Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Θαυμαστή ἡ σχέση του μέ τήν Παναγία μας καί τούς Ἁγίους μας

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 7 από 214

Τό μεγάλο δῶρο τῆς πίστεως καί ἡ ταπείνωση τοῦ μικροῦ Ἰακώβου, καθώς καί οἱ προσευχές τῆς ὁσίας μητέρας του ἦταν αἰτία, ὥστε ὁ Γέροντας νά ἔχει μιά ζωντανή, μιά θαυμαστή σχέση μέ τούς Ἁγίους μας καί ἰδιαιτέρως μέ τήν Παναγία μας.

Ἐκεῖ προσέτρεχε γιά ὁποιοδήποτε θέμα καί πάντα ἔπαιρνε τό ζητούμενο, ἀφοῦ γνώριζε καλά ὅτι «οὐδείς προστρέχων ἐπί Σοί κατῃσχυμμένος ἀπό σοῦ ἐκπορεύεται Ἁγνή Παρθένε Θεοτόκε».

Πολλά θαυμαστά συνέβησαν μέ τόν μικρό Ἰάκωβο.

Τό 1927 ὁ πατέρας τους ἀνέθεσε στό Γιῶργο ἐννέα ἐτῶν καί τόν Ἰάκωβο ἑπτά ἐτῶν νά πᾶνε στήν Τσούκα, στό διπλανό χωριό, τό χοιρινό πού εἶχε θρέψει, γιά νά τό σφάξει ὁ χασάπης. Στό δρόμο συνάντησαν ἕναν χωριανό τους, πού μάτιασε τό ζῶο καί αὐτό ἔπεσε κάτω ἀμέσως νά ψοφήσει. Ὁ Ἰάκωβος πῆρε ἕνα κονσερβοκούτι πού βρῆκε, τό γέμισε νερό, ἔκοψε βασιλικό ἀπό τό διπλανό κῆπο, κατέφυγε στό εἰκονοστάσι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πού ἦταν πιό κάτω, προσευχήθηκε, πῆρε λαδάκι ἀπό τό καντήλι καί σταύρωσε τό ζῶο. Τό ράντισε μέ τό βασιλικό, ἀφοῦ προσευχήθηκε πάλι καί αὐτό σηκώθηκε ἐπάνω!

Δύο χρόνια ἀργότερα, μέσα στό κατακαλόκαιρο, τόν στείλανε μέ τόν ἀδελφό του τό Γιῶργο, νά θερίσουνε στό χωράφι τους. Ἕνα φίδι, ὅμως, δάγκωσε τόν ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος ἔκλαιγε ἀπό τόν πολύ πόνο καί τό φόβο. Ὁ Ἰάκωβος σταύρωσε τήν πληγή του μέ τόν μικρό ξύλινο Σταυρό πού φοροῦσε πάντοτε στό στῆθος του, γονάτισε καί ζήτησε βοήθεια:

«Χριστέ μου, Σέ παρακαλῶ, κάνε νά γίνει νερό τό δηλητήριο, νά μήν πάθει κακό ὁ ἀδελφούλης μου, πάρε καί τούς πόνους του καί τιμώρησε αὐτό τό καταραμένο φίδι», εἶπε ἀπό τά βάθη τῆς παιδικῆς του καρδιᾶς. Καί ἔτσι ἔγινε. Ὁ πόνος ὑποχώρησε καί ὁ ἀδελφός του δέν ἔπαθε τίποτα, ἐνῶ τό φίδι ψόφησε!

Σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν εἶδε νά τόν εὐλογεῖ καί νά τόν θεραπεύει ἀπό δύσκολη ἀσθένεια ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος, τόν ὁποῖο ἰδιαίτερα ὅλη ἡ οἰκογένεια εὐλαβεῖτο. Εἶχαν μάλιστα στό σπίτι τους καί μιά μικρή ἀσημένια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη, θαυματουργή, πατρογονικό κειμήλιο ἕως ἑξακοσίων ἐτῶν ἀπό τή Μικρά Ἀσία.

Λίγο πρίν τό Πάσχα ἐπιδεινώθηκε ἡ κατάσταση της ὑγείας τοῦ μικροῦ Ἰακώβου. Θερμές οἱ προσευχές τῆς μητέρας του πρός τόν Ἅγιο Χαράλαμπο. Τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, καί ἐνῶ ἡ κατάστασή του ἦταν πολύ δύσκολη, εἶδε ὁλοζώντανα τόν Ἅγιο Χαράλαμπο νά τόν σταυρώνει στό στῆθος μέ τό χέρι του, φορώντας τό ἐπιμάνικο. Τά διηγήθηκε στή μητέρα του καί ἐκείνη τοῦ εἶπε συγκινημένη: «Σήμερα παιδάκι μου, ἔγινε νεκρανάσταση, νά τήν γιορτάζεις τήν ἡμέρα αὐτή!».

Κατά τόν ἴδιο χρόνο, ἔπαθε τέτοια σοβαρή δερματοπάθεια στά πέλματα τῶν ποδιῶν του, πού ἀνοίξανε μεγάλες πληγές, βαθιές σχισμές καί τρέχανε ὑγρά. Πονοῦσε πολύ καί δυσκολευόταν νά περπατήσει. Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες φέρανε γιά εὐλογία στήν περιοχή τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ξενιᾶς ἀπό τόν Ἁλμυρό Βόλου καί θά τήν πήγαιναν στό διπλανό χωριό, Δάφνη. Θέλησε καί ὁ Ἰάκωβος νά πάει, μέ ἄλλους συγχωριανούς του. Ἡ μητέρα του λόγω τῆς κατάστασής του μέ δισταγμό τοῦ τό ἐπέτρεψε, μετά καί τήν παρέμβαση τοῦ παπα-Θεοδόση: «Ἄφησε, Θεοδώρα, τό παιδί νά πάει, ἀφοῦ τό θέλει τόσο!».

Ἡ πορεία τῶν δύο ὡρῶν μέ τά πόδια ἦταν μαρτυρική. Διηγεῖτο ὁ Ὅσιος:

«Παναγία μου, σέ παρακαλῶ κάνε με καλά, γιά νά μπορῶ νά περπατάω, ὅπως καί τά ἄλλα παιδιά, Τῆς ἔλεγα κλαίγοντας στό δρόμο. Κι ὅλο χάιδευα τήν ἁγία Εἰκόνα Της κι ἔτριβα τίς πληγιασμένες μου πατοῦσες.

Ἔτσι φτάσαμε στό χωριό, ὅπου πρόχειρα τοποθέτησαν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας πάνω σέ μία καρέκλα μέσα στήν ἐκκλησία καί ὁ κόσμος προσκυνοῦσε μέ πολλή εὐλάβεια. Οἱ χωριανοί μου, ἀφοῦ προσκύνησαν, ξεκίνησαν γιά τήν ἐπιστροφή, γιατί ἡ νύχτα πλησίαζε. Ἐγώ παρέμεινα γιά λίγο μέσα στήν ἐκκλησία μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί ἀφοῦ εἶδα ὅτι δέν ἦταν κανένας ἄλλος γύρω μου, Τῆς εἶπα ἱκετευτικά:

– Παναγία μου, τώρα πού εἴμαστε μόνοι μας, κάνε με καλά, κάνε καλά τά πόδια μου καί ἐγώ δέ θά φανῶ ἀχάριστος, ἀλλά θά δουλέψω, ὅταν μεγαλώσω καί μόλις μπορέσω θ’ ἀνταποδώσω στή χάρη Σου.

Συγχρόνως ἔκλαιγα καί χάιδευα τήν ἁγία Εἰκόνα καί μετά τά πρησμένα μου πόδια. Ἀφοῦ Τήν παρακάλεσα πολλές φορές, μόλις βγῆκα ἀπό τήν ἐκκλησία, διαπίστωσα ὅτι τά πόδια μου δέ μέ πονοῦσαν πιά. Βάδιζα ἐλεύθερα».

Μέχρι τήν κοίμησή του ὁ Γέροντας εἶχε ἄσπρες οὐλές σάν γραμμές στά πέλματά του, σημάδια τοῦ θαύματος τῆς Παναγίας μας.

Μετά ἀπό πολλά χρόνια, ὅταν ὁ Γέροντας ἐγκαταβίωνε πλέον ὡς Ἱερομόναχος στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, θυμόταν μέ εὐγνωμοσύνη τή θεραπεία του αὐτή ἀπό τήν Παναγία καί ἔλεγε:

«Κάποια φορά, ἐνῶ πολύ ὑπέφερα ἀπό ζάλες καί ἰλίγγους μέ εἰδοποίησαν ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ξενιᾶς τοῦ Ἁλμυροῦ ἦρθε στή Λίμνη τῆς Εὐβοίας. Παρ’ ὅλο πού εἶμαι ἄρρωστος, ἔχω ὑποχρέωση στήν Παναγία, σκέφτηκα, γιατί μοῦ εἶχε θεραπεύσει τά πόδια μου, ὅταν ἤμουνα παιδί, καί θά κατέβω νά προσκυνήσω ἀπό εὐγνωμοσύνη. Κατέβηκα στή Λίμνη καί ἀφοῦ προσκύνησα, ἔγινε ἡ λιτανεία μέ τή θαυματουργή Εἰκόνα. Τότε μέ προέτρεψαν οἱ ἄλλοι Ἱερεῖς νά συμμετάσχω καί μάλιστα νά προπορευθῶ ὡς Ἱερομόναχος. Ἐγώ δέ θέλω τιμές γιά τό πρόσωπό μου, ἀλλά τί νά κάνω, ἔκανα ὑπακοή καί ἄρχισε ἡ λιτανεία. Σέ μία στάση πού κάναμε, γιά νά γίνει δέηση, ἦλθε ἡ σειρά μου νά εἰπῶ τό “ἐπάκουσον ἡμῶν ὁ Θεός, ἡ ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς κ.λ.π.”. Τότε βλέπω στήν εἰκόνα ζωντανή τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία γύρισε τό κεφάλι Της καί μέ κοίταξε μέ τά μεγάλα μάτια Της καί σήκωσε τό χέρι Της καί μ’ εὐλόγησε. Ἐγώ ἔχασα τή φωνή μου, κόπηκαν τά πόδια μου καί μέ δυσκολία ἐπαναλάμβανα συνεχῶς “ἐπάκουσον ἡμῶν ὁ Θεός, ἐπάκουσον ἡμῶν ὁ Θεός”, ὅλο τό ἴδιο. Ὁ Θεός γνωρίζει πῶς τελείωσα τή δέηση καί συνέχισα τήν πομπή. Ἡ Παναγία, παιδί μου, εἶναι ζωντανή πάνω στήν ἁγία Εἰκόνα Της, τό εἶδα μέ τά μάτια μου».