Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Πνευματικός πατέρας καί διδάσκαλος

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 20 από 214

Σέ ὅλη του τή ζωή ὁ Γέροντας διακρίθηκε γιά τή μεγάλη του πίστη στό Θεό καί τούς Ἁγίους του. Ἰδιαιτέρως ἀγάπησε τόν Ὅσιο Δαυΐδ, τόν ὁποῖο μιμήθηκε, βάδισε στά ἴχνη του καί ὑπηρέτησε μέχρις ἐξαντλήσεως. «Ὅ,τι ἔπαθα, γιά τή δική σου ἀγάπη τό ἔπαθα», ἔλεγε στόν Ὅσιο Δαυΐδ μέ παιδική ἁπλότητα καί παρρησία. Πηγές τῆς δυνάμεώς του ἡ μεγάλη του ἀγάπη στήν Ἐκκλησία, τή Μυστηριακή της ζωή καί τίς Ἀκολουθίες της. Γνήσιο καί παραδοσιακό τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα. Ἄγρυπνη ἡ προσπάθειά του στήν κατά τό δυνατόν ἀκριβῆ τήρηση τῶν Εὐαγγελικῶν Ἐντολῶν καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων. Ἡ προσευχή του τροφή καί χαρά του. Βίωνε στό ἔπακρο τήν ἐντολή: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου... καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Γι’ αὐτό

«Ἔχαιρε μετά τῶν χαιρόντων καί ἔκλαιε μετά τῶν κλαιόντων».

Ἦταν συγκλονιστικό νά τόν βλέπεις νά παρακαλεῖ τό Θεό γιά τά προβλήματα τοῦ κόσμου καί τά δάκρυά του νά ὑγραίνουν τό εὐλογημένο του πρόσωπο.

Δέν ὑπῆρχε ἀρετή πού νά μήν εἶχε κατακτήσει μέ τόν ἀγώνα του. Ἀσκοῦσε στόν ἑαυτό του μία διαρκῆ βία στήν πορεία του γιά τήν ἀπόκτηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου «...ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. ια΄,12). Ὅσο ὅμως ἐκεῖνος ἀγωνιζόταν, τόσο ὁ Θεός τόν χαρίτωνε μέ σπάνια πνευματικά χαρίσματα, ὅπως τῆς διοράσεως, τῆς προοράσεως, τῆς διακρίσεως, τῆς παραμυθίας καί ἄλλα.

Ὅλοι φεύγοντας ἀπό τή Μονή, εἴτε ἔχοντας γονατίσει κάτω ἀπό τό πετραχήλι του ἤ ἁπλῶς ἔχοντας δεῖ τό Γέροντα Ἰάκωβο, ἔφευγαν ἀναπαυμένοι, εὐχαριστημένοι καί ξαλαφρωμένοι. Ὁ καθένας εὕρισκε κοντά του τή βοήθεια πού χρειαζόταν. Οἱ πονεμένοι τήν παρηγοριά καί τήν ἀνακούφιση, οἱ δαιμονισμένοι τήν ἀπελευθέρωση καί τή θεραπεία, οἱ ἀσθενεῖς τήν ἴαση καί τήν ὑγεία, οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπό τά διάφορα βιοτικά προβλήματά τους τήν ἐνδυνάμωση καί τή λύση τῶν προβλημάτων τους. Οἱ φτωχοί εὕρισκαν μέ τή συνεχῆ καί ἀγόγγυστη ἐλεημοσύνη του τή λύτρωση ἀπό τή θλίψη τῆς φτώχειας καί τήν ἀνακούφιση ἀπό τά βάρη τῶν χρεῶν τους. Πολλά ἄτεκνα ζευγάρια μετά τήν προσευχή, τίς εὐχές, τίς συμβουλές καί τήν εὐλογία του ἀποκτοῦσαν τέκνα χαριτωμένα.

Λόγω τῆς ἀπέραντης ἀγάπης του πρός τόν πλησίον ὧρες ἀτέλειωτες ἀφιέρωνε στήν ἐξομολόγηση καί πολύ συχνά ξενυχτοῦσε, πράγμα τό ὁποῖο τόν εἶχε ἐξαντλήσει.

Στό ἔργο αὐτό, τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, τό ὁποῖο ἐπιτελοῦσε μέ πολλή σοβαρότητα καί ὑπευθυνότητα, ἐπιστράτευσε ὡς μέσο γιά τήν καθοδήγηση τῶν ψυχῶν καί τήν ἀλληλογραφία μέ τά πνευματικά του τέκνα. Μόνο τήν παραμονή τῆς κοιμήσεώς του ἔγραψε προσωπικά ὁ ἴδιος ἕξι γράμματα, ἐνῶ ὑπαγόρευσε ἄλλα ὀκτώ σέ ἀδελφό τῆς Μονῆς. Εἶχε τήν ἀρχή νά ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος σέ ὅλους, ὅπως τό ἤθελαν καί τό περίμεναν.

Ὅταν ὅμως τά γράμματα ἦταν πάρα πολλά, γιατί συχνά ἦταν ἑκατοντάδες, ὅσα δέν πρόφθανε νά ἀπαντήσει τά πήγαινε ἐμπρός στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί ἀπευθυνόμενος στόν Ὅσιο ἔλεγε: «Ὅσιέ μου, ὅλα τά προβλήματα τῶν ἀδελφῶν μου αὐτῶν τῶν γραμμάτων τά ἐναποθέτω σέ σένα καί σέ παρακαλῶ βοήθησέ τους...».

Ἀλλά καί ἡ μακρόστενη λιτή τραπεζαρία τῆς Μονῆς μετατρεπόταν καθημερινά σέ πνευματικό σχολεῖο, σέ πνευματικό φροντιστήριο. Ἐκεῖ ὁ π. Ἰάκωβος μετά τή Θεία Λειτουργία ἔπινε δυό-τρεῖς γουλιές καφέ. Μόλις ἔβγαινε ἀπό τό ναό, πλῆθος ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας τόν πολιορκοῦσαν γιά νά τοῦ ἐναποθέσουν κάποιο πρόβλημά τους ἤ νά ζητήσουν τήν εὐχή του. Μετά ἀπό πολλή ὥρα κατόρθωνε νά φτάσει στήν τραπεζαρία, πού πάντα γέμιζε ἀσφυκτικά. Ὅλοι ἀγωνιοῦσαν νά βροῦν ἔστω μία ἄκρη, καί ἄς ἦταν καί ὄρθιοι γιά νά ἀκούσουν τό Γέροντα νά μιλάει. Παρά τήν κόπωσή του ἀπό τήν πολύωρη Ἀκολουθία, ὅλους τούς ἀνέπαυε μέ τό χαμόγελό του, σ’ ὅλους εἶχε νά πεῖ ἕναν λόγο παρηγοριᾶς καί νά διδάξει. Ὑπῆρξε θεοφώτιστος διδάσκαλος μέ τούς ἁπλούς καί μελίρρυτους λόγους του. Ὅσοι τόν γνώρισαν, θεωροῦσαν μεγάλη εὐλογία νά τόν ἀκοῦνε νά μιλάει καί νά ἀναφέρεται σέ περιστατικά τῆς ζωῆς του, σέ θαύματα τοῦ πολυαγαπημένου του Ἁγίου Δαυΐδ, σέ διάφορες πνευματικές διηγήσεις, μέ τίς ὁποῖες ἔδινε παράλληλα ἀπαντήσεις σέ θέματα συγκεκριμένων ἀκροατῶν του, διακρίνοντάς τα μέ τό διορατικό χάρισμα πού εἶχε, χωρίς οἱ ἴδιοι νά τοῦ ἔχουν πεῖ κάτι. Ἡ διήγησή του πολύ χαριτωμένη, γλαφυρή, εὐχάριστη, μέ ἁπλότητα, ἁγνό χιοῦμορ καί παραστατικότητα. Κι ὁ καθένας ἔπαιρνε καί τό ἀνάλογο πνευματικό μήνυμά του.

Νουθετοῦσε καί δίδασκε καί μέ λόγια δικά του, προσωπικά, ἀλλά κυρίως, μέ τά ἱερά λόγια τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, βιωμένα ὅμως ἀπό ἐκεῖνον στό ἔπακρο, γι’αὐτό ἄγγιζαν κατ’ εὐθείαν τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί δημιουργοῦσαν μέσα τους τήν καλή ἀλλοίωση.

Τόν ἀκούσαμε νά λέει, μεταξύ ἄλλων:

«Ζῇ Κύριος ὁ Θεός τῶν Δυνάμεων...», ἰδίως ὅταν ἀνέφερε τά θαύματα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ.

«Ἔχετε πίστιν Θεοῦ. Αἰτεῖτε καί δοθήσεται ὑμῖν. Αὐτή ἡ πίστη μέ βοηθάει καί μέ σώζει ἑβδομήντα χρόνια».

«Στήν Ἐκκλησία βρίσκουμε τήν ὑγεία, τήν παρηγοριά, τήν ἐλπίδα καί τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας».

«Καμιά προσευχή, παιδιά μου, δέν πάει χαμένη. Κι ἐμένα αὐτή ἡ προσευχή μέ κράτησε τόσα χρόνια».

«Πάντα ἡ προσευχή στηρίζει. Νά μή δειλιῶμεν, νά μή φοβώμεθα. Εἰ ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν, οὐδείς καθ’ ἡμῶν».

«Πολύ νά προσέχουμε τί ζητᾶμε ἀπό τό Θεό στήν προσευχή μας, γιατί, παραδείγματος χάρη, δέν ξέρουμε, ὅταν τοῦ ζητήσουμε δοκιμασία καί μᾶς τή δώσει, ἄν θά τήν ἀντέξουμε».

«Ὅταν κάνω τό Σταυρό μου, λόγχη ἔχω στό πλευρό μου». Γιά τήν ἐξομολόγηση τόνιζε ὅτι «δέν ἐπιτρέπεται ὁ ἕνας Πνευματικός ν’ ἀλλάζει τόν κανόνα τοῦ ἄλλου Πνευματικοῦ». Μία γιαγιά, τῆς ὁποίας ὁ Ἱερέας καί πνευματικός τῆς ἐνορίας της τῆς ἔλυσε τόν κανόνα, πού τῆς ἔβαλε ὁ Γέροντας, γιατί, τῆς εἶπε, «ὁ πατήρ Ἰάκωβος εἶναι ἀγράμματος καλόγερος, τί ξέρει ἀπ’ αὐτά, ἐγώ εἶμαι μορφωμένος καί σοῦ λύνω τόν κανόνα», ὅταν ἐπί τρεῖς φορές πῆγε νά κοινωνήσει, ἔνοιωσε στό στόμα της τήν Ἁγία Λαβίδα ἄδεια καί κρύα, οὔτε κατάλαβε γεύση Θείας Κοινωνίας. Ὁ Γέροντας, ὅταν πῆγε καί τό ἐξομολογήθηκε, τῆς εἶπε: «Παιδί μου, ὁ κανόνας δέ λύνεται. Πρέπει νά κάνεις τόν κανόνα, πού σοῦ ἔβαλα. Οἱ κανόνες πρέπει νά ἐφαρμόζονται».

«Νά μή διστάζετε, νά μήν ντρέπεστε ὅ,τι κι ἄν κάνατε. Τήν πιό μεγάλη ἁμαρτία ἔχει τήν ἐξουσία ὁ πνευματικός ἀπ’ τόν ἴδιο τό Δεσπότη Χριστό καί τούς Ἀποστόλους μέ τό πετραχηλάκι του νά τή συγχωρήσει».

«Νά μή γνωστοποιεῖ ὁ πιστός στούς ἀνθρώπους τήν ἐξομολόγησή του ἤ τή ζωή του ἤ τήν πνευματική του ἐργασία. Ὅλα νά γίνονται ἐν κρυπτῷ καί κατόπιν συμβουλῆς τοῦ πνευματικοῦ μόνον».

«Ὅ,τι συγχωρεῖ ὁ πνευματικός, τό συγχωρεῖ ταυτόχρονα κι ὁ Θεός στόν Οὐρανό, ὅ,τι δέ συγχωρήσει μένει ἀσυγχώρητο».

«Χωρίς τήν ψυχή μας καθαρή δέν ἔχουμε κανένα ὄφελος ἀπό τή Θεία Κοινωνία».

«Οὐδέποτε νά χειροτονηθεῖ ἄνθρωπος μέ κωλύματα Ἱερωσύνης. Εἶδα ἕναν Ἱερέα, πού πῆρε τή συμμαρτυρία πνευματικοῦ χωρίς νά ἐξομολογηθεῖ καθαρά καί μετά τέσσερα χρόνια μοῦ ἀποκάλυψε τό ἁμάρτημα πού ἦταν κώλυμα τῆς Ἱερωσύνης, τό πρόσωπό του μαῦρο καί λυπημένο, καμιά χαρά δέν εἶχε ἐπάνω. Πολύ μέ στενοχώρησε ἡ κατάστασή του!».

«Ὅταν βάζουμε τό ράσο, ὅλοι ξεκινᾶμε μέ σκοπό νά ἁγιάσουμε τήν ψυχή μας. Χρειάζεται ὅμως προσοχή. Διότι θέλεις ἡ τιμή τοῦ κόσμου, θέλεις ἡ δόξα, ὁ ἐγωισμός μπορεῖ νά μᾶς κάνουν ἀντί νά ἁγιάσουμε τήν ψυχή μας νά τή χάσουμε».

«...Κι ὁ πιό ἁμαρτωλός ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν γονατίσει στό θυσιαστήριο, ὅ,τι κι ἄν ζητήσει ἀπό τόν Θεό, ὁ Θεός θά τοῦ τό δώσει. Πόσο μᾶλλον ὅταν εἶναι εὐάρεστος στό Θεό...».

«Νά διώχνετε τούς κακούς λογισμούς, τίς φαντασίες πού φέρνει ὁ διάβολος. Νά μή τούς δίνετε σημασία, νά τά ρίχνετε πίσω».

«Ἡ στενοχώρια εἶναι ἡ πιό μεγάλη ἀρρώστια, νά τή διώχνετε».

«Ἡ Παναγία μας μέ ἔχει πάει στό Ἅγιον Ὄρος –πνευματικῷ τῷ τρόπῳ– καί εἶδα ὅλα τά Μοναστήρια καί προσκύνησα. Καί ἐδῶ, τό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, Ἅγιον Ὄρος εἶναι. Δέν μᾶς ἁγιάζει ὁ τόπος, ἀλλά ὁ τρόπος».

«Ἄν εἴχαμε μόνο σῶμα, πολλά θά κάναμε. Μέσα ὅμως σ’ αὐτό τό θνητό σῶμα κατοικεῖ πνεῦμα ἀθάνατο. Γι’ αὐτό νά φροντίζουμε γιά τήν ψυχή μας, πού εἶναι πράγμα ἀθάνατο. Ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου».

«Νά εἴμαστε πάντα κοντά στό Χριστό, διότι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν, οὐδέ τήν ὥραν... Ἐκεῖνος ἔχει ὁρίσει καί τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ’ρθεῖ νά μᾶς πάρει. Πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι».

Ἡ παρουσία τοῦ Γέροντα, ἡ θεωρία του, ἦταν ἀπό μόνη της ἀληθινή διδασκαλία γιά ὅλες τίς ἀρετές. Ἦταν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή γῆ!