Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Ἐμφανίζεται στό κέντρο τῆς Ἀθήνας

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 137 από 214

Γιά τήν θαυμαστή ἐμπειρία της μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο, στίς 8 Ὀκτωβρίου 1993, ἡμέρα Παρασκευή, μᾶς ἔγραψε ἡ κ. Ἑλένη Κοφινάκου πού ζεῖ στήν Ἀθήνα, κοντά στήν πλατεία Ἀμερικῆς.

«Γυρίζοντας ἀπό τόν παιδίατρο πού εἴχαμε πάει τό παιδάκι τῆς κουμπάρας μου στόν Περισσό, τό λεωφορεῖο μᾶς κατέβασε Γαλατσίου καί Πατησίων λόγω προεκλογικής συγκέντρωσης. Συνεχίσαμε μέ τά πόδια καί φτάνοντας στήν πλατεία Κολιάτσου εἴδαμε ἕναν Γέροντα. Μᾶς ἔκανε ἐντύπωση πῶς ἕνας παππούλης βρέθηκε τέτοια ὥρα ἐκεῖ καί μάλιστα τήν στιγμή πού γινόταν πολιτική συγκέντρωση. Στεκόταν στήν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου καί μιλοῦσε σ’ ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ὅμως, ἔδειχνε σά νά μήν τόν ἄκουγε καί νά μήν τόν ἔβλεπε. Προχωρώντας ἕνα τετράγωνο, βλέπουμε πάλι μπροστά μας τόν Γέροντα αὐτόν. Παραξενευτήκαμε πῶς μᾶς ἔφτασε, γιατί προχωροῦσε σιγά-σιγά κρατώντας ἕνα μπαστουνάκι. Στεκόταν, κοίταζε τόν συγκεντρωμένο κόσμο καί κουνοῦσε τό κεφάλι του. Ἐμεῖς ἀναρωτιόμασταν ἀπό ποῦ νά εἶναι, ἀπό ποῦ νά ἔρχεται, γιατί φαινόταν ξένος στά μέρη αὐτά καί ἀποφασίσαμε νά τοῦ μιλήσουμε. Πλησιάσαμε καί ζητήσαμε τήν εὐλογία του. Μᾶς εὐλόγησε χωρίς νά μᾶς κοιτάξει κάνοντας μέ τά μάτια του τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, κοιτάζοντας πρῶτα στόν οὐρανό, ἔπειτα κάτω καί μετά δεξιά καί ἀριστερά. Τοῦ ζητήσαμε νά εὐλογήσει καί τό παιδάκι, τό ὁποῖο σημειωτέον εἶναι πολύ ἐξοικειωμένο μέ τήν ἐκκλησία καί τούς ἱερεῖς καί ὅταν βλέπει παππούλη φωνάζει:

– Μαμά, παππούλης! Καί τρέχει νά τοῦ φιλήσει τό χέρι.

Ἐκείνη τή φορά ὅμως δέν μιλοῦσε καθόλου, μόνο κοίταζε τόν Γέροντα μέ θαυμασμό. Ἀφοῦ εὐλόγησε ὁ Γέροντας τό παιδάκι προχωρήσαμε ἕνα τετράγωνο καί ξαναγυρίσαμε νά κοιτάξουμε τόν Γέροντα, γιατί μιλούσαμε γι’ αὐτόν. Ἡ Θεονύμφη, ἡ κουμπάρα μου, ἔβλεπε τό Γέροντα νά ἔχει μπεῖ στό στενό καί νά ἀπομακρύνεται. Ἐγώ ὅμως δέν τόν ἔβλεπα.

Γυρίσαμε ἡ κάθε μιά στό σπίτι της. Ἦταν βράδυ καί ἀφοῦ ἔκανα τήν προσευχή μου, ξάπλωσα. Δίπλα στό κρεββάτι μου εἶχα πάντα τό βιβλίο τοῦ Γέροντα, τό ὁποῖο εἶχα διαβάσει ξανά καί ξανά. Ἐκεῖνο τό βράδυ ὅμως θέλησα νά τό διαβάσω πάλι, γιά νά πάρω δύναμη. Μόλις τό ἔπιασα στά χέρια μου καί τό κοίταξα, ἐνῶ τό εἶχα δεῖ πολλές φορές μέχρι τότε, σάστισα καί ἔβαλα τά κλάματα ἀπό τήν συγκίνηση. Ἀναγνώρισα στήν φωτογραφία τοῦ ἐξωφύλλου τόν Γέροντα πού εἴχαμε δεῖ στό δρόμο. Ἔτρεξα γρήγορα καί τηλεφώνησα στήν κουμπάρα μου. (Ἦταν12.00 ἡ ὥρα τά μεσάνυχτα).

– Πήγαινε, τῆς λέω, καί πάρε τό βιβλίο τοῦ πατρός Ἰακώβου.

Πῆγε καί γύρισε στό τηλέφωνο μέ κλάματα καί μοῦ εἶπε:

Εἶναι ὁ Γέροντας πού εἴδαμε!

Ἀφοῦ κλείσαμε τό τηλέφωνο προσευχήθηκα στόν Γέροντα καί τοῦ εἶπα:

– Γέροντα δέν εἶναι δυνατόν νά παρουσιάστηκες σ’ ἐμένα τήν ἁμαρτωλή. Σέ παρακαλῶ δεῖξε μου κάποιο σημεῖο πρίν πῶ σέ κάποιον αὐτό πού μοῦ συνέβη.

Τήν ἄλλη μέρα πῆγα στήν κουμπάρα μου. Κρατοῦσα μαζί καί μιά φωτογραφία τοῦ Γέροντα, γιά νά τῆς δείξω πόσο ἔμοιαζε στόν παππούλη πού εἴδαμε. Μόλις ἔβγαλα τήν φωτογραφία ἀπό τήν τσάντα μου, μᾶς περιέλουσε ἕνα θεῖο ἄρωμα πού ἔβγαινε ἀπό τήν φωτογραφία. Συγκινηθήκαμε, κλάψαμε καί τήν ἀσπαστήκαμε. Τήν ἔβαλα πάλι στήν τσάντα. Ὅταν περίπου μισή ὥρα ἀργότερα, τήν ξαναέβγαλα εἶχε μόνο τήν μυρωδιά τοῦ χαρτιοῦ. Αὐτό ἦταν γιά μένα ἕνα σημεῖο.

Τήν Κυριακή πήγαμε στήν ἐκκλησία, στόν Ἅγιο Νικόλαο Ἀχαρνῶν. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία θελήσαμε νά μιλήσουμε στόν πνευματικό μας πατέρα, π. Σεραφείμ Παπακώστα ( νῦν Μητροπολίτη Καστορίας) γι’ αὐτό πού μᾶς συνέβη. Πρίν ἀκόμα τοῦ τελειώσουμε τήν διήγηση, λέγοντάς του μόνο ὅτι εἴδαμε στό δρόμο ἕναν Γέροντα καί τά λοιπά, μᾶς εἶπε:

– Παιδιά μου, ὁ πατήρ Ἰάκωβος ἦταν καί εἶναι Ἅγιος!

Συγκινηθήκαμε καί βεβαιωθήκαμε πιά ὅτι ὁ παππούλης πού εἴδαμε ἦταν ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰάκωβος. Ἄς ἔχομε τήν εὐχή καί τήν προστασία του!!!».