι θά γίνω Ἀρχιερέας. Μετά τόν Ἑσπερινό τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, που εἶχα ἔρθει μέ ἄλλους φίλους μου, ὡς λαϊκός, μοῦ εἶπε.
Γεράσιμέ μου, ὡραῖος Δεσπότης θά γίνεις.
Και ἐγώ, ἔτσι μέ κάποια παρρησία, ἀπάντησα:
Δέν εἴμαστε καλά. Ἐγώ εἶμαι λαϊκός, οὔτε Διάκος δέν εἶμαι ἀκόμα. Καί ἐσεῖς λέτε θά γίνω Δεσπότης;
Θά γίνεις Ἀρχιερέας Γεράσιμέ μου, καί θά ’ρθεῖς νά λειτουργήσεις στό Μοναστήρι μας. Ἐγώ ὅμως βέβαια τότε θά ἔχω φύγει, δέν θά εἶμαι ἐδῶ.
Καί πράγματι ἡ προφητεία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου ἐξεπληρώθη καί ὡς πρός τά δύο μέρη της τό 2015, μετά ἀπό τριάντα πέντε χρόνια, ὁπότε ὁ π. Γεράσιμος ἔγινε Ἀρχιερέας, ἀλλά καί ἦρθε καί λειτούργησε στό Μοναστήρι μας καί μάλιστα σάν νά ἦταν βιαστικός, τήν πρώτη ἑβδομάδα μετά τήν χειροτονία του καί μετά ἀπό λίγες μέρες ἐκοιμήθη. Λειτούργησε μαζί μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδος κ. Χρυσόστομο, τόν Ἅγιο Ποιμενάρχη μας, συγκινημένοι καί οἱ δύο, μέ πολλή ἀγάπη, μέ πολλή κατάνυξη, πολλή εὐλάβεια καί ἐκεῖ μᾶς εἶπε πολλά γιά τόν Ἅγιο Γέροντα Ἰάκωβο.
Στόχος τοῦ πατρός Ἰακώβου ἦταν νά βιάζει τόν ἑαυτό του, γιά νά τηρήσει τίς ἐντολές, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ὅλη μέρα ἦταν στόν ἀγώνα, στόν κόπο, στήν ἐργασία, στήν προσευχή, στήν θυσία. Ἄλλωστε μᾶς τό ἔλεγε ὅτι ἀγάπη πρός τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, σημαίνει θυσία. Καί εἰδικά τά πρῶτα χρόνια πού ἦταν πολύ δύσκολα, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἐκοπίαζε ὅλη τήν ἡμέρα γιά τή συντήρηση τῆς Μονῆς, γιά τήν τέλεση τῶν Ἀκολουθιῶν, μετά τά βράδια, ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἀνέβαινε στό ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου, κρυφά ἀπό τούς ἄλλους Πατέρες, θέλοντας νά μιμηθεῖ καί σέ αὐτό τόν Ἅγιο Δαυΐδ. Καί ἀνέβαινε στό ἀσκητήριο, ὅταν ὑπῆρχαν ἄστρα ἤ ὅταν ὑπῆρχε φεγγάρι πού τοῦ ἔφεγγε καί ἔβλεπε τό μονοπάτι, ἀλλά κι ὅταν δεν ὑπῆρχε φεγγάρι. Τότε παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο Δαυΐδ νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει ἕνα ἀστεράκι γιά νά τόν καθοδηγεῖ. Καί πράγματι, ὁ Θεός τοῦ ἔστελνε αὐτό τό ἀστεράκι, πού δέν ἦταν κάτι ἄλλο, ἀπό τό ἄκτιστο φῶς πού περιγράφει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ πού μέ αὐτή Του τήν Θεία ἐνέργεια τοῦ ἔδειχνε τό δρόμο καί τόν καθοδηγοῦσε στό ἀσκητήριο. Ἐκεῖ μέ μετανοίας, ὅπως ἔλεγε, μέ εὐχές καί δεήσεις, παρακαλοῦσε τόν Θεό, ὅπως καί ὁ Ὅσιος Δαυΐδ, γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου ἀλλά καί τῆς δικῆς του τῆς ψυχῆς. Τοῦ μετέφερε τά αἰτήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, πού ἦταν κοντά του, πού τοῦ ἔστελναν γράμματα, πού τοῦ τηλεφωνοῦσαν.
Καί βέβαια, ὁ μισόκαλος ἐχθρός μας πού φθονεῖ τούς ἀνθρώπους τῆς ἀρετῆς καί τί δέν ἔκανε γιά νά τόν ἐμποδίσει! Κάποια φορά, ὅπως ὁ ἴδιος περιέγραφε, ἐμφανίστηκε ὁ διάβολος μέ την μορφή χιλιάδων σκορπιῶν, πού ἀκόμα καί ἀπό τήν ὀροφή τῆς σπηλιᾶς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, τοῦ ἀσκητηρίου, ἐκρέμοντο σάν τσαμπιά ἀπό σταφύλια. Στήν ἀρχή τρόμαξε, ἀλλά μετά κατάλαβε ὅτι ἦταν μηχανουργία τοῦ διαβόλου καί ἐχάραξε μέ μία πέτρα γύρω του ἕναν κύκλο καί ὡς ἔχων ἐξουσία ἀπό τόν Θεό, ἔδωσε ἐντολή στούς δαίμονες καί εἶπε:
– Ὡς ἐδῶ. Ἀπό τήν γραμμή τοῦ κύκλου καί πέρα δέ θά περάσετε».
Καί πράγματι, ὅλη τή νύχτα, οἱ δαίμονες εἶχαν δεθεῖ καί παρέμειναν ἐκεῖ στήν γραμμή τοῦ κύκλου καί ὁ ἴδιος συνέχιζε τήν προσευχή του πρός τόν Θεό. Καί ὅταν χάραζε, ἔτρεχε, κατέβαινε στήν Μονή, δέν τόν ἔπαιρναν εἴδηση οἱ Πατέρες, χτυποῦσε τό σήμαντρο καί οἱ Πατέρες λέγανε: «Νά, ξύπνησε ὁ πατήρ Ἰάκωβος» καί τελοῦσε τίς καθημερινές Ἀκολουθίες καί τά διακονήματα στό Μοναστήρι.
Καί ὅλα αὐτά χωρίς νά αἰσθάνεται ὅτι ἔχει κάποια παρρησία. Ἐβίωνε τήν πίστη του, ἀλλά μέ πολύ ταπεινό φρόνημα. Ἡ ταπείνωσή του γινόταν φανερή στήν καθημερινή ζωή τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἦταν τόσο ἁπλός, τόσο ἀπέριττος, στήν ἐμφάνισή του, στούς τρόπους του, στίς συζητήσεις του.
Ἔκφραση αὐτῆς τῆς ταπεινώσεώς του καί τῆς εὐγένειας πού εἶχε, ἦταν καί αὐτό τό «μέ συγχωρεῖτε» πού ἔλεγε πάντοτε. Ἡγούμενος ὤν, ἀσπαζόταν τό χέρι ὄχι μόνο τῶν Ἀρχιερέων, πρός τούς ὁποίους εἶχε βαθύτατο σεβασμό, ἀλλά καί τῶν Ἱερέων καί τῶν Διακόνων καί τῶν Μοναχῶν. Ἀσπαζόταν καμιά φορά ἀκόμη καί τά δικά μας χέρια, τῶν μοναχῶν ὑποτακτικῶν του, ὅταν πηγαίναμε νά πάρουμε παραδείγματος χάρη εὐχή στό τέλος τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου. Ἐμεῖς, συνήθως, τά τραβούσαμε, ἀλλά θυμᾶμαι, ἕνας ἀδελφός, πού τοῦ ἔδωσε τό χέρι του, νά τοῦ τό ἀσπασθεῖ κάποια φορά, μᾶς εἶπε ὁ Γέροντας· «Νά ἕνας ταπεινός Μοναχός!».
Ὁ διάβολος ἔφριττε γιά τήν πίστη, τήν ἀρετή του, ἀλλά κυρίως γι’ αὐτή του τήν ταπείνωση. Κάποια φορά θυμᾶμαι εἶχε ἔρθει μία γυναίκα κυριευμένη ἀπό πνεῦμα πονηρό. Ἦταν καί ἕνας Ἀρχιερέας ἐδῶ ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Σάμου Παντελεήμων καί τό πονηρό πνεῦμα φώναζε: «Ἰάκωβε, εἶσαι ἅγιος, εἶσαι ἅγιος, εἶσαι ἅγιος». Εἶπε στόν Ἀρχιερέα τότε ὁ πατήρ Ἰάκωβος:
– Σεβασμιώτατε, αὐτή ἡ γυναίκα ἔχει πνεῦμα πύθωνος καί προσπαθεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ δαίμονας νά μέ ρίξει στήν κενοδοξία.
Καί ἀπαντοῦσε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος.
Δέν εἶμαι τίποτα. Εἶμαι γῆ καί σποδός. Εἶμαι ἕνα ψόφιο σκυλί.
Αὐτό ἔλεγε καί αὐτό πίστευε γιά τόν ἑαυτό του. Ὅπως, ἀκριβῶς, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «εἶμαι κύων τεθνηκώς».
Ὁ διάβολος μέ τό στόμα ταλαιπωρημένων ἀπ’ αὐτόν ἀνθρώπων ἀρκετές φορές ὁμολόγησε:
Ἀπό παιδί σέ πολεμάω, ἀλλά ἐπειδή εἶσαι ταπεινός δέν μπορῶ νά σέ ρίξω.
Μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ καί μέ τίς εὐχές, τήν παρρησία καί τήν ἐξουσία πού εἶχε ἀπ’ τόν Θεό ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος, βοηθήθηκε πλῆθος συνανθρώπων μας, πού ταλαιπωροῦνταν ἀπό αὐτή τήν μάστιγα τῶν δαιμονίων. Κάποτε πού διάβαζε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἕναν τέτοιο ἀσθενῆ, φώναζε τό δαιμόνιο:
Ἄχ, ρέ Ἰάκωβε, νά ’ξερες αὐτή ἡ Μαρία, −γιά τήν Παναγία μας− ἔχουν λιώσει τά γόνατά της νά προσεύχεται συνεχῶς γιά σᾶς.
Στά νεώτερα χρόνια μία μέρα, ἀφοῦ μίλησε ὁ Γέροντας σέ προσκυνητές στήν παλιά τραπεζαρία, τήν ὥρα πού ἔβγαινε, ἐμφανίστηκε μπροστά του μία κοπέλα, γιγαντόσωμη, πού ἐταλαιπωρεῖτο ἀπό τόν πειρασμό, τοῦ ἔφραξε τόν δρόμο καί ἄρχισε νά φωνάζει ἄγρια καί νά τοῦ λέει διάφορα. Ὁ Γέροντας σταυρώνοντάς την μέ τό ἡγουμενικό μπαστουνάκι του, εὐλογώντας την μέ τό χέρι του καί λέγοντας τίς εὐχές καί τίς προσευχές του, ἔκανε τό δαιμόνιο νά σωπάσει. Ἐκείνη τήν ὥρα δοξάστηκε μπροστά στά μάτια ὅλων, καί τοῦ κόσμου καί ἡμῶν τῶν Μοναχῶν. Ἰδιαιτέρως ἐγώ, πού ἤμουνα καί νέος Μοναχός τότε, τόν ἔβλεπα μέ πολύ θαυμασμό. Γιά νά διασκεδάσει προφανῶς αὐτόν τό θαυμασμό, τό βράδυ στό Ἀπόδειπνο ἔκανε ὅτι παραπονέθηκε καί εἶπε:
– Δέν μέ βοηθήσατε κανένας σας.
Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε ἐξουσία ἀπό τόν Θεό, λόγω τῆς ἁγιότητός του, νά πολεμήσει τόν ἐχθρό. Πολεμοῦσε τόν ἐχθρό καί ἔβγαινε σχεδόν πάντα νικητής.
Ἦταν τόσο χαριτωμένος! Δέν προλάβαινες νά σκεφτεῖς κάτι καί ἐκεῖνος τό πληροφορεῖτο μέ τό χάρισμα πού τοῦ εἶχε δώσει ὁ Θεός. Εἴμαστε μάρτυρες πολλῶν τέτοιων περιπτώσεων. Ὅταν ἦρθα στό Μοναστήρι, στήν ἀρχή τῆς μοναχικῆς μου ζωῆς, ὁ ἐχθρός μέ πολέμησε πολύ ἰσχυρά. Στενοχωριόμουν διπλά, πρῶτον, γιατί ὑπέφερα ἀπό τήν προσβολή τοῦ ἐχθροῦ, ὅπως ἤμουν καί ἄπειρος ἀκόμη καί δεύτερον, γιατί ἤξερα ὅτι ὁ Γέροντας, μέ τό χάρισμά του, γνώριζε ἐκείνη τήν ὥρα τό λογισμό πού μέ βασάνιζε. Ἀλλά μετά ἀπό ἕξι μῆνες μαρτυρίου, πραγματικά μαρτυρίου, −ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε ὅτι ἔδειξε ὁ Θεός πώς τό ἐξέλαβε ὡς μαρτύριο αὐτό τό στάδιο τῆς δοκιμασίας μου−, μέ τίς εὐχές του αὐτός ὁ τόσο φοβερός πόλεμος καταλάγιασε. Κάθε λογισμός, κάθε σκέψη, κάθε ἐπιθυμία, ἦταν γνωστή στό Γέροντα.
Κάποτε εἶχε ἔρθει ἕνα ποῦλμαν, κάπως μεσημέρι καί ἐγώ σκέφτηκα, «βρέ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί μές στό μεσημέρι νά ταράξουν τήν ἡσυχία», −ἤμουν καί νέος μοναχός, ἤθελα καί νά ἀπολαύσουμε τήν παρουσία τοῦ Γέροντος, ὅσο γινόταν περισσότερο, γιατί τόν βλέπαμε ὅτι ἦταν ἀσθενής καί ὅτι θά ἔφευγε καί θέλαμε νά πάρουμε ὅσο τό δυνατόν περισσότερα − καί μέ ἐνόχλησε στό λογισμό. Χωρίς ἐγώ νά πῶ τίποτα, ἔρχεται δίπλα μου καί μοῦ λέει· «Παιδί μου, ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι κάτι νά ποῦνε στόν Ἅγιο Δαυΐδ, ἄλλος τήν ἀρρώστια του, ἄλλος τόν πόνο του. Ἀλλά ἄν δέν ἔρθει καί ὁ κόσμος νά μᾶς βοηθήσει, πῶς θά κάνουμε καί κανένα ἔργο στήν Μονή;». Αὐτό ἦταν. Διασκέδασε ὅλο μου τόν λογισμό.
Κάποια ἄλλη φορά, εἶχαν ἔρθει κάποιοι ἄνθρωποι καί μοῦ λένε: «Εἴμαστε ἐκπρόσωποι τοῦ Σύλλογου ἀτόμων μέ πρόβλημα ὅρασης, τῶν Ἀθηνῶν καί θέλουμε τόν Ἡγούμενο». Εἰδοποίησα τό Γέροντα, τούς εἶδε καί ὅταν ἔφευγε ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς, εἶδα ὅτι κρατοῦσε στά χέρια του μία ἀπόδειξη καί σκέφτηκα: «Ἔ, θά τόν ξεγέλασαν τόν Γέροντα, μπορεῖ νά μήν ἦταν καί ἀπό τόν σύλλογο πού εἶπαν, μπορεῖ νά εἶναι καί πλαστή ἡ ἀπόδειξη καί τούς ἔδωσε χρήματα». Χωρίς νά πῶ τίποτα, περνάει ἀπό δίπλα μου καί μοῦ λέει:
– Παιδί μου, ἐμεῖς δέν ἐξετάζουμε ποιοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού μᾶς ζητοῦν, ἀλλά κάνουμε αὐτό πού ὁ Θεός μᾶς λέγει. Τί μᾶς λέγει ὁ Θεός; Τῷ αἰτοῦντί σοι δίδου». Ἀφοῦ μᾶς ζήτησαν, θά τούς δώσωμε.
Ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Γέροντα ἦταν συνεχής καί ἀγόγγυστη. Αὐτή τήν ἀρετή ὅπως καί ὅλες τίς ἄλλες τίς εἶχε διδαχτεῖ ἀπό τήν μητέρα του, ἀπό μικρό παιδί. Πόσο μεγάλο ρόλο παίζει ἡ διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν γιά τό κάθε τί ἀπό τούς γονεῖς τους! Καί ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ εἶναι νά ἀνατρέφονται τά παιδιά
«ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου».
Πολλά τά μηνύματα ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου. Νά ὁμοιάσουμε ἀπολύτως στούς ἁγίους Γέροντες, δέν ξέρω ἄν εἶναι ἐφικτό. Ὅ,τι μπορεῖ ὁ καθένας ἄς πάρει κι ἄς κάνει. Καί αὐτό πάντα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Πνευματικοῦ.
Ἄς θυμηθοῦμε καί μερικά ἀκόμη περιστατικά ἀπό τόν βίο τοῦ ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1990, εἰσήχθη πάλι στό Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Ἀθηνῶν «Γ. Γεννηματᾶς», λόγω τοῦ καρδιακού προβλήματος πού αντιμετώπιζε −τοῦ εἶχε τοποθετηθεῖ καί βηματοδότης−. Τόν παρακολουθοῦσε ὁ κ. Κρεμαστινός. Γιά ἀρκετές ἡμέρες ἦταν στήν ἐντατική. Τήν ἔνατη μέρα, χρειάστηκαν τόν θάλαμο αὐτό τῆς ἐντατικῆς γιά τόν πρώην Πρωθυπουργό Ἀνδρέα Παπανδρέου. Ἀναγκάστηκαν νά βγάλουν τόν Γέροντα Ἰάκωβο ἀπό τόν θάλαμο τῆς ἐντατικῆς καί τόν βάλανε στήν ὑπομονάδα. Κάποιοι εἶπαν στόν Παπανδρέου καί στήν κ. Δήμητρα, τήν σύζυγό του, πού τόν συνόδευε:
Μήν φοβᾶστε, γιατί σέ αὐτό τό κρεββάτι προηγουμένως ἦταν ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος καί αὐτό θά βοηθήσει.
Αὐτό ἔκανε τήν κ. Δήμητρα, νά ψάξει νά βρεῖ ποιός ἅγιος ἄνθρωπος ἦταν στό κρεββάτι αὐτό.
«Κάποια στιγμή μέ βρήκανε», ἀφηγεῖτο ὁ Γέροντας, «ἐκεῖ πού μέ εἴχανε βάλει καί ἦρθε μία γυναίκα ψηλόσωμη, δύο μέτρα καί μοῦ λέει: “Θέλω νά βοηθήσετε τόν Ἀνδρέα μου”. Ποιός εἶναι αὐτός ὁ Ἀνδρέας σου, τῆς εἶπα. “Εἶναι ὁ Πρωθυπουργός ὁ Παπανδρέου”, μοῦ ἀπάντησε.
Τί νά κάμω ἐγώ παιδί μου; Ἐδῶ ὑπάρχουν καθηγητές, καί ἄλλοι ἄριστοι γιατροί. Αὐτοί θά φροντίσουνε τόν Ἀνδρέα, τῆς εἶπα.
−Ὄχι, ὄχι, ἐπέμενε, θέλω ἐσεῖς νά ’ρθεῖτε νά τόν σταυρώσετε».
Τόν βάλανε στό καροτσάκι καί ὁ γαμπρός του ὁ Θοδωρῆς, ὁ σύζυγος τῆς ἀνεψιᾶς του τῆς Μαρίας, τόν πῆγε στό θάλαμο τῆς ἐντατικῆς. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος βλέποντας στό ἕνα κομοδίνο τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί στό ἄλλο τῆς Παναγίας μας τούς λέγει:
−Ἔχετε καλούς φρουρούς πού σᾶς φυλάγουν.
Ἡ κ. Δήμητρα, θεώρησε ὅτι ἐννοῦσε τούς σωματοφύλακες πού ἦταν ἐκεῖ καί τούς ἔκανε νόημα νά φύγουν.
−Ὄχι, παιδί μου, ἐννοῶ τόν Κύριό μας καί τήν Παναγία μας. Αὐτοί σᾶς φρουροῦν, διευκρίνισε ὁ Γέροντας.
«Πλησίασα τόν Ἀνδρέα, ἀφηγεῖτο ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος ἦταν μέ τά βύσματα, μέ τά καλώδια, μέ τά “παράσημα”, ὅπως ἤμουν καί ἐγώ πρίν, μέ τήν μάσκα τοῦ ὀξυγόνου καί τοῦ εἶπα: Πιστεύεις τώρα ἐσύ τέκνον μου; “Πιστεύω”, μοῦ εἶπε. Τόν σταύρωσα εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ εἶπα ὅτι θά παρακαλέσω τόν Ἅγιο Δαυΐδ, στό Μοναστήρι τοῦ ὁποίου ὑπηρετῶ, νά σέ κάμει καλά. Καί μήν στενοχωριέσαι ἐντός τριῶν ἡμερῶν θά γίνεις καλά καί θά ἐξέλθεις τοῦ Νοσοκομείου. Καί θά ξανακυβερνήσεις καί νά κοιτάξεις νά κάνεις καλό στόν τόπο». Τότε ὁ Παπανδρέου ἔκανε μία προσπάθεια νά ἀνασηκωθεῖ καί ἕνα δάκρυ κύλησε ἀπό τό ἕνα μάτι καί ἕνα δάκρυ ἀπό τό ἄλλο, ὅπως ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ Γέροντας στόν μακαριστό Μητροπολίτη Σισανίου καί Σιατίστης κυρό Ἀντώνιο, ὁ ὁποῖος τοῦ παρατήρησε: «Θά ἦταν δάκρυα μετανοίας Γέροντα». Ὁ Γέροντας δέν τό σχολίασε, ἁπλῶς ἀφηγήθηκε τό γεγονός.
Πράγματι, ἐνῶ τότε δέν ἔδιναν ἐλπίδες οἱ γιατροί οὔτε καί αὐτός ὁ μέγας καρδιοχειρουργός Γιακούμπ, πού εἶχε ἔρθει ἀπό τό ἐξωτερικό, ὁ Παπανδρέου ἔγινε καλά καί σέ τρεῖς ἡμέρες ἐξῆλθε τοῦ Νοσοκομείου.
Ἀργότερα ἀνέλαβε παρ’ ἐλπίδα ξανά τήν Πρωθυπουργία ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου καί ἐπειδή τοῦ εἶχαν ἐντυπωθεῖ τά λόγια τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, «θά γίνεις καλά, θά ξανακυβερνήσεις καί νά κοιτάξεις νά κάνεις καλό στόν τόπο», φρόντισε νά ἀνακηρυχθοῦν μέ νομοθέτημα ἱερός τόπος τά Μετέωρα, ὅπως μᾶς εἶπε ὁ τότε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, ὁ πατήρ Ἀθανάσιος. Διότι οἱ Δημοτικές Ἀρχές τῆς περιοχῆς προσπαθοῦσαν νά ἀναλάβουν ὑπό τή δικαιοδοσία τους τά Μοναστήρια καί νά τά ἀξιοποιοῦν κυρίως ὡς τουριστικούς προορισμούς. Ἔτσι μέχρι σήμερα τά Μετέωρα προστατεύονται ὡς ἱερός τόπος.
Οἱ πιστοί χριστιανοί μᾶς λένε γιά τόν Ὅσιο Δαυΐδ, ὅτι εἶναι πολύ γρήγορος Ἅγιος. Γοργοεπήκοο μᾶς τόν ἔλεγε ὁ κ. Νίκος ὁ Ἀθανασίου, ἀπό τήν Ἀθήνα, πού εἶχε ἐμπειρία ἀπό θαυματουργική παρέμβαση τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ σέ θέμα ὑγείας τῆς συζύγου του Βασιλικῆς, ἡ ὁποία εἶναι γιατρός. Ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια ὅμως δείχνει ὅτι πολύ γρήγορος Ἅγιος εἶναι καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος μιμήθηκε στή ζωή του τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Μετά τήν κοίμησή του ἐμφανίστηκε σέ ἀρκετούς εὐσεβεῖς χριστιανούς, μεταξύ αὐτῶν καί στόν κ. Ἐμμανουήλ Ἐμμανουηλίδη, Ἀρεοπαγίτη, καί τούς εἶπε:
−Ὅταν ἤμουν στή γῆ, ἔβαζα καί ἐγώ ἄλλους μεσίτες γιά νά παρακαλοῦν γιά τά αἰτήματά σας. Τώρα ὅ,τι θέλετε πηγαίνω ἀπευθείας στόν Χριστό».
Ἀρχές Ὀκτωβρίου τοῦ 1989, ὁ νῦν Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὡς Μητροπολίτης Φιλαδελφείας τότε, ἐπισκέφθηκε γιά δεύτερη φορά τό Μοναστήρι γιά νά προσκυνήσει τόν Ἅγιο Δαυΐδ, ἀλλά καί νά πάρει τήν εὐχή τοῦ ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου. Μετά τήν Λειτουργία, ἀφοῦ καθίσανε στήν παλαιά τραπεζαρία, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος τοῦ εἶπε,
«Ἐσύ θά εἶσαι ὁ ἑπόμενος Πατριάρχης. Ἐσύ θά ποιμάνεις την Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καί εὔχομαι ὡς Πατριάρχης νά ἐπισκεφθεῖς καί νά προσκυνήσεις τήν Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ». Καί μάλιστα αὐτά σέ χρόνο, «ἀνύποπτο», δύο χρόνια δηλαδή, πρίν ἐμφανιστεῖ κάποιο πρόβλημα ὑγείας στόν τότε Πατριάρχη Δημήτριο.
Καί ὅταν προέκυψε, ἀρχές Ὀκτωβρίου τοῦ ’91, τό θέμα τῆς διαδοχῆς μέ τήν κοίμηση τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, εἶπαν στόν Γέροντα Ἰάκωβο ὅτι γιά τό ἄν θά ἐκλεγεῖ Πατριάρχης ὁ πατήρ Βαρθολομαῖος πολλά ἐξαρτῶνται, ἀπό τή στάση πού θά κρατήσουν οἱ Τοῦρκοι, οἱ στρατιωτικοί τότε, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τήν ἁρμοδιότητα νά ἐγκρίνουν τόν κατάλογο τῶν ὑποψηφίων γιά τό θρόνο τοῦ Πατριάρχη. Τότε κατέβηκε ὁ μακαριστός ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος στόν ναό, στάθηκε στό τέμπλο μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί τόν παρακάλεσε:
− Ἅγιέ μου Δαυΐδ, νά πᾶς ἐκεῖ στήν Τουρκία, νά βοηθήσεις νά μήν διαγράψουν τόν π. Βαρθολομαῖο ἀπό τόν κατάλογο. Καί νά φροντίσεις Ἅγιέ μου, νά τόν κάνεις Πατριάρχη.
Καί πράγματι, ὅπως μάθαμε ἀργότερα, τήν ἡμέρα ἐκείνη πού ἦταν ἡ ἐπίμαχη συνεδρία, οἱ Τοῦρκοι εἶχαν κάποιο δικό τους θέμα, καί ἦταν ἀπασχολημένοι μέ αὐτό. Ὅταν ρώτησε ὁ Τοῦρκος ἀρχιστράτηγος τούς ἁρμοδίους ποιό ἦταν τό ἑπόμενο θέμα καί τοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν τό θέμα τῆς ἐγκρίσεως τοῦ καταλόγου τῶν ὑποψηφίων γιά τό θρόνο τοῦ Πατριάρχη, τούς εἶπε: «Ἀφῆστε τούς Ρωμιούς νά κάνουν ὅ,τι θέλουν, ἐμεῖς θά πᾶμε στά δικά μας θέματα». Καί ἔτσι δέν διεγράφη κανένας ἀπό τόν κατάλογο καί στήν συνέχεια ὁμόφωνα, παμψηφεί, ἐξελέγη Πατριάρχης ὁ πατήρ Βαρθολομαῖος. Μάλιστα ὁ πατήρ Ἰάκωβος, ὅταν τό πληροφορήθηκε, σηκώθηκε, ἔκανε τόν σταυρό του καί εἶπε «Δόξα σοι ὁ Θεός! Δόξα σοι ὁ Θεός!» Αὐτά εἶναι γεγονότα, τά ὁποῖα τά ζήσαμε καί ἁπλῶς τά μεταφέρουμε αὐτούσια χωρίς σχόλια, χωρίς προσθήκες, χωρίς ἄλλες ἀναφορές. Ὅπως τά ζήσαμε, ἔτσι καί τά περιγράφουμε. Στήν συνέχεια μάλιστα, ὅταν ὁ πατήρ Παῦλος ὁ Ἰωάννου, Ἀρχιμανδρίτης τότε, Μητροπολίτης τώρα Σισανίου καί Σιατίστης, θά πήγαινε στό Πατριαρχεῖο, ἐπί τῇ ἐκλογῇ τοῦ πατρός Βαρθολομαίου ὡς Πατριάρχου, ὁ Γέροντας γιά νά δείξει τήν χαρά του, ἔδωσε χρήματα στόν πατέρα Παῦλο, γιά νά πάρει κεράσματα νά κεράσει ὁ Πατριάρχης τούς συνοδικούς γιά τήν ἐκλογή του.
Προρρήσεις γιά προαγωγή στήν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ἔκαμε ὁ μακαριστός Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος καί γιά ἄλλους κληρικούς καί λαϊκούς. Ὅπως συνέβη στόν μακαριστό Μητροπολίτη Μάνης κυρό Χρυσόστομο Β΄, ὁ ὁποῖος ἦταν συνοδικός Γραμματεύς τότε καί εἶχε ἐπισκεφθεῖ τό Μοναστήρι, γιά νά δεῖ καί τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Τότε σκεφτόταν ὁ Ἅγιος Μάνης νά κάνει ἕνα Ἡσυχαστήριο γιά νά ἀποσυρθεῖ ἐκεῖ, γιατί δέν ἔβλεπε ὅτι ὑπῆρχε καί κάποια ἄλλη διαφορετική ἐξέλιξη γι’ αὐτόν. Ὁ Γέροντας, ὅταν συναντήθηκαν, τοῦ εἶπε:
Μήν κάνεις αὐτό πού σκέφτεσαι, γιατί θά γίνεις Ἀρχιερέας.
Μάλιστα εἶπαν κάποιοι πού ἦταν παρόντες, ὅτι πῆρε τόν πατέρα Χρυσόστομο, τόν πῆγε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, καί εἶπε:
Ἅγιέ μου Δαυΐδ, νά δώσεις ἕνα ἐγκόλπιο, ἕνα ἐγκολπιάκι στόν πατέρα Χρυσόστομο, νά τόν κάνεις Ἀρχιερέα.
Καί πράγματι, ἐνῶ ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε, ἀνθρωπίνως δέν εἶχε κάποιες ἐλπίδες ἐξελίξεως, σέ λίγο καιρό ἐξελέγη Μητροπολίτης Μάνης.
Τήν ἴδια πρόρρηση εἶχε κάνει καί στόν νῦν Μητροπολίτη Καστορίας κ. Σεραφείμ, ὅταν τόν συνάντησε στό Νοσοκομεῖο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ στήν Ἀθήνα, ὅπου εἶχε πάει ὁ Γέροντας γιά νά σταυρώσει μέ τό ἱερό λείψανο τοῦ χεριοῦ τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τόν τότε Μητροπολίτη Νικαίας κυρό Γεώργιο, ὁ ὁποῖος νοσηλευόταν ὡς φυτό. Ὁ Γέροντας κάθισε γιά μισή ὥρα περίπου στό δωμάτιο τοῦ Μητροπολίτη, τόν ὁποῖο, μέ τήν προσευχή του καί τήν ἐπίκληση τῆς βοηθείας τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου, κυριολεκτικά ἀνέστησε. Μετά κάλεσε τόν τότε Πρωτοσύγκελλο πατέρα Δημήτριο. Ὅταν μπῆκαν στό δωμάτιο βρήκανε τόν Μητροπολίτη καθήμενο στό κρεββάτι του νά συζητάει μέ τόν πατέρα Ἰάκωβο. Οἱ πάντες, γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό, ἐπισκέπτες μιλοῦσαν γιά μεγάλο θαῦμα! Ἐκεῖ λοιπόν ἦταν ὡς ἐπισκέπτης ὁ νῦν Μητροπολίτης Καστορίας πατήρ Σεραφείμ, τόν ὁποῖο ὁ Γέροντας ἔβλεπε γιά πρώτη φορά καί τοῦ εἶπε:
− Τέκνον μου, νά συνεχίσεις νά προσέχεις τήν ζωή σου, διότι θά γίνεις Ἀρχιερέας.
Καί πράγματι, ἦταν ἀπό τίς τελευταῖες χειροτονίες τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ.
Τήν ἴδια πρόρρηση ἔκανε καί γιά τόν Μητροπολίτη Φθιώτιδος κ. Νικόλαο, τόν Μητροπολίτη Ὀλυμπίας καί Τριφυλίας κ. Χρυσόστομο, γιά τόν Μητροπολίτη μας, κ. Χρυσόστομο, τόν Μητροπολίτη Σισανίου καί Σιατίστης κ. Παῦλο, τόν σημερινό Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσόστομο Γ΄ καί γιά ἄλλους Ἀρχιερεῖς. Γνωστή εἶναι ἐπίσης ἡ ἀνάλογη πρόρρηση πού ἔκανε γιά τόν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Προρρήσεις ἔκανε καί σέ πολλούς λαϊκούς γιά τή μετέπειτα ἱερωσύνη τους.
Ὅταν ζοῦσε, πολλά θαύματα ἐπιτελοῦσε ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος, μέ τήν παρρησία πού εἶχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκεῖνος ἕνεκα τῆς ταπεινοφροσύνης του, τά ἀπέδιδε ὅλα στόν Ὅσιο Δαυΐδ. Καί ἦταν θαύματα ποικίλα. Μέ τίς εὐχές καί προσευχές του ὁ καθένας πού ἔτρεχε κοντά του εὕρισκε τή βοήθεια πού χρειαζόταν. Ἀσθενεῖς ἀπό σωματικές −ἀνίατες πολλές φορές− ἀσθένειες, ἀλλά καί ἀπό ψυχικές, εὕρισκαν τήν ἴαση καί τήν ὑγεία, ταλαιπωρημένοι ἀπό πνεύματα ἀκάθαρτα ἀπελευθερώνονταν ἀπ’ αὐτά, ἄτεκνα ζευγάρια ἀποκτοῦσαν τέκνα, καταπονημένοι ἄνθρωποι παρηγοροῦνταν, ἐνδυναμώνονταν καί ἀνακουφίζονταν μέ τήν ἐπίλυση τῶν ποικίλων προβλημάτων τους. Τήν ἴδια καί μεγαλύτερη βοήθεια παρέχει τώρα μέ τίς πρεσβεῖες του στόν Θρόνο τῆς Χάριτος σ’ ὅσους καταφεύγουν σ’ αὐτόν.
Καί βλέπετε ὁ τάφος του εἶναι ἕνας «ζωηφόρος τάφος».
Ὅπως ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ἄξιος διάδοχός του, ὁ μακαριστός ἅγιος Γέροντας Κύριλλος «ὁ τάφος παιδιά μου, εἶναι ἕνα κρύο πράγμα. Και ὅμως βλέπετε σέ αὐτόν τόν τάφο τοῦ ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου τρέχουν ὅλα τά παιδάκια καί παίζουν ἐκεῖ ἐπάνω. Γιατί παίρνουν χάρη καί εὐλογία καί ὅλος ὁ κόσμος ἐκεῖ μαζεύεται». Βέβαια τό ἴδιο συμβαίνει τώρα καί μέ τόν δικό του τάφο. Τόν τάφο τοῦ ἁγίου Γέροντος Κυρίλλου. Καί θά ἔλεγα ὅτι πραγματικά αὐτό τό ἅγιο Μοναστήρι, ὄχι ἐπειδή ζοῦμε ἐμεῖς ἐδῶ, εἶναι πλημμυρισμένο ἀπό χάρη καί εὐλογία Θεοῦ, ἔχοντας μέσα στόν Ναό τά χαριτόβρυτα λείψανα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Θαυματουργοῦ καί ἄλλων Ἁγίων καί ἔξω στό προαύλιο δύο «ζωηφόρους» πραγματικά τάφους. Σκύβουν οἱ πιστοί ἐκεῖ, λένε τόν πόνο τους, τά προβλήματά τους καί θεραπεύονται ἀπό ποικίλες ἀσθένειες καί ταλαιπωρίες.
Θυμᾶμαι χαρακτηριστικά εἶχε ἔρθει στή Μονή, μία κυρία ἀπό τήν Φλώρινα, ἡ κ. Ἀντωνία Κροκαροπούλου, φουρνάρισσα, ἡ ὁποία βασανιζότανε γιά χρόνια ἀπό ἆσθμα βρογχικό, ἀλλεργικό καί ἔπαιρνε φάρμακα καί πολλές φορές, μή καλύπτοντάς την τά φάρμακα, τήν μετέφεραν στό Νοσοκομεῖο, γιά νά γλυτώσει ἀπό τόν θάνατο. Εἶχε κουραστεῖ ἀπό τό πρόβλημά της. Πῆρε λίγο λαδάκι ἀπό τόν τάφο τοῦ Γέροντα Ἰακώβου καί τόν παρακάλεσε «Παππούλη, ἐγώ ἐσένα ἐμπιστεύομαι. Πιστεύω ὅτι ἐσύ θά μέ κάνεις καλά». Καί ὅταν πῆγαν στό καράβι, νά περάσει ἀπό τόν Ἁγιόκαμπο στήν Γλύφα, κατά τή διαδρομή πῆρε τό σακουλάκι μέ τά φάρμακά της καί τά πέταξε στή θάλασσα, ἔχοντας πλήρη ἐμπιστοσύνη ὅτι ὁ πατήρ Ἰάκωβος θά τή θεραπεύσει. Καί ὤ, τοῦ θαύματος, ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας, ἰάθηκε καί χαίρει ἄκρας ὑγείας!
Ἦταν πάντοτε βαθιά ριζωμένο στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος εἶναι Ἅγιος. Αὐτό φάνηκε γιά ἄλλη μία φορά καί στό μνημόσυνό του, τό Νοέμβριο τοῦ 2015. Θυμᾶμαι, ὅταν μίλαγε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἐδέσσης κ. Ἰωήλ, ὁ κόσμος ἀνταποκρινόμενος σέ αὐτά πού ἔλεγε, φώναξε τρεῖς-τέσσερις φορές «Ἅγιος! Ἅγιος! Ἅγιος!» Μοῦ ἔφερε στή μνήμη μου αὐτό πού ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του, σέ πολύ μεγαλύτερη ἔνταση τότε βέβαια. Εἶχαν μαζευτεῖ χιλιάδες ἀνθρώπων, χωρίς νά τό πεῖ καμιά τηλεόραση, χωρίς νά τό ἀναφέρει καμιά ἐφημερίδα, χωρίς νά τό πεῖ κανένα μέσο μαζικῆς ἐνημέρωσης, ὅπως ἔλεγε τότε καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης ἀπό Κεφαλληνίας κυρός Προκόπιος, πού παρευρίσκετο μαζί μέ τόν δικό μας τότε Ποιμενάρχη, κυρό Χρυσόστομο τόν Α΄ καί ἄλλους Ἀρχιερεῖς. Ὁ Ἅγιος Γέροντας κοιμήθηκε στίς 21 Νοεμβρίου τοῦ 1991 ὥρα 16:17 λεπτά τό ἀπόγευμα καί τήν ἄλλη μέρα τό μεσημέρι ἔγινε ἡ κηδεία του. Χωρίς λοιπόν νά τό πεῖ κανείς, παρά μόνο ἐλάχιστα τηλεφωνήματα πού ἔγιναν ἀπό τήν Μονή. Τά ὑπόλοιπα ἦταν φροντίδα τοῦ Θεοῦ, πού διά τῶν ἀγγέλων Του, τό κοινοποίησε παντοῦ καί μαζεύτηκαν ἐδῶ χιλιάδες κόσμου ἀπό ὅλα τά μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ὄχι μόνο. Καί μέ ἕναν δρόμο τότε, αὐτά τά δεκατρία χιλιόμετρα ἀπό τίς Ροβιές μέχρι τή Μονή, πού ἦταν κακοτράχαλος. Καί ὅμως οἱ πάντες ἦρθαν καί προσκύνησαν. Ἄφησαν τά αὐτοκίνητά τους πολλοί, χιλιόμετρα μακριά γιά νά ’ρθοῦν νά προσκυνήσουν. Ὅλα γίνανε μέ τήν εὐχή τοῦ ἁγίου Γέροντα. Οἱ πάντες τουλάχιστον τόν εἶδαν. Γιατί ὁ Σεβασμιώτατος πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος, εἶπε ἀφοῦ ἤδη εἶχε γίνει νωρίτερα ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία εἰς Μοναχούς μέσα στόν ναό, νά βγάλουν τό φέρετρο ἔξω στήν αὐλή, ὥστε στήν συνέχεια νά γίνει ἡ κοινή ἐξόδιος Ἀκολουθία ἔξω, γιά νά μπορέσει νά δεῖ ὁ κόσμος τόν Γέροντα καί νά πάρει εὐλογία. Στό τέλος εἶπε νά σηκώσουν τό φέρετρο, νά τό ὑψώσουν, γιά νά δεῖ ὅλος ὁ κόσμος τό ἅγιο λείψανό του. «Ἐξ ἀνάγκης καί νόμου μετάθεσις γίνεται», εἶπε, λόγω τῆς παρουσίας τοῦ τόσου πλήθους τῶν ἀνθρώπων. Καί τότε ὅλος ὁ κόσμος αὐθόρμητα μέ μία φωνή φώναξε: «Ἅγιος!Ἅγιος! Ἅγιος!» καί ἔψαλε χαρμόσυνα τό «Χριστός Ἀνέστη». Ὅλα αὐτά εἶναι ριζωμένα στήν συνείδηση, στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Δέν μπορεῖ κανείς νά τά βγάλει ἀπό μέσα τους.
Ἤδη ἀπό κείνη τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του εἶχε ἀρχίσει νά θαυματουργεῖ. Εἶχαν καταλυθεῖ οἱ φυσικοί νόμοι, δέν ὑπῆρχε ἀκαμψία, ἦταν εὔκαμπτος καί εἶχε θερμοκρασία φυσιολογική τό ἅγιο σῶμα του. Καί μάλιστα ὁ μακαριστός Ἀρχιερέας ἀπό Κεφαλληνίας Προκόπιος, πού εἶχε ἐξομολογηθεῖ στόν Γέροντα Ἰάκωβο καί γιά τόν ὁποῖο μᾶς ἔλεγε ὁ ἅγιος Γέροντας, «Παιδιά μου, ὁ πατήρ Προκόπιος εἶναι ἕνας σύγχρονος Ἅγιος Νεκτάριος», ἐπῆρε τό δεξί χέρι τοῦ Γέροντος, ὅπως ἦταν στό φέρετρο σέ στάση εὐλογίας καί ἕνωσε τό πρῶτο, τό δεύτερο καί τό τρίτο δάχτυλο, τό σήκωσε, ἐσταύρωσε τό δικό του μέτωπο καί πάλι τό κατέβασε καί τό ἔβαλε σέ θέση εὐλογίας, ὅπως ἦταν πρίν.
Αὐτοῦ τοῦ μεγάλου Ἁγίου, τοῦ Ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας ἐπικαλούμεθα τίς εὐχές, τίς πρεσβεῖες, νά τρέξει νά βοηθήσει τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, τόν καθένα μας ξεχωριστά, τίς οἰκογένειές μας, τά Μοναστήρια μας, τήν Ἐκκλησία μας, τήν Ἑλλάδα μας, ἀλλά καί τόν κόσμο ὁλόκληρο, πού ἔχει τόση μεγάλη ἀνάγκη πρώτιστα ἀπό τό ἀγαθό τῆς εἰρήνης. Ἡ Παναγία μας καί οἱ Ἅγιοί μας, πρεσβεύουν μέρα-νύχτα στόν Θεό, γιά τήν εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὅπως τοῦτο κάνει καθημερινῶς ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.
Σέ σχέση μέ τόν πνευματικό πλοῦτο αὐτῆς τῆς ἁγίας καί μεγάλης προσωπικότητας νομίζω ὅτι ἦταν πολύ φτωχά αὐτά πού ἀναφέραμε. Καθημερινῶς στήν Μονή μας γινόμαστε ἀποδέκτες ἐμπειριῶν πού μᾶς καταθέτουν πολλοί εὐσεβεῖς χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται μέ πίστη τήν βοήθεια τόσο τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, ὅσο καί τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου, ἀλλά τώρα καί τοῦ μακαριστοῦ ἁγίου Γέροντος Κυρίλλου, ἀπ’ τίς ὁποῖες μαρτυρίες ἀποδεικύεται ὅτι τρέχουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, τρέχουν νά εἶναι βοηθοί στήν καθημερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Καί αὐτό δέν μποροῦμε νά τό κρύψουμε. Ἔλεγε ὁ ἅγιος Γέροντας Κύριλλος, ὅτι ἄν δέν τά ποῦμε ἐμεῖς, ἄν δέν τά ὁμολογήσουμε ἐμεῖς, πού τά ζοῦμε, τότε θά σηκωθοῦν καί οἱ πέτρες καί θά τό φωνάξουν, ὅπως εἶπε καί ὁ Κύριός μας. Καί θά ἔχουμε ἴσως καί εὐθύνη. Διότι αὐτά δημοσιεύονται, γιά νά δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του καί νά προστίθεται πίστη στούς ἀνθρώπους. Τό κύριο μέλημα τοῦ Ἁγίου Γέροντος Ἰακώβου, αὐτό ἦταν. Ὅταν ἔρχονταν ἐδῶ οἱ πιστοί νά δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί νά τιμᾶται ὁ Ἅγιος Δαυΐδ ὁ «Θαυματουργός».
Ταῖς τῶν Σῶν Ὁσίων Δαυΐδ καί Ἰακώβου πρεσβείαις,
Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!
Πανοσ. Ἀρχιμ. Ἰακώβου Καλογήρου, Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μόρφου Μέ τήν εὐλογία τοῦ Πανιερωτάτου μας, ἀπό τόν πρῶτο χρόνο πού πῆρα τό ὄνομα τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, διοργανώνουμε ἱερά ἀποδημία μέ ἕνα λεωφορεῖο, −πρίν ἦταν καί δύο καί τρία λεωφορεῖα κάθε χρόνο− μέ μίαν ὁμάδα ἀνθρώπων, ἐρχόμαστε ἐδῶ στά εὐλογημένα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί γυρίζουμε μία βδομάδα σέ διάφορα προσκυνήματα καί καταλήγουμε τό Σαββατοκύριακο ἐδῶ στό Μοναστήρι, ὅπου τελεῖται τό ἐτήσιο μνημόσυνο. Καί αὐτό τό τυπικόν πού ἔχουμε κάθε χρόνο πού ἐρχόμαστε, εἶναι νά πηγαίνουμε στό ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ὁδοιπορώντας μέσα στό δάσος καί νά ψάλλουμε τήν Παράκληση μέ ὅλους τούς προσκυνητές ἀπό τήν Κύπρο καί ἄλλους ἀνθρώπους φίλους τῆς Μονῆς.
Τό 2011, ἦταν Μεγάλη Πέμπτη θυμᾶμαι τό ἀπόγευμα, 4
καί 20 περίπου, κατέβαινα ἀπό τό χωριό μου, ἐκεῖ στά εὐλογημένα μέρη τῆς Μαραθάσας, τό χωριό μου ὀνομάζεται Μουτουλλᾶς καί κατέβαινα γιά νά πάω στήν Μητρόπολη καί νά πάω μετά εἰς τίς Ἀκολουθίες τῶν Παθῶν. Καί στήν κατηφόρα ἐκεῖ στά ὀρεινά χωριά, πού ὁδηγοῦσα μόνος μου τό μικρό Ι.Χ. αὐτοκίνητο, σέ μία κατηφόρα στό διπλανό πιό κάτω χωριό στόν Καλοπαναγιώτη, μέσα στό δάσος, μέ μεγάλη κακοκαιρίαν καί ἀνεμοχάλαζο, ἔχασα κάποια στιγμή τίς αἰσθήσεις μου καί τό αὐτοκίνητο πήγαινε ἀνεξέλεγκτο στήν κατηφόρα μέ μεγάλη ταχύτητα. Εὐτυχῶς δέν εἶχα οὔτε στόν δρόμο μου αὐτοκίνητα, οὔτε στό ἀντίθετο ρεῦμα. Ἐκεῖ ἔκανε τρεῖς στροφές τό αὐτοκίνητο, ὅπως τό εἶδαν ἀπό μακριά κάποιοι ἄνθρωποι καί χτύπησε στό μέσα μέρος τοῦ δρόμου στό κιγκλίδωμα, μέ τό πίσω μέρος του. Ἄν πήγαινε ὅπως πήγαινε καί κτυποῦσε μπροστά, τώρα θά ἤμουν στόν ἄλλο κόσμο. Καί θά ἔκαναν καί τό δικό μου μνημόσυνο. Τράκαρε τό αὐτοκίνητο τόσο δυνατά, πού δύο ἄνθρωποι πού τό εἶδαν, λένε αὐτός ὁ ὁδηγός, πού εἶναι μέσα, θά βρήκε ἀκαριαῖο θάνατο. Μόλις χτύπησε τό αὐτοκίνητο καί σπάσανε τά τζάμια, ἀπό τίς βροχές καί ἀπό τό χαλάζι ἔφερα τίς αἰσθήσεις μου. Ἤμουν θυμᾶμαι ὅλο αἵματα, τά σημάδια ἀκόμα τά ἔχω στό πρόσωπο καί κόπηκε τό κάθισμά μου, ἐπειδή φοροῦσα τή ζώνη, καί βρέθηκα στό πίσω κάθισμα ἀνάσκελα. Ἔτσι ὅπως ἔβλεπα πρός τά πάνω, μόλις ἄνοιξα τά μάτια μου εἶδα μπροστά τήν μορφή τοῦ Γέροντος Ἰακώβου μέ τό ράσον του, μέ τόν σταυρόν του καί μέ τό ἐπανωκαλύμμαυχό του καί μοῦ λέει «Ἰακωβάκι μου, μή φοβᾶσαι. Δέν ἔπαθες τίποτα. Μήν κουνηθεῖς καί σέ μισή ὥρα θά ἔρθει τό ἀσθενοφόρο». Μέ εἶδαν κάποια παιδιά, καλά παιδιά ἔτσι νεαρά, γύρω στά 20-25 χρονῶν, σταμάτησαν θυμᾶμαι καί ἔβγαλαν τά μπουφάν τους καί μοῦ τά ἔβαζαν γύρω-γύρω ἀπό τό αὐτοκίνητο γιά νά μέ γλιτώσουν ἀπό τό χαλάζι καί τίς βροχές. Ἀλλά αὐτή ἡ ἐμφάνιση, ἡ ὀπτασία ἔμεινε μαζί μου καί κατάλαβα ὅτι τά παιδιά δέν ἔβλεπαν. Καί δέν εἶπα τίποτα. Γιατί μοῦ εἶπε, «Ἰακωβάκι μου, θά μείνω μαζί σου μισή ὥρα, μέχρι νά ἔρθει τό ἀσθενοφόρο». Καί ἔμεινε. Καί λέω νά μήν τά τρομάξω καί δέν τούς εἶπα τίποτα. Καί τί θά πιστέψουν τά παιδιά; Θά ποῦν ἀπό τό σοκάρισμα παραμιλάει ὁ πάτερ. Ὅλη τήν ὥρα τόν ἔβλεπα καί μοῦ ἔλεγε «Ἰακωβάκι μου, δέν ἔπαθες τίποτα, μόνο γρατζουνίσματα». Καί πράγματι ἔτσι ἤτανε. Οὔτε ἕνα κοκκαλάκι νά ραγίσει, νά σπάσει, οὔτε τίποτα. Ἀφοῦ γιά μισήν ὥρα ἔμεινε μαζί μου, ἄκουσα τίς σειρῆνες ἀπό τό ἀσθενοφόρο πού ἐρχότανε καί μέ εὐλόγησε καί ἐξαφανίστηκε. Δέν τόν εἶχα γνωρίσει, ὅμως ἔμεινε μαζί μου καί μέ παρηγόρησε καί μέ κράτησε, καί μόνο τό «Ἰακωβάκι μου», πού εἶπε, ἐπειδή ἤμουν καί μικρός, εἴκοσι πέντε-εἴκοσι ἕξι χρονῶν, ἔνιωσα τήν πατρική ἀγάπην του, τήν ταπείνωσίν του, τί νά σᾶς πῶ!
Ἦταν καί Μεγάλη Πέμπτη. Μέ παίρνανε μέ τό ἀσθενοφόρο καί λέω, Χριστέ μου ἔτσι ὥρα σταυρώνεσαι καί νιώθω ἄς ποῦμε τόν πόνο τοῦ σώματός Σου, τά καρφιά, τούς ἥλους. Καί λέω, Γέροντά μου σέ εὐχαριστῶ πού μέ κράτησες στή ζωή. Γιατί μοῦ εἶπε στή συνέχεια. Ἔχεις πολλές ὑποχρεώσεις ἐσύ στή ζωή σου. Καί μετά καί θά κάνεις καί ὑπομονές. Καί τά βρῆκα μπροστά μου. Δέν ἄργησαν νά ἔρθουν τά λόγια του. Μοῦ προέβλεψε μεγάλες ἔτσι δοκιμασίες, ὄχι μόνον προσωπικές, οἰκογενειακές, ἀλλά καί μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔγινα πνευματικός μετά καί εἶμαι καί πνευματικός στίς κεντρικές φυλακές Λευκωσίας. Καί γιά αὐτό θυμήθηκα τά λόγια του, ὅτι θά ἔχεις μεγάλες ὑποχρεώσεις. Καί ἔχω τώρα κάποια παιδιά στίς φυλακές πού βοηθῶ, ἐξομολογοῦνται, τά στηρίζομεν καί ἔτσι βλέπω ὅτι ὅ,τι εἶπεν ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δέν ἄργησαν νά ἔρθουν. Τό 2011 ἦταν τό δυστύχημα καί ἀπό τό 2012 καί μετά, τόν ἄλλον χρόνο ἀκριβῶς, ξεκίνησα τό δύσκολο ἔργο πού μοῦ πρόβλεψε.
Ὁ Θεός νά δώσει καί οἱ Γέροντές μας, σέ ὅλον τόν κόσμο, ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ὁ καθένας μας.
Πανοσ. Ἀρχιμ Μεθοδίου Κρητικοῦ, Καθηγουμένου Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Ἀναστάντος Χριστοῦ Πειραιῶς Εὐχαριστῶ πολύ γιά τήν εὐκαιρία αὐτή πού μου δίνεται νά μιλήσω γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο καί νά πῶ τίς λίγες ἐμπειρίες πού ἔχω. Ἄλλωστε ἔχουν εἰπωθεῖ τόσα πολλά γιά τήν προσωπικότητα τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ὥστε δέν ἔχουμε νά ποῦμε κάτι περισσότερο ἀπό μερικά γεγονότα πού ζήσαμε μαζί του.
...Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν θησαυρός κρυπτώμενος γιά πολλά χρόνια. Δέν εἴχαμε κἄν ἀκούσει κάτι γι’ αὐτόν. Μόλις ἐκεῖ γύρω στό 1985 ἀρχίσαμε κάτι νά ἀκοῦμε καί τό 1987 ἤμουν νεοχειροτόνητος κληρικός, ἐκεῖνο τό χρόνο εἶχα χειροτονηθεῖ Ἱερεύς. Ἤμουν μεταξύ τῶν στελεχῶν τῶν κατασκηνώσεων τῆς Ἱ. Μ. Πειραιῶς καί ἀποφασίσαμε ἡ ἐκδρομή τῆς κατασκηνώσεως, πού γινόταν κάθε χρόνο, νά γίνει στόν Ὅσιο Δαυΐδ μέ τήν ἐλπίδα νά συναντήσουμε καί τόν Γέροντα Ἰάκωβο, γιά τόν ὁποῖο εἴχαμε ἀκούσει ἀρκετά πράγματα συγκινητικά καί θαυμαστά. Πράγματι λοιπόν ξεκινήσαμε μέ ἀρχηγό τόν τότε ἀρχιμανδρίτη Ἰγνάτιο Γεωργακόπουλο καί νῦν μητροπολίτη Δημητριάδος καί πνευματικούς συμβούλους τόν π. Συμεών Παπαδόπουλο πού εἶναι Ἱερομόναχος καί ἀρχιμανδρίτης τῆς Ἱ.Μ. τοῦ Σινᾶ καί τόν ὁμιλοῦντα καί ὑπαρχηγό τῆς κατασκηνώσεως τόν τότε κ. Νίκο Μαυρολέων καί νῦν ἀρχιμανδρίτη Καλλίνικο Μαυρολέων, πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱ.Μ. Καρπάθου καί μέ περισσότερα ἀπό ἑκατό παιδιά καί τά στελέχη βεβαίως τῆς κατασκηνώσεως. Πήγαμε στόν Ὅσιο Δαυΐδ, μᾶς συγκίνησε τό περιβάλλον, τό Μοναστήρι, ἡ ἠρεμία τοῦ Μοναστηριοῦ, ἦταν καί ἀρκετά ἥσυχα ἐκείνη τήν ἡμέρα, ἀλλά μᾶς εἶπαν πῶς δέν θά μπορούσαμε νά δοῦμε τόν π. Ἰάκωβο, διότι βρισκόταν σέ ἀνάρρωση ἀπό κάποια ἀσθένεια πού εἶχε περάσει.
Θυμᾶμαι τότε γνωρίσαμε τόν π. Κύριλλο, ὁ ὁποῖος μᾶς μίλησε καί τόν π. Σεραφείμ, πού ἦταν φρουρός ἐκεῖ ἀκοίμητος καί φύλαγε τόν Γέροντα νά μήν τόν κουράσουμε.
Προσκυνήσαμε καί βγῆκαν τά παιδιά νά παίξουν. Παραμείναμε ὅλη τήν ἡμέρα ἐκεῖ, οἱ πατέρες πρόθυμα μᾶς εἶπαν νά μᾶς φιλοξενήσουν, τούς κληρικούς τουλάχιστον, ἐμεῖς ὅμως παραμείναμε μέ τά παιδιά καί τό ἀπόγευμα μᾶς εἶπε ὁ π. Κύριλλος νά φέρετε τά παιδιά, νά τά μαζέψετε νά τούς βγάλουμε τήν Κάρα τοῦ Ὁσίου νά τήν προσκυνήσουν. Πράγματι λοιπόν τό ἀπόγευμα καλέσαμε ὅλα τά παιδιά, ἦρθαν στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ, ἐμεῖς οἱ κληρικοί προχωρήσαμε μέσα στό ναό, ἔβγαλε ὁ π. Κύριλλος τήν Κάρα, ἀλλά τά παιδιά δέν ἔρχονταν. Ὁπότε λέμε στόν ὑπαρχηγό νά τά φωνάξει, νά τά μαζέψει. Ἔρχεται πίσω καί μᾶς λέει: «Ἐλᾶτε νά τά δεῖτε τά παιδιά, δέν ἔρχονται μέ τίποτα». Βγαίνουμε ἔξω καί τά βλέπουμε ὅλα συγκεντρωμένα κάτω ἀπό ἕνα μπαλκόνι καί τούς λέει: «Τί κάνετε ἐδῶ; Ἐλᾶτε νά προσκυνήσετε τόν Ἅγιο». Ὁπότε τά παιδιά τοῦ λένε: «Νά τος ὁ Ἅγιος». Πάνω στό μπαλκόνι εἶχε βγεῖ ὁ π. Ἰάκωβος, ψηλός εὐπρεπής, χαρίεις, μέ ἱλαρό βλέμμα καί εὐλογοῦσε τά παιδιά, τά ὁποία τόν χαιρετοῦσαν, τοῦ χαμογελοῦσαν καί τόν ἔβγαζαν φωτογραφίες. Ἦταν ἕνα θέαμα πολύ συγκινητικό καί κυρίως μᾶς ἔκανε ἐντύπωση τό αἰσθητήριο τῶν παιδιῶν. Δέν τόν ξέρανε, δέν εἶχαν ἀκούσει κάτι, ἀλλά μέ τό πού τόν εἴδανε, βγῆκε ἐκεῖνος φαίνεται, δέν ἄντεξε νά μή βγεῖ. Βέβαια οὔτε ἄντεξε νά μή μᾶς συναντήσει. Μᾶς εἶπαν ὅτι θά μᾶς περίμενε στόν Ἅγιο Χαράλαμπο, στό παρεκκλήσιο πού ἐξομολογοῦσε συνήθως, τά στελέχη. Πράγματι, πήγαμε ἐκεῖ, μᾶς δέχτηκε μέ πολύ ἀγάπη, ἰδιαίτερα σ’ἐμᾶς τούς κληρικούς μίλησε μέ πολύ ἀγάπη. Ἐπαίνεσε τήν προσπάθεια τῆς κατασκηνώσεως, «τόσα παιδάκια, εἶπε, μᾶς φέρατε ἐδῶ; Τί χαρά πού μᾶς δώσατε! Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ». Ξέρετε, ἔτσι ὅπως τά ἔλεγε πάντοτε μέ τό γλυκό του τό λόγο. Καί ἦταν μία πολύ μεγάλη εὐλογία, τουλάχιστον τόν εἴδαμε λίγο, πήραμε τήν εὐλογία του καί φύγαμε. Ἔτσι ἔγινε ἡ ἀρχή τῆς γνωριμίας.
Τόν ἑπόμενο χρόνο, τήν ἑβδομάδα τῆς διακαινησίμου, μαζί μέ τόν πατέρα μου πού κοιμήθηκε πρίν ἀπό λίγους μῆνες, τόν π. Γεώργιο Κρητικό, καί μία ὁμάδα νέων ἀπό τήν ἐνορία τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ξεκινήσαμε νά πᾶμε νά προσκυνήσουμε στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί νά πάρουμε τήν εὐλογία τοῦ Γ. Ἰακώβου. Πράγματι, ἤμαστε καθισμένοι στό ἀρχονταρίκι, μέ ἀβραμιαία φιλοξενία ἀπό μέρους τῶν ἀδερφῶν, καί τόν εἴδαμε νά ἔρχεται. Ἡ παρουσία του ἀριστοκρατική, ὅπως πάντοτε, εἶχε μία οἰκειότητα σάν νά μᾶς γνώριζε χρόνια. Ἄρχισε νά μᾶς ὁμιλεῖ νά διηγεῖται, νά μᾶς φέρνει παραδείγματα ἀπό τήν ζωή του, τά παιδιά τόν παρακολουθοῦσαν πολύ προσεχτικά. Κάποια ἀπό τά παιδιά αὐτά μαγνητοφωνούσανε. Δέν ξέρω ἄν θά μπορέσω νά βρῶ κάποιες ἀπό τίς κασέτες αὐτές μετά ἀπό τόσα χρόνια. Ἔχουμε τήν εὐλογία νά ἔχουμε καί μία φωτογραφία μέ τά παιδιά, πού βγάλαμε ἐκεῖ, στήν ὁποία λάμπει ἰδιαιτέρως, τό πρόσωπό του φαίνεται ἔτσι ὁλόφωτο. Μᾶς ἔλεγε διάφορες διηγήσεις, ὅπως παραδείγματος χάρη, τότε εἶχε συμβεῖ πρόσφατα τό γεγονός πού θά τό γνωρίζετε, ὅπου κάποιος ἄνθρωπος ἄγνωστος ἔκοψε τίς ἐλιές τοῦ μοναστηριοῦ. Μᾶς τό διηγήθηκε καί θέλοντας νά μᾶς πεῖ πόσο ζωντανός εἶναι ὁ Ἅγιος, μᾶς διηγήθηκε ἔτσι μέ τό δικό του τρόπο καί τό ἰδίωμα πῶς ἀπήτησε ἀπό τόν Ἅγιο Δαυΐδ νά τοῦ φέρει τόν ἔνοχο ἐκεῖ. Καί ὅπως μᾶς εἶπε τότε ὁ ἴδιος: «Ἐγώ ἄφησα τήν περιουσία τοῦ πατέρα μου γιά νά εἶμαι ἀφοσιωμένος στήν προσευχή, δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τά δικά σου. Ἐσύ νά τόν πιάσεις καί νά τόν φέρεις». Καί ὅπως πράγματι τόν ἔφερε κατά τήν ὥρα τῆς ἐνάτης. Εἶναι γνωστό τό γεγονός, δέ θά ἀναφερθῶ περισσότερο σέ αὐτό.
Ἰδιαίτερα προσωπικά μέ στήριξε ἐμένα, ὅταν τοῦ εἶπα τή σκέψη γιά τήν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ μας καί μοῦ ἔδωσε ὁρισμένες συμβουλές. Μοῦ εἶπε νά προσέξω μερικά πράγματα, τά ὁποῖα ἦταν πάρα πολύ χρήσιμα καί πολύτιμα.
Κάποια φορά ἤμαστε στό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, μία ἀπό τίς φορές αὐτές, γιατί κάθε χρόνο, τήν ἑβδομάδα τῆς διακαινησίμου, σχεδόν μέχρι τήν κοίμησή του, πηγαίναμε μέ τήν ὁμάδα αὐτήν τῶν παιδιῶν νά τόν συναντήσουμε καί νά πάρουμε τήν εὐχή του.
Κάποια φορά λοιπόν κράτησε ἐμένα καί τόν πατέρα μου μέσα στό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καί συζητήσαμε. Στό τέλος ὁ πατέρας μου τοῦ λέει: «Γέροντα, θέλαμε νά μᾶς διαβάσετε μία εὐχή». Εὐχαρίστως ἐκεῖνος φόρεσε τό πετραχήλι του γονατίσαμε καί ἄρχισε νά εὔχεται. Μία εὐχή τήν ὁποία τήν συνέθεσε προφανῶς ἀπό πολλές ἄλλες εὐχές τῆς ἐκκλησίας μέ πολλά αἰτήματα. Στό τέλος λοιπόν ἐπικαλέστηκε τά ὀνόματα τῆς Θεοτόκου, «Πρεσβείαις τῆς Ἁγίας Ἐνδόξου Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντος, τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου», πού ἦταν ὁ προστάτης, πού εἶχε τό ὄνομά του ὁ πατέρας μου, μετά στέκεται γιά λίγα λεπτά καί μετά μέ ἀποφασιστικότητα λέει
«τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Μεθοδίου, Ἐπισκόπου Πατάρων».
Ἤμουν ἤδη κληρικός κι εἶχα τό ὄνομα, Μεθόδιος, ἀλλά ὑπάρχουν πολλοί Ἅγιοι Μεθόδιοι. Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι συνήθως δέν γιορτάζουν οἱ Μεθόδιοι στόν Ἅγιο Μεθόδιο Πατάρων, ἀλλά γιορτάζουν τόν Ἅγιο Μεθόδιο Κων/λεως οἱ περισσότεροι. Ὁπότε, μόλις σηκωνόμαστε μοῦ λέει: «π. Μεθόδιε, τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Πατάρων ἑορτάζεις ἔ;». Τοῦ λέω: «Μάλιστα Γέροντα» καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. «Ναί, γιατί τήν ὥρα πού σκεπτόμουνα ποιόν νά πῶ, ἄκουσα μία φωνή στά αὐτιά μου καί μοῦ εἶπε: «Μεθοδίου Πατάρων!».
Τό εἶπε καθαρά καί μετά μοῦ λέει: «Πάτερ Μεθόδιέ μου, ἔλα νά λειτουργήσουμε μία φορά στό μοναστήρι». Τό εἶπε μέ πολύ θέρμη, ἀλλά δυστυχῶς δέν πῆγα, καί αὐτό ἦταν μία παράλειψη. Νά σᾶς πῶ, δέν φανταζόμουν πώς θά ’φευγε τόσο γρήγορα ἀπό κοντά μας. Βέβαια, ὅταν ἀργότερα τό εἶπα στόν π. Κύριλλο αὐτό, μοῦ λέει, «Ὅποτε καί νά ’ρθεῖς ὁ Γέροντας εἶναι ἐκεῖ. Ὁ Γέροντας σέ περιμένει. Ὅποτε καί νά ἔρθεις». Εἶναι ζωντανός καί εἶναι ἐκεῖ, ἀλλά ἀκόμα δέν ἀξιωθήκαμε. Ἐλπίζω ὅτι θά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός κάποτε νά πᾶμε νά πάρουμε κι αὐτή τήν εὐλογία.
Ἐκεῖνο τό ὁποῖο θέλω νά πῶ εἶναι ὅτι ὁ λόγος του σέ ξεκούραζε καί σέ στήριζε. Ἔδινε ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήματα πού πολλές φορές θέλαμε νά τοῦ θέσουμε χωρίς κἄν νά τοῦ τά θέσουμε. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση μία φορά εἶπε μία διήγηση, πού ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἀπάντηση πού χρειαζόταν ἕνα ἀπό τά παιδιά πού ἦταν μαζί μας γιά ἕνα πρόβλημα πού τό ἀπασχολοῦσε. Ἦταν σάν νά περιέγραφε τήν περίπτωσή του καί τήν ἔκβαση καί ὅταν φύγαμε, ὅταν βγήκαμε ἔξω, μοῦ λέει, «σά νά τόν εἶχα ρωτήσει, σά νά τοῦ εἶχα πεῖ τό θέμα μου πού μέ ἀπασχολοῦσε, ἦταν ἡ διήγηση πού μᾶς εἶπε».
Ἡ παρουσία του φανέρωνε μία ἀρχοντιά, μία πνευματική εὐγένεια καί χάρη καί πραγματικά μετάγγιζε τήν εἰρήνη. Αὐτό μποροῦμε νά τό βεβαιώσουμε κι ἐμεῖς, ὅπως καθένας πού τόν γνώρισε. Τό βλέμμα του καθάριο καί ἱλαρό, λές καί νά περνοῦσε καί σέ ἀγκάλιαζε. Αἰσθανόσουνα μία ζεστασιά καί τό χαμόγελό του ἦταν πραγματικά μία αὔρα λεπτή τοῦ πνεύματος πού ἔδιωχνε ἀπ’ τήν καρδιά σου κάθε θλίψη. Πραγματικά ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, στολισμένος μέ βαθιά ταπείνωση πού ἦταν ἀκριβῶς καί ἡ δύναμη πού ἤλκυε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί πραγματικός ἀριστοκράτης, ἕνας ταπεινός ἀριστοκράτης τοῦ πνεύματος. Ἔτσι θά τόν χαρακτήριζα, ὅπως τόν ἔχω πάντοτε στήν μνήμη μου. Καί θέλω ἔτσι νά πῶ ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη νά φέρνουμε τήν ὁσία μορφή του στήν σκέψη μας. Τόν τιμοῦμε ἰδιαιτέρως, ἐπικαλούμαστε τίς πρεσβεῖες του καί εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἔχει μεγάλη παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τό νιώθουμε καί πιστεύουμε νά ἔχουμε τήν χαρά νά τόν τιμήσουμε κι ὡς Ἅγιο μετά ἀπό τήν ἀναγνώριση τήν ἐκκλησιαστική, τήν ὁποία πραγματικά τήν περιμένουμε μέ λαχτάρα.
Αὐτήν τήν στιγμή μοῦ ἔρχεται στή σκέψη κάτι πού μᾶς ἔλεγε γιά τά δικά του παιδικά χρόνια: «Πατέρες μου καί ἀδελφοί μου ἔχει μεγάλη σημασία ἡ ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ. Πῶς θά τό διδάξουν οἱ γονεῖς· κι ἐμένα μέ βοήθησε πάρα πολύ, ἐκτός ἀπό τούς γονεῖς μου, ἡ γιαγιά μου, ἡ ὁποία μέ συμβούλευε. Πολλές φορές ἦταν πολύ αὐστηρή καί μοῦ ἔλεγε: “Πρόσεξε ἐκεῖνο, πρόσεξε τό ἄλλο, γιατί ἄν δέν κάνεις αὐτό πού πρέπει, θά πεθάνει ἡ μάνα σου”. Καί ὄντως αὐτό μέ κατέστησε πολύ προσεκτικό. Ἔβαλε μέσα μου τό φόβο τοῦ θεοῦ, ὥστε νά προσπαθῶ σέ κάθε σημεῖο νά προσέχω νά μήν κάνω κάτι πού θά ξεφύγω ἀπό τό θέλημά Του, ἀλλά ἐπίσης μέσα στήν καρδιά μου ἔνοιωθα μεγάλη ἀγάπη γιά τό Χριστό. Εἶχα πόθο, εἶχα φλόγα γιά τό Χριστό. Τότε πού ἤμουνα μικρό παιδάκι, ἐπιθυμοῦσα νά ἔχω ἕνα ξεροκόμματο μόνο, νά πάω σέ ἕνα βουνό ψηλό καί νά ἔχω ἡσυχία, νά μήν κάνω τίποτα, μόνο νά προσεύχομαι καί ἤθελα μάλιστα νά μπορέσω νά ἀκουμπήσω τόν οὐρανό, νά δῶ τί εἶναι. Τσίγκος εἶναι, βαμβάκι εἶναι, τί εἶναι ὁ οὐρανός; Καί αὐτήν τήν φλόγα πού εἶχα μέσα μου, ὁ Θεός μέ ἀξίωσε νά τήν διατηρήσω καί σιγά-σιγά νά φτάσω, νά προχωρήσω καί νά ἔχω μέσα μου αὐτήν τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Δέν ὑπάρχει κάτι μεγαλύτερο ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή γιά τόν Χριστό». Μᾶς ἔλεγε ἔτσι ὡς ἀναμνήσεις ἀπό τά παιδικά του χρόνια.
Σᾶς εὐχαριστῶ καί εὔχομαι νά σᾶς δίνει δύναμη ὁ Kύριος.
Πρωτοπρ. Ἰωάννου Βερνέζου, Προϊσταμένου Ἱεροῦ Προσκυνήματος Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου, Προκόπι Εὐβοίας Ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου καί ἡ χάρις τῶν Ἁγίων νά μᾶς ἐπισκιάζει πάντα. Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη τιμή γιά τό ὅτι θά ἀναφερθῶ στόν πατέρα Ἰάκωβο καί στό ὄνομά του. Γιατί πλέον ἀγγίζουμε ἕναν Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας καί Ἅγιο πού, ἀπό τά νεανικά του χρόνια εἶναι Ἅγιος στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν.
Ἀπό τά νεανικά του χρόνια ὁ πατήρ Ἰάκωβος περπατοῦσε ὅλα τά χωριά ὡς ἐξομολόγος ἀπό τότε πού χειροτονήθηκε καί τοῦ ὁρίστηκε νά ἐξομολογεῖ καί μέ τήν ἁπλότητά του καί τήν ἀγάπη του καί τήν χάρη του καί τήν ἁγιότητά του ἄγγιζε τίς ψυχές. Εἶχε τόν τρόπο νά μιλάει καί μέ τήν γιαγιά καί μέ τόν παππού καί μέ τό παιδάκι καί μέ τόν μορφωμένο. Εἶχε μία ἄκρα ταπείνωση καί θά λέγαμε ὅτι μηδένιζε τόν ἑαυτό του. Δέν ἤθελε νά φαίνεται ὁ Ἰάκωβος, ἀλλά νά φαίνεται ἕνα γεροντάκι, ἕνας παππούλης, ἄς ἦταν νέος ἀκόμη. Ἕνας παππούλης ἁπλός καί ταπεινός. Καί μάλιστα ὀνόμαζε τόν ἑαυτό του, τιποτένιο καί τελευταῖο. Ἔλεγε χαριτωμένα: Ποιόν; Τόν Ἰάκωβο; Ὁ Ἰάκωβος δέν εἶναι καλός, τό ἔχει πεῖ καί ἡ γιαγιά ἀπό τό Καλαμούδι: «Δέν εἶναι καλός. Τόν εἶδα ἐγώ μέσα στό Ἱερό, νά ψήνει καφέ μέ τό μπρίκι». Ἑτοίμαζε τό ζέον γιά τήν Θεία Κοινωνία ὁ πατήρ Ἰάκωβος καί ἔλεγε ἡ γιαγιά ὅτι ψήνει καφέ μέ τό μπρίκι καί δέν εἶναι καλός! Ὁ πατήρ Ἰάκωβος διηγόταν αὐτό τό χαριτωμένο ἀστεῖο καί ἔλεγε: Ἔχω μαρτυρία ἀπό τήν γιαγιά ἀπό τό Καλαμούδι, ὅτι δέν εἶμαι καλός ἄνθρωπος». Μάλιστα πολλές φορές ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του «Ἕνα σκυλάκι εἶμαι πού κάνω θόρυβο, πού δέν πρέπει νά μοῦ δίνετε σημασία. Τό σκυλάκι τό διώχνουμε ἀπό μπροστά μας, δέν τό θέλουμε».
Βλέπαμε τόν πατέρα Ἰάκωβο ἀπό τά νεανικά του χρόνια, ὅταν ἐρχόταν νά ἐξομολογήσει καί ἐδῶ. Στό σπίτι μου ἐρχόταν γιά νά φάει ἕνα κομματάκι ψωμί καί νά κοιμηθεῖ τό βράδυ, νά συνεχίσει τήν ἄλλη μέρα τό πρωί. Ἡ πρεσβυτέρα ποτέ δέν εὕρισκε τσαλακωμένα τό μαξιλάρι, τό στρωματάκι του, τό κρεββάτι. Εἶχε γιά στρωματάκι τό στρωσίδι μπροστά στό κρεββάτι καί γιά μαξιλάρι τό ταγαράκι του, καί τίποτε ἄλλο. Αὐτό ἔκανε πάντα, χρόνια ὁλόκληρα. Καί ὡς πρός τό φαγητό του, ἦταν σάν τό σπουργίτι. Καί τό χαιρόταν ὅτι δέν ἔτρωγε. Δέν ἦταν ὅτι αἰσθανόταν κάποια δυσκολία, τό βλέπαμε, χαιρόταν. Ἐπίσης ἡ διδαχή του ἦταν γιά τήν νηστεία, γιά τήν προσευχή! Δέν ἄνοιγε κάποια ἄλλη συζήτηση ὁ πατήρ Ἰάκωβος, δέν μπορούσαμε νά ἀκούσουμε ἀπό τό στόμα του κάτι ἄλλο, κάποιες ἱστορίες ἤ κάποιες ὑποθέσεις, πού πάντα στίς κουβέντες μας λέμε. Γιά ὅ,τι ἦταν ἱερό, ἅγιο καί ὅσιο, μιλοῦσε μέ τήν καρδιά του. Λαχταροῦσε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Λαχταροῦσε νά μεταδώσει τήν ἁγιότητα. Ἤθελε, ὅταν ἔφευγε ἀπό κοντά μας, νά μᾶς ἔχει ἀφήσει ὁπωσδήποτε κάτι.
Φιλοῦσε τό χέρι τῆς πρεσβυτέρας. «Παιδί μου», ἔλεγε,
«ἀγωνίζεσαι, ἔχεις τόσα παιδιά. Τῆς μανούλας μας, πρέπει νά τῆς φιλᾶμε τό χέρι. Ἐσεῖς φτιάχνετε ἀνθρώπους γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν παιδί μου». Αὐτή ἡ ἁπλότητα κυριαρχοῦσε παντοῦ. Δέν νιώθαμε τίποτε ἄλλο παρά ἁγιότητα στόν πατέρα Ἰάκωβο.
Ἀπό μικρό παιδί θυμᾶμαι, ἀπό τήν δεκαετία τοῦ ’60, ὅτι στά χωριά μας, καί στό δικό μου τό χωριό, στόν Παλαιό Παγώντα τῆς Εὔβοιας, οἱ ἁπλοί χωρικοί ἔλεγαν γιά τόν Ὅσιο Δαυΐδ μέν, ἀλλά νά δοῦμε, ἔλεγαν, καί τόν Ἰάκωβο. Φοβόντουσαν γιά τίς ἁμαρτίες τους, «τί θά μοῦ πεῖ…» ἐνῶ ἤτανε πολύ συγκαταβατικός. Ναί μέν αὐστηρός νά ὑπενθυμίζει τούς κανόνες, ἀλλά ἔλεγε· «παιδί μου ἐσύ τόσο πού ἀντέχεις, αὐτό θά κάνεις». Εἶχε καί τό ἰδιαίτερο χάρισμα νά συμβουλεύει. Ἔβλεπες χωριά ὁλόκληρα, νά μετακινοῦνται μέ τά φορτηγά δέν ὑπῆρχαν λεωφορεῖα τότε καί ἐπιτρεπόταν ἡ μετακίνηση μέ φορτηγά− νά πᾶνε στόν Ἰάκωβο, νά ποῦνε, νά ἐξομολογηθοῦνε καί νά λειτουργηθοῦνε καί νά κοινωνήσουνε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Ὁλόκληρη ἡ περιφέρεια, εἶχε νά μιλήσει γιά τήν ἁγιότητά του.
Καθοδηγοῦσε τούς ἀνθρώπους γύρω του εὔστοχα καί ἅγια. Πήγαιναν γιά ὅλα τά προβλήματά τους, ὅλες τίς ὑποθέσεις τους. Γιά τίς ἀρρώστιες τῶν παιδιῶν τους, πού τά μετέφεραν πολλές φορές καί στό μοναστήρι. Ἡ δέ ἐξομολόγηση στό Μοναστήρι ἐπάνω δέν εἶχε ὡράριο ποτέ. Ἐνῶ ἐμεῖς κουραζόμαστε καί λέμε διάβασα εὐχές, κάπου σταματᾶμε, λέμε δέν μπορῶ ἄλλο, κάπου φεύγουμε. Ὁ πατήρ Ἰάκωβος μποροῦσε νά ξενυχτήσει, νά μείνει τό βράδυ ἐκεῖ, γιά νά διαβάσει τίς εὐχές. Μάλιστα γονάτιζε − ἔχουμε προσωπικές μαρτυρίες− γονάτιζε μπροστά στούς ἀσθενεῖς, γονατιστός ὁ ἀσθενής, γονατιστός καί ὁ πατήρ Ἰάκωβος καί ἀκόμη καί χειρουργημένος ἀργότερα. Δικό μου πρόσωπο μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἱδρώτας του ἀπό τόν πόνο καί ἀπό τήν κούρασή του, ἔσταζε μπροστά του καί ἐπάνω στό πετραχήλι του πού τό εἶχε πάντα ριγμένο ἐπάνω στόν ἀσθενῆ. Ἔσταζε ὁ ἱδρώτας καί τά δάκρυά του ὧρες καί ὧρες. Αὐτό τό μεγαλεῖο, αὐτό τό δόσιμο, αὐτή ἡ ἐξάντληση, ἡ προσφορά τῆς ὑπάρξεώς του! Τό λέω καί συγκινοῦμαι καί ξέρετε εἶμαι καί μετά τήν Λειτουργία τώρα, ἔχω ἀρκετή κόπωση καί δέν ἔχω τήν ἱκανότητα νά μπορέσω νά μεταδώσω αὐτό τό μεγαλεῖο.
Εἶναι χιλιάδες αὐτοί πού πῆραν τήν ἴαση, φυσικά ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ, γιατί ὁ Θεός θαυματουργεῖ διά τῶν Ἁγίων του. Ἡ θεραπευτική δύναμη περνάει μέσω τῶν Ἁγίων, καί τῶν Ἱερῶν Λειψάνων. Ἔχουμε ὅμως καί τούς ζῶντες Ἁγίους, πού θαυματουργοῦν. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, περνοῦσε καί διά τοῦ πατρός Ἰακώβου καί ὁ κόσμος δέν μποροῦσε νά ξεχωρίσει, ἄν ὁ Ὅσιος Δαυΐδ ἤ ὁ πατήρ Ἰάκωβος ἔκανε τό θαῦμα του.
Μάλιστα, ὁ πατήρ Δημήτριος ὁ Τζούμας, πού εἶναι στόν ἄλλο κόσμο τώρα, τόν εἶδε στόν ὕπνο του καί τοῦ εἶπε: «Παιδί μου Δημήτριε, ἐρχόσασταν στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί μοῦ λέγατε νά πῶ στόν Ὅσιο Δαυΐδ νά σᾶς κάνει καλά. Καί ἐγώ τά ἔλεγα στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μιλοῦσε στόν Κύριο καί λύναμε τά προβλήματα καί ὅ,τι μᾶς ἀναθέτατε. Τώρα Δημήτριε παιδί μου, μπορῶ καί ὁμιλῶ καί ἐγώ στόν Κύριο προσωπικά». Αὐτό εἶναι ἔξοχη μαρτυρία καί προέρχεται ἀπό ἁγία ψυχούλα πού ἦταν καί ὁ πατήρ Δημήτριος, ἦταν πνευματικό του παιδί καί τοῦ τό εἶχε προείπει ὅτι θά χειροτονηθεῖ.
Πολλοί εἶχαν πάρει τέτοια μηνύματα ἀπό τόν πατέρα Ἰάκωβο, ὅτι δηλαδή, θά γίνεις ἐκεῖνο, θά γίνει ἐτοῦτο. Πρίν περίπου τριάντα πέντε χρόνια, ἡ οἰκογένειά μου εἴχαμε προχωρήσει μία γεώτρηση. Ἦταν δύσκολη ἡ περίπτωση, ἀρκετές δεκάδες μέτρα καί εἴπαμε νά σταματήσουμε, λόγω οἰκονομικῶν δυσκολιῶν. Ὡστόσο σκεφτήκαμε νά τηλεφωνήσουμε στόν πατέρα Ἰάκωβο, νά εὐχηθεῖ νά βροῦμε νερό σέ λίγα μέτρα ἀκόμη. Μίλησα μαζί του. «Πάτερ Ἰάκωβε, νά βροῦμε νεράκι γιά τά ὑποστατικά μας ἐδῶ». «Ναί παιδί μου θά τό πῶ στόν Ὅσιο Δαυΐδ. Συνεχίστε λίγο ἀκόμη». Πράγματι συνεχίσαμε πέντε μέτρα βάθος ἀκόμη καί βρέθηκε τό νερό. Τρέχω στό τηλέφωνο νά πάρω τόν πατέρα Ἰάκωβο νά τοῦ τό πῶ. Καί μόλις φτάνω, χτυπάει τό τηλέφωνο καί ἦταν ὁ πατήρ Ἰάκωβος. «Ἰωάννη παιδί μου νά συνεχίσετε, γιατί ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μοῦ εἶπε ὅτι θά βρεῖ νερό ὁ ἱερέας. Γιατί τοῦ εἶπα, Ὅσιε Δαυΐδ, τόν καλό μας ἱερέα βοήθησέ τον νά βρεῖ τό νεράκι, πού χρειάζεται, θά δώσει καί σέ ἄλλους». Πάτερ Ἰάκωβε, τοῦ εἶπα, τό βρήκαμε τό νερό. «Ναί παιδί μου, γιατί ὅταν τοῦ εἶπα ἐγώ τοῦ Ἁγίου νά σοῦ δώσει νερό, νά… κίνησε ἀπό τήν εἰκόνα τήν κεφαλή του καί μοῦ εἶπε, “ναί θά βρεῖτε νερό”». Καί ὅπως τό εἶπε ὁ π. Ἰάκωβος πράγματι ἐρχόταν ὁ κόσμος καί ἔπαιρνε νερό. Εἶναι πολύ θαυμαστά καί ζωντανά γεγονότα.
Ὁ πατήρ Ἰάκωβος εἶχε πάντα τόν Ὅσιο Δαυΐδ μέ τόν Ὅσιο Ἰωάννη. Δέν ξεχώριζε τούς δύο Ὁσίους. Σέ μία χειρουργική ἐπέμβαση, πού θά τοῦ γινόταν στήν Χαλκίδα, στό Νοσοκομεῖο, ὁ πατήρ Ἰάκωβος εἶδε ὅτι ἔφτασε ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μπροστά στό χειρουργεῖο. Εἶδε καί τόν Ὅσιο Ἰωάννη.
Ἐπίσης ἐδῶ, μοῦ εἶπε πάρα πολλές φορές ὁ πατήρ Ἰάκωβος, «παιδί μου, δέν ἔρχονται ὅλοι νά προσκυνήσουν τόν Ὅσιο Ἰωάννη. Ἀπό περιέργεια μερικοί μπαίνουν. Τότε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γυρίζει τό πρόσωπό του, δέν θέλει νά τούς κοιτάζει καθόλου. Θά τόν βλέπετε ὅμως καί ἐσεῖς ὅτι γυρίζει τό πρόσωπό του. Σέ μερικούς ἄλλους ἔχω δεῖ τόν Ὅσιο Ἰωάννη νά βγάζει καί τό χεράκι του ἔξω, ὅταν σκύβουν νά προσκυνήσουν καί νά τούς χαϊδεύει τά μαλλιά, τούς ἀκουμπάει στό κεφάλι τους». Αὐτό μόνο οἱ Ἅγιοι τό βλέπουν.
Ἐπίσης μοῦ διηγεῖτο περιστατικά πού ἐβίωνε στήν Μονή, πού δείχνουν τήν παρρησία καί τήν οἰκειότητα πού εἶχε πρός τόν Ὅσιο Δαυΐδ.
Πρίν μερικά χρόνια εἶχε ζητήσει ὁ ἀείμνηστος Στυλιανός Παπαδόπουλος, καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, νά πῶ κάτι ἔστω ἕνα-δύο γεγονότα. Κοιμήθηκα τό βράδυ τῆς 4ης πρός τήν 5η Ἀπριλίου, ξημερώνοντας Κυριακή καί βλέπω ὅτι ἦρθε ὁ πατήρ Ἰάκωβος στό προσκύνημα νά προσκυνήσει. Τόν βλέπω, λοιπόν, μπαίνει μέσα καί βρέθηκαν καί κάποιοι ἄλλοι Ἱερεῖς κοντά μου καί μᾶς λέει ὁ πατήρ Ἰάκωβος: «Κατεβάστε, πατέρες μου, τό ἱερό λείψανο κάτω, νά βάλουμε ἕνα στρωσίδι, δέν θέλω νά εἶμαι ὄρθιος νά μιλῶ στόν Ὅσιο. Θέλω νά εἶμαι γονατιστός νά τοῦ μιλήσω». Πράγματι αὐτό καί ἔγινε. Δέν θά ξεχάσω στή ζωή μου ποτέ αὐτή τήν προσευχή πού ἔκανε ἐκεῖ. Ἔλεγε τέτοια οὐράνια λόγια, μιλοῦσε στόν Ὅσιο Ἰωάννη. Ἔλεγε τέτοιες εὐχές καί τέτοια διάλεξη, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, γιά τήν βραδιά του Μυστικοῦ Δείπνου, γιά τήν προσευχή τήν μεγάλη του Κυρίου μας, πού ἔχουμε τό μεγάλο Εὐαγγέλιο τήν Μεγάλη Πέμπτη. Τήν ὀνομάζει διάλεξη ὁ ἱερός Χρυσόστομος τήν προσευχή τοῦ Κυρίου μας στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ. Τέτοια οὐράνια λόγια ἀκουγόντουσαν τήν ὥρα πού προσευχόταν ὁ π. Ἰάκωβος ἔχοντας ἀγκαλιασμένο τό ἱερό λείψανο. Ἔριχνα μομφή καί ἐνοχή στόν ἑαυτό μου μές στόν ὕπνο μου, τί ἱερέας εἶμαι καί δέν ἔχω διαβάσει ἀκόμη αὐτά τά κείμενα. Νόμιζα ὅτι εἶναι μέσα ἀπό κείμενα, τά ὁποῖα εἶχε μάθει, ἐνῶ ἤτανε ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου καί συνομιλία.
Τελειώνει τήν προσευχή του αὐτή, σηκώνεται καί μᾶς λέει στούς ἱερεῖς: «Πατέρες βάλτε στή θέση τόν Ἅγιο καί σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολύ». Καί χάθηκε ἀπό μπροστά μας. Ὅταν ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς σκύψαμε νά σηκώσουμε τήν λάρνακα, μέσα στήν λάρνακα ἦταν ὁ πατήρ Ἰάκωβος. Εἶχε πάρει τήν θέση τοῦ Ὁσίου. Ὅταν λοιπόν ἦρθε τήν ἄλλη μέρα, χωρίς εἰδοποίηση ὁ καθηγητής καί εἶπα αὐτό τό ὄνειρο, μοῦ λέει: «Δέν θέλω τίποτε ἄλλο νά μοῦ πεῖς. Ὅτι ἄλλαξε θέση ὁ Ὅσιος Ἰωάννης καί παραχώρησε τή θέση τῆς λάρνακάς του, στόν πατέρα Ἰάκωβο, πάτερ Ἰωάννη, μοῦ φτάνει αὐτό».
Ἀλλά καί τήν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας του ἀξιώθηκα νά δῶ σέ ὄνειρο, μέσα στό κελλί του μία αἰθέρια ὕπαρξη –Ἁγία ἦταν, ἡ Παναγία ἦταν, δέν ξέρω– νά τακτοποιεῖ τό ἱερό λείψανο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου καί νά ἀκούσω πάλι οὐράνια, θεικά λόγια, ἄρρητη προσευχή ἀπό τό στόμα τοῦ π. Ἰακώβου, πού φανέρωνε ὅτι ἦταν ζωντανός. Νομίζω ὅτι ἦταν μία μαρτυρία γιά τήν ἀναξιότητά μου, ὅτι ἦταν ζωντανός ὁ Ἅγιός μας καί δέν γνώριζε τόν θάνατο, ἕνα πέρασμα ἦταν τήν ὥρα ἐκείνη ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν. Τό ἔζησα καί τό γεγονός αὐτό.
Δέν ἄφησε ὅλα τά χρόνια, κανένα πανηγύρι τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, νά μήν ἔρθει ἐδῶ. Πάντα ἔβαζα τό χεράκι μου ἐπάνω του, τόν ἀγκάλιαζα στόν ὦμο του καί ἐνῶ φοροῦσε χοντρές φανέλες γιά νά μήν κρυώνει, αἰσθανόμουν τά ὀστᾶ, τά ψηλαφοῦσα μέ τό χεράκι μου πού ἀκουμποῦσα ἐπάνω στήν πλάτη του. Καί τά μικρά παιδιά νά τόν πλησιάζουν, νά φέρνουν γύρω, νά κρεμιοῦνται στό ράσο του.
Κάποια φορά εἴτε στόν ξύπνιο, εἴτε στόν ὕπνο, ἔσφιξε τό χέρι μου, τό μπράτσο ἐδῶ, ὁ πατήρ Ἰάκωβος, τώρα πλέον πού εἶναι στούς οὐρανούς, καί μοῦ λέει: «Παιδί μου Ἰωάννη, λίγο ἀργότερα θά ἔρθουν τά καλά μαντάτα». Αὐτό περιμένουμε, τί θά εἶναι αὐτά τά καλά.
Ἀνάμεσα στίς δωρεές, τίς κινήσεις τῶν Ἁγίων, πού δέν μποροῦμε νά τούς φτάσουμε εἶναι καί τό παρακάτω γεγονός. Εἴμαστε ἱερατική οἰκογένεια καί ἐρχόμασταν στόν Ὅσιο Δαυΐδ ὁπωσδήποτε δύο ἐπισκέψεις κάθε χρόνο, μέ τά ἕξι μου παιδάκια, ὁ ἕνας ἀπό αὐτούς ἔχει γίνει ἱερέας, ὁ τελευταῖος. Λειτουργούσαμε καί κοινωνούσαμε ὅλοι στόν Γέροντα Ἰάκωβο. Κάποια φορά μόλις τελείωσε τό προσκύνημα τῶν ἱερῶν λειψάνων, ὅπως φοροῦσε τό πετραχήλι, τό ἔβγαλε ἀπότομα ὁ πατήρ Ἰάκωβος ἀπό τόν τράχηλό του καί τό πέρασε, στόν δικό μου τράχηλο καί μοῦ λέει: «Ἰωάννη παιδί μου, θά μέ ἐξομολογήσεις». «Πάτερ Ἰάκωβε δέν μπορῶ νά τό κάνω αὐτό. Δεν εἶμαι…» Δέν εἶπα τό ἄξιος, γιατί θύμωνε ἄν τοῦ ἔλεγες ὅτι εἶσαι ἀνάξιος μπροστά του. «Νά ἐρχόσαστε πιό συχνά νά λειτουργοῦμε, παιδί μου», λέει. «Πάτερ Ἰάκωβε δέν μπορῶ». Κάνω τρεῖς φορές τήν κίνηση νά βγάλω τό πετραχήλι καί τελικά,
«ἔλα παιδί μου, πᾶμε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου», στό Καθολικό τῆς Μονῆς.
Στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, γονατίζει μπροστά μου καί ἀρχίζει νά ἐξομολογεῖται. Ἐξομολόγηση ἑνός Ἁγίου, πού τήν ἔνιωσα καί τήν ἔζησα τρίσβαθα στήν ψυχή μου καί τό λέω πάντα μέ συγκίνηση καί τά δάκρυά μου θά τρέχουν πάντα. Ἡ ἐξομολόγηση ἑνός Ἁγίου, ἦταν συνομιλία μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο. Τό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ἐξομολογήσεως. Ἦταν ἀκριβῶς προσωπικά πρός τόν Κύριο καί γύριζε πρός τήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί ἔλεγε: «Ὅσιέ μου Δαυΐδ τήν ἡμέρα ἐκείνη, κάπου θύμωσα λίγο, κάπου ἴσως παραφέρθηκα λίγο, ἀλλά Ὅσιέ μου Δαυΐδ καί ἐσύ μπορεῖς νά τά πεῖς στόν Κύριο, τά γνωρίζει ὁ Κύριος, ἀλλά νά τά ἀκούσει καί ἀπό μᾶς». Ὅλη ἡ ἐξομολόγηση ἦταν ἕνας διάλογος μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό μέ μάρτυρα τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Αὐτό τό μεγαλεῖο εἶναι μοναδικό. Καί κατά τήν ἐξομολόγησή του νά εἶναι πεσμένος πρηνηδόν, μέ τό πρόσωπό του κάτω καί σηκωνόταν γιά νά μιλήσει, νά δεῖ στό πρόσωπο τόν Κύριο καί νά γυρίζει ἀριστερά πρός τήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ νά τόν ἐπικαλεῖται γιά μάρτυρα. Καί στό τέλος αὐτῆς τῆς συνομιλίας μέ τόν Κύριο καί τόν Ὅσιο Δαυΐδ, ζήτησε νά διαβάσω τήν συγχωρητική εὐχή. Ἐκεῖ ἦταν ἡ ἀποκαθήλωση ἡ δική μου καί ἡ ταπείνωση. Διάβασα ἀναγκαστικά τήν εὐχή αὐτή. Αὐτό ἐπανελήφθη δύο φορές.
Ὁ π. Ἰάκωβος στίς περισσότερες λειτουργίες πού ἔκανε ἦταν γονατιστός. Καί ὅταν δέν λειτουργοῦσε, ἔπρεπε νά εἶναι γονατιστός, ἀλλά καί στήν Λειτουργία πολλές ὧρες γονάτιζε καί στόν Ὄρθρο καί σέ αὐτά.
Οἱ νέοι Ὅσιοί μας, ὁ Ὅσιος Παΐσιος καί ὁ Ὅσιος Πορφύριος, νά μᾶς δώσουν ἀπό τήν χάρη τους καί νά ξέρουμε ὅτι δέν ἀφήνει ποτέ ὀρφανούς τούς χριστιανούς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τήν Ἐκκλησία του δέν τήν ἀφήνει ὀρφανή. Εὔχομαι ἡ χάρη τοῦ π. Ἰακώβου καί τῶν μεγάλων μας Ὁσίων, τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, πού ἀξιώθηκα νά ὑπηρετῶ ἐπί τόσες δεκαετίες, νά μᾶς δίνει ὑγεία, εὐλογία, πνευματική προκοπή καί ὅ,τι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλει. Ἀμήν.
Πρωτοπρ. Ἰωάννου Μάρκου, ἐφημερίου Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, Μαντουδίου Εὐβοίας Πηγαίναμε τουλάχιστον τρεῖς φορές τό χρόνο στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ μέ τούς γονεῖς μας. Στή μνήμη τοῦ Ἁγίου τήν 1η Νοεμβρίου, στίς 6 Αὐγούστου τῆς Μεταμορφώσεως, καί στήν μνήμη τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἔκανε μία πολύ ὡραία ὁλονυκτία. Παρακολουθούσαμε ἀπό μικρά παιδιά αὐτή τήν ὁλονυκτία γιά πολλά-πολλά χρόνια.
Ἐρχόμαστε μέ τά πόδια καί μέ τά ζῶα καί μία φορά τό χρόνο καί μέ τούς δασκάλους μας, μέ τό σχολεῖο. Ἑβδομήντα παιδιά πού ἤμαστε στό σχολεῖο, μᾶς πήγαινε ὁ δάσκαλος καί μέναμε στό Μοναστήρι. Μᾶς φιλοξενοῦσε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, μᾶς συμβούλευε, μᾶς ἔλεγε διάφορα θαύματα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, πολλά πράγματα ἀπό τό Ἱερό Εὐαγγέλιο καί μάλιστα πολλές φορές μᾶς εἶχε συνοδεύσει καί ὁ ἴδιος στό ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Καί μᾶς ἔλεγε διάφορα πράγματα ἐκεῖ γιά τόν τρόπο πού ζοῦσε ὁ Ὅσιος Δαυΐδ.
Ὁ τρόπος πού μιλοῦσε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ἦταν πάντα συναρπαστικός καί ὅλα αὐτά πού μᾶς ἔλεγε, μᾶς μιλοῦσε γιά τό Ἁγιονέρι, μᾶς εἶχε ἀνεβάσει μάλιστα μία φορά καί ὁ ἴδιος στό σημεῖο ἐκεῖνο πού χτύπησε ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μέ τό ραβδί του καί βγῆκε νερό καί μᾶς τά ἔλεγε τόσο παραστατικά, πού ἔμπαιναν μέσα στήν καρδιά μας, μικρά παιδιά αὐτά τά ζούσαμε. Καί δέν μποροῦμε εὔκολα νά περιγράψουμε αὐτά, τά ὁποῖα ἀκούγαμε καί αὐτά τά ὁποῖα ζούσαμε κοντά σέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη του, ἡ καλωσύνη του, ἡ ἀσκητική του μορφή, ὅλα αὐτά ἦταν…
Θυμᾶμαι μάλιστα πού ὁ Γέροντας Ἰάκωβος συνόδευε τά ἱερά λείψανα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ στά διάφορα χωριά τῆς περιφέρειάς μας. Δύο φορές τόν χρόνο ἐρχόταν καί στό δικό μας χωριό. Τά ἔφερνε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Γέροντας μέ τό ζῶο, μέ τό μουλάρι καί ἐμεῖς τόν ὑποδεχόμαστε. Ἀνάμεσα στό χωριό Δρυμώνα καί στό χωριό Κουρκουλοί, ὑπάρχει ἕνα μεγάλο ποτάμι καί ἐκεῖ τόν ὑποδεχόμαστε ὅλα τά παιδιά τοῦ χωριοῦ. Φωνάζαμε, ὅταν ἐρχόταν ὁ Γέροντας, «ἔρχεται ὁ ἅγιος, ἔρχεται ὁ ἅγιος» καί πηγαίναμε καί ἀκολουθούσαμε σιγά ὅλο τό δρόμο καί ὁ Γέροντας κατέβαινε ἀπό τό ζῶο καί μᾶς ἔλεγε διάφορες ἱστορίες, πολλά θαύματα, μέχρι νά φτάσουμε στό χωριό, ὁπότε χτυποῦσαν οἱ καμπάνες καί πηγαίναμε στήν ἐκκλησία νά κάνει τόν Ἑσπερινό. Σ’ ἕνα ταγαράκι εἶχε τά ἱερά λείψανα στή λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου καί σέ ἕνα ἄλλο ταγαράκι εἶχε τά ἱερά του ἄμφια. Ὅταν ἐρχόταν στό χωριό, ἔκανε τόν Ἑσπερινό, ἔκανε τήν Παράκληση καί στήν συνέχεια ξενυχτούσανε οἱ κάτοικοι.
Ἔκανε μία μικρή ἀγρυπνία ἤ στόν ναό ἤ στά σπίτια πιό πολύ, γιατί δέν ὑπῆρχε θέρμανση στόν ναό καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος σχεδόν περνοῦσε ὅλη τήν βραδιά στό ναό. Ἔπαιρνε τό κλειδί ἀπό τόν ἐπίτροπο λέγοντας ὅτι τό πρωί πρέπει νά πάει νά κάνει τήν καλογερική του ἄσκηση. Καί τό βράδυ, ἄν ἤθελε κάποιος νά τον φιλοξενήσει, καθότανε λίγο στό σπίτι καί στήν συνέχεια ἔφευγε καί πήγαινε στόν ναό. Ἐκεῖ ξενυχτοῦσε ὅλη τή νύχτα μέχρι τό πρωί ὁ Γέροντας. Ποτέ δέν εἶχε μείνει σέ σπίτι. Μικρά παιδιά ἐμεῖς παρακολουθούσαμε τόν Γέροντα καί αὐτό μᾶς εἶχε κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση. Καί ὅταν τόν ρωτούσαμε, «Γέροντα τί θά κάνετε ἐδῶ στήν ἐκκλησία τέτοια ὥρα, μόνος σας, δέν θά πᾶτε νά ξεκουραστεῖτε», ἔλεγε «ὄχι, παιδί μου, ἐγώ εἶμαι μοναχός, εἶμαι καλόγερος. Ἐσεῖς νά πᾶτε στα σπιτάκια σας, στίς μαμάδες σας καί ἐγώ πρέπει νά κάνω τήν Ἀκολουθία μου, τόν κανόνα μου». Λέγαμε ἔρχεται ὁ ἅγιος γιά τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ἀλλά καί ὁ Γέροντας ζοῦσε ἀπό τότε τή δική του ἁγιότητα. Ἦταν ἕνας ζωντανός ἅγιος ἀπό τότε.
Ἕνα περιστατικό πού ἀξίζει νά τό ποῦμε, εἶναι αὐτό. Μιά χρονιά εἶχε κάνει μεγάλη κακοκαιρία, τήν ἡμέρα ἐκείνη πού ἐπρόκειτο νά ἔρθει ὁ Ὅσιος Δαυΐδ, νά φέρει ὁ Γέροντας τά ἱερά λείψανα τοῦ Ὁσίου στό χωριό μας καί τό ποτάμι εἶχε κατεβάσει. Καί ὅλοι πιστέψαμε ὅτι δέν πρόκειται νά περάσει ὁ Γέροντας μέ τό ζῶο μέσα ἀπό τό ποτάμι, γιατί περνοῦσε μέσα ἀπό τό ποτάμι, γιά νά διασχίσει ὅλη αὐτή τήν ἀπόσταση τῶν εἴκοσι χιλιομέτρων, γιά νά ἔρθει στό χωριό. Ἐπιπλέον οἱ κάτοικοι δέν μποροῦσαν νά βγοῦν, οὔτε τά παιδιά, οὔτε ὁ κόσμος, νά φύγει ἀπό τό χωριό γιά νά πάει ὅπως ἄλλες φορές καί νά ὑποδεχτεῖ τόν Γέροντα Ἰάκωβο μέ τά ἱερά λείψανα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Εἴχαμε μείνει ὅλοι στό χωριό καί περιμέναμε τό βράδυ πρίν ἀπό τόν Ἑσπερινό, πού σταμάτησε ἡ βροχή, μήπως καί τυχόν ὁ Γέροντας ἔρθει καί φέρει τά ἱερά λείψανα. Πράγματι, πρίν ἀπό τήν ὥρα πού χτυποῦσε ἡ καμπάνα, βλέπουμε ἀπό μακριά νά ἔρχεται ὁ Γέροντας μέ τά ἱερά λείψανα μέ τό ζῶο. Τρέξαμε κοντά του καί ὅλοι μας μαζί καί ἕνας ἱερέας πού εἴχαμε ἀπό ἕνα διπλανό χωριό πού ἐρχόταν καί ἐξυπηρετοῦσε τό χωριό μας, παραξενευτήκαμε. Πῶς ἦρθε ὁ Γέροντας μέ τέτοια κακοκαιρία; Καί ὅπως τόν ρωτήσαμε μᾶς ἐξήγησε. Τό θεωροῦσε ἁπλό καί τό βίωνε ὁ Γέροντας. «Πῶς πέρασες Γέροντα μέσα ἀπό τό ποτάμι μέ τόσο νερό»; «Ἔκανα», λέει «τό σταυρό μου εἶπα στό Γέροντα Δαυΐδ, τόν Ὅσιο Δαυΐδ: Γέροντα πρέπει νά πᾶμε. Πρέπει νά βρεῖς τρόπο νά περάσουμε τό ποτάμι νά πᾶμε, γιατί ὁ κόσμος θά μᾶς περιμένει. Ἔβαλα τό ζῶο καί περάσαμε». Τώρα ποιός τρόπος ἦταν αὐτός πού πέρασε μέσα ἀπό τό ποτάμι, κανείς δέν μπορεῖ νά τό ἑρμηνεύσει. Καί τό μεγαλύτερο θαῦμα ἤτανε, ὅτι, ὅταν ἦρθε ὁ Γέροντας καί σταμάτησε καί ἔδεσε τό ζῶο ἔξω ἀπό τόν ναό, ἦταν στεγνός. Ἦταν στεγνή καί ἡ λειψανοθήκη μέ τά ἱερά λείψανα καί τό ταγαράκι πού εἶχε τά ἱερά του ἄμφια.
Καί ἀπορούσαμε ὅλοι καί ρωτούσαμε, «Γέροντα πῶς ἔφτασες ἔτσι»; Λέει, «παιδιά μου ἐγώ δέν ἔχω κανένα νά μέ προστατεύσει. Εἶπα στόν Γέροντα ὅτι πρέπει νά πᾶμε νά λειτουργήσουμε. Ἐγώ δέν ἔχω ἄλλα ἄμφια. Ἐκεῖ πού θά πάω πῶς θά λειτουργήσω; Ἄλλα ροῦχα νά ἀλλάξω δέν ἔχω. Ὅταν εἶμαι μούσκεμα τί θά γίνει; Πρέπει νά μέ προστατεύσεις. Καί παρακάλαγα καί τό Θεό, ὅπως προστάτευσε τούς Ἰσραηλίτες μές στήν ἔρημο, νά βοηθήσει καί ἐμένα». Καί πραγματικά ἦταν ὁλόστεγνος ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ὅταν ἦρθε.
Ἔκανε τόν Ἑσπερινό καί τήν Παράκληση στόν Ἅγιο. Πάντα μιλοῦσε καί μᾶς ἔλεγε ὁρισμένα ἀπό τά θαύματα, τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Ἔλεγε πάντως συνέχεια λόγια παραινέσεως καί μιλοῦσε γιά τήν ἐξομολόγηση.
Ὁ Ἅγιος ἔκανε πάρα πολλά θαύματα καί ἀξίζει τόν κόπο νά ποῦμε τό θαῦμα μιᾶς γυναίκας πού ἦταν καί κοντινή γειτόνισσά μας. Αὐτή εἶχε παρακινήσει καί τούς δικούς μου γονεῖς νά πηγαίνουμε στήν ἀγρυπνία. Γιατί ὅπως μᾶς ἔλεγε ἡ ἴδια, εἶχε ἕνα μεγάλο ὄγκο τήν ἐποχή ἐκείνη στήν κοιλιά της καί εἶχε πάει στό Μοναστήρι καί εἶχε παρακαλέσει τόν Γέροντα Ἰάκωβο νά τή σταυρώσει. Τοῦ εἶπε «ἔχω ἕνα κακό πράγμα ἐδῶ στό σημεῖο τῆς κοιλιᾶς μου». Ὁ Γέροντας τή σταύρωσε στο σημεῖο ἐκεῖνο καί ἡ γυναίκα θεραπεύτηκε ἀμέσως καί ἀπό τότε εἶχε τάξει κάθε χρόνο νά πηγαίνει στήν ἱερά ἀγρυπνία τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἐκεῖ προσκυνούσαμε καί τά ἱερά Λείψανα, ὑπάρχει καί λείψανο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ καί ἄλλων Ἁγίων καί μάλιστα τήν Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ πού συνέχεια μπορεῖ κάποιος νά προσκυνήσει, ὅταν πάει στό Μοναστήρι.
Ἀλλά ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος καί τά πιό δύσκολα πράγματα, τά ἔλεγε τόσο ἁπλά, πού δέν μπορούσαμε ἐμεῖς νά τά κατανοήσουμε τήν ἐποχή ἐκείνη. Γιατί πραγματικά ὁ Ἅγιος ζοῦσε καί τήν Θεία Λειτουργία, τήν ὁποία ἔκανε μέ ἕναν ξεχωριστό τρόπο. Εἶχε μία μεγάλη ἱεροπρέπεια, ἕναν σεβασμό, τόν ὁποῖο βέβαια μετέδιδε καί σέ ὅλους τούς Πατέρες καί σέ ὅλα τά πνευματικά του παιδιά.
Μέσα ἀπό τήν ἁπλότητα ἦταν ἡ ἱεροπρέπεια καί ὁ σεβασμός πού ἐνέπνεε. Καί τό βλέμμα του ἦταν αὐτό πού καθήλωνε τούς πάντες. Χωρίς νά τό θέλεις, σοῦ τραβοῦσε τήν προσοχή. Δηλαδή ζούσαμε κοντά σέ ἕναν Ἅγιο πού δέν μπορούσαμε νά συνειδητοποιήσουμε τότε ὅλα αὐτά πού βιώναμε, ὅλα αὐτά πού ζούσαμε, γιατί τά θεωρούσαμε φυσικά πράγματα, ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἴδιος, τό νά συνομιλεῖ δηλαδή μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ ἤ πολλές φορές πού εἶχε ἀξιωθεῖ ἀκόμα καί μέ τήν Παναγία μας νά μιλήσει, γεγονός πού εἶχε δεῖ καί ὁ μακαριστός Γέροντας ὁ πατήρ Κύριλλος.
Κάποια στιγμή πού ἦταν οἱ τρεῖς μοναχοί, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ὁ πατήρ Κύριλλος καί ὁ πατήρ Σεραφείμ, ὁ πατήρ Σεραφείμ νομίζω δέν εἶχε πάει ἀκόμα, ἤ ἄν εἶχε πάει ἦταν ὁ πρῶτος καιρός πού εἶχε πάει, ζήτησε κάποιος τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ὁ Γέροντας συνήθιζε νά κάθεται στό ναό πολλές ὧρες, νά προσεύχεται ἐκεῖ, καί νά συνομιλεῖ μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ἦταν ἕνα γεγονός πού ὅλοι τό ξέραμε καί ὅλοι τό βλέπαμε, ἀλλά τό θεωρούσαμε ὅλοι ἕνα ἁπλό γεγονός αὐτό, νά συνομιλεῖ δηλαδή ὁ Γέροντας Ἰάκωβος μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ π. Κύριλλος ἀποκάλυψε, ὅταν πῆγε νά ἀνοίξει τήν πόρτα, γιά νά ζητήσει τόν Γέροντα Ἰάκωβο, τόν ἀξίωσε ὁ Θεός νά δεῖ ἕνα συγκλονιστικό γεγονός. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα γονατιστός καί συνομιλοῦσε, εἶδε τήν σκιά τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ καί ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς πού ἔλαμπε πάνω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, στό ὕψος τῆς Πλατυτέρας. Καί μέσα σέ αὐτό τό φῶς ἔβλεπε ἕνα πρόσωπο πού δέν μποροῦσε κἄν, ὅπως εἶπε, νά τό περιγράψει. Ἔλαμπε τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας καί ἄκουσε τή συνομιλία πού εἶχαν οἱ τρεῖς τους. Κάθισε γιά ἀρκετή ὥρα ὁ π. Κύριλλος καί παρακολουθοῦσε σιωπηλός καί ὅταν τελείωσε, ζήτησε συγγνώμη ἀπό τόν Γέροντα Ἰάκωβο καί ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Ἀφοῦ σοῦ ἐπέτρεψε ἡ Παναγία νά δεῖς αὐτό τό γεγονός, ἆραγε ἔπρεπε νά τό δεῖς, ἀλλά δέν πρέπει νά τό πεῖς πουθενά, νά τό ἀφήσεις αὐτό γιά τόν ἑαυτό σου». Ὅμως ὁ π. Κύριλλος τό ἀποκάλυψε γιά νά ἔλθει καί στήν δική μας γνώση καί νά δοξάζουμε κι ἐμεῖς τό ὄνομα τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας. Μάλιστα, αὐτό τό θαυμαστό, λέει, ἔγινε ἀφορμή νά ἔχει τήν ἰδιαίτερη εὐλάβεια πού εἶχε ὁ π. Κύριλλος πρός τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας.
Πάντα ὅταν μιλοῦσε γιά τήν Παναγία μας ὁ μακαριστός ἅγιος Γέροντας Κύριλλος δάκρυζε τίς περισσότερες φορές καί τά λόγια του ἔβγαιναν μέσα ἀπό τήν καρδιά του. Δέν εἶναι τυχαῖο πού τόν πῆρε ἡ Παναγία μας καί τήν ἡμέρα τοῦ Ἀκαθίστου. Ἀλλά καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος εἶχε αὐτή τήν ἰδιαίτερη ἀγάπη στήν Παναγία μας καί κοιμήθηκε καί αὐτός τήν ἡμέρα τῶν Εἰσοδίων τῆς Παναγίας.
Ἕνα ἄλλο γεγονός, ἦταν πού κάποιος ἀπό τό χωριό μας εἶχε ἕναν γιό ἀξιωματικό καί τό καλοκαίρι πού εἴχαμε πάει στόν Ὅσιο Δαυΐδ, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἐμεῖς εἴχαμε μείνει, μία παρέα, ἐκεῖ στό Μοναστήρι καί αὐτός μέ τό γιό του, μία ἄλλη παρέα, εἶχαν πάει μέ τά πόδια στό ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Αὐτός ὁ συγχωριανός μας ἦταν μεγάλος στήν ἡλικία. Τοῦ ἐξήγησαν, ὅταν πήγανε στό ἀσκητήριο, ὅτι ἐδῶ ἔμενε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος τά βράδια, διάβαζε τήν Παράκληση, κρεμοῦσε τό ρασάκι του ἐκεῖ σε ἕνα καρφί, ὑπῆρχε ἕνα καρφάκι ἀπό τά καρφιά τά παλαιά μές στίς πέτρες τῆς σπηλιᾶς. Καί ὅπως ἔλεγε καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος κρεμοῦσε ἐδῶ τό ράσο του ὁ Γέροντας Δαυΐδ καί ἔκανε τίς μετάνοιές του καί ἔκανε τίς διάφορες ἀγρυπνίες του. Τότε αὐτός ὁ κυρ-Νίκος ὁ συγχωριανός μας εἶπε: «Ἄντε καημένε πού αὐτό τό ἔβαλε ὁ Ὅσιος Δαυΐδ ἐδῶ, καί εἶναι τόσα χρόνια ἐδῶ καί δέν τό ἔχει πειράξει κανένας; Τό ἔβαλαν οἱ καλόγεροι γιά νά λένε ὅτι αὐτό τό εἶχε βάλει ὁ Ὅσιος Δαυΐδ». Ἔπιασε τό καρφί νά τό κουνήσει νά τό βγάλει. Καί τήν ὥρα ἐκείνη τό χέρι του ἔμεινε ἡμίξερο πάνω στό καρφί. Μέ δυσκολία μεγάλη τοῦ τράβηξαν τό χέρι, τό ὁποῖο δέν μποροῦσε νά τό κινήσει καθόλου.
Ἦρθαν στό Μοναστήρι, τόν εἴδανε σέ αὐτήν τήν κατάσταση, ἔτρεξαν στόν Γέροντα Ἰάκωβο, τοῦ εἶπαν αὐτό καί αὐτό. Ἔπεσε τότε στα πόδια τοῦ Γέροντα ὁ Νίκος καί τόν παρεκάλεσε. Λέει: «Εἶχα μεγάλη δυσπιστία δέν πίστευα ὅτι τό καρφί αὐτό δέν ἦταν ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ἔπιασα νά τό βγάλω». «Γιατί παιδί μου», τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, «εἶχες αὐτή τή δυσπιστία; Τόσα χρόνια πού ἔρχεσαι στό Μοναστήρι δέν ἔχεις καταλάβει ἀκόμα πῶς πρέπει νά συμπεριφερόμαστε καί δέν παίζουμε μέ τά θεῖα καί ὅλα αὐτά»; Τόν παρακάλεσε τόν Γέροντα νά διαβάσει μία εὐχή καί πραγματικά ὁ Γέροντας προσευχήθηκε, παρεκάλεσε τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ἀφοῦ τόν σταύρωσε μέ τό χεράκι τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, ἀμέσως τό χέρι του ἄρχισε νά ἐπανέρχεται, νά κινεῖται καί νά ἔρχεται στήν θέση του. Καί ἀπό τότε μέχρι τήν ἡμέρα πού ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο αὐτό, πάντα τιμοῦσε τόν Ἅγιο, πάντα ἔλεγε γιά τά θαύματα τοῦ Ἁγίου καί πάντα ἔλεγε γιά τόν Γέροντα τόν Ἰάκωβο ὅτι εἶναι ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος πραγματικά.
Ἕνα ἄλλο ἐντυπωσιακό, εἶναι πού ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, εἶχε μία πνευματική ἐπικοινωνία μέ τούς Γέροντες, τόν Ἅγιο Πορφύριο, τόν Ἅγιο Παΐσιο καί τόν πατέρα Φιλόθεο τόν Ζερβάκο. Ἐμεῖς μέ ἕνα ἄλλο πνευματικό παιδί τοῦ Γέροντα, τόν πατέρα Κωνσταντῖνο πού βρίσκεται στήν Λίμνη, σπουδάσαμε στήν Ἱερατική Σχολή τῆς Τήνου. Καί ἐκεῖ εἶχε ἔρθει ὁ Γέροντας, ὁ πατήρ Φιλόθεος καί ὅλα τά παιδιά πήγαμε νά πάρουμε τήν εὐχή του, μέ δυό λόγια νά ζητήσουμε εὐλογία ἀπό τόν πατέρα Φιλόθεο. Αὐτό ἔγινε λίγο πρίν τό Πάσχα. Ἤρθαμε στό χωριό μας τό Πάσχα γιά τίς διακοπές, πήγαμε στό Μοναστήρι, χαιρέτισα τόν Γέροντα καί ἐκεῖ πού ἀρχίσαμε στήν ἐξομολόγηση νά ποῦμε διάφορα πράγματα, ἤθελα νά τοῦ πῶ ἐγώ ὅτι πῆρα τήν εὐχή τοῦ πατρός Φιλοθέου. Λέω Γέροντα νά σᾶς πῶ καί κάτι πού συνέβη. «Ναί, ναί ξέρω παιδί μου, ὅτι πῆρες τήν εὐχή τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου. Αὐτός εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος! Ὅταν ξανά τόν δεῖς, τήν ἄλλη φορά, νά τοῦ πεῖς, τά σέβη ἀπό τόν πατέρα Ἰάκωβο». Καί πραγματικά ὁ π. Φιλόθεος ξαναπέρασε καί ὅταν τοῦ εἴπαμε γιά τό Γέροντα Ἰάκωβο, εἶπε· «αὐτός πραγματικά εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος». Καί ἐμεῖς νομίσαμε ὅτι εἶχαν κάποια ἐπικοινωνία, κάποια τηλεφωνική ἐπικοινωνία, ἀλλά αὐτό δέν συνέβαινε. Τότε δέν μπορούσαμε νά καταλάβουμε ὅτι ἡ ἐπικοινωνία αὐτή ἦταν πνευματική.
Ἐπίσης ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν αὐτός πού ἔλεγε πολλά πράγματα στήν ἐξομολόγηση. Δηλαδή ἡ ἐξομολόγηση πού ἔκανε ὁ Γέροντας ἦταν κάτι τό συγκλονιστικό. Ἔμπαινε τόσο βαθιά σέ ὅλα τά ζητήματα πού πολλές φορές ἔλεγε ὅλα τά ἁμαρτήματα, χωρίς νά προλάβεις νά πεῖς αὐτό πού ἤθελες. Τά ἔλεγε μέ τόν δικό του τρόπο ὁ Γέροντας. Ἀποκάλυπτε δηλαδή καί ἔλεγε ὁρισμένες φορές ἀντίστοιχα παραδείγματα γιά νά μπορεῖς νά ἀνοίξεις τήν καρδιά σου περισσότερο. Δηλαδή ἤξερε κάθε φορά πού θά πήγαινες τί ἤθελες νά τοῦ πεῖς. Ἄς ποῦμε, χωρίς νά τό ρωτήσεις, ὅταν πήγαινες καί εἶχες ἕνα βάρος, ὁποιοδήποτε σέ ἀπασχολοῦσε, σοῦ ἔδινε τήν ἀπάντηση ἀπό μόνος του μέ τό δικό του τρόπο. Ἦταν κάτι τό ὁποῖο δέν μπορούσαμε νά συνειδητοποιήσουμε τότε, ὅταν τόν εἴχαμε κοντά μας καί συνομιλούσαμε μαζί του.
Εἶχε ἐπίσης μεγάλο σεβασμό καί μεγάλη προσοχή στήν Θεία Λειτουργία. Δηλαδή σέ ἐμᾶς, τά πνευματικά του παιδιά, πάντα μᾶς ἔλεγε ὅτι πρέπει νά λειτουργοῦμε μέ φόβο Θεοῦ καί νά ἔχουμε πάντα φόβο Θεοῦ. Ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, ὅτι πρέπει νά τελοῦμε συνέχεια τή Θεία Λειτουργία, νά διαβάζουμε τά ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν τόση μεγάλη ἀνάγκη. Καί μάλιστα, ὅταν ἐγώ ἔγινα διάκονος καί ἱερέας, μοῦ εἶπε νά πάω μιά βδομάδα σάν διάκονος καί μιά βδομάδα σάν ἱερέας, νά λειτουργήσουμε μαζί καί μοῦ ἔλεγε πῶς πρέπει νά συμπεριφερόμαστε τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀπό τήν ὥρα τῆς Προσκομιδῆς μέχρι τό τέλος. Πῶς πρέπει νά διαβάζουμε, πῶς πρέπει... τά πάντα. Καί μάλιστα ἦταν συγκινητικό, τήν ὥρα πού ἔλεγε, μετά τόν καθαγιασμό πού κάνουμε, πού ρίχνουμε τίς μερίδες τῶν ζώντων καί τῶν τεθνεώτων μέσα στό Ἅγιο Ποτήριο, γίνεται ἡ ἕνωσις ἐκεῖ λέει ὁ Γέροντας γι’ αὐτό πρέπει νά διαβάζουμε ὅλα τά ὀνόματα τά ὁποῖα μᾶς φέρνουν καί νά βγάζουμε μία μερίδα· «γιατί παιδί μου, ὅταν ρίχνουμε τίς μερίδες μέσα στό Ἅγιο Ποτήριο καί λέμε, “ἀπόπλυνον Κύριε τά ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τῷ αἵματί σου τῷ ἁγίῳ”, πῶς θά λέμε ψέματα στόν Θεό; Πρέπει νά μνημονεύουμε τά ὀνόματα». Καί ἐγώ ὅταν ἔγινα διάκονος καί μετά ἱερέας καί ἤμουν στό Προκόπι σάν διάκονος στόν Ὅσιο Ἰωάννη τό Ρῶσσο καί μετά σάν ἱερέας στόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο καί βοηθοῦσα στό ἱερό προσκύνημα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, μοῦ ἔλεγε πάντα αὐτήν τήν συμβουλή. Ὅτι πρέπει νά διαβάζουμε τά ὀνόματα. Νά διαβάζετε τά ὀνόματα ἐκεῖ στόν Ἅγιο ὅλων τῶν προσκυνητῶν πού φτάνουν, γιατί ἔχουν μεγάλη ἀνάγκη. Ὁ Θεός τά ἀκούει. Καί μέσα ἀπό τήν Θεία Λειτουργία μέ τήν βοήθεια καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου καί ὅλων τῶν Ἁγίων δίνει τήν βοήθεια πού πρέπει στόν καθέναν μας.
Ὁ τρόπος πού στεκόταν καί ὁ τρόπος πού πρέπει νά στεκόμαστε στή Θεία Λειτουργία, πρέπει νά εἶναι προσεγμένος. Γιατί δίπλα μας παραστέκουν ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι λέει δέν μποροῦν νά πλησιάσουν καί ἐμεῖς πλησιάζουμε. Ἀκουμποῦμε τήν Ἁγία Τράπεζα καί ἀκουμποῦμε τά Θεῖα Δῶρα καί πρέπει νά ἔχουμε μεγάλο σεβασμό καί μεγάλη ἱεροπρέπεια. Δέν τό κάνουμε οὔτε ἀπό ταπείνωση, οὔτε ἀπό κανένα ἄλλο σκοπό, ἀλλά πρέπει… εἶναι ὁ σεβασμός πού πρέπει νά ἀπευθύνουμε τήν ὥρα ἐκείνη στόν Ἰησοῦ πού εἶναι παρών πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα. Ὁ Γέροντας ἔδινε μεγάλη σημασία στήν ἀνάγνωση καί στά πάντα. Ἄλλωστε ἄν ἀκούσουμε κάτι ἀπό αὐτά πού ἔλεγε ὁ Γέροντας στήν Θεία Λειτουργία ἤ στίς Ἀκολουθίες καταλαβαίνει κανείς πῶς πραγματικά βίωνε τήν Λειτουργία, τό Μυστήριον, ἀλλά καί πῶς «ἐπικοινωνοῦσε» μέσα ἀπό τήν Θεία Λειτουργία. Γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀξιώθηκε νά ἔχει πολλές φορές καί θεῖες ὀπτασίες.
Ἦταν ὁ τρόπος, εἶχε ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο ὁ Γέροντας πού ἔκανε τίς Ἱερές Ἀκολουθίες. Καί μάλιστα στήν Θεία Λειτουργία, ἐκεῖ ἤτανε κάτι τό συγκλονιστικό. Ζοῦσε ὅλη τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὁ Γέροντας. Ζοῦσε τό καθετί. Ὅταν λειτουργοῦσε καί ἔκανε τήν συστολή τῶν Τιμίων Δώρων, ὁ τρόπος πού ἔλεγε τίς διάφορες αὐτές εὐχές, ἦταν κάτι τό συγκλονιστικό νά συμμετέχεις, δηλαδή, στή Θεία Λειτουργία ἐκεῖ μέ τόν Γέροντα.
Ἕνα τελευταῖο νά ποῦμε ὅτι εἶχε προείδει καί τόν θάνατό του ὁ Γέροντας. Ἐγώ συνήθιζα κάθε χρόνο νά πηγαίνω στήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, 23 Ὀκτωβρίου. Καί κάναμε τήν Θεία Λειτουργία, καθόμασταν μετά συζητούσαμε καί βλέπαμε καί τόν Γέροντα. Καί τήν τελευταία χρονιά πρίν ἀπό τήν κοίμηση τοῦ πατρός Ἰακώβου, εἴχαμε κανονίσει μέ κάποιον κουμπάρο μου πού εἶχε βαπτίσει τόν δεύτερο γιό μου, πού εἶναι στήν Χαλκίδα καί αὐτός βέβαια εἶχε ζήσει κοντά στόν Ἅγιο Γέροντα Ἰάκωβο καί μάλιστα ἔζησε ἕνα μεγάλο θαῦμα σχετικά μέ τήν ὑγεία του, ἀποφασίσαμε νά πᾶμε τό πρωί, ἐπειδή αὐτός θά ἐρχόταν ἀπό τήν Χαλκίδα καί θά πηγαίναμε μέ τό δικό μου αὐτοκίνητο, νά ἀνεβαίναμε ἀπό τό Προκόπι στό Μοναστήρι. Πραγματικά, ἄργησε, τοῦ ἔτυχε κάτι στόν δρόμο καί ἄργησε καί ἀνεβήκαμε στό Μοναστήρι κάπως καθυστερημένοι. Ὁ Ὄρθρος εἶχε προχωρήσει καί ὁ Γέροντας ἤτανε ντυμένος μέ τά ἱερά ἄμφια καί καθόταν σέ μία καρεκλίτσα, ἀκριβῶς δίπλα ἀπό τήν Ὡραία Πύλη. Ὅταν φτάσαμε, συνήθιζε ὁ Γέροντας νά μᾶς ἀγκαλιάζει, νά μᾶς ἀσπάζεται.
«Ἐλᾶτε, καλῶς ἤρθατε», τόν χαιρετίσαμε. Χαιρέτισε τόν Λευτέρη, τοῦ εἶπε νά πάει στό ψαλτήρι μαζί με τούς Πατέρες, γιατί ἦταν ψάλτης καί ἔψαλλε πολύ ὡραία. Ἐγώ κάθισα δίπλα του. Μοῦ λέει ἔλα νά σοῦ πῶ. Ἔσκυψα ὅπως συνήθως, νόμιζα ὅτι κάτι ὁ Γέροντας θά ἔχει νά μοῦ πεῖ. «Πές τοῦ πατέρα Κύριλλου νά πάρεις καιρό καί νά λειτουργήσουμε». Λέω Γέροντα δεν πειράζει τώρα, ἀφοῦ ἔχει προχωρήσει ὁ Ὄρθρος, δέν εἶναι ἀνάγκη νά λειτουργήσουμε. «Ὄχι, πές αὐτό πού σοῦ εἶπα, κάνε ὑπακοή, γιατί θά εἶναι ἡ τελευταία Λειτουργία, πού θά κάνουμε μαζί», λέει. Ἐγώ δέν μποροῦσα νά καταλάβω ἐκείνη τήν ὥρα. Πραγματικά εἶπα στόν πατέρα Κύριλλο αὐτό πού μοῦ εἶπε. Μοῦ εἶπε ὁ πάτερ Κύριλλος νά πάω καί ἐγώ νά ντυθῶ, μοῦ ἔφερε καί στολή μάλιστα, γιατί ἐγώ δέν εἶχα πάρει στολή, καταλάβαινα ὅτι ἡ ὥρα εἶχε περάσει. Καί ἀφοῦ ἔγινε ἡ Θεία Λειτουργία, διαπιστώσαμε μετά ὅτι πραγματικά ἦταν ἡ τελευταία Θεία Λειτουργία μαζί.
Ἐμεῖς δέν μπορούσαμε νά καταλάβουμε ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἔλεγε τόσο ἁπλά... Νά ἔχουμε τήν εὐχή του!
Ὁσιολ. Μοναχοῦ Ἀκακίου Καυσοκαλυβίτου, ὑποτακτικοῦ τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου Τό 1983 εἶδα γιά πρώτη φορά τόν Ἅγιο Πορφύριο καί μάταια πηγαινοερχόμουν ἐκεῖ στό Μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στό Μήλεσι, γιά νά τόν γνωρίσω καλύτερα. Τότε δέν δεχόταν κανέναν, γιατί ἦταν πολύ ἄρρωστος. Ὅποτε πήγαινα ἔβρισκα μπροστά μου μία ἀληθινή, ἁπλή καί καλοσυνάτη κοπέλα. Μέ πλησιάζει μία μέρα καί μοῦ λέει: «Ὁ Γέροντας Πορφύριος δέν δέχεται, ἀλλά ἐγώ ξέρω καί ἕναν ἄλλο Γέροντα, τόν Γέροντα Ἰάκωβο». Τῆς λέω: «Ποῦ βρίσκεται αὐτός; Δέν ξέρω πῶς νά πάω ἐκεῖ». Μοῦ λέει: «Ἔ, ἐσύ ἔχεις τό αὐτοκίνητο, ξέρω καί ἐγώ τό δρόμο». «Μπές μέσα» τῆς λέω καί ξεκινήσαμε καί πήγαμε στό Μοναστήρι, στόν Ὅσιο Δαυΐδ.
Ἔτσι ἔγινε ἡ πρώτη μου συνάντηση μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο, ἡ πρώτη μου γνωριμία. Καί πραγματικά ἦταν αὐτή ἡ πρώτη συνάντηση ἕνα θαυμαστό γεγονός πού ὑπῆρξε γιά μένα σταθμός στήν πνευματική μου πορεία. Μέ δέχτηκε στό Ἐξομολογητήριο καί ἔκανα μία ὁλοκληρωτική ἐξομολόγηση ἀπό τά παιδικά μου χρόνια μέχρι τότε. Ὁ Γέροντας ὄρθιος εἰσῆλθε πραγματικά στόν ἐσωτερικό μου κόσμο καί ἐνῶ ἐγώ μιλοῦσα, ἐκεῖνος μέσα μου τακτοποιοῦσε τά πάντα. Κουνοῦσε καί τά δύο του χέρια ἐπάνω-κάτω, δεξιά-ἀριστερά, γιά νά δείξει ἐμφανῶς πρός τά ἔξω αὐτά πού συνέβαιναν μέσα στήν ψυχή μου. Κι ἦταν ἀμίλητος καί σιωπηλός. Ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἔλεγε μέσα μου πολλά. Σέ ἐκείνη τήν ἐξομολόγηση ὁ Ἅγιος Γέροντας τακτοποίησε τά βιώματά μου καί ἔβαλε μέσα μου τήν ἔνθεη λογική τάξη σάν ὄργανο τῆς Θείας Χάριτος, σάν σκεῦος ἐκλογῆς. Ξανάζησα στιγμές πού ζοῦσα στά παιδικά μου χρόνια, ὅταν κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας μέσα στό Ἱερό τῆς Ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ μου, τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, βίωνα μέσα στήν παιδική μου ψυχή, παρόμοια θαυμαστά γεγονότα πλημμυρισμένος ἀπό φῶς. Ἔτσι καί τότε ὁ Ἅγιος, ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ, ἦταν ὅλος φῶς καί μοῦ μετέδιδε τή χάρη καί ἡ ψυχή μου ρουφοῦσε σάν διψασμένο ἐλάφι. Τά ἑπόμενα τέσσερα-πέντε χρόνια πήγαινα συχνά στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ὁ Γέροντας μέ φιλοξενοῦσε ὅσες μέρες ἤθελα. Πραγματικά μέ ἀγκάλιασε μέ ἀγάπη, σάν δικό του παιδί. Ὅ,τι καί ἄν τόν ρωτοῦσα, εἴτε ἀφοροῦσε πρακτικά ζητήματα, εἴτε θεολογικές ἀπορίες, μοῦ ἀπαντοῦσε ἀμέσως καί μέ μία ἀμεσότητα, λές καί μέ τό στόμα του μιλοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἔνοιωθες μαζί του ἀσφάλεια, ὅτι ἔπαιρνες τή σωστή ἀπάντηση, ὅτι ἐξέφραζε σέ σένα τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀπολαμβάναμε ἐκεῖνες τίς θεσπέσιες στιγμές στό ἀρχονταρίκι, ὅταν μαζευόμαστε μετά τίς Ἱερές Ἀκολουθίες καί ὁ Γέροντας μᾶς μιλοῦσε. Κάποια μέρα μέ κάλεσε ἰδιαιτέρως καί μοῦ πρότεινε ἄν θέλω νά μείνω στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί νά μέ κάνει μοναχό. Ἀλλά ἤδη ὁ νοῦς μου ἦταν στά Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Θά ἤθελα ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή νά σᾶς διηγηθῶ ἕνα χαριτωμένο περιστατικό. Πῆγα γιά Σαββατοκύριακο στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί μετά τόν Ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου, ὁ Γέροντας στάθηκε ἔξω ἀπό τό ναό καί περίλυπος μᾶς εἶπε ὅτι ἤθελαν νά ἐπισκευάσουν τό καμπαναριό τῆς Μονῆς, ἀλλά δέν εἶχαν τά χρήματα. Ἔταξα μέσα μου νά δώσω πρίν φύγω ἕνα σεβαστό ποσό γιά νά μπορέσει νά πραγματοποιηθεῖ τό ἔργο. Νά συμβάλω καί ἐγώ μέ τήν σειρά μου, ὅσο μποροῦσα. Ἀλλά τήν ἄλλη μέρα ξεκίνησα, ἔφυγα ἀπό τό Μοναστήρι, ξεχνώντας νά ἐκπληρώσω τό τάμα μου. Μπῆκα στό αὐτοκίνητο, ἀπομακρύνθηκα διακόσια-τριακόσια μέτρα ἀπό τό Μοναστήρι καί ξαφνικά σβήνει ἡ μηχανή. Μάταια προσπαθοῦσα νά ξεκινήσω, τό αὐτοκίνητο δέν ἔπαιρνε μπρός. Τότε ἔνοιωσα ἀπό πίσω μου νά μέ ἀγκαλιάζει κάποιος μέσα σέ μία ζεστή, σφιχτή ἀλλά καί ἐπιτιμητική ἀγκαλιά. Ἐκείνη τή στιγμή ἀμέσως θυμήθηκα. Ὤ! ξέχασα νά δώσω τά χρήματα πού ἔταξα στόν Ἅγιο. Τότε χαλάρωσε τό σφίξιμο καί ἀμέσως ἡ μηχανή πῆρε μπροστά. Γύρισα πίσω καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, μέ περίμενε στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ χαμογελώντας. Λοιπόν, Γέροντα τοῦ λέω, ἀλλά πρίν προλάβω νά πῶ τό γιατί γύρισα πίσω καί τί συνέβη, μοῦ λέει, «πήγαινε παιδί μου νά δώσεις στόν Ἅγιο αὐτά πού τοῦ ἔταξες». Λοιπόν ἤξερε. Τώρα δέν μπόρεσα ἐγώ νά ξεκαθαρίσω μέσα μου ποιός μέ ἀγκάλιασε σφιχτά. Ὁ Ὅσιος Δαυΐδ ἤ ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος. Ἀλλά ὅ,τι καί νά εἶναι αὐτοί ἦταν μαζί. Λοιπόν πῆγα ἐγώ, ἔριξα τά χρήματα στό κουτί, πού ἦταν μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, γύρισα πίσω καί ἀκόμα ὁ Γέροντας περίμενε στήν εἴσοδο, μοῦ ἔδωσε τήν εὐχή του καί μέ κατευόδωσε.
Οἱ ἐμπειρίες ἀπό τόν Γέροντα Ἰάκωβο εἶναι πολλές, ἀλλά ὅμως θά πῶ ἕνα-δύο πράγματα, τά ὁποῖα εἶναι πάρα πολύ σημαντικά κατά τήν γνώμη μου. Ἐν τῷ μεταξύ ὁ Ἅγιος Πορφύριος μέ προσέλαβε σάν ὑποτακτικό του καί μοῦ ἀπαγόρευσε νά πηγαίνω σέ ἄλλους Γέροντες γιά λόγους εὐνοήτους. Μοῦ λέει, ἄν πηγαίνεις σέ πολλούς θά μπερδευτεῖς.
Κάποτε παρεκάλεσα τόν Ἅγιο Πορφύριο, νά μοῦ ἑρμηνεύσει κάποιες ἀπορίες μου ἀπό τό Ψαλτήρι. Ἐκεῖ πού ὁ προφητάναξ Δαυΐδ, φαίνεται νά καταρᾶται τούς ἐχθρούς τοῦ Ἰσραήλ, νά πάθουν ἐκεῖνο, νά πάθουν τοῦτο. Καί ἔλεγα, καλά ἀφοῦ ὁ Δαυΐδ ἔφτασε σέ τέτοια μέτρα ἀγάπης καί συγχωρητικότητας, πού λές καί ζοῦσε μετά Χριστό, ζοῦσε στήν Καινή Διαθήκη, πῶς τώρα καταρᾶται ἔτσι, τί συμβαίνει ἐδῶ πέρα; Βέβαια οἱ ἑρμηνευτές μᾶς λένε ὅτι πρέπει νά ἑρμηνεύουμε αὐτά τά χωρία ἀλληγορικά. Τούς ἐχθρούς ἐννοοῦν τούς δαίμονες καί τούς κακούς, τούς πονηρούς λογισμούς. Ὅμως ἐμένα, ἐπειδή ἔψαχνα τά βαθύτερα, δέν μέ ἱκανοποιοῦσε αὐτή ἡ ἀπάντηση. Ἔμεινα μέ τήν ἀπορία. Ἐξέφρασα τήν ἀπορία μου στόν Ἅγιο Πορφύριο καί μοῦ λέει, «γι’ αὐτά εἶναι ὁ Ἰάκωβος, νά πᾶς στόν Ἰάκωβο». Λοιπόν καί ἐγώ ἀμέσως ξεκίνησα καί πῆγα. Ἦταν ἐκείνη ἡ ἐποχή πού γιά νά λύσω μία ἀπορία, θά μποροῦσα νά πάω στό Ἅγιον Ὄρος καί νά πάω ὁπουδήποτε, φτάνει νά λύσω μία θεολογική μου ἀπορία. Ἤθελα τά πάντα νά τά ξεκαθαρίσω μέσα μου. Ἤμουν σέ ἕνα πολύ δυνατό ψάξιμο. Λοιπόν, μόλις μέ εἶδε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, μαζεύτηκε καί ἔκανε πίσω. Ἔμοιαζε σάν νά μοῦ λέει, «ἔ, καλά, ἀφοῦ ὁ Γέροντας Πορφύριος σοῦ ἀπαγόρευσε νά πηγαίνεις σέ ἄλλους Γέροντες, πῶς ἦρθες σέ μένα»; Τό κατάλαβα ἀμέσως καί τοῦ λέω, «μά Γέροντα ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος, ὁ Γέροντάς μου μέ ἔστειλε ἐδῶ». Τότε χαμογέλασε, ἄνοιξε διάπλατα τήν ἀγκαλιά του καί μέ ὁδήγησε στό Ἐξομολογητήριο. Τοῦ εἶπα τήν ἀπορία μου. Ὁ Δαυΐδ ἦταν Ἅγιος παιδί μου καί ἄρχισε νά μοῦ ἐξηγεῖ. Περίπου μοῦ εἶπε τά ἑξῆς. Ὅτι ὁ λόγος τοῦ Δαυΐδ εἶναι λόγος προφητικός, δέν ἐξέφραζε τήν δική του θέληση, ἀλλά ἐξέφραζε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τήν τιμωρία τῶν ἀδίκων καί βέβαια κάπου ταυτιζόταν μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Βέβαια ὁ Θεός εἶναι Ἀγάπη, ἀλλά εἶναι καί Δικαιοσύνη, ὅπως συχνά συνήθιζε νά μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Ἔτσι μέ αὐτόν τόν τρόπο ἱκανοποιήθηκα, λύθηκε ἡ ἀπορία μου καί ἀπό τότε δέν ξαναπῆγα, οὔτε ξανασυνάντησα διά ζώσης τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Ὅμως ἀξίζει τόν κόπο νά σᾶς διηγηθῶ δύο περιστατικά πού συνέβησαν στά Καυσοκαλύβια μαζί μέ τό Γέροντα Πορφύριο, πού ἀφοροῦν τό Γέροντα Ἰάκωβο καί ἀποτελοῦν κατά τή γνώμη μου, μεγάλες μαρτυρίες.
Ἦταν Μάϊος τοῦ 1991, λίγοι μῆνες πρίν ἀπό τήν ὁσιακή κοίμηση καί τῶν δύο Ἁγίων Γερόντων, τοῦ Πορφυρίου καί τοῦ Ἰακώβου. Ἤμαστε στά Καυσοκαλύβια στό κελλί, στό δωμάτιο τοῦ Γέροντα, ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας Πορφύριος, ὁ ὑποτακτικός του ἱερομόναχος Φώτιος, ὁ πνευματικός καί ἐγώ. Τότε μέ ρωτάει ὁ Γέροντας: «Τί γνώμη ἔχεις γιά τόν Ἰάκωβο. Εἶναι Ἅγιος»; «Ἔτσι πιστεύω Γέροντα, ὅτι εἶναι Ἅγιος ὁ Ἰάκωβος καί γιά νά σᾶς τό ἀποδείξω, νομίζω εἶναι ἀρκετό νά σᾶς διηγηθῶ ἕνα γεγονός». «Πές μας», λέει ὁ Γέροντας ὁ Πορφύριος.
«Ἤμουνα στό Μοναστήρι καί μέ πλησίασε κάποιος κύριος. Ἦταν ὁ πατέρας ἑνός παιδιοῦ καί μοῦ διηγήθηκε τά ἑξῆς: Τό παιδί μου, ὁ γιός μου, ἦταν στό Νοσοκομεῖο ἑτοιμοθάνατος. Μάλιστα κάποιος γιατρός ἔτσι ὠμά λέει “ἑτοιμάστε καί τό φέρετρο”. Περιμένανε ὥρα τήν ὥρα νά φύγει. Τότε μέ πλησίασε κάποια κυρία καί μοῦ λέει: “Εἶναι στόν Ὅσιο Δαυΐδ ἕνας Γέροντας, ὁ Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος κάνει θαύματα. Δέν πᾶς ἐκεῖ”; Ἀμέσως ἔτρεξα καί ἦρθα στό Μοναστήρι. Ἔφτασα σχεδόν βράδυ. Πλησίασα τόν Γέροντα καί τοῦ εἶπα τόν πόνο μου. Μοῦ λέει τότε, “πᾶμε στόν ναό παιδί μου, νά προσευχηθοῦμε μαζί”. Ὁ Γέροντας γονάτισε σέ ἕνα χαλάκι μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Ἡ προσευχή του κράτησε ὀκτώ ὁλόκληρες ὧρες. Ὀκτώ ὁλόκληρες ὧρες τά δάκρυα κυλοῦσαν ἀπό τά μάτια του καί ἔβρεξαν τό χαλί. Παρακαλοῦσε συνέχεια τό Θεό, τό Χριστό, τήν Παναγία, ἔβαζε μεσίτη τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Κάποια στιγμή, τίς πρωινές ὧρες, σηκώθηκε καί μοῦ λέει χαρούμενος: “Πᾶμε παιδί μου, ὁ γιός σου εἶναι καλά”. Ἐγώ μέσα μου ἀμφέβαλλα, ἀλλά ντρεπόμουν νά ἐκφράσω τήν ἀμφιβολία μου. Τότε γυρίζει καί λέει πρός ἐμένα ὁ Γέροντας: “Τηλεφώνησε παιδί μου στό Νοσοκομεῖο, ἀφοῦ ἀμφιβάλλεις, γιά νά πειστεῖς”. Τηλεφώνησα καί μοῦ εἶπαν τό θαυμαστό ἐκεῖνο γεγονός. Ὁ ἑτοιμοθάνατος ἔγινε καλά. Ξαφνικά σηκώθηκε, ἔγινε τελείως καλά, σηκώθηκε καί περπατοῦσε, σάν νά μήν συμβαίνει τίποτα, πρός ἔκπληξη καί τῶν γιατρῶν καί ὅλων ἐκεῖ». Καί ἐγώ τότε ἑρμήνευσα τό θαυμαστό αὐτό γεγονός, γιά νά δείξω, νά ἀποδείξω τήν ἁγιότητα τοῦ ἁγίου. Καί λέω, βέβαια, ἡ θαυματουργική δύναμις τοῦ Γέροντα εἶναι σίγουρη, ἀλλά ἐγώ θά σταθῶ πρῶτα στό ὕψιστο ὅλων, τήν ἀρετή τῆς ἀγάπης. Γιατί γιά ὀκτώ ὧρες ὅταν εἶναι γονατιστός καί κλαίει καί δακρύζει συνέχεια καί παρακαλάει, σημαίνει ὅτι ἔχει μία τέλεια, μία τέλεια κατά Χριστόν ἀγάπη ὁ Γέροντας Ἰάκωβος. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πρύτανις ὅλων τῶν ἀρετῶν, πού ἐμπεριέχει ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές.
Δεύτερον, θέλω νά τονίσω τήν προσευχητική δύναμη τοῦ Γέροντα. Τήν ποιότητα τῆς προσευχῆς, τό ὕψος τῆς προσευχῆς, τήν ἔνταση τῆς προσευχῆς, τή διάρκεια τῆς προσευχῆς, μόνο ἕνας Ἅγιος μπορεῖ ὀκτώ ὧρες συνεχῶς νά προσεύχεται δακρύζοντας. Τρίτον, τό σίγουρο ἰαματικό χάρισμα τοῦ Ἁγίου καί τέταρτο, τό διορατικό χάρισμα, ἀφοῦ γνώριζε τούς λογισμούς τοῦ πατέρα. Λοιπόν μέ ὅλα αὐτά, δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἅγιος ὁ Γέροντας Ἰάκωβος. Ὁ Ἱερομόναχος Φώτιος εἶπε:
«Ναί εἶναι καί αὐτός ἅγιος ἀλλά εἶναι διαφορετικός ἀπό τούς ἄλλους ἁγίους». Νά σᾶς πῶ, τοῦ λέω. «Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἁπλοῦς. Σέ αὐτό ξεχώριζε. Στήν ἁπλότητα». Ὁ Γέρων Πορφύριος χαμογέλασε εὐχαριστημένος καί ἐπαναλάμβανε, ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἁπλοῦς. Ἰάκωβος ὁ ἁπλοῦς. Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπόδειξη ἀπό αὐτή τήν μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου γιά τήν ἁγιότητα τοῦ Ἰακώβου;
Σέ αὐτό τό σημεῖο θέλω νά πῶ λίγα πράγματα γιά τήν ἁπλότητα. Δέν ἦταν ἡ ἁπλότης τοῦ Ἰακώβου ἐκείνη ἡ συνηθισμένη ἁπλότητα κάποιων ἁπλοϊκῶν, κατά φύσιν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων. Αὐτή ἡ ἁπλότης ἦταν ἡ κατά Θεόν ἁπλότητα καί αὐτό μπορεῖ νά τό ἀποδείξουμε ἀπό τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦσε ὁ Ἰάκωβος. Αὐτός ὁ ἁπλοῦς Ἰάκωβος, ὅταν λειτουργοῦσε γινόταν ἕνας πνευματικός γίγαντας. Μεγαλεπήβολος, ἐπιβλητικός, ἀπέπνεε μία πνευματική ἀρρενωπότητα, μία πνευματική ἀρχοντιά, σωστός ἀριστοκράτης.
Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι ὅπως ἡ ἁγία ταπείνωσις εἶναι ὑψοποιός, ἔτσι καί ἡ μακαρία ἁπλότης, ἡ κατά Θεόν ἁπλότης, γίνεται μεγαλοποιός. Αὐτή τήν ἁπλότητα, τήν ἁπλότητα τῆς ἁγιότητας εἶχε ὁ Γέρων Ἰάκωβος.
Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν πανέξυπνος, εἶχε καί φυσικά χαρίσματα πάρα πολλά ἀπό τό Θεό. Αὐτό πού θά σᾶς πῶ τώρα, ἀποτελεῖ τό ἐπισφράγισμα καί τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁγιότητας τοῦ Γέροντος Ἰακώβου. Καί ἀφορᾶ τήν ἡμέρα τῆς ἀποδημίας εἰς Κύριον τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου. Γιά μένα εἶναι πάρα-πάρα πολύ σημαντικό. Ἦταν πρωί τῆς 22ας Νοεμβρίου, πάρα πολύ πρωί καί ἐγώ βρισκόμουνα μαζί μέ τον Γέροντα, τόν Ἅγιο Πορφύριο, στό κελλί του, γιατί τόν ξενυχτοῦσα, τόν γηροκομοῦσα ὅπως εἴχαμε πεῖ. Λοιπόν πρωί-πρωί μᾶς παίρνει ὁ Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ὁ ὁποῖος ἦταν καί πνευματικό τέκνο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου, γιά νά μᾶς πληροφορήσει ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος κοιμήθηκε. Μόλις τό ἄκουσα αὐτό δέν ἄντεξα, βγαίνω ἔξω ἀπό τό κελλί τοῦ Γέροντα, γιατί μέ πῆραν τά κλάματα, ἐκεῖ στήν εἴσοδο τοῦ κελλιοῦ καί ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Σέ αὐτό τό σημεῖο θέλω νά σᾶς ἐνημερώσω ὅτι στά κελλιά τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὁ ναός, τό μικρό ναΐδριο τοῦ κελλιοῦ, εἶναι ἐνσωματωμένο μέσα στό ὅλο κτίριο καί συνήθως ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μικροῦ Ἀρχονταρικιοῦ. Σέ αὐτό τό μικρό Ἀρχονταρίκι, συνήθως μετά ἀπό τή Θεία Λειτουργία, οἱ μοναχοί μπορεῖ νά καθίσουν γιά λίγο νά κεραστοῦνε ἤ νά ποῦν δύο πνευματικά λόγια. Ἀλλά ὅταν ὑπάρχει ἄρρωστος μοναχός στό κελλί, γηροκομεῖται ἐκεῖ ἤ τέλος πάντων ἐκεῖ περιθάλπεται γιά νά μπορεῖ νά παρακολουθεῖ ἔστω καί ἀπό τό κρεββάτι τίς Ἱερές Ἀκολουθίες.
Λοιπόν βρισκόμουν ἐκεῖ, ἀνάμεσα στό κελλί τοῦ Γέροντα καί στό ναό καί ἔκλαιγα. Ὁπότε μέ πλησίασε ὁ ἱερομόναχος τοῦ κελλιοῦ καί μοῦ λέει, «τί ἔπαθες καί κλαῖς, τί ἔχεις»; Τοῦ λέω, νά κοιμήθηκε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος. «Ἔ καί κλαῖς; μοῦ λέει; Πλάνες εἶναι αὐτά. Ἀφοῦ ξέρεις ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος σώθηκε, τότε γιατί κλαῖς;». Ταράχτηκα ἐγώ κάπως καί ἔτσι θυμωμένος ἄς ποῦμε, τοῦ λέω: «Καλά καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί δέν ξέρανε ὅτι σώθηκε ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος; Τότε γιατί ἐποίησαν κοπετόν μέγαν; Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δέν ξέρανε ποῦ πῆγε ἡ Παναγία μας; Τότε γιατί ἔκλαψαν πικρά γιά τόν ἀποχωρισμό της»; Αὐτός κούνησε τό χέρι ἔτσι κάπως περιφρονητικά, ἀλλά ἐκείνη τήν ὥρα ἄκουσα τά παλαμάκια τοῦ Γέροντα. Δέν εἶχε τήν δύναμη ἐξαιτίας τῆς ἀσθένειάς του, νά φωνάξει δυνατά καί χτυποῦσε παλαμάκια ὅταν μέ καλοῦσε. Ἔτρεξα ἀμέσως μέσα. Ὁ Γέροντας ἦταν σιωπηλός καί ἔτσι πέρασε λίγη ὥρα ὅπου ἐγώ ἠρεμοῦσα μέσα σέ ἐκείνη τήν πολύφθογγη σιωπή τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καί σέ λίγο κοιτάζει πρός ἐμένα καί μοῦ λέει μέ ἕνα ὕφος σοβαρό τονίζοντας μία-μία τίς λέξεις. «Μήν στενοχωριέσαι πού μᾶς ἔφυγε ὁ Ἰάκωβος, γιατί τώρα πιά πιό πολύ θά ἔχουμε τόν Ἰάκωβο. Ὁ Ἰάκωβος ἔγινε πνεῦμα καί εἶναι παντοῦ». Στό παντοῦ ἄστραψε ἕνα λαμπρό, λευκό φῶς μέσα στό δωμάτιο, τόσο λαμπρό, πού ἀκόμα καί τό φῶς τοῦ φυσικοῦ ἥλιου ἔμοιαζε μπροστά του σάν φῶς λυχναριοῦ. Καί μέσα σέ αὐτό τό φῶς, φάνηκε ἡ λαμπρή μορφή τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου νά μοῦ χαμογελάει. Τότε ἡ θλίψη μου μετουσιώθηκε ἀμέσως σέ ἀναστάσιμη χαρά.
Ὅταν ἀργότερα πληροφορήθηκα ὅτι στήν κηδεία τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου, ὁ κόσμος ἔψελνε τό «Χριστός Ἀνέστη», ἤξερα πολύ καλά τό γιατί. Γιατί ὁ Γέρων Ἰάκωβος ὁ ἁπλοῦς, ἔγινε πνεῦμα καί ἦταν μαζί τους, μεταδίδοντάς τους βιώματα ἀναστάσιμα. Ἔ, λοιπόν αὐτό εἶναι ἡ ἁγιότητα. Αὐτό εἶναι ἡ θέωση. Γιατί ὁ Ἰάκωβος πού ἔγινε πνεῦμα καί ἦταν παντοῦ, ἦταν πλέον κατά χάριν Θεός. Μέσα στήν συνείδησή μας καί πιστεύω ὅλου τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Γέρων Ἰάκωβος εἶναι σίγουρα ἕνας ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἀδημονοῦμε καί περιμένουμε τήν στιγμή τῆς ἐπίσημης ἁγιοκατάταξής του, πού τό ἀξίζει.
Καί ἡ πρώτη φορά πού συζητήσαμε γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο μέ τόν Γέροντα Πορφύριο καί ὁ Πορφύριος τόν ὀνόμασε Ἅγιο, ἀλλά καί αὐτή ἡ τελευταία πού ὁ Ἅγιος Πορφύριος εἶπε, ἔγινε πνεῦμα καί εἶναι παντοῦ, πού σημαίνει ἔφτασε στήν θέωση, στήν ἀπόλυτη, στήν ἁγιότητα, στήν τελεία ἁγιότητα, ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα πώς δέν σηκώνει πιά ἀμφιβολίες ὅτι ἔχουμε μία σίγουρη μαρτυρία περί τῆς ἁγιότητος τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου. Αὐτό μαζί μέ τή συνείδηση τοῦ λαοῦ μας, καθιστοῦν ἕτοιμο τό ἔδαφος γιά τήν ἁγιοκατάταξη τοῦ Ἁγίου πού γιά μᾶς, Πορφύριος, Παΐσιος καί Ἰάκωβος, ὑπήρξανε καί οἱ τρεῖς μαζί, οἱ τρεῖς στῦλοι τῆς Ὀρθοδοξίας στό τέλος τοῦ 20οῦ αἰῶνα καί τούς θέλουμε ἁγιοποιημένους μαζί.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.