Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Ὡς Ἡγούμενος

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 19 από 214

Στίς 25 Ἰουνίου 1975 «ὁ λύχνος ἐτέθη ἐπί τήν λυχνίαν».

Μέ θεοφώτιστη ἀπόφαση τοῦ Σεβασμιωτάτου τότε Μητροπολίτου Χαλκίδος Χρυσοστόμου Α΄ ὁ π. Ἰάκωβος ἀνέλαβε τήν Ἡγουμενία τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ. Μιμήθηκε τόν πρῶτο Γέροντα τῆς Μονῆς, τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί βάδισε στά ἴχνη του. Ἀναγκαστικά τότε πλέον ἀποκαλύφθηκαν τά πολλά του χαρίσματα, πού ἀγωνιζόταν ἐπιμελῶς νά τά κρύβει καί ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἀναδείχθηκε κυψέλη πνευματικῆς ζωῆς καί φάρος Ὀρθοδοξίας.

Φρόντιζε γιά τή Μονή ἀλλά καί γιά ὅλη τήν περιοχή. Στά δύσκολα χρόνια πού κάηκαν πολλά δάση στήν Ἑλλάδα, ἔπαιρνε τήν ἁγία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, τήν σήκωνε ψηλά, σταύρωνε τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα καί ἔκανε δεήσεις. Συνέχισε μέ ἐπιμέλεια τήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς μέ τήν προσθήκη νέων κτιρίων γιά τήν καλλίτερη ἐξυπηρέτηση τῶν προσκυνητῶν καί τήν κατασκευή τοῦ σημερινοῦ κωδωνοστασίου.

Στήν προτροπή κάποιων νά φτιάξει καί ἕνα καλό Ἡγουμενεῖο εἶπε κάπως αὐστηρά:

«Ἐγώ οὔτε Ἡγουμενεῖα ζήλεψα, οὔτε δόξα ζήλεψα, οὔτε κτίρια, οὔτε τιμές. Ζήλεψα τόν Παράδεισο. Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ, πού ζοῦσε στά σπήλαια καί στίς ἔρημους καί δέν εἶχε αὐτά, τί ἔκανε; Μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ταπείνωση κέρδισε τόν Παράδεισο. Διάβασες σέ κανένα βίο Ἁγίων, ὅτι φτιάξανε τό τάδε Ἡγουμενεῖο, τό τάδε κτίριο καί κερδίσανε τόν παράδεισο; Ἀλλά ἔκαναν θυσίες, προσευχές, νηστεῖες, χαμαικοιτίες καί τέτοια. Εἶχαν ἀρετές, μ’ αὐτές κερδίσανε τόν Παράδεισο. Ἐγώ θέλω τουλάχιστον μία γωνία στόν Παράδεισο, σέ μία ἀκρίτσα του».

Τρεῖς ὅλοι κι ὅλοι οἱ Μοναχοί τῆς Μονῆς γιά εἴκοσι περίπου χρόνια, ὁ Γέροντας καί οἱ μακαριστοί Ἱερομόναχος π. Κύριλλος, ὁ μετέπειτα ἄξιος κατά πάντα διάδοχός του, καί ὁ Μοναχός π. Σεραφείμ, ὅλοι τους ἐνάρετοι καί ἅγιοι πατέρες. Ἡ ἁγία προσωπικότητα τοῦ Γέροντα προσείλκυσε στή Μονή καί νέους Μοναχούς, ὥστε ἀπό τό 1987 καί μέχρι τό 1991, πού ἐκοιμήθη, ἐγκαταβίωναν πλέον στή Μονή ἐννέα Μοναχοί καί ἕνας δόκιμος.

Ἔτσι ὁ Γέροντας ἀπό ἕνα χρονικό σημεῖο καί μετά ἀνέλαβε πλέον ἀποκλειστικά τό διακόνημα τῆς ἐξομολογήσεως καί οἱ δύο παλαιότεροι πατέρες πού εἶχαν γιά πάρα πολλά χρόνια ὅλα τά ἄλλα διακονήματα τῆς Μονῆς ἀπέκτησαν βοηθούς καί συνεργάτες. Μέ αὐτοθυσία καί αὐταπάρνηση συνέχισε ὁ Γέροντας καί ὡς Ἡγούμενος νά ὑπηρετεῖ τόν Ἅγιο Δαυΐδ, στόν ὁποῖο πίστευε ὅτι τά χρωστάει ὅλα: «Τό Μοναστήρι δέν εἶναι δικό μας», ἔλεγε. «Ἐμεῖς εἴμαστε φιλοξενούμενοι. Ὅλα εἶναι τοῦ Ἁγίου. Καί τά ροῦχα πού φοράω καί τό φαγητό πού τρώω τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ εἶναι. Τό μόνο πού ἔφερα, ὅταν ἦλθα στό Μοναστήρι, ἦταν οἱ ἁμαρτίες μου. Καί γι’ αὐτές κλαίω μέχρι τώρα».

Ὅλους ὅσοι πήγαιναν στό Μοναστήρι ὁ Γέροντας φρόντιζε νά τούς ἀναπαύει. Μέ τήν πολλή του ἀγάπη θυσιαζόταν γιά ὅλους καί παρόλο πού, ἰδίως τά τελευταῖα χρόνια, ὑπέφερε ἀπό πολλές ἀρρώστιες σέ κανέναν δέν εἶπε: «Δέν μπορῶ νά σέ δῶ, νά ἀκούσω τό πρόβλημά σου». Ἔλεγε στή συνοδεία του: « Ὁ κόσμος οὔτε νά φάει ζητάει, οὔτε νά πιεῖ, ζητάει τήν ἀγάπη μας. Ἄν μποροῦμε αὐτό νά τό κάνουμε θά ἐπιτύχουμε στή ζωή μας ὡς Μοναχοί».

Οἱ Ἀκολουθίες τελοῦνταν ὅλες ἀνελλιπῶς καί οἱ Θεῖες Λειτουργίες καθημερινά, ἀκόμη καί τήν περίοδο πού ἦταν λίγοι οἱ Μοναχοί, πράγμα πού ὁ διάβολος δέν τό ἄντεχε. Κάποια μέρα μέ τήν μορφή μίας γριᾶς γυναίκας πέρασε τήν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ καί ὅταν ὁ Γέροντας τῆς πρότεινε νά τήν φιλοξενήσουν καί νά τῆς δώσουν ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη, εἶπε:

«Δέ μπορῶ νά μείνω, γιατί ἐσεῖς συνέχεια ντάν, ντάν χτυπᾶτε τίς καμπάνες. Ἁπλῶς ἦρθα νά σᾶς δῶ καί θά φύγω, νά πάω ἀλλοῦ, πού μοῦ κάνουν μεγάλη ὑποδοχή καί μένω μία βδομάδα.Κι ἀρχίζουν τά σκάνδαλα, κι ἀρχίζει τό πανηγύρι». Μόλις ἔκανε τό Σταυρό του λέγοντας: «Κύριε ἐλέησον, τί γριά εἶναι αὐτή;», ἀμέσως ἄρχισε νά διαλύεται καί χάθηκε ἀπό μπροστά του σάν καπνός.

Σχολιάζοντας ὁ Γέροντας τό περιστατικό στούς πατέρες τόνισε τό πόσο ἀπομακρύνουν τόν πειρασμό οἱ ἡμερονύκτιες Ἀκολουθίες καί ἡ καθημερινή Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ἀντίθετα χαίρεται μέ τά σκάνδαλα καί τίς παρεξηγήσεις, πού τά ἔχει γιά πανηγύρι. «Πάντως ἔρχεται καί σέ μᾶς, μήν τυχόν βρεῖ κανέναν ἀφύλακτο, γιά νά μπορέσει νά κάνει τή δουλειά του», συμπλήρωσε.

Γιά νά κάνει ὑπακοή στούς γιατρούς πού συνιστοῦσαν τό περπάτημα, ἔβγαινε ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι, ἀπό τήν νότια πύλη του καί κατευθυνόταν δυτικά. Ἐκεῖ περπατοῦσε, ἀπολάμβανε τή φύση, μιλοῦσε μέ τά πουλάκια πού δοξολογοῦσαν τό Θεό καί κατέληγε στήν κουφάλα ἑνός θεόρατου γεροπλάτανου, ὅπου ἀφοσιωνόταν στήν προσευχή. Ἀγαποῦσε πολύ τή φύση, τά δένδρα, τό δάσος, τά περιβόλια, τά ζῶα. Ἐξάλλου τά περισσότερα δένδρα ἐκεῖ γύρω τά εἶχε φυτέψει ὁ ἴδιος ἤ φύτρωσαν ἀπό σπόρους, τούς ὁποίους ὁ ἐκεῖνος ἔριξε καί πότιζε. Ὁ ἴδιος φύτευσε καί τίς πρασινάδες, πού στόλιζαν γύρω τό κελλί του, καθώς καί τά λουλούδια στόν περίβολο τῆς Μονῆς. Ἔδινε καί ρίζες καί σπόρους σέ ὅσους τοῦ τό ζητοῦσαν, γιά νά τά φυτέψουν στό σπίτι τους. Αὐτές τίς δοξολογικές ἐξόδους ἀναψυχῆς, τίς ἀπαραίτητες, ὅπως συνιστοῦσαν οἱ γιατροί, ἐξαιτίας τῆς βεβαρημένης ὑγείας του, ἐστερεῖτο μόνο λόγω τοῦ χειμώνα, τῶν ἀσθενειῶν του καί τῶν ἀτέλειωτων ἐξομολογήσεων.

Ἐπί Ἡγουμενίας τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ἡ Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἔγινε γνωστή ὄχι μόνο στόν ἑλλαδικό χῶρο ἀλλά καί στό ἐξωτερικό. Ἀπό παντοῦ προσέρχονταν πιστοί γιά νά προσκυνήσουν τόν Ὅσιο Δαυΐδ, ἀλλά ἄν δέν ἔβλεπαν καί τό Γέροντα Ἰάκωβο, νά πάρουν ἔστω τήν εὐχή του, ἡ χαρά τους καί ἡ ἱκανοποίησή τους δέν ἦταν ὁλοκληρωμένη, καθώς γνώριζαν ὅτι ἦταν δοχεῖο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν προσευχή του γίνονταν πολλά θαυμαστά, τά ὁποῖα ὅμως ἐκεῖνος ἀπό ταπείνωση τά ἀπέδιδε στόν Ὅσιο Δαυΐδ.