Ψυχωφελές κείμενο
Ἱερεύς τοῦ Ὑψίστου
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Ὁ Θεός τίμησε τόν π. Ἰάκωβο καί μέ τό μεγάλο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Ὅταν νεαρός τριάντα ἑνός ἐτῶν συναντήθηκε μέ τό μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο στόν ἉϊΓιάννη τό Ρῶσσο, τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του, στίς 27 Μαΐου, καί τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι θέλει νά γίνει Μοναχός, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
Λίγα γράμματα ξέρεις, ἀλλά ἄν μάθω ὅτι ἡ ζωή σου ἦταν ἡ πρέπουσα, θά σέ κάνω Μοναχό καί Ἱερέα.
Σεβασμιώτατε, καί οἱ Ἀπόστολοι ἀγράμματοι ἦταν, ἀλλά μέ τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φωτίσανε τήν οἰκουμένη.
Ἀπό ψαράδες ἔγιναν ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Ἔτσι κι ἐμένα, ὅταν θά πάω στό Μοναστήρι, θά μέ φωτίσει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά φωτίσω κι ἐγώ τόν κόσμο, τοῦ ἀπάντησε μέ θάρρος ὁ νεαρός Ἰάκωβος.
Ἐξεπλάγη ὁ Δεσπότης μέ τήν ἀπάντηση, ἀλλά καί ὁ Γέροντας ἀναρωτιόταν ἀπό ποῦ πῆρε αὐτό τό θάρρος, τόσο ντροπαλός καί συνεσταλμένος πού ἦταν, νά μιλήσει ἔτσι στό Δεσπότη, μπροστά μάλιστα σέ τόσα ἄλλα ἐπίσημα πρόσωπα! Τόν ἑπόμενο χρόνο ὁ π. Ἰάκωβος ἦρθε στό Μοναστήρι καί μέ τίς ἀρετές του, τήν ἄσκησή του καί τόν ἁγιασμό πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, πράγματι φώτισε τόν κόσμο.
Στίς 30 τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1952 ἔγινε Μοναχός καί ἀπέμενε νά γίνει καί τό δεύτερο, Ἱερέας τοῦ Ὑψίστου, ὅπως εἶχε προείπει ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος. Μιά μέρα λοιπόν τοῦ Δεκεμβρίου ἀνέβηκε ὁ Ἡγούμενος π. Νικόδημος στή Μονή καί κάλεσε τόν π. Ἰάκωβο νά ἑτοιμαστεῖ, γιά νά πᾶνε στή Χαλκίδα, στήν Ἱερά Μητρόπολη. Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Γρηγόριος, ἄνθρωπος ἁγιασμένος, ἱεροπρεπής, ἐλεήμων, ἀκτήμων, φιλομόναχος, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰάκωβος, τούς δέχτηκε μέ πατρική καλωσύνη καί ἀνακοίνωσαν στόν π. Ἰάκωβο ὅτι τόν προόριζαν γιά τό μεγάλο ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης. Ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός Γέροντας ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ἐγώ ποτέ στήν ζωή μου δέν ἐπεθύμησα θέσεις καί ἀξιώματα, οὔτε καί φαντάστηκα κατά διάνοιαν ὅτι ἦταν δυνατόν νά ἀξιωθῶ τέτοιας τιμῆς. Δέχτηκα μόνον ἀπό ὑπακοή πρός τόν Γέροντά μου καί ἀπό σεβασμό πρός τόν ἅγιο ἐκεῖνον Ἐπίσκοπο Χαλκίδος, τόν μακαριστό Γρηγόριο».
Ἦταν 18 Δεκεμβρίου τοῦ 1952 πού χειροτονήθηκε Ἱεροδιάκονος στό ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας στή Χαλκίδα καί τήν ἑπομένη, 19 τοῦ μηνός, Ἱερομόναχος στό παρεκκλήσι τοῦ Ἐπισκοπείου. Οἱ χειροτονίες αὐτές, ὅπως ὁμολόγησε ὁ Ἐπίσκοπος, ἦταν κάτι τό ἰδιαίτερο, εἶχαν μιά ἐξαιρετική χάρη. Πρώτη πῆρε ἀντίδωρο ἀπό τά χέρια του ἡ ἀδελφή του Ἀναστασία, ὅπως τό εἶχε προείπει ἡ μητέρα τους. Τοῦ χάρισε τότε ὁ Μητροπολίτης καί μιά εἰκονίτσα τῆς Παναγίας, πού τήν εἶχε ὅλα τά χρόνια στό κελλί του πάνω ἀπό τό κρεββάτι του. Τοῦ προέβλεψε ἐπίσης ὅτι θά ἁγιάσει, ἄν συνεχίσει μέ τόν ἴδιο ζῆλο τήν ἀσκητική του ζωή καί μιά μέρα ἡ Ἐκκλησία θά τόν ἀνακηρύξει Ἅγιο. Τοῦ ζήτησε ἀκόμα νά κάνει ἁγιασμό στήν κατοικία τή δική του καί τῆς ἀδελφῆς του. Ὁ π. Ἰάκωβος δίσταζε καί ντρεπόταν, μά ἔκανε ὑπακοή. Λίγες μέρες ἀργότερα πῆρε καί γραπτή ἄδεια τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Ἔτσι μποροῦσε νά ἐξομολογεῖ τούς χριστιανούς.
Ὅταν ἐπέστρεψε στή Μονή μετά τή χειροτονία του καί ἄρχιζε τήν ἱερατική του ζωή στό Μοναστήρι, ἔλεγε ὁ Γέροντας:
«Στό τυπικό τῶν καθημερινῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν -Ἑσπερινό, Ἀπόδειπνο, Μεσονυκτικό, Ὄρθρο, Ὧρες, προστέθηκε καί ἡ τέλεση τῆς καθημερινῆς Θείας Λειτουργίας. Τό πρωί –ὄρθρου βαθέος– ἀρχίζαμε τήν Ἀκολουθία καί πρίν ξημερώσει καλά τελειώναμε τή Θεία Λειτουργία. Ἔτσι κοινωνώντας καθημερινά τά Ἄχραντα Μυστήρια ἔνοιωθα τέτοια δύναμη μέσα μου πού ἤμουν σάν λιοντάρι. Τέτοια θεϊκή φωτιά εἶχε ἡ ψυχή μου πού ὅλη τήν ἡμέρα οὔτε πεινοῦσα, οὔτε διψοῦσα, οὔτε ζέστη, οὔτε κρύο ἔνοιωθα. Ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ ἀκούραστος ἐργαζόμουν. Ἀκόμη καί τό μεσημέρι τό καλοκαίρι, ὅταν οἱ ἄλλοι πατέρες ἡσύχαζαν στά κελλιά τους ἀναζητώντας λίγη δροσιά, ἐγώ κουβαλοῦσα χῶμα καί λίπαινα τούς κήπους πού καλλιεργοῦσα ἔξω ἀπό τή Μονή».
Τίς Κυριακές εἶχε ἐντολή ἀπό τό Δεσπότη νά ἐξυπηρετεῖ τά γύρω χωριά, τό Παλαιοχώρι, τά Δαμιά, τό Καλαμούδι, τόν Δρυμώνα καί ἄλλα. Γιά πολλά χρόνια λειτουργοῦσε σ’ αὐτά ἐκ περιτροπῆς καί ἐξυπηρετοῦσε τίς ἱερατικές τους ἀνάγκες, βαπτίσεις, γάμους, κηδεῖες κλπ. φροντίζοντας πάντα νά διατηρήσει τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὅλα τά παιδάκια τά ἐβάπτισα μέ κλειστά τά μάτια. Ἀλλά καί τήν κουρά τῶν μαλλιῶν τους καί τή χρίση μέ τό Ἅγιο Μύρο μέ κλειστά τά μάτια τά ἔκανα. Πρόσεχα νά μήν τυπωθεῖ στή μνήμη μου γυμνό σῶμα, ἔστω καί νηπίου παιδιοῦ. Ἀπό τήν ὥρα πού ἔφευγα τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου ἀπό τό Μοναστήρι γιά νά πάω νά λειτουργήσω τήν Κυριακή σέ διάφορα χωριά, ἐγκρατευόμουν τίς φυσικές μου ἀνάγκες, μέχρι νά ξαναγυρίσω τήν Κυριακή τό μεσημέρι στήν Ἱερά Μονή. Ἔστω κι ἄν ὑπῆρχε ἰδιαίτερο στά διάφορα σπίτια τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν πού φιλοξενούμουν, ἔπρεπε νά προσέχω πολύ, γιατί στούς Ἱερωμένους ὅλα μπορεῖ νά τά παρεξηγήσουν. Ἔτσι μιμούμενος τούς βιαστές Ἁγίους, ἐβίαζα τόν ἑαυτό μου στό θέμα αὐτό».
Βρῆκε τίς ἐκκλησίες παραμελημένες, τά πάμπολλα ἐξωκκλήσια τό ἴδιο, καί τά ἀνέλαβε καί αὐτά μαζί μέ τήν ἀνοικοδόμηση καί τό νοικοκύρεμα τῆς Μονῆς. Ἡ φήμη του ἐξαπλώθηκε στή γύρω περιοχή καί οἱ κάτοικοι πήγαιναν στό Μοναστήρι νά φιλήσουν τό χέρι τοῦ πατρός Ἰακώβου πού, ὅπως ὁμολογοῦσαν, εὐωδίαζε, νά δώσουν τά ὀνόματά τους γιά νά τά μνημονεύσει στό σαρανταλείτουργο. Οἱ ἄνθρωποι τῶν γύρω χωριῶν βρῆκαν τόν ποιμένα τους καί τό καταφύγιό τους, ἀλλά καί ἡ φύση τή φροντίδα της στό πρόσωπο τοῦ πατρός Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος πηγαίνοντας γιά τίς διάφορες διακονίες εἶχε στήν τσέπη του καί σπόρους ἀπό κουκουνάρια πεύκων καί τά ἔσπερνε σέ ὅλη τή γύρω περιοχή. Ἔτσι σιγάσιγά τά γυμνά ἀπό τίς πυρκαγιές βουνά ξαναπρασίνισαν.
Πολλές φορές ἔβαζε τήν ἁγία Κάρα μέσα στό ταγάρι του καί τήν πήγαινε στά χωριά τῆς Β. Εὔβοιας ἤ τῆς Φθιώτιδας, στίς Λιβανάτες, τήν πατρίδα τοῦ Ἁγίου, στή Μαλεσίνα, ἤ στόν Παῦλο τῆς Βοιωτίας καί ὅπου ἀλλοῦ τόν καλοῦσαν γιά εὐλογία. Τοῦ ἔδιναν τότε πρός εὐλογία καί κάτι λίγα χρήματα, τά ὁποῖα κρατοῦσε γιά τό Μοναστήρι ἤ γιά νά ἀγοράσει μερικά πράγματα γιά νά ἔχει νά φιλέψει, ὅποιον ἀνέβαινε στή Μονή. Ὅταν ἐπέστρεφε στό Μοναστήρι, πολλές φορές γιά νά τόν ἀνταμείψει ὁ Ἅγιος Δαυΐδ, τόν περίμενε καί τόν ὑποδεχόταν. Ἔτσι ἕνα βράδυ πού γύριζε ἀπ’ ἔξω ἀργά, ἀντίκρισε φωτισμένη τήν περιοχή ἔξω ἀπό τή Μονή καθώς καί τό μονοπάτι πού ἐρχόταν. «Μόλις ἔφθασα στό Μοναστήρι», λέει ὁ Γέροντας, «καί μπῆκα στήν ἐκκλησία, βλέπω δεξιά νά μέ περιμένει ὄρθιος ἕνας Γέροντας. Μετά τήν ἐναπόθεση τῆς ἁγίας Κάρας καί τήν προσκύνηση τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου ἔψαξα νά τόν χαιρετίσω νομίζοντας ὅτι ἦταν κάποιος ἀπό τούς πατέρες τῆς Μονῆς, ἀλλά ἐκεῖνος ἔγινε ἄφαντος.Ἦταν ὁ Ὅσιος Δαυΐδ, πού μέ περίμενε ζωντανός, ὅπως καί εἶναι».
Μιά ἀνοιξιάτικη μέρα τοῦ 1955 κίνησε μέ τήν ἁγία Κάρα γιά τό Σπαθάρι καί τήν Τσούκα (σημερινή ὀνομασία Ζωοδόχος Πηγή) καί τόν ἔπιασε δυνατή βροχή στόν δρόμο. Ἔσφιξε τότε τήν τιμία Κάρα στήν ἀγκαλιά του καί μίλησε, ἁπλά καί εὐθέως στόν Ὅσιο: «Ὅσιέ μου Δαυΐδ, δέν ἔχω δεύτερο ράσο καί ζωστικό, γιά νά ἀλλάξω, ἄν θά βραχῶ. Καί ἄν βραχῶ, θά ἀρρωστήσω. Γι’ αὐτό σέ παρακαλῶ προστάτεψέ με». Καί ὤ τοῦ θαύματος! Μιά σπιθαμή μπροστά του καί γύρω του ἔβρεχε καταρρακτωδῶς, ἐνῶ ἐπάνω του δέν ἔπεφτε σταγόνα βροχῆς.
Μιά χρονιά κάλεσαν τήν ἁγία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ στίς Λιβανάτες γιά τό πρόβλημα τῆς ἀνομβρίας. Ὅταν ἡ βάρκα ἀπό τίς Ροβιές κόντευε νά φτάσει στίς Λιβανάτες «μίλησε» ὁ π. Ἰάκωβος στόν Ἅγιο, ὅπως πάντα τοῦ «μιλοῦσε». Βγῆκαν στή στεριά κι ἄρχισε ἀμέσως νά μπουμπουνίζει καί νά βρέχει. Ἀργότερα ἔλεγε: «Ἐγώ τά λέω αὐτά στό αὐτί τοῦ Ἁγίου καί αὐτός ἀνοίγει γραμμή μέ τό Χριστό μας!».
Τό 1958, ἀρχές Ἰανουαρίου, πέθανε ἡ ἀγαπημένη του ἀδελφή Ἀναστασία ἀφήνοντας δύο ὀρφανά, τή Μαρία καί τόν Δαυΐδ. Παρά τήν ἄδεια τοῦ Ἡγουμένου, παρά τή μεγάλη πρός αὐτήν ἀγάπη του, τό μεγάλο πόνο του καί τό κλάμα του, οὔτε ἄρρωστη τήν ἐπισκέφτηκε, οὔτε στήν κηδεία της πῆγε, ἐπιβάλλοντας στόν ἑαυτό του τή μοναχική ἀρετή τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καί τῶν συγγενῶν. Προσευχήθηκε πολύ βεβαίως γιά τήν ψυχή της ὁ Ὅσιος καί τήν εἶδε ἀναπαυμένη στά οὐράνια σκηνώματα, τά ἀγαπητά, «εἰς οὐρανίαν Μονήν» τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου, ὅπως ἔγραψε στόν π. Θεόδωρο Θεοδοσίου ἤ Θεοδόση, γιό τοῦ π. Δημητρίου σέ ἐπιστολή του πού παρατίθεται στήν ἑνότητα: «Ἔγραψε ὁ ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος...».
Ὅταν τό 1961 ἀποφάσισαν ὁ Ἡγούμενος π. Νικόδημος καί ὁ π. Ἰάκωβος νά χτίσουν ἕνα ἐκκλησάκι τῶν Ἀρχαγγέλων, ἀξιώθηκε ὁ π. Ἰάκωβος νά δεῖ δυό βραδιές ὁλοζώντανους τούς Ἁγίους Ταξιάρχες Μιχαήλ καί Γαβριήλ νά τοῦ κάνουν ὑποδείξεις γιά τή θέση καί τά ὑλικά πού πρέπει νά χρησιμοποιήσουν.
Ὁλοκληρωτική ἡ ἀφοσίωσή του καί ἡ ἀγάπη του στούς Ἁγίους καί τό Θεό. Ἡ ἀγάπη καί ἀφοσίωσή του αὐτή τόν ἔκαναν νά ξεχνάει τίς ἀσθένειες καί τήν πολλή σωματική του κόπωση. Ἀγαλλίαση πλημμύριζε τό εἶναι του, γιατί συναναστρεφόταν μέ τούς Ἁγίους καί τούς Ἀγγέλους μέρα καί νύχτα. Εἶπε ἀργότερα σ’ ἕναν Μοναχό: «Ἀπόψε, παιδί μου, βρισκόμουν καί συλλειτουργοῦσα μέ Ἁγίους καί Ἀγγέλους σέ θυσιαστήρια πού δέν περιγράφονται! Ὅταν πεθάνω καμιά φορά νά πεῖς ὅτι ζοῦσα καί συλλειτουργοῦσα μέ τήν Ἁγία Τριάδα καθημερινῶς».
Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ οἰκειότητά του μέ τόν Ὅσιο Δαυΐδ, τόν ὁποῖο ὑπηρετοῦσε καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Ρῶσσο, πού ἰδιαίτερα σεβόταν καί εὐλαβεῖτο, ὥστε τούς μιλοῦσε μέ μιά ἁπλότητα καί ἀμεσότητα, ὅπως μιλάει κάποιος σέ φίλο καί συνεργάτη του. Κάποτε μάλιστα «θύμωνε» καί «φοβέριζε» τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί «ἀπαιτοῦσε». Ἔτσι ἔγινε καί τό 1972, ὅταν κάποιος ἔκοψε ἐλαιόδενδρα ἀπό τόν ἐλαιώνα της Μονῆς.
Πολύ στεναχωρέθηκε καί μέ παράπονο στάθηκε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου καί μεταξύ ἄλλων τοῦ εἶπε: «Ἅγιέ μου... δέν μπορῶ τώρα νά τρέχω σέ ἀστυνομίες... μέχρι τό ἀπόγευμα νά μοῦ φέρεις αὐτόν πού ἔκοψε τίς ἐλιές». Πράγματι τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ Ἅγιος τοῦ ἔφερε τό δράστη μετανοιωμένο. (Ἀναλυτικά βλ. στήν ἑνότητα «Εἶπε ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος...»).
Ἄρρητα καί ὑψηλά, ὅσα ζοῦσε τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Συνήθιζε νά μνημονεύει πάρα πολλούς ζῶντας καί κεκοιμημένους. Ἔκανε προσκομιδή καί συχνά ἔβλεπε τήν πνευματική κατάσταση τῶν κεκοιμημένων πού μνημόνευε. Ἔβλεπε τίς ψυχές νά περνοῦν ἀπό μπροστά του καί νά τόν παρακαλοῦν νά τίς μνημονεύσει.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν ὁ Ἱερεύς βγάζει μερίδες καί μνημονεύει τά ὀνόματα τῶν πιστῶν στήν Ἱερά Πρόθεση, κατεβαίνει Ἄγγελος Κυρίου καί παίρνει τή μνημόνευση αὐτή καί τήν πηγαίνει καί τήν ἐναποθέτει στό Θρόνο τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ὡς προσευχή γι’ αὐτούς πού μνημονεύθηκαν. Μεγάλη ἀξία ἔχει νά σᾶς μνημονεύουν οἱ Ἱερεῖς στήν Ἁγία Πρόθεση».
Κάποια φορά ξέχασε φαίνεται νά μνημονεύσει στούς κεκοιμημένους τή μητέρα του, πού ἦταν ἁγία γυναίκα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία καί πῆγε στό κελλί του, ἡ ψυχή τῆς μητέρας του ἐμφανίστηκε καί τοῦ εἶπε μέ παράπονο:
– Πάτερ Ἰάκωβε δέ μέ μνημόνευσες σήμερα.
– Πῶς, μητέρα, δέ σᾶς μνημόνευσα; Κάθε μέρα σᾶς μνημονεύω καί μάλιστα τήν καλλίτερη μερίδα σᾶς βγάζω, τῆς εἶπα.
– Ὄχι, παιδί μου, σήμερα μέ ξέχασες καί ἡ ψυχή μου δέν ἀναπαύεται τόσο, ὅσο τίς ἄλλες ἡμέρες πού μέ μνημόνευες, τοῦ ἀπάντησε.
Ἄλλοτε, τήν ὥρα πού μνημόνευε στήν προσκομιδή, εἶδε δίπλα του τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο μέ τίς χοῦφτες τή μία μέσα στήν ἄλλη, ὅπως, ὅταν κοινωνεῖ ὁ Ἱερέας τό Σῶμα τοῦ Κυρίου.
Κάποια ἄλλη φορά εἶδε πάνω ἀπό τό κεφάλι εὐλαβοῦς Ἱερέως, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπισκεφθεῖ τή Μονή καί λειτουργοῦσε, ἕναν φωτοειδῆ ἀστέρα τήν ὥρα πού ἔθετε τόν ἀστερίσκο ἐπάνω ἀπό τόν Ἀμνό κατά τήν κάλυψη τῶν Τιμίων Δώρων.
Ἐκεῖ στήν Ἁγία Προσκομιδή συνέβη καί τό φοβερώτατο· εἶδε καί ἄγγιξε τό ἴδιο τό Τίμιο καί Πανάγιο καί Ζωηρό Αἷμα τοῦ Κυρίου τήν ὥρα πού ἑτοιμαζόταν νά καλύψει τά Τίμια Δῶρα, ὅπως ὁ ἴδιος κατέγραψε σέ σημείωμά του, τό ὁποῖο παρατίθεται στήν ἑνότητα: «Ἔγραψε ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος...».
Τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ δέν βρισκόταν μόνος του στό Ἱερό. Ἄγγελοι μαζί του δοξολογοῦσαν τό Θεό, τά φτερά τους τόν ἄγγιζαν, τά αὐτιά του ἄκουγαν τά φτερουγίσματά τους.
Κάποια φορά, βλέποντας τούς Ἁγίους Ἀγγέλους νά ὑπερίπτανται τῆς Ἁγίας Τραπέζης, δέν μποροῦσε νά κάνει τή Μεγάλη Εἴσοδο· ὁ ψάλτης συνεχῶς ἐπαναλάμβανε «Ὡς τόν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι» καί ὁ Ἀρχάγγελος μέ τή φτερούγα του τόν ἔσπρωξε ἀπό τόν ὦμο καί τόν ὁδήγησε νά κάνει τή Μεγάλη Εἴσοδο.
Ἄλλοτε πάλι ἦταν τόσοι πολλοί οἱ Ἄγγελοι στό Ἅγιο Βῆμα πού τούς εἶπε: «Συγγνώμη, Ἅγιοι Ἄγγελοι, σᾶς παρακαλῶ κάνετε λίγο τόπο νά περάσω». Μόλις ὁ Ἱερέας πεῖ τό «δι’ εὐχῶν»
φεύγουν οἱ Οὐράνιες Δυνάμεις καί μέσα στό Ἱερό ἔχουμε ἠρεμία ἔλεγε ὁ Γέροντας.
Ἄλλες φορές τόν ἔβλεπαν τήν ὥρα τῆς Προσκομιδῆς νά στέκει ψηλά, νά μήν πατάει στό ἔδαφος. Τό ἴδιο καί κατά τήν Μεγάλη Εἴσοδο τόν εἶδαν νά κινεῖται στόν ἀέρα.Τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας ἔλαμπε ὁλόκληρος. Ἐπίγειος Ἄγγελος! «Συλλειτουργοῦσε μέ τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ», ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε. Ἐκφωνοῦσε τίς εὐχές, καί αἰσθανόσουν ὅτι τά λόγια αὐτά ἔβγαιναν ἀπό τήν καρδιά του καί τά μετέδιδε στήν καρδιά τῶν πιστῶν. Λειτουργοῦσε μέ ἀπόλυτη ἀφοσίωση στό Θεό καί «ζοῦσε» τή Θεία Λειτουργία. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν κοινωνῶ τούς ἀνθρώπους ποτέ δέ βλέπω τό πρόσωπό τους, ἀλλά καμιά φορά μοῦ λέει ὁ λογισμός νά κοιτάξω τό πρόσωπο τῶν προσερχόμενων στή Θεία Μετάληψη. Τότε βλέπω τά πρόσωπα μερικῶν ἀνθρώπων νά ἔχουν διάφορες μορφές ζώων, φοβερές μορφές! Θεέ μου, λέω, ἀφοῦ εἶναι ἄνθρωποι, πῶς ἔχουν πρόσωπα ζώων; Εἶναι καί μερικοί πού ἔρχονται νά κοινωνήσουν μέ πρόσωπο ἤρεμο καί ἱλαρό καί μόλις κοινωνήσουν λάμπει τό πρόσωπό τους σάν τόν ἥλιο».
Ὁ σεβασμός του πρός τούς Ἱερεῖς τόν συνόδευε ἀπό τή νεανική του ἡλικία, ὅταν φιλοῦσε τό χέρι καί τό ράσο τοῦ παπα-Θεοδόση, μέχρι τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, πού γονατιστός ἐξομολογοῦσε τούς Ἱερεῖς καί τούς φιλοῦσε τό χέρι τους.
Συχνά, ἀπευθυνόμενος σέ Ἱερεῖς, ἀναφερόταν στήν προετοιμασία καί τή στάση τοῦ Ἱερέα στή Θεία Λειτουργία:
«Ὁ Ἱερέας ἀπαραίτητα, πρίν λειτουργήσει, πρέπει νά διαβάζει τήν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως. Νά κάνει ὁρισμένες μετάνοιες καί νά λέει τήν “Εὐχή”. Τήν ὥρα δέ τῆς Ἀκολουθίας νά ἔχει συγκεντρωμένο τό νοῦ του.
Ἐμεῖς οἱ Ἱερεῖς πρέπει νά ἔχουμε ταπείνωση καί ἀγάπη μεταξύ μας, νά ἔχουμε πραότητα. Πρίν λειτουργήσουμε νά συγχωρούμαστε ἄν, ὡς ἄνθρωποι, ἔχουμε κάτι μεταξύ μας. Ἀλλιῶς δέ γίνεται δεκτή ἡ προσφορά μας στό Θυσιαστήριο ἀπέναντι στό Θεό. Ὅταν λειτουργοῦμε, πρέπει νά στεκόμαστε μισό μέτρο μακριά ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα καί ἄν τό μέρος εἶναι στενό, τουλάχιστον δέκα πόντους, μέ τά χέρια μας σταυρωμένα νά λέμε τά Εἰρηνικά καί τίς εὐχές. Νά μήν ἀκουμπᾶμε πάνω Της τά χέρια μας, γιά νά ξεκουραστοῦμε, οὔτε ν’ ἀφήνουμε κομποσκοίνια, ρολόγια ἤ διάφορα βιβλία, γιατί ἐκεῖ πάνω βρίσκεται τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας. Στήν Ἁγία Τράπεζα πρέπει νά βρίσκεται μόνο τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὁ Σταυρός, τό Ἱερατικό καί τά κεριά».
Πολλά θαυμαστά γεγονότα συνδέονται καί μέ τή διακονία του ὡς ἐφημερίου στά γύρω χωριά. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού τόν συναντοῦσαν προσκυνητές πού ἀνέβαιναν στή Μονή νά πηγαίνει γιά νά κοινωνήσει κάποιον ἑτοιμοθάνατο ἤ νά τελέσει ὁποιοδήποτε μυστήριο ἤ νά ἀνεβαίνει μέ τά πόδια στή Μονή καί αὐτοί, φτάνοντας μέ αὐτοκίνητο ἀμέσως ἐπάνω, νά τόν βρίσκουν μέσα στό Μοναστήρι ἤ νά τούς ἀνοίγει ὁ ἴδιος τήν πόρτα. Ὅταν ἔκθαμβοι οἱ προσκυνητές τόν ρωτοῦσαν γιά τό γεγονός, πολύ ἁπλά τούς ἀπαντοῦσε: «Αὐτά, παιδιά μου, εἶναι τοῦ Θεοῦ πράγματα».
Πολλές φορές ὁ Γέροντας γιά τά μεγάλα αὐτά δῶρα τοῦ Θεοῦ ἔλεγε: «Ὁ Θεός μου ἔδωσε ὅλα τά χαρίσματα, καθώς καί ὅλα τά ἀξιώματα (ἱερωσύνη, πνευματική πατρότητα, ἡγουμενία καί ἄλλα), ἀλλά ὅλα αὐτά ἀκολουθοῦν μέχρι τόν τάφο· μετά τόν τάφο ἀρχίζει ἄλλη, νέα ζωή».
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.