Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Σεβ. Μητροπολίτου Σισανίου καί Σιατίστης κ. ΠΑΥΛΟΥ

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 124 από 214

Χαίρομαι πάρα πολύ πού μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νά πῶ δυό λόγια γιά τόν μακαριστό Γέροντα τόν πατέρα Ἰάκωβο, τόν νέο ἀσκητή, τόν ὁποῖο γνωρίζω ἀπό παιδάκι, ὅταν ἐρχόμασταν μέ τά κατηχητικά σχολεῖα ἀπό τήν Χαλκίδα, σταματάγαμε στίς Ροβιές καί ἀπό ἐκεῖ ἀνεβαίναμε μέ τά πόδια. Καί ὅταν ἀκουγόντουσαν οἱ φωνές μας, ὁ Γέροντας ἔβγαινε νά μᾶς ὑποδεχτεῖ. Καί ἡ αἴσθηση πού ἔχω ἀκόμα στό νοῦ καί στήν καρδιά μου, εἶναι ἑνός ἀνθρώπου πού ἀπό τήν μιά μεριά ἔψαλλε καί ἀπό τήν ἄλλη πάταγε τόσο ἐλαφρά στό χῶμα, λές καί πατοῦσε στίς μύτες τῶν ποδιῶν του καί περπατοῦσε.

Τά χρόνια κύλησαν καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀξιώθηκα νά χειροτονηθῶ ἀπό τόν μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Νικόλαο Διάκονος καί νά τοποθετηθῶ στό Μαντούδι. Ἀπεφάσισα, λοιπόν, τήν πρώτη κιόλας πανήγυρη τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, στήν 1η Νοεμβρίου– εἶχα χειροτονηθεῖ στό τέλος Σεπτεμβρίου, δύο μηνῶν δηλαδή Διάκονοςνά πάω νά λειτουργήσω στό Μοναστήρι. Ζήτησα ἀπό ἕναν πού εἶχε ταξί νά μέ μεταφέρει καί ἀπέκτησα τήν πρώτη γνώση καί ἐμπειρία γιά τόν μακαριστό Γέροντα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο πού εἶχε τό ταξί, ὁ ὁποῖος γνώριζε τόν Γέροντα, εἶχε πάει πολλές φορές καί μοῦ διηγήθηκε τό πρῶτο περιστατικό. Μοῦ μίλησε γιά μία οἰκογένεια στό Μαντούδι πού εἶχε ἀρρωστήσει τό παιδί τους καί πού τοῦ ζήτησαν νά μεταφέρει τήν μητέρα στό Μοναστήρι καί νά διαβάσει ὁ Γέροντας τά ρουχαλάκια τοῦ παιδιοῦ τοῦ ἄρρωστου. Ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ μόνος δρόμος γιά νά φτάσει κανείς, ἦταν ὁ δρόμος πού περνάει ἀπό τό ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος στήν περιοχή αὐτή, ἔχει καί σήμερα ἀκόμα κοκκινόχωμα, πού ὅταν βρέξει κολλάει τό αὐτοκίνητο. Κόλλησε λοιπόν τό αὐτοκίνητο. «Κατάφερα», μοῦ λέει ὁ ἄνθρωπος, «νά τό ξεκολλήσω καί εἶπα στήν μητέρα τοῦ παιδιοῦ, νά περπατήσουμε ἀπό δῶ καί πέρα μέ τά πόδια, ἦταν ἄλλωστε πάρα πολύ κοντά. Ἀλλά δέν προλάβαμε νά φτάσουμε σέ μία μικρή ἀνηφορίτσα, κάτω ἀπό τήν ὁποία ἦταν τό Μοναστήρι, ὅταν βλέπουμε τόν Γέροντα νά κατεβαίνει πάνω σέ ἕνα μουλάρι. Θελήσαμε νά τόν χαιρετίσουμε, ἀλλά αὐτός μᾶς ἔκανε τό σημεῖο τῆς σιωπῆς, βάζοντας τό δάχτυλό του στό στόμα καί λέγοντάς μας: “Μή μιλᾶτε, ἔχω τά Ἅγια”, τήν Θεία Κοινωνία δηλαδή, “καί πηγαίνω στά Δαμιά νά κοινωνήσω ἕναν ἑτοιμοθάνατο”. Τά Δαμιά ἀπεῖχαν τουλάχιστον μία ὥρα ἀπό κεῖ μέ τό ἄλογο καί ἄλλη μία τόση ὥρα περίπου νά γυρίσει κανείς πίσω. Καί πραγματικά ἐμεῖς σταυροκοπηθήκαμε, πέρασε ὁ Γέροντας, φτάσαμε στό Μοναστήρι, μπήκαμε στόν ναό νά προσκυνήσουμε καί τήν ὥρα πού ἀνάβαμε τό κεράκι μας, βλέπουμε νά ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ Ἱεροῦ καί νά βγαίνει ὁ πατήρ Ἰάκωβος. Μᾶς χαιρέτισε καί πῆγε νά φύγει. Ἐγώ τά ἔχασα, μοῦ λέει ὁ ταξιτζής. Ὁπότε μή ἀντέχοντας, τρέχω καί τοῦ λέω: Πάτερ Ἰάκωβε συγγνώμη. “Ὁρίστε παιδί μου”. Μά προηγουμένως δέν σέ εἴδαμε πού πήγαινες στά Δαμιά νά κοινωνήσεις ἕναν ἑτοιμοθάνατο; “Ναί παιδί μου”. Πῆγες καί τόν κοινώνησες; “Ναί παιδί μου”. Καί πότε πρόλαβες καί γύρισες; Καί τότε ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε ἁπλά “Παιδί μου, αὐτά εἶναι τοῦ Θεοῦ πράγματα” καί ἔφυγε». Ἔτσι λοιπόν ἀποκτοῦσα μία γνώση γιά τά χαρίσματα τοῦ πατρός ἀπό ἕναν ἄνθρωπο, θά τολμοῦσα νά πῶ τήν λέξη «οὐδέτερο», ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε ζήσει ἀκριβῶς αὐτήν τήν ἐμπειρία καί τήν μετέφερε καί τήν μετέδωσε μάλιστα μέ τόν ἴδιο τρόπο καί στόν Μητροπολίτη Χαλκίδος Χρυσόστομο τόν Α΄, ὅταν κάποτε πάλι τόν πῆρα γιά νά πᾶμε νά συναντήσουμε τόν Δεσπότη.

Ἀπό κεῖ ἄρχισε μία πολύ πιό στενή γνωριμία, καθόσον ἐγώ διηκόνησα στήν περιοχή αὐτή περίπου εἴκοσι πέντε χρόνια καί σχεδόν κάθε βδομάδα θά ἤμουνα ἐπάνω στό Μοναστήρι. Μάλιστα ἡ πρώτη μας συνάντηση ὡς νεαρός διάκονος ἐγώ, ἤτανε θά ἔλεγα λιγάκι ἐπεισοδιακή. Μέ τήν ἔννοια, ὅτι ὁ Γέροντας μόλις μέ εἶδε, θέλησε νά μοῦ φιλήσει τό χέρι καί ἐγώ αἰσθάνθηκα συστολή. Καί λέω «Γέροντα, ἐγώ νά φιλήσω τό χέρι σου, ὄχι ἐσύ τό δικό μου». «Ὄχι, ὄχι παιδί μου. Ἐγώ ἔμαθα ἀπό τούς γονεῖς μου νά σέβομαι τούς ἱερεῖς». «Μά Γέροντα ἐγώ εἶμαι Διάκονος, ἐσεῖς εἶστε ὁ Ἱερεύς». «Ὄχι, ὄχι παιδί μου». Καί μάλιστα μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ δύναμη πού εἶχε, πού μοῦ τραβοῦσε τό χέρι. Τελικά μοῦ φίλησε τό χέρι, μοῦ εἶπε ὅτι τώρα εἶσαι καλός μοναχός, πού ἔκανες ὑπακοή, φίλησα καί ἐγώ τό δικό του καί ἔτσι ξεκίνησε μία πορεία γνωριμίας ὅλων αὐτῶν τῶν χρόνων.

Δέν ξέρω τί μπορεῖ κανείς νά πρωτοπεῖ γι’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τόν κυριολεκτικά ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, αὐτόν τόν κρυμμένο θησαυρό. Ἕναν ἄνθρωπο πού οὐσιαστικά ἡ ζωή του ἦταν μία διαρκής θυσία γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔζησε στό Μοναστήρι, ὅπου μάλιστα τόν ὑποδέχτηκε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, ὅπως ἐκεῖνος μοῦ εἶχε πεῖ, ὅταν εἶχε ἀπολυθεῖ ἀπό φαντάρος καί θέλησε νά πάει νά προσκυνήσει, γιατί ὁ δικός του προορισμός ἦταν νά πάει στούς Ἁγίους Τόπους. Αὐτός πού τοῦ ἄνοιξε τήν πόρτα, ὅπως διαπιστώθη ἔπειτα ἀπό λίγο, ἦταν ὁ Ὅσιος Δαυΐδ. Γιατί τότε στό Μοναστήρι ἦταν ὅλοι καί ὅλοι δύο μοναχοί. Ὁ ἕνας μάλιστα ἀναπαυότανε καί ὁ ἄλλος καθάριζε τά καντήλια ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅταν εἶδε τόν πατέρα Ἰάκωβο ξαφνιάστηκε. «Ἐσύ παιδί μου, τοῦ λέει, ποῦ βρέθηκες ἐδῶ; Ἀπό ποῦ ἦρθες;». «Μοῦ ἄνοιξε», λέει, «ὁ πάτερ». «Ποιός πάτερ;». «Ὁ πάτερ, ἕνας πάτερ μοῦ ἄνοιξε». Τότε ὁ ἄλλος ξαφνιάστηκε. Σκέφτηκε, ξύπνησε ὁ ἄλλος ἀδελφός; Πῆγε νά δεῖ καί ὅμως ἀκόμα ἀναπαυόταν. Καί ὅταν ὁ Γέροντας μπῆκε μέσα στόν ναό, γιά νά προσκυνήσει καί ἔφτασε στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, τόν ἔδειξε καί εἶπε στόν ἄλλο μοναχό «Γέροντα, αὐτός μοῦ ἄνοιξε».

Ἔτσι ἀπό κεῖ καί πέρα, συνεδέθη ὁ πατήρ πλέον Ἰάκωβος μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἀπό κεῖ καί πέρα, ταυτίστηκε θά ἔλεγα ἡ ζωή του μέ τήν ζωή τοῦ Ὁσίου. Τόν ὑπηρέτησε, τόν ἀγάπησε, προσευχήθηκε σέ αὐτόν, μεσολάβησε γιά τήν θεραπεία τόσων καί τόσων ἀνθρώπων καί πάντοτε μιλοῦσε μέ θαυμασμό γιά τόν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος εἶχε τόση χάρη, τόση εὐλογία καί τόση δύναμη, ὥστε τόσοι καί τόσοι ἄνθρωποι νά ἔρχονται γιά νά πάρουν τήν χάρη καί τήν εὐχή του. Ὁ πατήρ Ἰάκωβος ποτέ δέν διανοήθηκε ὅτι ὁ κόσμος αὐτός ἐρχόταν καί γιά κεῖνον. Πάντοτε ἀπέδιδε τήν δόξα στόν Ὅσιο, στήν χάρη του καί στήν βοήθειά του. Καί πάντοτε διηγεῖτο πάρα πολλά θαύματα, τά ὁποῖα ὁ Ὅσιος Δαυΐδ ἔκανε στούς ἀνθρώπους.

Θυμᾶμαι ὅτι, ὅταν ὁ τότε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶς, στήν ὁποία ἀνήκω, ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, θέλησε νά πᾶμε νά προσκυνήσουμε στό Μοναστήρι καί τόν κάλεσε νά ἔρθει στό Μοναστήρι μας νά μᾶς εὐλογήσει, ὁ πατήρ Ἰάκωβος ἀπάντησε: «Γέροντα τί νά ἔρθω νά κάνω στό Μοναστήρι σας; Ἐγώ εἶμαι ἕνα ψόφιο σκυλί. Νά ἔρθω νά σᾶς μολύνω τόν ἀέρα;». Καί πραγματικά μείναμε κατάπληκτοι, διότι εἴχαμε τήν αἴσθηση ὅτι αὐτός ὁ λόγος δέν ἦταν ἕνας ψεύτικος λόγος ταπείνωσης, ἀλλά μία πραγματική αἴσθηση γιά τόν ἑαυτό του. Ἦταν τόσο πραγματικά ταπεινός πού θεωροῦσε ὅτι θά μόλυνε τόν ἀέρα, ἅμα ἐρχόταν στό Μοναστήρι μας καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἕνα ψόφιο σκυλί. Καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἀποροῦσε πολλές φορές,

«πῶς τόσο ἐπιφανεῖς ἄνθρωποι καί εὐσεβεῖς καθηγητές Πανεπιστημίου, ἔρχονται παιδί μου σέ μένα τόν χοϊκό Ἰάκωβο; Τί ζητᾶνε ἀπό μένα; Τί περιμένουν ἀπό μένα; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλός». Βλέπει λοιπόν κανείς ὅτι αὐτός ὁ λόγος πού ἀναφέρεται στό Τροπάριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, «τῇ ταπεινώσει τά ὑψηλά καί τῇ πτωχείᾳ τά πλούσια», ἐφαρμόστηκε ἀπόλυτα στόν μακαριστό Γέροντα, ὁ ὁποῖος ὅσο ταπείνωσε τόν ἑαυτό του καί ὅσο διαρκῶς τόν ταπείνωνε, τόσο ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τόν ἀνύψωνε στήν συνείδηση τῶν ἀνθρώπων, ὥστε καί σήμερα πλέον νά ὑπάρχει ἡ αἴσθηση ὅτι εἶναι ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος καί μάλιστα ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας ἅγιος τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει κάνει καί κάνει πάρα πολλά θαύματα καί παρεμβαίνει στήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπικαλοῦνται.

Θυμᾶμαι ἕνα χαρακτηριστικό περιστατικό, πού ἴσως τό ἔχετε ξανακούσει, μέ τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνον πού ἀρρώστησε, τόν τέως Ἀξιωματικό τῆς Ἀεροπορίας ὅτι ἦρθε στό Νοσοκομεῖο σέ μία κατάσταση περίπου σηψαιμίας. Καί ὅταν ἔμεινε γιά δέκα μέρες ἐκεῖ στήν ἐντατική καί συνῆλθε, κοιτοῦσε ἐπίμονα ἀπέναντί του μέ ἕναν τέτοιο τρόπο σάν νά προσπαθοῦσε νά γνωρίσει κάτι. Καί ὅταν τόν ρώτησαν: «Τί κοιτᾶς;». Λέει:

«Μά ὅλες αὐτές τί μέρες πού εἶμαι ἐδῶ, βλέπω ἐδῶ μία μορφή, μοιάζει μέ τόν Ἅγιο Νικόλαο, ἀλλά δέν φοράει μίτρα, φοράει σκουφάκι». Ὅταν τό εἶπε στόν γιατρό του, ὁ γιατρός του δέν ἤξερε τόν πατέρα Ἰάκωβο, τοῦ εἶπε τό ἑξῆς χαρακτηριστικό καί πιό πολύ γιά αὐτό τό ἀναφέρω. «Κοίταξε τοῦ λέει, ὁ καθηγητής μου, ὅταν τελικά ἐτελείωσα, ἀφοῦ μοῦ εἶπε διάφορες συμβουλές, μοῦ εἶπε καί τήν ἑξῆς. Ὅταν παιδί μου θά ἀντιμετωπίσεις δύσκολο περιστατικό, νά ἐπικαλεῖσαι τόν πατέρα Ἰάκωβο ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Ἐγώ στόν Ὅσιο Δαυΐδ δέν ἔχω πάει, οὔτε τόν πατέρα Ἰάκωβο γνωρίζω, ὅμως ἐκτιμῶ πολύ τόν καθηγητή μου. Καί ὅταν σέ φέρανε ἐδῶ, μέ πιθανότητα 3% νά ζήσεις καί 97% νά πεθάνεις, μπαίνοντας στό χειρουργεῖο, ἐπικαλέστηκα τόν πατέρα Ἰάκωβο ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Αὐτό ἔχω νά σοῦ πῶ ἐγώ». Καί τελικά ἀπεδείχθη ὅτι ὄντως ὁ πατήρ Ἰάκωβος ἔκανε τό θαῦμα του, ὅπως ἔκανε καί κάνει.

Ἐπίσης ὁ μακαριστός Γέροντας, ζοῦσε τήν παρουσία τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ὅταν λειτουργοῦσε. Συλλειτουργοῦσε μέ τόν Ἅγιο Δαυΐδ, μέ τούς Ἀγγέλους καί μέ τούς Ἁγίους. Καί πολλές φορές μᾶς διηγεῖτο πράγματα ἀπό αὐτές τίς ἐμπειρίες του τίς λειτουργικές. Μάλιστα κάποτε κάποιος τοῦ εἶπε «Γέροντα ποιός ἄλλος παπάς λειτουργοῦσε μαζί σας;». «Ποιός παιδί μου παπάς λειτουργοῦσε;». «Μά ἦταν κάποιος ἐκεῖ δίπλα σου, ἐγώ τόν ἔβλεπα ἀπ’ ἔξω, ἀπό τήν ἐκκλησία». «Δέν ὑπῆρχε ἄλλος παπάς». Τώρα ὁ Θεός εἶχε ἀξιώσει αὐτόν τόν χριστιανό, νά δεῖ τόν Ἄγγελο, πού συλλειτουργοῦσε μέ τόν μακαριστό Γέροντα. Ἴσως αὐτά γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀκούγονται περίεργα, ἀλλά εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐδῶ μπαίνει ἕνα μεγάλο ζήτημα.

Τελικά εἶναι περίεργα τά γεγονότα ἤ εἶναι πνευματικά ἀνάπηροι οἱ ἄνθρωποι, ὥστε νά μήν εἶναι ἱκανοί νά νιώσουν αὐτόν τόν ἄλλο κόσμο τοῦ Πνεύματος, τόν κόσμο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τόν κόσμο τῶν Ἁγίων καί ὅποιος ἔχει γνωρίσει τέτοιους ἀνθρώπους, ἀντιλαμβάνεται πόσο φτωχοί πρέπει νά εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουνε, οὔτε κἄν ὑποψιάζονται ὅτι ὑπάρχουν ὅλα αὐτά τά γεγονότα. Εἶναι ἀληθινά καί χρειάζεται ὅμως μία προϋπόθεση, γιά νά τά ζήσει κανείς. Αὐτή ἡ προϋπόθεση εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἔτσι ὅπως εἶναι γνωστό ὅτι «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται ταπεινοῖς δέ δίδωσιν χάριν» καί ἄν σκεφτεῖ κανένας ὅτι ἕνα προσφυγόπουλο ἀπό τό Λιβίσι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πού ἔφτασε ταλαιπωρημένο καί τελικά κατέληξε στή Φαράκλα τῆς Εὔβοιας πῶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁδηγοῦσε τά βήματά του; Πῶς ἀπό μικρός ἀγάπησε τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία του; Πῶς ἀπό μικρός ἀκόμα, ὅπως διηγοῦνται οἱ συγχωριανοί του, ἔκανε θαύματα, γιατί ἀκριβῶς ἐμπιστευόταν τόν Θεό καί τήν χάρη καί τήν ἀγάπη Του καί πῶς τελικά πορεύτηκε μέσα στήν ζωή, ὥστε ἐξελίχθηκε πνευματικά καί ἔφτασε εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά εἶναι πλήρης ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσα στήν ζωή του καί νά τά ἐκφράζει ὅλα αὐτά στήν καθημερινότητά του, τότε μπορεῖ νά καταλάβει τόν λόγο πού ὁ ἴδιος ἔλεγε.

Κάποτε πῆγα μέ μία ὁμάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δέν τόν ἤξεραν μέχρι τότε, ἀνάμεσά τους ἦταν καί ἡ γνωστή κυρία Σουρέλη. Ἤμασταν στόν Ὅσιο Δαυΐδ λοιπόν. Δέν τόν εἶχαν ξαναδεῖ τόν Γέροντα, δέν τόν εἶχαν κἄν ξανακούσει. Καί τούς μίλησε. Καί τόν ἄκουσαν. Καί τόν εἶδαν. Καί στό τέλος, φεύγοντας, λέει ἡ κυρία Σουρέλη στόν Γέροντα. «Γέροντα ἐμεῖς τώρα φεύγουμε καί πᾶμε στόν κόσμο. Τί μποροῦμε νά ποῦμε σέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού εἶναι στόν κόσμο, μέ τόσες μέριμνες, μέ τόσες δυσκολίες;». Καί ὁ πατήρ Ἰάκωβος τήν κοίταξε μέ ἕναν τρόπο, θά ἔλεγα σάν ἀποφθεγματικό καί τῆς εἶπε

«Παιδί μου, ζῇ Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν. Αὐτό νά πεῖτε στούς ἀνθρώπους στόν κόσμο». Αὐτό πού ἦταν ἡ δική του ἐμπειρία.

«Ζῇ Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν». Αὐτή ἦταν ἡ αἴσθησή του καί πρός αὐτόν τόν ζῶντα Θεό, ἀνέφερε τίς προσευχές του καί τόσους καί τόσους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν τήν βοήθειά του, εἴτε μέ τίς ἐπισκέψεις, μέ τήν ἐξομολόγηση, μέ γράμματα πού τοῦ ἔστελναν καί γιά αὐτόν τόν λόγο, ὅταν ἐκοιμήθη, τήν ἡμέρα ἐκείνη τό Μοναστήρι γέμισε ἀπό κόσμο. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἦταν τό Μοναστήρι ὅλο ἕνα τσαμπί, ὅπου οἱ ἄνθρωποι κρεμόντουσαν ἀπό παντοῦ, ἀκόμα καί ἀπό τό καμπαναριό. Καί αὐτή ἦταν ἡ αἴσθηση τῶν ἀνθρώπων.

Πέρασαν ἀρκετά χρόνια ἀπό τότε, καί κάθε χρόνο πού τελεῖται τό ἐτήσιο μνημόσυνό του, ἡ αἴσθηση πού ἔχουμε, εἶναι ὅτι πρόκειται γιά πανηγύρι Ἁγίου καί ὄχι γιά μνημόσυνο ἑνός ἀνθρώπου. Καί ἔτσι ὁ κόσμος συνάγεται, γιά νά γευτεῖ τήν χάρη καί νά ζητήσει τήν πρεσβεία του. Βρίσκει κανείς νά πεῖ πολλά γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, γιά τόν τρόπο πού ἀντιμετώπιζε τούς ἀνθρώπους καί τά προβλήματά τους, ἀλλά ὁ βασικός τρόπος ἦταν ἡ ταπείνωσή του καί ἡ ἀγάπη του. Μία ἀγάπη πού ἦταν γνήσια καί πηγαία, ἄλλωστε ἦταν ἡ ζωή του αὐτή. Καί μέ τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο συμπαραστεκότανε σέ ὅλους.

Νά σᾶς πῶ ἀκόμα ἕνα τελευταῖο περιστατικό πού δείχνει τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Γέροντα. Κάποτε πέθανε ἕνα νέο παιδί. Τό ἤξερε ὁ Γέροντας. Καί μετά τήν κηδεία του ἀνέβηκα στό Μοναστήρι. Μέ ρώτησε λοιπόν: «Τί κάνει παιδί μου ἡ κοπέλα αὐτή, τά παιδιά τί κάνουνε;». «Γέροντα ἀγωνίζονται, προσπαθοῦν». Μοῦ ἔβγαλε καί μοῦ ἔδωσε ἕνα χρηματικό ποσό καί μοῦ λέει, «νά τό δώσεις νά πάρει παπουτσάκια στά παιδιά». Τό πῆρα καί τό ἔδωσα. Δέν ἦταν πολύς ὁ καιρός πού ξανανέβηκα καί μέ ξαναρώτησε. Και μοῦ ξαναδίνει πάλι, περισσότερα χρήματα μάλιστα. Λέω «Γέροντα, μοῦ δώσατε καί προχτές». Καί μοῦ ἀπαντᾶ «Παιδί μου πέντε δίνω, δέκα μοῦ στέλνει ὁ Θεός». Ἐν πάσῃ περιπτώσει.

Ἄλλη μία φορά, ἕνα Σάββατο, εἶχα πάει νά λειτουργήσω ἐπάνω στό Μοναστήρι καί μετά πάλι βγήκαμε ἔξω, ἐκεῖ πίσω ἀπό τό Ἱερό καί ὁ Γέροντας πάλι μέ ρώτησε γιά ἄλλη οἰκογένεια, γιά τήν ὁποία μοῦ εἶχε δώσει νά τήν βοηθήσω. Καί ὅταν τοῦ εἶπα, «Γέροντά μου, μοῦ δώσατε καί προχτές». «Δέν πειράζει παιδί μου δέκα στέλνω, πενήντα μοῦ στέλνει ὁ Θεός». Τήν ὥρα λοιπόν ἐκείνη, μᾶς πλησιάζει ἕνας ἄνθρωπος ἀπό τήν Πελοπόννησο, πού εἶχε δεῖ μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Γέροντα καί ἀφοῦ μᾶς χαιρέτισε βιαστικά, γιατί ἦταν περαστικός, ἄφησε, ἀφοῦ πῆρε τήν εὐχή τοῦ Γέροντα, ἕνα φάκελο στό χέρι του. Καί τότε ὁ Γέροντας ἔκανε κάτι πού δεν τό ἔχει ξανακάνει ποτέ. Ἄνοιξε μπροστά μου τόν φάκελο καί εἶχε μέσα πενήντα χιλιάδες. Καί μοῦ λέει, «Εἶδες παιδί μου πού σοῦ εἶπα; Δέκα δίνω, πενήντα μοῦ στέλνει ὁ Θεός». Καί αὐτό τό ἔκανε γιά μένα. Γιατί ὅπως φάνηκε, ἐκεῖνος ἤξερε καλά τί περιεῖχε, ὄχι ἐπειδή τό εἶπε κανένας, ἀλλά γιατί αὐτός εἶχε μία ἄλλη γνώση καί μία ἄλλη θέα τῶν πραγμάτων.

Νομίζω ὅτι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ περιμένει τήν ἐπίσημη ἀπόφαση τῆς ἁγιοκατατάξεώς του, γιά νά συνεχίσει νά τόν τιμᾶ, ὅπως τόν τιμᾶ ἤδη, ὡς ἅγιο ἄνθρωπο. Καί ὁ μακαριστός Γέροντας, βεβαίως εἶναι ἅγιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐπεμβαίνει καί τώρα στή ζωή μας, δέχεται τίς προσευχές μας καί εἶναι πραγματικά ἡ ἀπαντοχή τοῦ καθενός ἀνθρώπου. Καί μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Θεός στήν ἐποχή μας φανέρωσε αὐτούς τούς Ἁγίους, ὅπως τόν Ἅγιο Παΐσιο, τόν Ἅγιο Πορφύριο, πρῶτον γιά νά μᾶς βεβαιώσει γιά τόν λόγο τοῦ Γέροντα Ἰακώβου, «ζῇ Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν», ἀλλά καί γιά νά μᾶς στηρίξει σέ μία ἐποχή δύσκολη, σέ μία ἐποχή πειρασμῶν μεγάλων, ἀλλά καί σέ μία ἐποχή ἀποστασίας, πού ἡ συνέπεια τῆς ἀποστασίας μας εἶναι οἱ δυσκολίες, τίς ὁποῖες ἀντιμετωπίζουμε. Καί ἐπειδή αὐτούς τούς ἁγίους τούς εἴδαμε μέ τά μάτια μας, τούς ἀκουμπήσαμε μέ τά χέρια μας, τούς ἀκούσαμε μέ τά αὐτιά μας, τούς εἴδαμε νά παρεμβαίνουν στήν ζωή μας καί εἴμαστε ἀπόλυτα βέβαιοι γιά τήν παρουσία τους, αὐτοί γιά τόν πιστό ἄνθρωπο, ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀποτελοῦν μία πηγή δυνάμεως καί μία ἐνίσχυση γιά νά μήν κουραστοῦμε καί ἀποκάμουμε στόν πόλεμο τοῦ πειρασμοῦ, σέ αὐτές τίς δύσκολες ὧρες. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι, ὅσο θά φτάνουμε πρός τό τέλος τῆς ἱστορίας, οἱ ἅγιοι θά γίνονται ἁγιώτεροι καί οἱ ἁμαρτωλοί ἀκόμα ἀθλιώτεροι. Αὐτό τό ζοῦμε καί σήμερα ἀκόμα. Βλέπουμε τήν ἀναίδεια, τό θράσος, μέ τό ὁποῖο πολλοί ἀπευθύνονται στήν Ἐκκλησία, στόν Χριστό, πόσο βυσσοδομοῦν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας Του. Βέβαια αὐτό τόν πιστό ἄνθρωπο δέν τόν τρομάζει. Τοῦ ἐπιβεβαιώνει τόν λόγο τῆς Ἀποκαλύψεως καί τόν ἐνισχύει, γιατί τοῦ δημιουργεῖ τή βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Ἐκεῖνος πού «ἐξῆλθεν νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Καί ἡ νίκη θά εἶναι τελικά τοῦ Χριστοῦ, μέ τίς πρεσβεῖες καί τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου καί ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων.

Θέλω θερμά νά σᾶς εὐχαριστήσω. Μοῦ δώσατε τήν εὐκαιρία τούτη τή στιγμή νά θυμηθῶ εὐλογημένες ἡμέρες κοντά στόν μακαριστό καί εὐλογημένο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καί γιά μένα πλέον, εἶναι ἕνα μέτρο καί ἕνα κριτήριο, γιατί ἐγώ δέν μπορῶ νά πῶ πώς δέν τόν γνώρισα, δέν μπορῶ νά πῶ πώς δέν τόν εἶδα καί τώρα πού σᾶς τά λέω, τά πιό κοντινά αὐτιά στό στόμα μου εἶναι τά δικά μου. Ἄρα λοιπόν εἶναι μία μεγάλη εὐλογία καί μία μεγάλη καί τρομερή εὐθύνη, τό νά ἔχει γνωρίσει κανείς καί νά ἔχει ζήσει δίπλα στόν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τό μακαριστό Γέροντα Ἰάκωβο.