Ψυχωφελές κείμενο
Τό παιδί θέλει κοντά του άνθρωπους θερμής προσευχής
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Τό παιδί θέλει κοντά του άνθρωπους θερμής προσευχής. Όχι ν' αρκείται ή μητέρα στό αισθητό χάδι γιά τό παιδί της, αλλά νά προσφέρει συγχρόνως καί τό χάδι τής προσευχής. Τό παιδί αισθάνεται στό βάθος τής ψυχής του τό πνευματικό χάδι, πού μυστικά στέλνει ή μητέρα του, καί έλκεται πρός αυτήν. Νιώθει άσφάλεια, σιγουριά, όταν ή μητέρα μέ τή συνεχή, τήν επίμονη καί θερμή προσευχή της ἀγκαλιάζει τό παιδί της μυστικά καί τό ἐλευθερώνει ἀπ' ὅ,τι τό σφίγγει.
Οἱ μητέρες ξέρουν νά ἀγχώνονται, νά συμβουλεύουν, νά λένε πολλά, ἀλλά δέν ἔμαθαν νά προσεύχονται. Οἱ πολλές συμβουλές καί ὑποδείξεις κάνουν πολύ κακό. Ὅχι πολλά λόγια στά παιδιά. Τά λόγια χτυπάνε στ' αὐτιά, ἐνώ ἡ προσευχή πηγαίνει στήν καρδιά. Προσευχή χρειάζεται, μέ πίστη δίχως ἄγχος, ἀλλά καί καλό παράδειγμα.
Κάποια μέρα ἦλθε ἐδῶ στό μοναστήρι μία μητέρα ἀπελπισμένη γιά τόν γιό της, τόν Γιώργο. Ἦταν πολύ μπερδεμένος. Γύριζε ἀργά τή νύκτα μέ παρέες ὄχι καλές. Ἡ κατάστασή του κάθε μέρα χειροτέρευε. Ἀγωνία, κλάματα ἡ μητέρα.
Τῆς λέω:
— Τίποτα, μιλιά ἐσύ, μόνο προσευχή.
Βάλαμε στίς δέκα μέ δέκα καί τέταρτο τό βράδυ κοινή ὥρα προσευχῆς. Τῆς εἶπα νά μή μιλάει καί ν' ἀφήσει τόν γιό της νά βγαίνει ὅ,τι ὥρα θέλει, νά μή ρωτάει, «τί ὥρα ἦταν πού ἦλθες» κ.λπ., ἀλλά νά τοῦ λέει ἔτσι, μέ πολλή ἀγάπη: «Φάε, Γιώργο μου, στό ψυγείο σοῦ ἔχομε ἀφήσει φαγητό». Καί νά μήν τοῦ λέει τίποτ' ἄλλο. Γενικῶς νά τοῦ φέρεται μέ ἀγάπη καί νά μήν ἀφήνει τήν προσευχή.
Ἡ μητέρα ἄρχισε νά τά ἐφαρμόζει, ὅποτε περάσανε καμιά εἰκοσαριά ἡμέρες καί τῆς λέει:
— Μάνα, γιατί δέν μοῦ μιλάεις;
— Γιώργο μου, ἐγώ δέν σοῦ μιλάω;
— Μάνα, κάτι ἔχεις μαζί μου. Δέν μοῦ μιλάεις.
— Περίεργο πράγμα εἶναι αὐτό πού μοῦ λές, Γιώργο
μου. Πῶς δέν σοῦ μιλάω; Νά, τώρα δέν σοῦ μιλάω; Τί θέλεις νά σοῦ πῶ; Κι ὁ Γιώργος δέν τῆς ἀπάντησε. Μετά ἦλθε στό μοναστήρι ἡ μητέρα καί μοῦ λέει:
— Γέροντα, τί ἦταν αὐτό πού μοῦ εἶπε τό παιδί;
— Ἐπέτυχε ἡ μέθοδος μας!
— Ποιά μέθοδος;
— Πού σᾶς εἶπα νά μήν τοῦ μιλάτε, νά κάνετε μόνο προσευχή μυστικά καί τό παιδί θά συνέλθει.
— Λέεις νά εἶναι αὐτό;
— Αὐτό εἶναι, τῆς λέω. Θέλει νά τοῦ κάνεις τήν παρατήρηση, «πού ἤσουνα, τί ἔκανες;». Καί αὐτός νά φωνάζει, ν' ἀντιδρά καί νά ἔρχεται ἀκόμη πιό ἀργά.
— Πώ, πώ! λέει. Τί μυστήρια κρύβονται!
— Τό κατάλαβες; Ἐφόσον σοῦ μιλάει ἡ κατάστασις.
Αὐτός σέ βασάνιζε, γιατί ἤθελε νά τόν μαλώνεις, γιά νά κάνει τά σκέρτα του. Δέν τόν μαλώνεις, στενοχωριέται. Ἀντί νά στενοχωριέσαι ἐσύ, ὅταν κάνει αὐτός τά δικά του, τώρα, πού δέν στενοχωριέσαι ἐσύ καί δείχνεις ἀπάθεια, στενοχωριέται αὐτός.
Μία μέρα ὁ Γιώργος τούς ἀνακοίνωσε στό σπίτι ὅτι φεύγει, ἀφήνει τή δουλειά του καί πάει γιά τόν Καναδά. Εἶχε πεῖ καί στ' ἀφεντικό του: «Φεύγω, βρές ἄλλον νά μ' ἀντικαταστήσει στή δουλειά». Ἐγώ, ἐν τῷ μεταξύ, εἶπα στούς γονείς:
— Ἐμεῖς θά κάνομε προσευχή.
— Μά εἶναι ἕτοιμος... Θά τόν βουτήξω! λέει ὁ πατέρας του.
— Ὄχι, μὴν τόνε πειράξεις, τοῦ λέω.
— Μὰ φεύγει τὸ παιδί, Γέροντα!
Λέω:
— Ἄς φεύγει. Ἐσεῖς νὰ ἐπιδοθεῖτε στὴν προσευχή κι ἐγὼ μαζί σας.
Μετὰ δύο-τρεῖς μέρες ἦταν Κυριακή. Πρωὶ πρωὶ ὁ Γιώργος τοὺς λέει:
— Ἐγὼ φεύγω, θὰ πάω μὲ τοὺς φίλους μου.
— Καλά, ὅπως θέλεις, τοῦ λένε.
Ἔφυγε. Πῆρε τοὺς φίλους του, δύο κοπέλες καὶ δύο ἀγόρια, νοικιάσανε ἕνα αὐτοκίνητο καὶ ξεκινήσανε γιὰ τὴ Χαλκίδα. Πήγανε ἀπὸ δῶ, ἀπὸ κεῖ... Μετὰ πήγανε στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ρῶσο κι ἀπὸ κεῖ τραβήξανε Μαντούδι, Ἁγία Ἄννα, πέρα στὰ Βασιλικά. Πήγανε, κάνανε μπάνιο στὸ Αἰγαῖον Πέλαγος, φάγανε, ἤπιανε, γλεντήσανε. Μετὰ ἐπήρανε τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Εἶχε σουρουπώσει. Ὁ Γιώργος ὁδηγοῦσε. Ἐκεῖ, στὴν Ἁγία Ἄννα, χτυπάει τ' αὐτοκίνητο στὸ ἀγκωνάρι ἑνὸς σπιτιοῦ. Τὸ στραπατσάρισαν. Τί νὰ κάνουνε τώρα; Τὸ πήρανε σιγὰ σιγὰ καὶ τὸ φέρανε στὴν Ἀθήνα.
Ἔφθασε πρωὶ πρωί, νύκτα, στὸ σπίτι. Δὲν τοῦ εἶπαν τίποτα οἱ γονεῖς. Αὐτὸς ἔπεσε καὶ κοιμήθηκε. Μετὰ τὸν ὕπνο ἐσηκώθηκε καὶ λέει:
— Πατέρα, αὐτό κι αὐτό... Τώρα πρέπει νὰ φτιάξουμε τ' αὐτοκίνητο κι ἔχει πολλά λεφτά.
Τοῦ λέει:
— Παιδί μου, ἐσύ ξέρεις. Ἐγὼ ἔχω χρέη, ἔχω τίς ἀδελφές σου... Τί θὰ γίνουμε;
— Τί νὰ κάνω, πατέρα;
— Ὅ,τι θέλεις, κάνε. Μεγάλος εἶσαι, μυαλὸ ἔχεις.
Σύρε στὸν Καναδὰ νὰ κάνεις λεφτά, νὰ...
— Δὲν μπορῶ, τοῦ λέει. Πρέπει νὰ τὸ φτιάξουμε τώρα.
— Δὲν ξέρω, τοῦ λέει. Κανόνισε.
Λοιπόν, βλέποντας ἔτσι τὸν πατέρα, ἔφυγε. Πάει, βρίσκει τ' ἀφεντικό του. Λέει:
— Ἀφεντικό, αὐτό κι αὐτό ἔπαθα. Δὲν θὰ φύγω. Μὴν παίρνεις ἄλλονε.
Τοῦ λέει ἐκεῖνος:
— Καλά, καλά, παιδί μου.
— Ναί, ἀλλὰ θέλω λεφτά.
— Ναί, ἀλλὰ ἐσύ θέλεις νὰ φύγεις. Πρέπει νὰ μοῦ ὑπογράψει ὁ πατέρας σου.
— Ἐγὼ θὰ σοῦ ὑπογράψω. Ὁ πατέρας μου δὲν ἀνακατεύεται. Μοῦ τὸ εἶπε. Ἐγὼ θὰ δουλέψω καὶ θὰ στὰ δώσω.
Δὲν εἶναι θαῦμα τοῦ Θεοῦ αὐτό; Ὅταν ξαναῆλθε ἡ μητέρα, τῆς εἶπα:
— Ἐπέτυχε ὁ τρόπος ποὺ μεταχειρισθήκαμε καὶ ἡ προσευχή μας εἰσακούσθηκε στὸν Θεό. Καὶ τὸ δυστύχημα ἦταν ἀπ' τὸν Θεὸ καὶ τώρα τὸ παιδὶ θὰ μείνει στὸ σπίτι καὶ θὰ σωφρονισθῇ.
Ἔτσι ἔγινε μὲ τὴν προσευχή μας. Ἔγινε θαῦμα. Ἐκάνανε νηστεία καὶ προσευχή καὶ σιωπὴ οἱ γονεῖς κι ἐπέτυχαν. Ἔπειτα ἀπὸ καιρὸ ἦλθε τὸ παιδὶ καὶ μὲ ἦρε χωρὶς νὰ τοῦ πεῖ γιὰ μένα κανεὶς ἀπ' τοὺς δικούς του. Ὁ Γιώργος έγινε πολύ καλός και είναι τώρα στην Αεροπορία. Και έκανε και ωραία οικογένεια.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.