Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Προσευχή είναι να πλησιάζεις τό κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 146 από 160

Προσευχή είναι να πλησιάζεις τό κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη και να ζεις μέ όλα, και μέ τ' άγρια ακόμη, εν άρμονια. Αυτό επιθυμώ και προσπαθώ να τό εφαρμόζω. Ακούστε να σας πω κάτι πού έχει σχέση μ' αυτό.

Κάποιος, πριν από καιρό, μού χάρισε έναν παπαγάλο. Τίς πρώτες μέρες ήταν πολύ ατίθασος και άγριος. Δεν μπορούσες να τόν πλησιάσεις, ήταν έτοιμος με τό ράμφος του να σου κόψει τό χέρι. Θέλησα, λοιπόν, να τόν ημερεύσω μέ την χάρι του Θεού και μέ την ευχή. Έλεγα τό «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» από μέσα μου ή και απ' έξω και μέ μία βεργίτσα ακουμπούσα πάνω στη ράχη του, ενώ ό παπαγάλος βρισκόταν μές στο κλουβί. Αυτή την κίνηση την έκανα τρείς φορές και μέ προσοχή. Τό απόγευμα τής ίδιας μέρας επανέλαβα τό ίδιο. Την άλλη μέρα επίσης τό ίδιο. Μετά από λίγες μέρες ακουμπούσα τή βέργα πάνω απ' τό κεφάλι του άπαλα λέγοντας πάλι τό «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Πάντα μέ προσοχή, μή θυμώσει τό πουλί. Αυτή την κίνηση δέν την έκανα πολλή ώρα. Μετά πάλι από λίγες μέρες τόν ακουμπούσα από πάνω απ' τό κεφάλι, συνέχιζα στη ράχη και τόν έφθανα μέχρι την ουρά. Αφού δέν έβλεπα καμιά αντίδραση, άρχισα να βάζω τή βέργα κάτω απ' τό λαιμό του σ' όλο τό στήθος μέχρι κάτω μ' έναν τρόπο άπαλο, για να μήν τόν εκνευρίσω, και λέγοντας πάντα την ευχή. Μετά πήρα θάρρος, άφησα τή βέργα, πήρα ένα μολύβι κι έκανα τίς ίδιες κινήσεις. Τέλος, άφησα τό μολύβι κι άρχισα νά χρησιμοποιώ τό χέρι μου. Είχε επέλθει πλέον ή εξοικείωσις, όποτε τόν έβγαζα έξω απ' τό κλουβί κι άνεβαινε πάνω στόν ώμο μου. Κάναμε περίπατο μαζί στό διάδρομο. Αλλά κι όταν καθόμουνα νά φάω, έρχότανε και τρώγαμε μαζί. Τοῦ έδινα λίγο μήλο κι έρχόταν δίπλα μου και τό έτρωγε. Όμως τόν έχασαμε. Κάποια μέρα είχε έλθει ένας παπάς με πολλά παιδιά και τά παπαδόπουλα άνοιξαν τό κλουβί κι ό παπαγάλος έφυγε.

Έπειτα από καιρό μάς έφερανε άλλον παπαγάλο, αυτόν που έχουμε τώρα. Άγιος κι αυτός, όπως και ό πρώτος. Μέ τόν ίδιο τρόπο, άπαλά και με τήν εύχη, τόν ήμερεψα κι αυτόνε. Άρχισε σιγά σιγά νά λέει διάφορες λέξεις, νά φωνάζει όνόματα, νά βγαίνει έξω απ' τό κλουβί του, νά στέκεται πάνω μου, νά τρώει μαζί μου. Τό κλουβί του έχει σύρτη. Όταν βγαίνει έξω, εγώ τού άμπαρώνω τό σύρτη και στέκεται πάνω απ' τό κλουβί. Όταν θέλω νά ξαναμπει πάλι μέσα, μ' ένα νεύμα μου τού δείχνω νά κατεβεί και νά μπει μέσα. Τότε πηγαίνει, ανοίγει τό σύρτη και μπαίνει μές στό κλουβί. Είναι εγωιστής, όμως, και θέλει νά τόν προσέχεις, νά τού μιλάεις με γλυκύτητα, νά μήν τόν περιφρονείς. Ζηλεύει ιδιαίτερα, γι' αυτό δέν θέλει νά μιλάεις σ' άλλον, ούτε ν' αγαπάεις άλλον. Αλλιώς θυμώνει πολύ. Τώρα που έχουμε αποκτήσει μεγάλη φιλία, έμαθε όχι μόνο λέξεις και όνόματα, αλλά λέει και τήν εύχη: «Κύριε Ίησού Χριστέ, έλεησόν με». Λέει επίσης: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ό Κύριος μετά Σοῦ», «Ο Θεός είναι καλός», «Ο Θεός είναι πολύ καλός», αλλά και ψάλλει τό «Κύριε έλεησον» κ.ά.

Τώρα θέλω νά έξημερώσω κι έναν άετό. Τόν έχω βρει στή βόρειο Εύβοια. Εκεί πού πηγαίνω και ξεκουράζομαι, λίγο πιό πάνω, βρήκα ένα μέρος, πού τό όνόμασα «άετο-φωλιά». Αυτό τό όνομα δέν τό έδωσα τυχαία. Είναι πολύ δύσκολο νά φθάσεις εκεί. Καταβάραχα είναι και κάτω απλώνεται τό Αιγαίο. Όταν ή άτμόσφαιρα είναι καλή, από κεί φαίνονται τά Καυσοκαλύβια τού Αγίου Όρους.

Μιά μέρα είδαμε έχει έναν άετό με άνοικτά τά φτερά του δυόμισι μέτρα. Θηρίο! Περιεφέρετο πάνω μας με ήσυχο τρόπο, χωρίς νά παίζει καθόλου τά φτερά του. Κατέστρωσα ένα σχέδιο: όπως έξημέρωσα τόν παπαγάλο, νά έξημερώσω και τόν άετό. Και τό πιστεύω ότι με τή βοήθεια τού Θεού θα γίνομε φίλοι με τόν άετό. Θά τό κάνομε μ' έναν άγιο τρόπο. Θέλουν και τά πουλάκια τρόπους τού Θεού, γιά νά προσεύχονται. Τούς άρεσε τό διάβασμα. Στόν άετό άρεσε και τό κρέας.

Σκέπτομαι, λοιπόν, νά πάμε με δύο ακόμη στό βράχο πρωί πρωί. Στήν άρχη θα κάνομε νοερά προσευχή. Στή συνέχεια, θα διαβάσαμε δυνατά όρισμένους ψαλμούς τού όρθρου. Μετά θα ψάλομε μερικούς ύμνους, αίνους κ.ά. Τήν ίδια ώρα θα βάλομε και λίγο θυμίαμα. Πολύ σπουδαίο ρόλο θα παίξουμε και οι ψαλμωδίες αλλά και ή μυρωδιά απ' τό λιβάνι. Τό λιβάνι είναι άρωμα σεμνό, πού ήμερεύει. Θά πάρω κι ένα ξύλο ξερό, μακρύ, ενάμισι μέτρο κι ένα άλλο μικρό και θα χτυπάω τό τάλαντο, όπως τό χτυπάνε στά μοναστήρια: τό τά-λα-ντο, τό τά-λα-ντο, τό τά-λα-ντο, τό τά-, τό τά-, τό τά-λα-ντο κ.λπ. Κάθε τόσο θα φωνάζω: «Ιωάννηη!!!... Ιωάννηη!!!...». Αυτό τό όνομα θα τού δώσω. Ἐν τῷ μεταξύ θὰ ἔχουμε μαζί μας κρέας ψητό. Κομματάκια κομματάκια θὰ τ' ἀφήσωε στό βράχο καὶ θ' ἀπομακρυνθοῦμε περίπου διακόσια μέτρα. Ἀπ' αὐτῇ τὴν ἀπόσταση θὰ τὸν ἀντικρίζω καὶ θὰ λέω τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καὶ σέ λίγο ὀπωσδήποτε ὁ ἀετός θὰ κατεβεῖ καὶ θὰ φάει τό κρέας.

Τὴν ἄλλη μέρα θὰ κάνουμε τό ἴδιο. Ὁ ἀετός θὰ περιφέρεται πάνω μας καὶ, μόλις τελειώσωε τό πρόγραμμα, αὐτός θὰ κατεβεῖ κάτω καὶ θὰ φάει τό κρέας. Μία, δύο, τρεῖς, πάει! Δικός μας ὁ ἀετός! Ὅποια ὥρα θὰ χτυπάμε τό τάλαντο, θὰ ἔρχεται νὰ τρώει τό κρέας. Θὰ τὸν κατεβάζω κάτω, ὅποια ὥρα θέλω. Σιγὰ σιγὰ θὰ ἡμερέψει καὶ θὰ μπορέσω νὰ πάω νὰ τὸν πιάσω. Δηλαδὴ μπορεῖ νὰ μὲ κάνει κομμάτια. Αὐτός εἶναι θηρίο! Τὰ πόδια του τεράστια. Ἔτσι καὶ καθίσει στὸν ὤμο σου, θὰ σοῦ τὸν καταφάει, ἔστω κι ἂν δὲν ἔχει κακία. Ἀλλὰ ὑπάρχει τρόπος. Θὰ πάρω τό μπαστοῦν τοῦ Ἁγίου Γερασίου καὶ θὰ τοῦ τό βάλω πάνω στὴ ράχη του δύο φορές καὶ θὰ φωνάζω συγχρόνως: «Ἰωάννηη!!!... Ἰωάννηη!!!...». Τοῦ ἔδωσα ὡραῖο ὄνομα. Εἶναι τό σύμβολο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τὴν ἄλλη μέρα ποῦ θὰ ξανάρθει, μόλις φάει τό κρέας, θὰ περάσω τό μπαστοῦν στὴ ράχη του τρεῖς φορές. Τὴν ἄλλη μέρα τέσσερις. Τὴν ἄλλη πέντε φορές. Τὴν ἄλλη μέρα θὰ προχωρήσω στό λαιμό του. Τὴν ἄλλη θ' ἀρχίσω ἀπ' τό κεφάλι μέχρι τὴν οὐρά. Καὶ τὴν ἄλλη ἀπ' τό στόμα του καὶ τό λαιμό του μέχρι καὶ πιό κάτω. Τό ἴδιο καὶ τὴν ἄλλη καὶ τὴν ἄλλη, ὥσπου νὰ πιάσωε φιλία. Ὅποτε μετὰ θ' ἀπλώσω τό χέρι μου στό κεφάλι του, στά φτερά του, στὴ ράχη του καὶ θὰ κάνω ὅ,τι ἔκανα πρῶτα μὲ τό μπαστοῦν. Ἀλλὰ χρειάζεται προσοχή, γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἄν κάτι θελήσει νὰ πιάσει, θὰ σέ φάει μὲ τὰ φοβερά του νύχια. Σιδερένια εἶναι τὰ νύχια του. Μπορεῖ νὰ σέ καρφώσει, καὶ μόνο ἂν μυρίζεις ἀπὸ κρέας. Ἀλλὰ ὁ ἀετός εἶναι πολὺ ἔξυπνος, βασιλιάς, δραστήριος. Ἄμα τό κάνουμε αὐτό, θὰ δοῦμε πραγματικὰ τὴν χάρι καὶ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ.

Νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἄλλο.

Ἦλθε κάποια φορά μιὰ γυναίκα, ἡ κυρα-Λένη, ἐκεῖ στὴν ἔρημο ποῦ πηγαίνω, στὴν βόρειο Εὔβοια, καὶ μοῦ ἔφερε τὰ γίδια της. Μοῦ εἶπε ἐκεῖ ποῦ ἤμουν, στό τσιμέντο:

— Μπορεῖς νὰ κάνεις μιὰ προσευχή γιὰ τὰ γίδια μου, γιατί δὲν πᾶνε καλά;

Σηκώθηκα πάνω. Ἦλθαν μόνα τους, δὲν μοῦ τὰ ἔφερε. Ἄπλωσα τὰ χέρια μου καὶ διάβαζα εὐχή. Ἦταν ὅλα κοντά μου, σηκώσανε τὰ κεφαλάκια τους καὶ μὲ κοιτάζανε. Ἕνας τράγος ζύγωσε κοντύτερα. Ἔσκυψε, μοῦ φίλησε τό χέρι. Ἦθελε νὰ τὸν χαϊδέψω. Τὸν χάϊδεψα, εὐχαριστήθηκε. Μὲ τριγυρίσανε ὅλα καὶ κοιτάγανε κατὰ πάνω. Μὲ κοιτάγανε στό πρόσωπο. Τὰ εὐλογοῦσα. Ἐγὼ μιλοῦσα, ἔκανα προσευχή.

Κάποτε εἴχαμε ἕνα σκυλί. Ἄμα μ' ἔβλεπε ἔξω, ἐρχόταν, πάπ!, μοῦ φιλοῦσε τό χέρι, μὲ γέμιζε σάλια κι ἔφευγε, γιὰ νὰ μὴν τό μαλώσω.