Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Ὁ Γέρων Κύριλλος Γεραντώνης

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 96 από 214

Δέχτηκε τό κάλεσμα γιά τήν ἔνταξή του στίς τάξεις τῶν Μοναχῶν ἀπό δύο μεγάλους Ἁγίους της Ἐκκλησίας μας, τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος σέ ὅραμα τοῦ εἶπε: «Ἔλα, ἔχω καί γιά σένα μία θέση στή θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τῶν Μοναχῶν» καί τόν Ἅγιο Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ὁλοζώντανος σέ μία ἀγρυπνία κατά τήν περίοδο τῆς στρατιωτικῆς του θητείας τοῦ εἶπε: «Ἔλα ἔχω καί γιά σένα μία θέση στό Μοναστήρι μου».

Ὡς Μοναχός διακρίθηκε γιά τήν ταπείνωσή του, τήν τελεία καί ὑποδειγματική ὑπακοή του, ἀρχικά στόν μακαριστό Γέροντά του π. Νικόδημο καί στή συνέχεια στόν διάδοχό του, τόν Ὅσιο Ἰάκωβο, τόν ὁποῖο διακόνησε θυσιαστικά. Ξενυχτοῦσε δίπλα του στίς ἀσθένειές του, ξαπλώνοντας στό πάτωμα. Ἔνοιωθε γιά τόν π. Ἰάκωβο τά ἴδια αἰσθήματα καί τήν ἴδια εὐλάβεια, πού αἰσθανόταν πρός τόν Ὅσιο Δαυΐδ. Καί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος μιμήθηκε στή ζωή του τή ζωή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ἔτσι καί ὁ πατήρ Κύριλλος μιμήθηκε στή δική του ζωή τήν ζωή τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου.

Ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς του γιά τό Θεό, τήν Παναγία καί τούς Ἁγίους συνεχῶς αὐξανόταν. Ἐργαζόμενος νυχθημερόν στίς ἐργασίες τῆς Μονῆς καί ἀγωνιζόμενος τόν πνευματικό ἀγώνα, ὁ ὕπνος του ἦταν ἐλάχιστος. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, εἶπε κάποτε στόν Ὅσιο Δαυΐδ: «Ἐσύ Ἅγιέ μου Δαυΐδ, δέ χόρτασες ψωμί κι ἐγώ δέ χόρτασα τόν ὕπνο».

Ἀπό τόν Μάιο τοῦ 1972 ὡς Ἱερομόναχος ἐξυπηρέτησε, μαζί μέ τόν Γέροντά του Ἅγιο Ἰάκωβο τήν Ἱερά Μονή τῆς μετανοίας του, καθώς καί τά γύρω χωριά πού στεροῦνταν μονίμου ἐφημερίου.

Μετά τήν ὁσιακή κοίμηση τοῦ Ἁγίου Γέροντός του Ἰακώβου μέ τήν ὁμόφωνη ψῆφο τῆς Ἀδελφότητας ἐξελέγη Ἡγούμενος. Ἀλλά καί ἀπό τή θέση τοῦ Ἡγουμένου αἰσθανόταν πάντα ὑποτακτικός. Ὅπως ὁ ἴδιος χαριτωμένα ἔλεγε: «Ὡς Μοναχός, ἔκανα ὑπακοή σέ ἕναν, στόν Ἡγούμενο, ὡς Ἡγούμενος, κάνω ὑπακοή σέ δεκαπέντε».

Ὡς ἄξιος διάδοχος τοῦ προκατόχου του Ὁσίου Ἰακώβου, συνέχισε τίς καθημερινές Θεῖες Λειτουργίες, ὑποδεχόταν ὅλους τούς προσκυνητές πάντα μέ τό γλυκό χαμόγελο, ἀνεκαίνισε τό κτιριακό συγκρότημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀνεδέχθη δεκάδα καί πλέον νέων Μοναχῶν, πρωτοστάτησε στόν τομέα τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης.

Μέ τήν ἀστείρευτη ἀγάπη του, τό ἀόργητο καί πράο τοῦ χαρακτήρα του, τήν ὑψοποιό ταπείνωσή του καί τήν ἀκρίβειά του στά θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἔδωσε τήν καλή μαρτυρία τοῦ Μοναχοῦ καί τοῦ Ἡγουμένου, πού ζεῖ γιά τήν Ἐκκλησία καί ἀναπνέει στό χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας. Καθοδηγοῦσε ἁγιοπνευματικά μέ πατρική στοργή τούς πατέρες τῆς Μονῆς, καθώς καί τούς χιλιάδες τοῦ κόσμου, κληρικούς, Μοναχούς καί λαϊκούς πού προσέρχονταν στό πετραχήλι του. Καθοδήγηση ὁμολογουμένως φωτισμένη καί μοναδική.

Στά εἴκοσι χρόνια τῆς Ἡγουμενίας του μέ γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα συνεργάστηκε ἄριστα μέ τούς Ἐπισκόπους του, Μητροπολίτες Χαλκίδος. Ὁ σημερινός μάλιστα Μητροπολίτης κ. Χρυσόστομος Β΄ στόν ἐπικήδειο λόγο του, μέ ἔμφαση τόνισε: «Ὁ Γέρων Κύριλλος οὐδέποτε, οὐδέποτε, οὐδέποτε μέ ἐλύπησε».

Δέ ζοῦσε γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους, πού Ἐκεῖνος τοῦ ἐμπιστεύτηκε. Παρά τήν ἐπιβαρυμένη λόγω μακροχρόνιων προβλημάτων ὑγεία του, συνόδευε ὁ ἴδιος μέ πολλή χαρά τήν Τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ὅπου οἱ πιστοί καλοῦσαν τόν Ἅγιο γιά βοήθεια καί εὐλογία. Καί εἶχε τόση παρρησία, πού, ὅταν σήκωνε τά χέρια του στόν οὐρανό, νά δεηθεῖ μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, ἔπαιρνε γενναιόδωρη τήν ἀπάντηση στό αἴτημά του, ὅπως συνέβη καί στήν Κύπρο, πού εἶχε πάει γιά τή χειροτονία τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου καί ἄλλη φορά γιά τή χειροτονία τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου. Ὅταν τοῦ ζητήθηκε καί τίς δύο φορές ἀπό πιστούς νά δεηθεῖ γιά τό γνωστό σοβαρό πρόβλημα τῆς ἀνομβρίας, σήκωσε τά χέρια του καί μετά ἀπό ὀλιγόλεπτη προσευχή ὁ Θεός «ἀπάντησε» μέ πλημμύρα βροχῆς.

Φιλόθεος, λοιπόν, καί φιλάγιος, φιλόπονος καί φιλακόλουθος, φιλάδελφος καί φιλεύσπλαχνος, ἐφάρμοσε πιστά καί μέ συνέπεια τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης σέ ὅλη του τή ζωή. «Ταπεινός τῇ καρδίᾳ» φρονοῦσε τά ὑψηλά, τά ὁποῖα καί ἔβλεπε μέ τά μάτια τῆς ἁγνῆς, παιδιόθεν, ψυχῆς του, ὅπως ὁ ἴδιος πολλές φορές μᾶς ἀποκάλυπτε.

Τό τελευταῖο διάστημα ταλαιπωρήθηκε ἀπό σοβαρά προβλήματα τῆς ὑγείας του καί νοσηλεύθηκε πολλές φορές. Στίς θλίψεις καί τίς σωματικές ταλαιπωρίες δέν βγῆκε ἀπό τό στόμα του ἐπιφώνημα πόνου ἤ διαμαρτυρίας. Τό χαμόγελο δέν ἔλειψε ποτέ ἀπό τά χείλη του καί ἡ φράση «Δόξα σοι ὁ Θεός», ἦταν ἡ μόνιμη ἀπάντηση σέ ὅσους τόν ρωτοῦσαν γιά τήν πορεία τῆς ὑγείας του. Ἡ ἰώβειος ὑπομονή του τόν ἔκανε ξεχωριστό. «Ὅ,τι στέλνει ὁ Θεός», ἔλεγε, «εἶναι καλό. Μέ τό Θεό δέν τσακώνομαι». Ἐρωτώμενος ποιός τοῦ δίνει αὐτή τήν δύναμη ἀπαντοῦσε: «Ἡ Παναγία μας».

Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τόν εἶχε κατακλύσει. Πολλοί ὁμολογοῦν ὅτι τόν εἶδαν νά λούζεται σέ οὐράνιο φῶς, ἐκεῖ στό κρεββάτι τοῦ πόνου στά διάφορα Νοσοκομεῖα, ὅπου νοσηλευόταν τό τελευταῖο διάστημα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Μαρτυρίες γιατρῶν, νοσηλευτῶν, προσωπικοῦ καί ἄλλων ἀναφέρουν ὅτι ἡ παρουσία του ἐκεῖ δημιουργοῦσε στήν ψυχή τους εἰρήνη, γαλήνη, χαρά.

Στά μέσα Φεβρουαρίου ξύπνησε τούς δύο πατέρες, πού ἀνελλιπῶς ἦταν δίπλα του ὡς ἄγγελοι, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, τόν π. Γαβριήλ τόν σημερινό Ἡγούμενο καί τόν π. Νεόφυτο καί τούς εἶπε: « ὅταν πεθάνω νά μέ θάψετε στά πόδια τοῦ π. Ἰακώβου, γιά νά εἴμαστε παρέα». Ἀκόμη καί μετά τήν κοίμησή του ἤθελε νά εἶναι ὑποτακτικός!

«Κι ἐγώ σᾶς ἀγαπῶ ὅλους, ὅλον τόν κόσμο ἀγαπῶ, μηδενός ἐξαιρουμένου». Ἦταν ἀπό τά τελευταῖα του λόγια, πρίν φύγει γιά τά οὐράνια σκηνώματα, ἀπαντώντας σέ νοσηλευτές πού τοῦ εἶπαν ὅτι τόν ἀγάπησαν πολύ.

Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τίς πρωινές ὧρες τῆς Παρασκευῆς τοῦ Ἀκαθίστου, τῆς Παναγίας, τῆς «γλυκιᾶς του Μανούλας» ὅπως τρυφερά συνήθιζε νά τήν ἀποκαλεῖ, στίς 30 Μαρτίου 2012, στό Ναυτικό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν. Ἄρρητη εὐωδία πλημμύρισε τόν 4ο καί τόν 1ο ὄροφο τοῦ Νοσοκομείου.

Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία του ἔλαβε χώρα στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, τήν ἑπομένη, Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου μέ τήν συμμετοχή δέκα Ἀρχιερέων καί ἄλλων πολλῶν Κληρικῶν καί μέ τήν παρουσία πλήθους Μοναχῶν καί ἑκατοντάδων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι προσκύνησαν τό ζεστό καί εὔκαμπτο σκήνωμά του.

Τά ἑβδομήντα τρία χρόνια τῆς ἐπίγειας βιοτῆς του ἦταν μία γνήσια καί αὐθεντική μαρτυρία Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἀξιώθηκε πολλῶν θείων ἐμπειριῶν. Εἶδε τήν Παναγία καί ἄκουσε τή συνομιλία της μέ τόν Ἅγιο Ἰάκωβο στό Ἱερό Βῆμα. Αἰσθάνθηκε δίπλα του Οὐράνιες Δυνάμεις, πού ἐκφωνοῦσαν παράλληλα τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Κατά τήν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Μυροφόρων δέχτηκε στά χέρια του τό Τίμιο Σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπό τούς μαθητές Του Ἰωσήφ καί Νικόδημο καί πλημμύρισε τό κελλί του εὐωδία, καθώς καί τά ράσα του γιά μία ἑβδομάδα.

Στίς στενοχώριες τῶν δοκιμασιῶν καί τῶν ἀσθενειῶν του παρηγορήθηκε ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί ἀπό Οὐράνιες, Θεῖες Δυνάμεις.

Εἶναι πολλές ἐπίσης οἱ περιπτώσεις, πού μαρτυροῦν τό διορατικό καί προορατικό του χάρισμα. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά:

Στή μοναχή Φωτεινή τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Ζαλόγγου εἶχε πεῖ ὅτι μετά τήν κοίμηση τῆς Γερόντισσας Ἁγνῆς στήν Ἱερά Μονή Κάτω Παναγιᾶς τῆς Ἄρτας, θά ἐκλεγεῖ ἡ ἀδελφή Χαριτίνη, ὅπως καί ἔγινε.

Στήν Ἱερά Μονή τοῦ Θεοτοκίου τῆς Ἄρτας, χωρίς κανείς νά τόν ἔχει πληροφορήσει σχετικά μέ τήν κατάκοιτη Μοναχή, ζήτησε ἀπό τή Γερόντισσα Κεχαριτωμένη νά τόν πάει νά πάρει τήν εὐχή της λέγοντας στούς συνοδούς: «Ἔχουν ἕναν κρυμμένο πνευματικό θησαυρό στό Μοναστήρι».

Ἡ Ἄντρη Παπαγεωργίου ἀπό τήν Κύπρο, πού πῆγε στό Μοναστήρι νά προσκυνήσει, ἐνῶ ἐπιθυμοῦσε πολύ νά τήν σταυρώσει ὁ π. Κύριλλος, δίστασε νά τοῦ τό ζητήσει. Τότε ὁ π. Κύριλλος, παρότι τοῦ ἦταν ἄγνωστη, τῆς εἶπε: «Ἔλα κυρία Ἄντρη, πού στό χωριό σου σέ φωνάζουν Ἀντρούλα, νά σέ σταυρώσω».

Σέ συνέντευξή του γιά τόν Γέροντά του Ἅγιο Ἰάκωβο ὁ Γέροντας Κύριλλος μεταξύ ἄλλων εἶχε ἀναφέρει:

Γνώρισα τόν π. Ἰάκωβο ἀπό τότε πού ἦλθε στό Μοναστήρι. Ἀμέσως ἡ φήμη του ἐξαπλώθηκε στή γύρω περιοχή. Ὅ κόσμος ἔλεγε: «Πᾶμε στό Μοναστήρι νά φιλήσουμε τό χέρι τοῦ πατρός Ἰακώβου πού εὐωδιάζει». Ἦταν ὁ Γέροντας πράγματι ἄνθρωπος ἐνάρετος, ἀσκητικός, ἄνθρωπος τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τότε γιά πρώτη φορά ἀκούσαμε στά χωριά μας ὅτι ὑπάρχει Σαρανταλείτουργο. Τό ἔμαθε ὁ κόσμος καί ἔφερναν τά ὀνόματά τους στό Μοναστήρι προσφέροντας ὅ,τι μποροῦσαν. γιά νά τά μνημονεύσει ὁ Γέροντας στό Σαρανταλείτουργο.

Τό κύριο χαρακτηριστικό τοῦ πατρός Ἰακώβου θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἦταν ἡ βία πού ἀσκοῦσε πάνω στόν ἑαυτό του, στό καθετί. Ἐφάρμοζε τό γραφικό: «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν». Δέν συγκατέβαινε εὔκολα στόν ἑαυτό του. Ἀλλά καί ἡ εὐθύτητά του ἦταν μοναδική. Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ «ναί, ναί» καί τοῦ «οὐ, οὐ».

Στήν ἀρετή τῆς νηστείας ἀσκήθηκε ὑπεράνθρωπα. Βεβαίως καί ἀπό τή φύση του ἦταν ὀλιγοδίαιτος, ἀφοῦ ὡς γνωστόν ποτέ δέν ἔφαγε στή ζωή του λιπαρές τροφές ἤ ζυμαρικά ἤ γλυκά. Ἀλλά μέ τήν προσπάθειά του αὔξησε τό τάλαντο ἑκατονταπλάσια.

Διέπρεψε ὡς πνευματικός, ὡς διορατικός Γέροντας. Πρίν σᾶς ἀναφέρω μερικά περιστατικά πού φανερώνουν τό χάρισμα τοῦ Γέροντά μας, θά σᾶς διηγηθῶ ἕνα περιστατικό πού συνέβη σέ μένα προσωπικά. Ὅταν τό 1966 τραυματίσθηκα σοβαρά στό μάτι μου, ὁ Γέροντας πρίν ἀπό τρεῖς μέρες προέβλεψε τό ἀτύχημα καί μοῦ ἐπέστησε τήν προσοχή. Ὅπως μοῦ εἶπε εἶδε ὀφθαλμοφανῶς τόν διάβολο, πού προκάλεσε τή δοκιμασία μου.

Ἦρθε κάποτε ἕνας στρατηγός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐξομολογήθηκε ὅτι ποτέ στή ζωή του δέ φοβήθηκε τόσο, ὅσο ὅταν ἔμπαινε στό ἐξομολογητήριο τοῦ Γέροντα γιά τήν πρώτη του ἐξομολόγηση. Ποιά ὅμως ἦταν ἡ ἔκπληξή του, ὅταν ἄκουσε τόν Γέροντα νά τοῦ ἀποκαλύπτει μέ διάκριση καί ἀγάπη ὅλη του τή ζωή! Ἔτσι πῆρε θάρρος καί ἐξομολογήθηκε.

Μία κυρία ἀπό τήν Ἀθήνα πού μετά δέκα χρόνια γάμου δέν εἶχε ἀποκτήσει παιδί, ἦλθε μέ τόν σύζυγό της νά συμβουλευθοῦν τόν Γέροντα, διότι σκέφτονταν νά υἱοθετήσουν ἕνα παιδί, καί ἤθελαν τή γνώμη τοῦ Γέροντα γι’ αὐτό τό θέμα. Ὁ πατήρ Ἰάκωβος, χωρίς νά τούς ἔχει ξαναδεῖ, τούς λέει: «Μή στενοχωρεῖστε καί ὁ Θεός θά σᾶς δώσει δύο κόρες». Μετά τήν ἀναχώρησή τους ἀπό τό Μοναστήρι ἡ γυναίκα ἐγκυμόνησε καί γέννησε δίδυμα κορίτσια. Κατόπιν γιά δέκα ὁλόκληρα χρόνια δέν κατάφεραν νά ξανάρθουν στό Μοναστήρι κι οὔτε ἔγραψαν σχετικά στόν Γέροντα. Μετά τήν παρέλευση τῆς δεκαετίας μέ μεγάλα πλέον τά κοριτσάκια τους ἦρθαν νά εὐχαριστήσουν τόν π. Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος μόλις εἶδε τή γυναίκα τήν ρώτησε:«Τί κάνουν οἱ κόρες σου;» καί ἄρχισε νά κουβεντιάζει μαζί της.

Ἐκεῖ στεκόταν καί μία ἄλλη κυρία πού στενοχωριόταν, γιατί ὁ Γέροντας δέ φαινόταν νά τήν προσέχει. Ξαφνικά ἀπευθύνεται σ’ αὐτήν ὁ πατήρ Ἰάκωβος λέγοντας: «Κυρία Ἑλένη

– αὐτό δέν εἶναι τό ὄνομά σου;– δέν ὑπάρχει λόγος νά φοβᾶσαι γιά τίποτε». Τῆς ἔδωσε ἀμέσως τήν ἀπάντηση γιά τό πρόβλημα πού τήν εἶχε φέρει στό Μοναστήρι. Διότι εἶχε ἔλθει νά συμβουλευθεῖ τόν Γέροντα γιά κάτι φοβίες, ἀπ’ τίς ὁποῖες ὑπέφερε.

Ἦλθε κι ἕνα ζευγάρι γιά πρώτη φορά στό Μοναστήρι καί μόλις συνάντησαν τόν Γέροντα, τούς λέει: «Τί κάνει τό παιδάκι σας, ἡ Ἐλευθερία; Νά μοῦ τό φέρετε αὔριο νά τό εὐλογήσω».

Ἕναν Ἱεροδιάκονο ἀπό τήν Κύπρο, τόν π. Νεόφυτο, πρίν ἱερωθεῖ, τόν ρώτησε ὁ Γέροντας: «Ποιό ἦταν, τέκνον μου, τό ὄνομά σου; «Ὅμηρος, Γέροντα». «Κάποιο λάθος ἔγινε, παιδί μου, διότι τό ὄνομά σου ἔπρεπε νά εἶναι Μύρων». Πράγματι, διότι ἡ γιαγιά του, πρός τιμήν τῆς ὁποίας τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα, λεγόταν Μυροφόρα.

Ἀμέτρητα τά παρόμοια περιστατικά. Πολλά, ἀλλά καί θαυμαστά γεγονότα ἔχουμε καί μετά τήν κοίμηση τοῦ Πατρός. Ἄς ἀναφέρουμε ἕνα-δύο.

Ἡ Γερόντισσα Μακαρία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γερασίμου στό Λουτράκι Κορινθίας μᾶς διηγήθηκε γιά μία κυρία καρκινοπαθῆ μέ πολλές χειρουργικές ἐπεμβάσεις πού ἐπισκέφθηκε τό Μοναστήρι της ἀπελπισμένη, γιατί ὁ ὄγκος εἶχε ξαναεμφανισθεῖ στό χέρι της αὐτή τήν φορά καί οἱ γιατροί τῆς συνέστησαν χειρουργεῖο. Ἐκείνη τή στιγμή ἡ Γερόντισσα διάβαζε τή βιογραφία τοῦ Γέροντα καί τή συμβούλεψε νά σταυρώσει τό χέρι της μέ τή φωτογραφία του καί νά τόν παρακαλέσει. Τό ἑπόμενο πρωί ὁ ὄγκος ἐξαφανίστηκε.

Ἡ κυρία Μαρία Γκέκα ἀπό τό Βόλο πού εἶχε πολύ σοβαρά ἄρρωστο τό παιδί της καί παρ’ ὅλες τίς θεραπεῖες δέν εἶχε βελτίωση, μόλις ἐπικαλέσθηκε τήν βοήθεια τοῦ Γέροντα, ἀμέσως τό παιδί της θεραπεύτηκε.

Ὁ κ. Γεώργιος Στεργίου ἀπό τή Λίμνη Εὐβοίας ἔβγαλε στό τέλος Αὐγούστου 1993, ἕνα σκληρό καί μεγάλο ὄγκο λίγο πιό κάτω ἀπ’ τήν κοιλιά του. Ὁ γιατρός πού ἐπισκέφθηκε τοῦ συνέστησε νά τοῦ τόν ἀφαιρέσουν. Ὁ κ. Γεώργιος, πιστός ἄνθρωπος, ἄρχισε τότε νά παρακαλεῖ μέ δάκρυα τόν Ὅσιο Δαυΐδ καί τό Γέροντα Ἰάκωβο νά τόν βοηθήσουν. Στά μέσα Σεπτεμβρίου ἔταξαν μέ τή σύζυγό του καί πῆγαν στήν Παναγία τῆς Τήνου νά τήν παρακαλέσουν. Τό δεύτερο βράδυ τῆς ἐκεῖ παραμονῆς τους βλέπει στόν ὕπνο του ὁ πονεμένος αὐτός ἄνθρωπος τό Γέροντα Ἰάκωβο νά λάμπει, ὅπως ὁ χρυσός, καί νά κρατᾶ στό χέρι του τρεῖς γάζες. «Ἦρθα, κύριε Γιῶργο μου, νά σέ χειρουργήσω. Μή στενοχωριέσαι», τοῦ εἶπε. Αὐτό ἦταν. Ὅταν τό πρωί ξύπνησε, ὤ, τοῦ θαύματος, ὁ ὄγκος εἶχε ἐξαφανισθεῖ! Μετά λίγες ἡμέρες ἦρθε μέ τή σύζυγό του στή Μονή, ἔτρεξαν στόν τάφο τοῦ Γέροντα καί συγκινημένοι τόν εὐχαριστοῦσαν ἀπ’ τήν καρδιά τους.

Ἡ παρρησία, λοιπόν, καί ἡ ἰαματική χάρη τοῦ Γέροντα καί μετά τήν κοίμησή του εἶναι γεγονός. Παρόμοια περιστατικά σχεδόν καθημερινά ἔρχονται ἄνθρωποι στό Μοναστήρι καί μᾶς τά ἀναφέρουν. Φαίνεται ὅτι τώρα ἄνοιξε τό μεγαλύτερο κεφάλαιο τῆς ὁσιακῆς παρουσίας τοῦ Γέροντα στήν ἐποχή μας. Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του.