Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Τους Γέροντές μου τους αγαπούσα

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 11 από 160

Όπως ήδη είπα, οι Γέροντές μου ήταν ό πατήρ Παντελεήμων κι ό παράδελφός του, ό πατήρ Ιωαννίκιος. Τους αγαπούσα, ενώ ήταν πολύ αυστηροί. Εγώ τότε δεν τό καταλάβαινα αυτό. Επειδή τους αγαπούσα, νόμιζα ότι δεν μου φέρονται αυστηρά. Τους είχα μεγάλο σεβασμό κι ευλάβεια κι αγάπη. Η ευλάβειά μου ήταν... πώς έβλεπα την εικόνα του Χριστού; Μέ τέτοιο δέος και με τέτοια ευλάβεια. Έπειτα από τόν Θεό ήταν οι Γέροντες. Ήταν ιερείς κι οι δύο. Ήταν απ' τά μέρη της Καρδίτσας. Από ένα χωριό, που είναι ψηλά. Κάπως τό λένε τό χωριό. Έχει αξία να τό θυμηθούμε... Τό θυμήθηκα! Είναι τό χωριό Μεσενικόλας Καρδίτσας. Από κει είχα τη βελέντζα μου, που κοιμόμουν μέχρι πρόσφατα. Τους έκανα άκρα ύπακοή.

Ύπακοή! Τί να σας πω, την ήξερα! Επιδόθηκα σ' αυτή με χαρά, με αγάπη. Αυτή η απόλυτη ύπακοή μ' έσωσε. Έξαιτίας της μου έδωσε ό Θεός τό χάρισμα. Ναι, σας ξαναλέω, έκανα άκρα ύπακοή στους Γέροντές μου. Ύπακοή όχι αναγκαστική αλλά με χαρά και αγάπη. Τους αγαπούσα αληθινά. Κι επειδή τους αγαπούσα, αυτή η αγάπη μ' έκανε να νιώθω και να καταλαβαίνω τί ήθελαν. Γνώριζα, πρίν μου τό πούν, τί ἤθελαν καί πῶς τό ἤθελαν τό κάθε πράγμα. Πήγαινα δῶ, πήγαινα κει. Ἤμουν ἀφοσιωμένος σ' αὐτούς. Γι' αὐτό ἡ ψυχή μου πετοῦσε ἀπό χαρά κοντά τους. Δέν σκεπτόμουν κανένα. Πᾶνε οἱ γονεῖς, πᾶνε οἱ γνωστοί, πᾶνε οἱ φίλοι, πάει ὁ κόσμος. Ἡ ζωή μου ἦταν προσευχή, χαρά, ὑπακοή στούς Γέροντές μου.

Μία φορά μου λέγανε κάτι κι ἐγώ τό τηροῦσα. Παράδειγμα, μου εἶπε μία φορά ὁ Γέροντας:

— Παῖδί μου, νά πλένεις τά χέρια σου καί πρίν ἀπό τό φαγητό, ἀλλά καί κάθε φορά πού πρόκειται νά πάμε στήν ἐκκλησία, γιατί μπαίνομε σέ ἅγιο χώρο καί πρέπει ὅλα νά εἶναι καθαρά. Κι ἐμεῖς εἴμαστε παπάδες καί οἱ δύο καί λειτουργάμε· πρέπει νά ἔχουμε καθαρά τά χέρια μας, ἀλλά νά ἔχουμε καί καθαριότητα σέ ὅλα μας.

Ἔτσι ἐγώ κάθε τόσο ἔπλενα μέ σαπούνι τά χέρια μου. Δέν χρειάσθηκε νά μου τό πούνε δεύτερη φορά. Πρίν νά φάω, τά σαπούνιζα. Στήν ἐκκλησία, ἄν θέλαμε κάτι, τά σαπούνιζα. Ἔπιανα κάτι, τά σαπούνιζα. Στό ἐργόχειρο, ὅταν ἦταν λεπτοδουλειά, τά σαπούνιζα. Αὐτό ἔκανα μ' ὅλα τά πράγματα, χωρίς νά ἀντιδρῶ ἀπό μέσα μου. Σημειώστε ὅτι εἶχα δύο Γέροντες καί πολλές φορές μου ζητοῦσαν κι ἀντίθετα πράγματα.

Μία μέρα ὁ παπα-Ἰωαννίκιος μου λέει:

— Πάρε ἀπό δῶ αὐτές τίς πέτρες καί πήγαινε τίς ἐκεῖ.

Τίς πήγα στή θέση πού μου ὑπέδειξε. Ἔρχεται ὁ μεγάλος Γέροντας. Μόλις τίς εἶδε, θύμωσε καί μέ μάλωσε καί μου εἶπε:

— Τόν στραβό τόν ἄνθρωπο! Γιατί τό ἔκανες αὐτό;

Ἐκεῖ τίς θέλομε τίς πέτρες; Νά τίς πάεις πάλι ἐκεῖ, ὅπου τίς βρήκες!

Τόν «στραβό τόν ἄνθρωπο»· μ' αὐτή τή φράση μέ μάλωνε, ὅταν θύμωνε.

Τήν ἄλλη μέρα πέρασε ἀπό κει ὁ παπα-Ἰωαννίκιος. Βλέπει τίς πέτρες στήν πρώτη θέση, θύμωσε καί μου λέει:

— Δέν σοῦ εἶπα νά μεταφέρεις τίς πέτρες ἐκεῖ;

Ἐγώ ντράπηκα, ἐκοκκίνησα, τοῦ ἔβαλα μετάνοια καί τοῦ λέω:

— Γέροντα, συγχώρα με, τίς εἶχα μεταφέρει σχεδόν ὅλες, ἀλλά ὁ Γέροντας τίς εἶδε καί μου εἶπε: «Νά τίς πάεις πάλι ἐκεῖ· ἐκεῖ τίς χρειαζόμαστε». Καί τίς ξαναπήγα.

Μιλιά τώρα ὁ παπα-Ἰωαννίκιος.

Ὅπως αὐτό, πολλά ἄλλα τέτοια γυμνάσια μου κάνανε. Ἀλλά δέν εἶχα πονηριά. Δέν ἔλεγα: «Θέλεις νά μου τό κάνουνε γιά δοκιμή;». Δέν εἶχα, ὅμως, διαπιστώσει ὅτι μέ δοκιμάζανε. Ἀλλά κι ἄν μέ δοκιμάζανε, τά πράγματα ἦταν τόσο φυσικά, πού δέν τό καταλάβαινα. Αὐτό ἔχει ἔννοια, γιατί, ὅταν ἕνας ξέρει ὅτι τόν δοκιμάζουνε, τήν πιό σκληρή δουλειά μπορεῖ νά τήν κάνει, γιά νά φανεῖ ὅτι κάνει ὑπακοή. Ὅταν, ὅμως, δέν ξέρει ἄν τόν δοκιμάζει κάποιος καί θυμώνει κιόλας ὁ ἄλλος, τότε δέν μπορεῖ νά μήν κλωτσήσει μέσα του καί νά πεῖ: «Πώ, πώ, τί εἶναι αὐτά τώρα; Τόσα χρόνια καλόγερος ἐδῶ καί νά ἔχει θυμό; Μά πάει αὐτό τό πράγμα; Μπορεῖ μοναχός νά εἶναι θυμώδης καί νά προσεύχεται; Νά μήν ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό θυμό; Εἶναι πολύ ἀτελεῖς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί...».

Ἐγώ, ὅμως, δέν σκεπτόμουνα ἔτσι, οὔτε ἤξερα ἄν μέ δοκιμάζανε. 'Αντίθετα, τά χαίρουνα πολύ αυτά, γιατί τούς αγαπούσα. 'Αλλά κι εκείνοι πολλή αγάπη μου είχαν, άν και δέν μου τό έδειχναν. 'Αγαπούσα και τούς δύο Γέροντές μου, αλλά ιδιαίτερα ακουμπούσα στον πνευματικό, τόν γέροντα Παντελήμονα. 'Όπως λέει ό Δαβίδ, «έκολλήθη ή ψυχή μου οπίσω Σου, έμοι δε άντελάβετο ή δεξιά Σου», έτσι κολλήθηκε ή ψυχή μου στον Γέροντά μου. 'Αλήθεια σάς λέγω! Κι ή καρδιά μου ήταν μαζί με τήν καρδιά του. Τόν έβλεπα, τόν αισθανόμουν. Μ' έπαιρνε έξω και πηγαίναμε στο Κυριακό κι από κει για δουλειές μαζί. Πώ, πώ, πώ, τόν αισθανόμουν! Αυτό μ' αγίασε πολύ. Πού κολλήθηκα πάνω του, μ' αγίασε. Μέ ωφέλησε πολύ αυτό, πού κολλήθηκε ή καρδιά μου πάνω στην καρδιά του. Πολύ μεγάλος άγιος ήταν!

Κι όμως δέν μου έλεγε τίποτα ό Γέροντας. 'Όχι μόνο δέν έλεγε από πού κατάγεται, αλλά ούτε τό επίθετό του, ούτε, ούτε, ούτε... Ποτέ δέν είπε, «στήν πατρίδα μου» ή «οί γονείς μου, τ' αδέλφια μου» κ.λπ. Πάντα ήταν σιωπηλός και πάντα προσηύχετο και πάντα ήταν πράος. 'Αν θύμωνε καμιά φορά, ό θυμός του κι ό,τι έλεγε, όλα ήταν πλαστά. Τόν αγαπούσα και πιστεύω ότι με τήν υπακοή πού τού έκανα και με τήν αγάπη πού τού είχα μ' επισκέφθηκε κι εμένα ή χάρις.

Τόν πρόσεχα, νά πάρω κάτι, νά τόν μιμηθώ. Τόν αγαπούσα, τόν ευλαβόμουν, τόν έβλεπα και ωφελιόμουν. Μού αρκούσε μόνο πού τόν έβλεπα. Βαδίζαμε ολόκληρο δρόμο. 'Ανεβαίναμε απ' τά Καυσοκαλύβια προς τά πάνω στό βουνό, για νά κόψουμε πουρνάρια. 'Όλο τό δρόμο τίποτα, ούτε μία μιλιά. Θυμάμαι τόν Γέροντά μου πού μου έδειχνε ποια πουρνάρια νά κόψω. Μόλις έκοβα τό ένα, φώναζα με χαρά:

— Γέροντα, τό έκοψα!

'Έλεγε:

— 'Έλα δώ, πήγαινε κει μ' ένα πριόνι.

Καθάριζα γύρω γύρω, για νά μπορεί νά χωράει τό πριόνι. Πήγαινε εκείνος νά μου βρει άλλο. Λέγαμε και μία λέξη, «μονοφύσι», δηλαδή απνευστί, μ' ένα φύσημα. 'Αμέσως φώναζα:

— Γέροντα, τό έκοψα!

Μέ χαρά. Δέν ήταν αυτά φυσικά πράγματα. Ήταν ή αγάπη μου, ήταν ή χάρις τού Θεού πού εξεπέμπετο απ' τόν Γέροντα σ' έμένανε τόν ταπεινό.

Δικαιώνω αυτό πού λένε, ότι πηγαίνανε μοναχοί και έκυκλωναν έναν έρημίτη και τόν ρωτούσαν διάφορα. Ένας απ' αυτούς καθόταν έτσι και δέν μιλούσε. 'Έβλεπε στο πρόσωπο τόν Γέροντα. 'Όλοι ρωτούσαν, εκείνος δέν μιλούσε. Και τού λέγει ό έρημίτης:

— Γιατί εσύ, τέκνον μου, δέν με ρωτάς; 'Εσύ δέν έχεις καμία απορία;

Τού απαντάει:

— 'Εγώ δέν θέλω τίποτ' άλλο· μου αρκεί μόνο νά σε βλέπω, Γέροντα'.

Δηλαδή αυτός τόν απολάμβανε χαριτωμένα, τόν «ρουφούσε», δηλαδή έπαιρνε τήν χάρι τού Θεού μέσω αυτού.

Κι ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος τὰ ἴδια λόγια λέγει. Ὁμολογεῖ ὅτι πῆρε κι αὐτός τὴν χάρι ἀπ' τὸν Γέροντά του.