Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

36. Δίπλα μας γιά πάντα

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 163 από 214

Ἡ πρεσβυτέρα Καλυψώ Δημητριάδη ἀπό τήν Ἀθήνα σέ ἐπίσκεψή της στή Μονή, στίς 4-8-1997 ἄφησε τήν πιό κάτω ἐπιστολή:

«Ὁ σύζυγός μου, π. Νεκτάριος, εἶναι Ἱερέας στόν Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν (Μάσχα) στό Περιστέρι, στήν Ἀθήνα. Ἡ μητέρα του γεννήθηκε στόν Ἅγιο Γεώργιο Ἱστιαίας στήν Εὔβοια καί ἔτσι ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά τους γνώριζε τόν μακαριστό Γέροντα Ἰάκωβο πολλά χρόνια πρίν.

Μεγάλο δῶρο μοῦ ἔκανε ὁ Θεός νά τόν γνωρίσω καί ἐγώ σέ μία ἐπίσκεψη πού κάναμε στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ μέ τόν σύζυγό μου καί τήν πρώτη μας κόρη Μαργαρίτα. Ὁ σύζυγός μου εἶχε νά τόν δεῖ ἑπτά-ὀκτώ χρόνια καί ἐγώ τόν ἔβλεπα γιά πρώτη φορά, χωρίς νά γνωρίζω τίποτα γι’ αὐτόν. Διέκρινε μιά ἀνησυχία ἐπάνω μας ὁ πατήρ Ἰάκωβος καί ρώτησε τί μᾶς συνέβαινε. Τοῦ ἀναφέραμε λοιπόν ὅτι περίπου ἕνα χιλιόμετρο πρίν τό Μοναστήρι, χάσαμε τήν τάπα τῆς βενζίνας τοῦ αὐτοκινήτου μας καί σκεφτόμασταν πῶς θά γυρίσουμε πίσω.

Ποιά, αὐτήν τήν τάπα γυρεύετε; Μᾶς ρωτᾶ ὁ π. Ἰάκωβος καί μᾶς δείχνει τήν τάπα τοῦ αὐτοκινήτου μας, πού κρατοῦσε στά χέρια του. Χαρήκαμε τόσο πολύ καί οὔτε κἄν ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ἀναρωτηθοῦμε πῶς τήν βρῆκε ὁ Γέροντας, ἀφοῦ ἐμεῖς τήν εἴχαμε χάσει πολύ πρίν φτάσουμε στό Μοναστήρι.

Ἀφοῦ μᾶς κέρασαν οἱ Μοναχοί καί ὁ σύζυγός μου κουβέντιαζε μαζί τους, ὁ π. Ἰάκωβος μέ πλησίασε διακριτικά καί μοῦ εἶπε, χωρίς νά ἀκούει κανείς ἄλλος.

Μήν στενοχωριέσαι διακόνισσα –διακόνισσα ἤμουν τότε– πού ἔχετε μόνο ἕνα παιδί καί δέν κάνετε ἄλλο. Μιά ἐγχείρηση θά κάνει ὁ π. Νεκτάριος καί θά ἀποκτήσετε αὐτό πού ἐπιθυμεῖτε.

Ἐπίσης μοῦ συνέστησε νά μήν κουβεντιάζω κάποια οἰκογενειακά μας προβλήματα μέ κάποιον φίλο μας, γιατί δέν ἔπρεπε καί μοῦ ἀνέφερε καί τά προβλήματά μας καί τό ὄνομα τοῦ οἰκογενειακοῦ φίλου.

Ὅταν φύγαμε ἀπό τό Μοναστήρι λέω στόν σύζυγό μου:

– Καλά π.Νεκτάριε, εἶπες στόν π. Ἰάκωβο ὅλα τά οἰκογενειακά μας προβλήματα;

– Ἐγώ; Ὄχι, δέ μίλησα καθόλου μαζί του, ἄν καί εἶχα νά τόν δῶ ὀχτώ χρόνια πολύ πρίν παντρευτοῦμε.Ἴσα-ἴσα τόν καφέ μου ἤπια, προσκύνησα καί φύγαμε, μοῦ ἀπαντᾶ.

Καί πραγματικά δέκα λεπτά εἴχαμε κάτσει στό Μοναστήρι κι ἐνῶ ἔπινε ὁ π. Νεκτάριος τόν καφέ του, ὁ πατήρ Ἰάκωβος μοῦ εἶπε ὅλα αὐτά.

Ὁ καιρός περνοῦσε καί παιδί ἄλλο δέν κάναμε, μέχρι πού καταφύγαμε σέ γιατρούς. Δυό χρόνια ἀργότερα ἀπ’ τήν συνάντησή μας μέ τόν πατέρα Ἰάκωβο κάποιος ὀνομαστός οὐρολόγος, ὁ κ. Γεώργιος Λυσαῖος, μᾶς λέει στό γραφεῖο του:

– Πρέπει νά κάνει μιά μικρή ἐγχείρηση ὁ π. Νεκτάριος καί θά κάνετε παιδί.

Τότε θυμήθηκα τά λόγια τοῦ π. Ἰακώβου πού μοῦ εἶχε πεῖ δυό χρόνια πρίν πώς ὁ π. Νεκτάριος θά ἔκανε κάποια ἐγχείρηση, γιά νά κάνουμε τό δεύτερο παιδί μας. Ἤξερε λοιπόν τί θά μᾶς συμβεῖ στό μέλλον, ἤξερε τήν ἐπιθυμία μου γιά τό δεύτερο παιδί μας. Ἤξερε γιά τήν ἐγχείρηση πολύ πρίν καταφύγουμε σέ γιατρούς. Ἤξερε γιά τά προβλήματά μας καί μέ ποιόν τά κουβεντιάζω. Μάλιστα κάποιο προσωπικό μου πρόβλημα, πού δέν τό ἤξερε κανείς ἄλλος ἐκτός ἀπό μένα, τό ἀνέφερε καί τό ἔλυσε ἐπί τόπου.

Μετά τήν ἐγχείρηση ἀποκτήσαμε ἕνα ἀκόμα χαριτωμένο κοριτσάκι, τό ὁποῖο, ὅταν τό ἔφερα στό Μοναστήρι μετά τήν κοίμηση τοῦ π. Ἰακώβου, ἐνῶ ἦταν πολύ μικρό, ἐπέμενε καί ἔκλαιγε γοερά νά τοῦ ἀγοράσω τό βιβλίο τοῦ π. Ἰακώβου. Δέν εἶχα πολλά χρήματα ἐπάνω μου καί δίσταζα, μά μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ ἐπιμονή του καί τά κλάματά του. Τό βιβλίο αὐτό ἔκανε τόν κύκλο σ’ ὅλους τούς φίλους και συγγενεῖς μας, οἱ ὁποῖοι μετά τήν ἀνάγνωσή του συγκλονίστηκαν, ἐπικαλέστηκαν τήν βοήθεια τοῦ π. Ἰακώβου στά προβλήματά τους καί ὅλοι τους ἀνεξαιρέτως ἔχουν νά διηγηθοῦν κάποιο προσωπικό θαῦμα.

Δέν ὑπάρχει στιγμή πού νά μήν τόν ἐπικαλεστῶ καί νά μήν δῶ τήν βοήθειά του ὁλοζώντανη. Πρίν λίγες μέρες ἔπρεπε νά σηκωθῶ πολύ πρωί γιά κάποια πολύ σοβαρή ὑπόθεση, ὅμως αἰσθανόμουν κάποια ἐξάντληση ἐκεῖνες τίς μέρες καί τά πρωινά μέ ἔπαιρνε ὁ ὕπνος. Στή βραδινή μου προσευχή ἡ ματιά μου ἔπεσε στήν μικρή εἰκονίτσα τοῦ π. Ἰακώβου πού ἔχω δίπλα στό κρεββάτι μου καί τόν παρακάλεσα μέσα ἀπό τήν ψυχή μου:

– Πάτερ Ἰάκωβε, σέ παρακαλῶ, ξέρεις πόσο ἀνάγκη εἶναι νά σηκωθῶ πολύ πρωί, μήν ἀφήσεις νά μέ πάρει ὁ ὕπνος.

Πρίν ἀκόμα χαράξει αἰσθάνομαι ἕνα χέρι νά μοῦ πιάνει τό μπράτσο, ἀνοίγω τά μάτια μου καί βλέπω μπροστά στό κρεββάτι μου ἕνα μαῦρο ράσο, σηκώνω τά μάτια καί βλέπω τόν π. Ἰάκωβο πού μέ τραβοῦσε ἀπό τό χέρι. “Ναί, ναί, σηκώνομαι πάτερ Ἰάκωβε”, ψιθυρίζω μέσα στήν νύστα μου. Ὅταν συνειδητοποίησα τί εἶχε γίνει, ἀνατρίχιασα ὁλόκληρη. Θά μοῦ πεῖτε: Μά εἶναι δυνατόν; Κι ὅμως. Ὁ Θεός καί γιά τά μεγάλα, ὁ Θεός καί γιά τά μικρά. Μιά ἀκόμη ἀπόδειξη γιά μένα πώς ὁ π. Ἰάκωβος εἶναι ὁλοζώντανος.

Πρίν λίγες μέρες διάβασα γιά πολλοστή φορά τό βιβλίο του καί ἀποκοιμήθηκα μέ δακρυσμένα μάτια καί τό βιβλίο στήν ἀγκαλιά μου. Τόν εἶδα στόν ὕπνο μου. Μοῦ μίλησε μέ τόση ἀπερίγραπτη θεϊκή ἀγάπη!

– Ἐδῶ πού μένω, πάντα εἶναι Κυριακή, πάντα Πάσχα εἶναι, μοῦ εἶπε καί μοῦ ἔδειξε τό σπίτι του. Ἦταν μιά πανέμορφη ἐκκλησία σ’ ἕνα ψηλό μέρος καί φωτεινό. Ἡ πύλη της ἀνοιχτή καί χιλιάδες κόσμος τόν ἐπισκέπτονταν κι ὁ Γέροντας χάριζε σέ ὅλους δῶρα. Ἡ ἐκκλησία αὐτή ἦταν χτισμένη μεσοτοιχία μαζί μέ μιά ἄλλη ἐκκλησία πού στήν πύλη της ἐπάνω ἔγραφε: «ΟΣΙΟΣ ΔΑΥΪΔ». Μά μέ ποιόν ἄλλον Ἅγιο θά μποροῦσε νά μένει ὁ π. Ἰάκωβος;

Τήν εὐχή του ἄς ἔχουμε ὅλοι μας».