Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Ἀσθενῶν καί ὑπομένων

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 17 από 214

«Πῆρε κάποια στιγμή ὁ ἑωσφόρος τήν ἄδεια νά πειράξει τό σῶμα μου»

Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ μακαριστός Γέροντας· «πῆρε κάποια στιγμή ὁ ἑωσφόρος τήν ἄδεια νά πειράξει τό σῶμα μου». Αὐτό εἶπε ἀποκαλυπτικά καί τό δαιμόνιο, μέσω μιᾶς ταλαίπωρης ψυχῆς πού βασάνιζε, φανερώνοντας καί τίς παθήσεις πού εἶχε ὁ Γέροντας, τίς ὁποῖες μόνο ὁ ἴδιος ἤξερε.

Ἀπό τό 1956 ἄρχισε νά ἔχει πολύ ἔντονους πόνους στή μέση του καί τά πόδια του ἀπό τή μεγάλη κούραση. Γιά τή βαριά αὐτή ὀσφυαλγία του ὁ γιατρός τοῦ ἔκανε ὀγδόντα ἐνέσεις, ἀλλά ἡ κατάστασή του δέν βελτιώθηκε. Τότε παρακάλεσε τόν Ὅσιο Δαυΐδ νά τόν θεραπεύσει: «Ἅγιέ μου, ἔλα σέ παρακαλῶ νά μέ βοηθήσεις, νά μέ θεραπεύσεις». Πράγματι ὁ Ὅσιος Δαυΐδ μέ τή μορφή τοῦ π. Σπυρίδωνα, ἁγιορείτη Μοναχοῦ Ἁγιοπαυλίτη, πού τότε φιλοξενοῦσαν στή Μονή, τόν ἐπισκέφθηκε καί τόν θεράπευσε. (Βλ. ἐκτενέστερα στήν ἑνότητα:

«Εἶπε ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος»).

Τήν ἴδια αὐτή περίοδο, σέ μιά βαρυχειμωνιά πού τό χιόνι εἶχε παγώσει, λίγο πρίν μπεῖ στό ναό γλίστρησε, ἔπεσε στό παγωμένο χιόνι καί χτύπησε τή σπονδυλική του στήλη στήν περιοχή τῆς λεκάνης. Πρέπει νά ἔπαθαν κατάγματα οἱ σπόνδυλοί του, γιατί ἐπί εἴκοσι ἐννέα ἡμέρες δέν μποροῦσε νά κάνει τήν παραμικρή κίνηση. Τήν εἰκοστή ἐνάτη ἡμέρα εἶδε τούς Ἁγίους Ἀναργύρους πού πῆγαν καί τόν θεράπευσαν, ἀνταποκρινόμενοι στά αἰτήματα τῶν προσευχῶν του. Κι ἔτσι μπόρεσε νά συνεχίσει τήν ἄσκησή του.

Τό 1964 προσβλήθηκε ἀπό ὀξεία ἀμυγδαλίτιδα καί εἶχε ἀνυπόφορους πόνους. Τό πύον πήγαινε στά νεφρά του. Δέν διέκοψε ὅμως τίς Ἀκολουθίες καί τήν καθημερινή Θεία Λειτουργία. Τίς τελοῦσε ἀνελλιπῶς.

«Μέχρι τήν ἡλικία περίπου τῶν πενήντα πέντε χρόνων δέν εἶχε δεῖ ἄνθρωπος ποτέ τό σῶμα μου ἐκτός ἀπό τή μητέρα μου, ὅταν ἤμουν παιδάκι», ἔλεγε ὁ Γέροντας. «Μετά παραχώρησε ὁ Θεός νά μέ δοῦν οἱ γιατροί καί οἱ νοσοκόμοι καί νά μέ χειρουργήσουν ἐπανειλημμένως. Ἔγινα θέατρο Ἀγγέλοις καί ἀν-θρώποις».

Ὑποβλήθηκε σέ πολύ δύσκολη πολλαπλή ἐγχείρηση βουβωνοκήλης, σκωληκοειδίτιδος, μέ περιτοναϊκή ἀντίδραση καί προβλήματα προστάτη. Στήν ἀρχή δέν ἤθελε νά πάει σέ γιατρό θεωρώντας ὅτι εἶναι ντροπή νά δοῦν τό σῶμα του, σῶμα Ἱερέως. Ὁ Γέροντάς του, π. Νικόδημος, τοῦ τό ἔθεσε ὡς θέμα ὑπερηφανείας. «Πήγαινε, παιδί μου, στό γιατρό, γιατί ὁ Θεός θά παραχωρήσει νά πέσεις σέ σοβαρή πάθηση, ἐπειδή ἔχεις ὑπερηφάνεια καί δέ θέλεις νά ἐξεταστεῖς». «Γέροντα, τί ἐστί ὑπερηφάνεια; Ἐγώ ντρέπομαι νά ξεγυμνωθῶ», εἶπε. Ἀναγκάστηκε ὅμως νά μεταφερθεῖ στό Νοσοκομεῖο Χαλκίδος μετά ἀπό μία ἔντονη κρίση μέ δυνατούς καί ἀφόρητους πόνους καί ἀποφασίστηκε ἀμέσως χειρουργεῖο. Παρακάλεσε τότε τόν Ὅσιό του Δαυΐδ νά περάσει ἀπό τό Προκόπι, νά πάρει μαζί του τόν Ὅσιο Ἰωάννη τό Ρῶσσο καί νά φτάσουν ἐκεῖ σέ δέκα λεπτά νά τόν βοηθήσουν, ὅπως καί ἔγινε. Τούς εἶδε! Ἔγινε μέ ἐπιτυχία τό χειρουργεῖο καί γύρισε στό κελλί του.

«Ἐμεῖς διετάχθημεν ἀπό τόν Θεό νά σέ θεραπεύσουμε, ὅπως μᾶς τό ζήτησες. Ἦταν σήμερα νά φύγεις, ἀλλά ἐγώ σέ ἄφησα διά τήν αὔριον», τοῦ εἶπε ἕνα βράδυ, πού τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης. Πράγματι ὁ γιατρός παραδέχτηκε ὅτι ἄλλος κατηύθυνε τό χέρι του, δέν ἔκανε ὁ ἴδιος τήν ἐγχείρηση.

«Ἔτσι μ’ αὐτήν τήν παράταση ζῶ ἀκόμη», ἔλεγε ὁ Γέροντας,

«γι’ αὐτήν τήν αὔριον, πού εἶπε ὁ Ἅγιος» (βλ. ἐκτενέστερα στήν ἑνότητα: «Εἶπε ὁ Γέρων Ἰάκωβος»).

Ἀργότερα παρουσιάστηκαν κιρσοί καί στά δύο πόδια του. Τόν πῆγαν στό Νοσοκομεῖο ΝΙΜΙΤΣ τό 1974 γιά ἐγχείρηση, τήν ὁποία δέχτηκε ὡς μέσο ταπεινώσεως. Τότε, στό θάλαμο τοῦ Νοσοκομείου τοῦ ἐμφανίστηκε, μέ τή μορφή νοσοκόμας, ἡ Θεοτόκος μέ τόν Κύριο στήν ἀγκαλιά Της, γιά νά τόν ἐνθαρρύνει. Ἀργότερα δυστυχῶς ξαναδημιουργήθηκαν καί τόσο ἀνυπόφορη ἦταν ἡ κατάστασή τους, πού δέν μποροῦσε νά σταθεῖ ὄρθιος· «μοῦ συνιστοῦσαν οἱ γιατροί νά πάρω μιά καρεκλίτσα καί νά κάθομαι μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα, ἀλλά ἐγώ ποτέ δέν τό ἔκανα», ἔλεγε.

Δοκιμάστηκε πολύ καί ἐξαιτίας ραγάδων τοῦ ἐντέρου, πού ὁρισμένες φορές τοῦ προκαλοῦσαν ἀνυπόφορες ἐνοχλήσεις, ἀλλά καί ἀπό φοβερούς ἰλίγγους, πού εἶχαν ὡς αἰτία τό αὐχενικό σύνδρομο. «Δέν τολμοῦσα», ἔλεγε, «νά γυρίσω τό κεφάλι μου στό πλάι κι ἔχανα τόν κόσμο. Ἀναγκαστικά στίς ἀτέλειωτες ὧρες τῆς ἐξομολογήσεως τό κρατοῦσα σέ μία θέση, ὥστε αὐτό μου προξενοῦσε δριμεῖς πόνους στόν αὐχένα, δέ γύριζα νά δῶ τό πρόσωπο τοῦ ἐξομολογουμένου, ἀλλά σκυφτός ἐγκαρτεροῦσα σ’ αὐτήν τή στάση, κάνοντας ὑπομονή».

Ἡ δοκιμασία τῶν ἀσθενειῶν οὔτε τό πεπτικό σύστημα τοῦ Γέροντα ἄφησε ἄθικτο, γιατί ὑπέφερε ἀπό σπαστικό ἔντερο, τό ὁποῖο τόν ταλαιπωροῦσε μέ κοιλιακά ἄλγη καί μετεωρισμό. Ἀλλά καί τό οὐροποιητικό σύστημα δέν ἔμεινε ἀμέτοχο. Κατά τή διάρκεια οὐρολογικῆς ἐπεμβάσεως κάποιος νοσοκόμος χωρίς νά προσέξει, μᾶλλον ἀπό τόν πειρασμό κινούμενος, ἔβαλε οὐροκαθετήρα μέ μεγαλύτερο μέγεθος ἀπό τό κανονικό. Αὐτό προξένησε πόνο καί ἄλλα προβλήματα. Ἐξαιτίας αὐτῶν ἡ ἐλάχιστη ξεκούραση τοῦ Γέροντα τή νύχτα διακοπτόταν κάθε μιά ὥρα περίπου ἀπό τήν ταλαιπωρία τῆς προβληματικῆς οὔρησης.

Ἡ πάθηση τέλος πού τόν ὁδήγησε καί στό θάνατο ἦταν ἡ πάθηση τῆς καρδιᾶς του. «Ἡ καρδιά μου δέν εἶχε κανένα πρόβλημα, ἀλλά ἕνας πειρασμός πού πέρασα ἦταν ἡ αἰτία νά αἰσθανθῶ ἕναν πόνο σάν μαχαίρι νά μοῦ τρυπάει τό στῆθος. Κατάλαβα ὅτι ἡ καρδιά μου ἀπό ἐκείνη τή στιγμή ἀρρώστησε σοβαρά». Χρειάστηκε νά μπεῖ βηματοδότης καί ἔκανε δυό φορές ἐγχείρηση - τή δεύτερη χωρίς νάρκωση - λόγω ἀποτυχίας τῆς πρώτης. Ἡ ἰσχαιμία τοῦ μυοκαρδίου του ἦταν πολύ σοβαρή καί χρειαζόταν συχνά νά μπαίνει στό νοσοκομεῖο σέ τακτά διαστήματα, ἀλλά καί ἔκτακτα, ὅταν πάθαινε κρίσεις.

Κατά τή διάρκεια τῶν νοσηλειῶν του στά νοσοκομεῖα καί τῶν ἰατρικῶν ἐπισκέψεών του στούς γιατρούς, εἶχε ἐκτός ἀπό τούς πατέρες τῆς Μονῆς βοηθούς καί συμπαραστάτες του τήν ἀνεψιά του Μαρία, κόρη τῆς ἀδελφῆς του Ἀναστασίας, καί τό σύζυγό της Θεόδωρο Μικέλη, τό σπίτι τῶν ὁποίων τόν φιλοξένησε καί τόν ἀνέπαυσε πολλές φορές.

Τό κρύο καί ἡ ζέστη ἦταν ἀφορμές πόνου στό στῆθος πού συνοδεύονταν μέ κρύο ἱδρώτα καί ἐξάντληση. Ὅμως, ὁ ζῆλος νά ὑπηρετεῖ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, τόν ἔκαναν νά κάνει «ξηρό κουράγιο», ὅπως ἔλεγε. Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τοῦ καθηγητῆ Δημητρίου Κρεμαστινοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔβαλε τό βηματοδότη «ἡ Θεία Δύναμη κρατοῦσε τόν παππού!».