Ψυχωφελές κείμενο
Ὁ Μοναχός π. Σεραφείμ
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Προσῆλθε στίς τάξεις τῶν Μοναχῶν «ἐξ ἐγγάμων». Τηροῦσε μέ τή σύζυγό του Βαρβάρα ἀπαρέγκλιτα τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιλογή τους νά μήν ἀνοίγουν τίς Κυριακές τό ἐμπορικό κατάστημα, πού διατηροῦσαν στήν Αἰδηψό, ἀποτελοῦσε ἐξαίρεση στόν κανόνα πού ἐπικρατοῦσε στήν πόλη τους.
Μετά τήν πρόωρη «ἐκδημία πρός Κύριον» τῆς συζύγου του – ὁμολογουμένως ἁγίας γυναίκας– μοίρασε τήν περιουσία του στούς φτωχούς καί ἀναξιοπαθοῦντες καί μετέβη στή Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ὅπου ἐνδύθηκε τό Μοναχικό Σχῆμα. Ἀκούραστος ὑποδεχόταν τούς προσκυνητές στήν κεντρική πύλη τῆς Μονῆς μέ τήν ἀφοπλιστική εὐθύτητά του καί τήν ἄδολη ἀγάπη του. Προτιμοῦσε νά μήν συγκεντρώνει τά βλέμματα τῶν προσκυνητῶν. Τόν συγκινοῦσε πολύ τό Ἀναλόγιο. Κάθε πρωί προσκυνώντας τόν Κύριο στό τέμπλο ζητοῦσε καί τή βοήθειά Του, γιά νά τόν ὑμνήσει μέ τή χαρακτηριστική βροντώδη φωνή του, «ψυχῇ τε καί σώματι».
Ἡ πορεία του ἦταν παραδειγματική. Συντέλεσαν σ’ αὐτό καί οἱ ἄξιοι «προπονητές» του, πού φρόντιζαν πάντα νά αὐξάνουν τίς ἐπιδόσεις τοῦ ὑπάκουου ὑποτακτικοῦ, ἀρχικά ὁ ἐνάρετος Ἡγούμενός του π. Νικόδημος, στή συνέχεια ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος, ὡς Γέροντάς του καί Ἡγούμενος γιά εἴκοσι ἕνα συναπτά ἔτη καί μετά ὁ π. Κύριλλος γιά εἴκοσι ἔτη. Ἡ συμπόρευσή του αὐτή μέ τούς ἁγίους Γέροντές του τόν πλούτισε μέ πολλά βιώματα θαυμάτων, τά ὁποῖα κατανοοῦσε ὡς φυσικό ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης τοῦ πιστοῦ μέ τόν Χριστό, ὡς βίωμα πού αὔξανε ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη του.
Κατάκοπος κάποια μέρα ἀπό τά πολλά διακονήματα δέχτηκε τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ στό κελλί του, ὁ ὁποῖος προστατευτικά τόν σκέπασε, σάν νά ἦταν μικρό παιδί. Ἄλλοτε παραμονή τῆς Μεταμορφώσεως, πού πανηγυρίζει ἡ Μονή, ἐνισχύθηκε ἀπό τόν Ὅσιο, πού τοῦ ἐμφανίστηκε μέ τή μορφή τοῦ ἐν ζωῇ εὑρισκομένου Ἁγίου Γέροντός του π. Ἰακώβου.
Θαυμαστές οἱ ἐξιστορήσεις τοῦ π. Κυρίλλου πρός τούς πατέρες ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του:
Ὁ γέροντας Ἰάκωβος ἀνέθεσε κάποτε στόν π. Σεραφείμ νά συνοδεύσει τήν τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ στό χωριό Παῦλος τῆς Βοιωτίας. Ἡ σφοδρή χιονόπτωση δέν πτόησε τόν π. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἐπιβιβάστηκε στό φορτηγάκι καί ξεκίνησε. Κάποια στιγμή ὁ ὁδηγός σταμάτησε ἀπογοητευμένος, καθώς ἦταν ἀδύνατο νά προχωρήσει. Ὁ π. Σεραφείμ βγῆκε τότε ἀπό τό αὐτοκίνητο καί σηκώνοντας τήν ἁγία Κάρα φώναξε ἱκετευτικά: «Ὅσιε Δαυΐδ, βρές μία λύση νά περάσουμε αὐτό τό ἐμπόδιο καί νά πᾶμε στό χωριό, γιατί οἱ χριστιανοί σέ περιμένουν νά τούς δώσεις τίς εὐλογίες σου». Αὐτό ἦταν! Τό αὐτοκίνητο γλιστροῦσε πάνω στό χιόνι χωρίς μάλιστα νά ἀφήνει ἴχνη καί ἔφτασαν στόν προορισμό τους.
Στό ἴδιο χωριό συνέβη καί τό ἑξῆς: Ἕνας βοσκός παρακάλεσε τόν π. Σεραφείμ νά μεταφέρει τήν ἁγία Κάρα στό μανδρί του, γιά νά γιατρευτοῦν τά ζῶα του, πού δέν μποροῦσαν νά σηκωθοῦν, οὔτε γιά νά φᾶνε. Ὁ π. Σεραφείμ μετέφερε τήν ἁγία Κάρα στό ποιμνιοστάσιο καί παρακάλεσε τόν Ὅσιο Δαυΐδ μέ πίστη δυνατή καί ἁπλότητα, ὅπως τά εἶχε βιώσει δίπλα στόν Ἅγιο Γέροντά του Ἰάκωβο. Διηγιόταν μετά ὅτι ὁ βοσκός χοροπηδοῦσε ἀπό τή χαρά του βλέποντας τά ζῶα νά σηκώνονται, λές καί δέν εἶχαν τίποτε, καθώς περνοῦσε δίπλα τους ἡ ἁγία Κάρα. «Ἀπό σεβασμό στόν Ἅγιο σηκώθηκαν καί γιατρεύτηκαν», τοῦ ἔλεγε χαριτολογώντας ὁ π. Σεραφείμ!
Ἀλλά καί μία Κυριακή, ἔζησε τήν ἑξῆς συγκλονιστική ἐμπειρία: Ὅταν κοινώνησε αἰσθάνθηκε ἔντονα τή γεύση αἵματος στό στόμα του, πού διήρκησε μέχρι τό «Δι’ εὐχῶν»! Αὐτό ἐπαναλήφθηκε κι ἄλλες φορές, ὅταν κοινωνοῦσε, ἐκεῖνο τό χρονικό διάστημα. «Σῶμα καί αἷμα Κυρίου μεταλαμβάνουμε π. Σεραφείμ ἄς μήν τό λησμονοῦμε. Καί ὁ Κύριός μας εἶχε τούς λόγους Του νά σοῦ δείξει μέ θαυμαστό τρόπο τό θαῦμα τῆς μετατροπῆς τοῦ οἴνου καί τοῦ ἄρτου σέ αἷμα καί σάρκα», τοῦ εἶπε ὁ π. Ἰάκωβος χαμογελώντας.
Ὑπῆρξε λοιπόν γλυκύς καρπός ἀπό τό δέντρο τῆς ἁγιότητας τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου, τοῦ ἁγίου Γέροντος Κυρίλλου, καθώς καί τοῦ ἐλεήμονος, ἐναρέτου καί ἀδίκως διωχθέντος π. Νικοδήμου, ὁ ταπεινός Μοναχός ὁ μακαριστός π. Σεραφείμ.
Σέ συνέντευξή του γιά τόν Γέροντά του Ἅγιο Ἰάκωβο ὁ μοναχός π. Σεραφείμ εἶχε ἀναφέρει:
Στό Μοναστήρι ἐγκαταβίωσα τό 1970. Τότε γνώρισα ἀπό κοντά τόν Ἡγούμενο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς μακαριστό Ἀρχιμ. π. Νικόδημο καθώς καί τό Γέροντα π. Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐσεβής, εὐλαβής καί θεοφοβούμενος. Ἔκανε δέ στό καθετί ὑπακοή στό Γέροντά του. Ἔβλεπα ὅτι ὁ πατήρ Νικόδημος εἶχε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν π. Ἰάκωβο καί στά ὑλικά καί στά πνευματικά ζητήματα. Ὁποιοδήποτε πρόβλημα εἶχε τό Μοναστήρι ὁ π. Ἰάκωβος, ὡς ἄνθρωπος ὑπακοῆς, τό ἔφερνε εἰς πέρας κατά τόν καλύτερο τρόπο.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος: «Ἤμουν τριανταενός ἐτῶν ὅταν, ἔχοντας πάρει τήν ἀπόφαση νά μονάσω, πῆγα στόν Ἁι Γιάννη τόν Ρῶσσο τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του στίς 27 Μαΐου, γιά νά προσκυνήσω. Ἐκεῖ ἦταν κι ὁ μακαριστός Δεσπότης Χαλκίδος Γρηγόριος. Ὁ π. Νικόδημος πού ἦταν Ἱεροδιάκονός του καί γνωστός μου μέ παρουσίασε στόν Δεσπότη, γιά νά πάρω τήν εὐχή του. Ἀφοῦ πλησίασα, τοῦ ἔβαλα μετάνοια καί τοῦ ἀσπάστηκα τό χέρι. Ἐκεῖνος μέ ρώτησε:
Πῶς σέ λένε, παιδί μου, καί ἀπό πού εἶσαι;
Ἰάκωβο μέ λένε, Σεβασμιώτατε, καί εἶμαι ἀπό τή Φαράκλα.
Τί θέλεις λοιπόν, Ἰάκωβε;
Σεβασμιώτατε, θέλω νά γίνω Μοναχός.
Τότε ὁ Δεσπότης μέ κοίταξε καλά-καλά καί μοῦ εἶπε:
Παιδί μου, θέλεις νά γίνεις Ἱερέας νά σέ βάλω σέ μία ἐνορία; Γιατί θέλεις νά γίνεις Μοναχός; Μήπως ἔχεις κάποιο κώλυμα γιά τήν Ἱερωσύνη;
Τότε τοῦ λέω:
Ἐγώ, Σεβασμιώτατε, δέν ξέρω τέτοια πράγματα. Ἐγώ εἶμαι ἀπό τῆς μάνας μου τήν ἀγκαλιά.
Τότε μοῦ λέει ὁ Δεσπότης:
Ἄκουσε Ἰάκωβε. Νά μή σέ χάσω. Ἐγώ θά ρωτήσω γιά τήν ζωή σου. Δέ βιάζομαι νά κάνω κάποιον Μοναχό, προπαντός Ἱερέα, ἄν δέν μάθω ἀκριβῶς γιά τή ζωή του.
Καί μέ ρώτησε ποῦ ὑπηρέτησα στό στρατό, σέ ποιό τάγμα κ.λ.π.
Τί γραμματικές γνώσεις ἔχεις; συνέχισε τίς ἐρωτήσεις.
Τό Δημοτικό τελείωσα, εἶπα.
Λίγα γράμματα ξέρεις, ἀλλά ἄν μάθω ὅτι ἡ ζωή σου ἦταν ἡ πρέπουσα θά σέ κάνω Μοναχό καί Ἱερέα.
Σεβασμιώτατε καί οἱ Ἀπόστολοι ἀγράμματοι ἦταν, ἀλλά κατέβηκε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τούς φώτισε καί μετά φωτίσανε τήν οἰκουμένη. Καί ἀπό ψαράδες ἔγιναν ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Ἔτσι κι ἐμένα, ὅταν θά πάω στό Μοναστήρι, θά μέ φωτίσει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θά φωτίσω κι ἐγώ τόν κόσμο».
Καί συνεχίζοντας ὁ Γέροντας ἔλεγε: «Ἀπό ποῦ πῆρα αὐτό τό θάρρος ἐγώ, τόσο ντροπαλός πού ἤμουν καί μίλησα ἔτσι στό Δεσπότη μέσα στό Γραφεῖο, ἐνῶ ἦταν ἐκεῖ καί τόσα ἀλλά ἐπίσημα πρόσωπα; Τά λόγια αὐτά τόσο τοῦ ἔκαναν ἐντύπωση πού μέ παρακάλεσε νά τά ἐπαναλάβω».
Καί πράγματι! Ἔτσι καί ἔγινε. Ὅταν ὁ π. Ἰάκωβος ἦρθε στό Μοναστήρι μέ τήν εὐλάβειά του, τήν ἐλεημοσύνη του, τήν ὑπακοή του καί γενικά μέ τήν ἄσκηση καί τόν ἁγιασμό πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, φώτισε τόν κόσμο. Γι’ αὐτό, κι ὅταν ζοῦσε, στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων ὁ πατήρ Ἰάκωβος ἦταν ἅγιος καί μετά τήν κοίμησή του συνεχίζει νά εἶναι ἅγιος.
Δεκαεπτά καί πλέον χρόνια ζήσαμε οἱ τρεῖς μας. Ἐγώ καί ὁ πατήρ Κύριλλος σ’ ὅλες τίς διακονίες τῆς Μονῆς καί ὁ πατήρ Ἰάκωβος στήν ἐξομολόγηση. Εἶχε ὁ μακαριστός ὁλοκληρωτικά ἀφιερώσει τόν ἑαυτό του στό μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, γιά νά ἐξυπηρετήσει τά πλήθη τῶν προσερχόμενων προσκυνητῶν. Ἦταν τότε μεγάλη ἡ κούραση ὅλων μας.
Μία μέρα, παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, ἤμουν τόσο κουρασμένος πού παρακάλεσα τόν Ἅγιο νά μέ παρηγορήσει, νά μοῦ δώσει δύναμη. Στεκόμουν στό πορτάκι τοῦ Ἱεροῦ, ὁπότε βλέπω τόν π. Ἰάκωβο μέ τό σκουφάκι στό κεφάλι νά περνάει ἀπό μπροστά μου καί νά πηγαίνει πρός τήν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὅτι τέτοια ἐπίσημη μέρα καί μάλιστα λίγο πρίν τόν Ἑσπερινό δέν φοροῦσε ὁ Γέροντας τό ἐπανωκαλύμμαυχό του. Τοῦ φώναξα λοιπόν:
– Πάτερ Ἰάκωβε, πάτερ Ἰάκωβε, ἔλα ἀπό ἐδῶ. Ἔχω ἀνοικτή τήν πόρτα τοῦ Ἱεροῦ.
Τόν εἶδα νά γυρίζει πίσω καί ἐνῶ κρύφτηκε πίσω ἀπό τό καμπαναριό δέν τόν ξαναεῖδα. Φοβήθηκα μήπως ἔπαθε τίποτε καί πῆγα νά δῶ τί συμβαίνει. Ἀλλά δέν ὑπῆρχε κανείς. Ἐκείνη τή στιγμή βλέπω τόν π. Ἰάκωβο μέ τό ἐπανωκαλύμμαυχό του νά κατεβαίνει τή σκάλα μέ ἐκείνη τήν ἱεροπρέπεια καί σοβαρότητα πού εἶχε. Καί τόν ρωτῶ:
Πάτερ Ἰάκωβε, ποῦ πῆγες προηγουμένως, ὅταν κατέβηκες μέ τό σκουφάκι καί χάθηκες ξαφνικά;
Τότε χαμογέλασε ὁ Γέροντας καί εἶπε:
Ἐγώ ἤμουν, πάτερ Σεραφείμ; Ὁ Ἅγιος ἦταν μέ τή μορφή μου. Δέν τόν εἶχες παρακαλέσει νά τόν ἰδεῖς καί νά σέ παρηγορήσει; Αὐτός ἦταν.
Ἤξερε ὁ Γέροντας τό αἴτημα τῆς προσευχῆς μου, ὡς διορατικός πού ἦταν.
Ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι ὁ Γέροντας ἐπιμελῶς ἔκρυβε τά χαρίσματά του. Δέν τά ἔδειχνε, γιατί ἦταν ἄνθρωπος ταπεινός. Ἀκούγαμε ἀπό τούς ἐξομολογούμενους νά μᾶς λένε
«Πῆγα καί μοῦ εἶπε ὅ,τι πρόβλημα εἶχα». Καί ἐκεῖνος, ὅταν τόν ρωτούσαμε, ἔκανε πώς δέν ἤξερε τίποτε.
Ἡ αὐταπάρνησή του ἤτανε τέτοια πού, θυμᾶμαι, ὅταν μία Μ. Πέμπτη, πού ἦταν πολύ ἀνήμπορος, τοῦ πῆγε ὁ π. Κύριλλος λίγο λαδερό φαγάκι, γιά νά δυναμώσει, ὁ Γέροντας λυπήθηκε καί δέν τό ἔφαγε λέγοντας:
Δέ θά μέ κρατήσει τό λάδι. Ἐγώ θέλω ὁ Χριστός νά μέ κρατήσει.
Θά σᾶς ἀναφέρω κι ἕνα θαυμαστό γεγονός πού φανερώνει τό μεγαλεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Γέροντα.
Ὁ κύριος Εὐάγγελος Βασιλείου, κάτοικος Χαλκίδας, εἶχε φτιάξει ἕνα ἐξοχικό σπίτι στήν περιοχή Καμαρίτσας Εὐβοίας, ἀλλά παρόλο πού ἔφερε δύο - τρεῖς εἰδικούς δέν μπόρεσε νά βρεῖ νερό. Τότε κατέφυγε στό Γέροντα, στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε τή στενοχώρια του.
Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Πάρε λίγο Ἁγιασμό ἀπό τή Μονή καί μία εἰκονίτσα τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ, πήγαινε σέ ὅποιο σημεῖο τῆς αὐλῆς σου θέλεις νά βγεῖ νερό καί πές στόν Ἅγιο:
– Ἅγιέ μου Δαυΐδ, ἐσύ στό Μοναστήρι σου ἔκανες τό θαῦμα καί ἔβγαλες νερό σέ ἄγονο μέρος. Σέ παρακαλῶ, βγάλε καί στό σημεῖο αὐτό νερό, πού ἀνθρωπίνως εἶναι ἀδύνατο, ὅπως μέ συμβούλεψε ὁ Γέροντας Ἰάκωβος».
Ἀφοῦ λοιπόν ἔρριξε τόν Ἁγιασμό καί ἔβαλε τήν εἰκονίτσα τοῦ Ἁγίου, βγῆκε σέ δύο ἴντσες πολύ καλό νερό καί ἦρθε στό Μοναστήρι νά εὐχαριστήσει τόν Γέροντα.
Τελειώνοντας θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα θαυμαστό γεγονός, πού συνέβη μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντα. Ὁ Νίκος Κούβαρης, ναυτικός μέ εἰδικότητα ἠλεκτρολόγου, πού κατάγεται ἀπό διπλανό χωριό καί μένει στόν Πειραιά, εἶχε ἀπό μικρό παιδί μεγάλη εὐλάβεια στόν π. Ἰάκωβο. Ἡ ναυτιλιακή του ἑταιρεία τόν ἔστειλε μία μέρα ἐπειγόντως στήν Ἰνδία, γιά νά ἐπισκευάσει ἕνα πλοῖο της. Ὅταν ἔφτασε στό πλοῖο, δέν μπόρεσε νά ἐντοπίσει τή βλάβη τῆς μηχανῆς καί ὅπως ἦταν στενοχωρημένος καί κουρασμένος ἀπό τό πολύωρο ἀεροπορικό ταξίδι τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε εἶδε τόν π. Ἰάκωβο πού τόν ρώτησε:
– Γιατί, παιδί μου Νίκο, εἶσαι στενοχωρημένος; Νά τό ἀνταλλακτικό τῆς μηχανῆς (καί τό κρατοῦσε στό χέρι του!). Βάλ’ το στήν θέση του καί θά πᾶς στήν Ἑλλάδα χωρίς πρόβλημα.
Μετά παρέλευση ἡμερῶν, ὅταν ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα καί ἔφτασε στό σπίτι του, ὁ γιός του τοῦ ἀνακοίνωσε τήν κοίμηση τοῦ Γέροντα. Ὅταν ρώτησε γιά τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του (21-11-91), διαπίστωσε ἀπό τό ἡμερολόγιό του ὅτι ἦταν ἡ ἡμέρα πού θαυμαστά τόν βοήθησε ὁ Γέροντας. Καί ἦλθε στό Μοναστήρι μέ συγκίνηση καί μᾶς τό ἀνέφερε.
Ἄς ἔχουμε κι ἐμεῖς τίς ἅγιες εὐχές του. Ἀμήν.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.