Ψυχωφελές κείμενο
Είδαμε εκεί, μές στά πεύκα, τά μεγαλεία του Θεού
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Περπατώντας στό δάσος του Παρνασσού βρεθήκαμε μπροστά σ' ένα εκκλησάκι. Ήταν τής Αγίας Τριάδος. Μπήκαμε μέσα. Έπροχώρησα στήν Ωραία Πύλη. Οι δύο κοπέλες έμειναν στήν είσοδο τής εκκλησίας. Εγώ από τήν πρώτη στιγμή ενθουσιάσθηκα εκεί μέσα. Είδα τή ζωή τής εκκλησίας. Είδα πολλά παλαιά εκεί. Ιερείς πού λειτουργούσαν σέ πανηγύρεις πριν χρόνια, τίς προσευχές αγίων άνθρώπων, τό ξεχείλισμα του πόνου τόσων πονεμένων, σέ μία Λειτουργία έναν πολύ άγιο δεσπότη... Άρχισα μ' ένθουσιασμό νά ψάλλω απ' έξω κανόνες, τροπάρια κι άλλους ΰμνους και πιό πολύ τά τριαδικά μεγαλυνάρια. Αισθάνθηκα χαρά ανεκλάλητη, ή φωνή μου έγινε πρωτόγνωρη, σάν από εκατό ανθρώπους, γλυκιά, δυνατή, αρμονική, ουράνια, «ώς φωνή υδάτων πολλών και ώς φωνή βροντών ισχυρών». Ύψωσα τά χέρια, έλαμψε τό πρόσωπό μου, ή έκφρασή μου έγινε αλλιώτικη. Είχα έλθει σέ κατάσταση πνευματική. Κι έγινε μέ μιάς θόλος ό ουρανός και μανάλια έγίνανε τά πεύκα μέ τά κλαδιά τους...
Εκείνες στέκονταν τρία μέτρα πίσω. Προσπάθησαν νά γράφουν στό μαγνητόφωνο εκείνη τή φωνή, αλλά δέν τίς άφησα. Τίς «είδα» και τίς εμπόδισα. Έχω μάθει από μικρός στό Άγιον Όρος νά είμαι μυστικός... Έπειτα όμως από μέρες γυρίζοντας στήν Αθήνα, αναζητούσα εκείνα τά ψάλματα. Επιθυμούσα νά ξανακούσω εκείνη τή φωνή. Στενοχωρέθηκα πού δέν τά γράφαμε. Τούς είπα:
— Νά είχαμε τώρα αυτά τά ψάλματα... Ήταν τόσο ωραία! Πόσο θά χαίρομασταν νά τ' ακούγαμε! Δέν ήταν άνθρωπινη εκείνη ή φωνή, δέν ήταν δική μου, ήταν τής χάριτος του Θεού. Θά ήθελα νά τ' ακούω και νά ξαναγυρίζω σ' εκείνη τήν ήμερα. Είδαμε εκεί, μές στά πεύκα, τά μεγαλεία του Θεού. Δέν τά είδαμε; Τί ωραία! Πού βάλαμε και «φωτιά» εκεί και «κάψαμε» τό δάσος! Συνηθισμένος, όμως, νά είμαι μυστικός, δέν ήθελα νά μέ μαγνητοφωνήσετε. Αυτό ήταν αίσθημα ταπεινώσεως.
Ἐλάτε, φέρτε μου τὴν Παρακλητική, τὸ Ὁρολόγιο. Ἐλάτε τώρα νὰ ψάλομε μαζί αὐτὰ ποὺ εἶπα τότε μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Νὰ κάνουμε τώρα ὅ,τι δὲν ἔγινε τότε:
«Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς τὴν ὑπέρθεον ὑμνεῖν Τριάδα, ἄναρχον Πατέρα καὶ παντουργόν, συνάναρχον Λόγον πρὸ αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀρρεύστως τεχθέντα, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ἐκ Πατρὸς ἀχρόνως ἐκπορευόμενον.
»Ὑμνήσωμεν πάντες θεοπρεπῶς ἄσμασιν ἐνθέοις τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ Πνεῦμα τὸ θεῖον, τρισυπόστατον κράτος, τὴν μίαν Βασιλείαν καὶ κυριότητα».
Πῶς τίς λέγω τίς λέξεις μία μία! Ὅντως σὰν νὰ εἶμαι μπροστά στὴν Ἁγία Τριάδα! Πόσο τὰ ἔχω ἐνστερνισθεῖ!
«Ἐκ νεκρῶν ἰδοῦσα τὸν σὸν Υἱόν, ἄχραντε Παρθένε, ἀναστάντα θεοπρεπῶς, χαρᾶς ἀνεκφράστου ἡ κτίσις ἐπληροῦτο, Αὐτὸν δοξολογοῦσα καὶ σὲ γεραίρουσα».
«Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς».
«Τρεῖς ὑποστάσεις ὑμνοῦμεν θεαρχικὰς, ἐνιαίας φύσεως ἀπαράλλακτον μορφήν, ἀγαθὸν φιλάνθρωπον Θεόν, τῶν πταισμάτων ἱλασμὸν ἡμῖν δωρούμενον».
Εἴδατε πῶς ἀνεβαίνει ἡ ψυχή μας ψάλλοντας; Πείτε μου, πῶς τὰ ξέρω; Ἔχω τρέλα, μέθη, θεία μέθη. Δὲν τὰ χορταίνω! Θυμᾶμαι τὰ ὡραῖα μου χρόνια στὸ Ἅγιο Ὄρος. Οἱ Γέροντές μου ἐμένα δὲν μ' ἔβγαζαν ἔξω· ἤμουν μικρὸς καὶ δὲν μ' ἔπαιρναν σὲ πανηγύρεις κ.λπ. Ὅταν, λοιπόν, ἔμενα μόνος μου, πήγαινα ἐκεῖ στὸ ἐκκλησάκι μας, τὸν Ἅγιο Γεώργιο, καὶ ἔψαλλα ὅλο τέτοια κατανυκτικὰ τροπάρια. Ἄνοιγα τὴν Παρακλητικὴ τοῦ Σαββάτου, ποὺ ἔχει πιὸ πολλὰ, κι ἔψαλλα. Ἔλεγα, ἐπίσης, πολὺ τὴν παράκληση τῆς Παναγίας. Μὲ μεγάλη κατάνυξη κι ἀγάπη ἔψαλλα τὸν Κανόνα τοῦ Ἰησοῦ. Οἱ Γέροντές μου δὲν μ' εἶχαν μάθει ψαλτικά. Ἀκούγοντας τὰ ἔμαθα.
«Ἰησοῦ γλυκύτατε, ψυχῆς ἐμῆς θυμηδία, Ἰησοῦ ἡ κάθαρσις τοῦ νοός μου, Δέσποτα πολυέλεε, Ἰησοῦ σῶσόν με, Ἰησοῦ Σωτήρ μου, Ἰησοῦ μου παντοδύναμε, μὴ καταλίπῃς με, Σώτερ Ἰησοῦ, με ἐλέησον καὶ λύτρωσαι κολάσεως πάσης, Ἰησοῦ, καὶ ἀξίωσον τῆς τῶν σωζομένων μερίδος, Ἰησοῦ μου, τῷ χορῷ τῶν ἐκλεκτῶν σου με σύνταξον, Ἰησοῦ φιλάνθρωπε.
»Ἰησοῦ γλυκύτατε, τῶν Ἀποστόλων ἡ δόξα, Ἰησοῦ μου καύχημα τῶν μαρτύρων, Δέσποτα παντοδύναμε·
Ἰησοῦ, σῶσόν με, Ἰησοῦ Σωτήρ μου, Ἰησοῦ μου ὠραιότατε, τὸν Σοὶ προστρέχοντα, Σώτερ Ἰησοῦ, με ἐλέησον, πρεσβείαις τῆς τεκούσης σε, πάντων, Ἰησοῦ, τῶν Ἁγίων Σου, Προφητῶν τε πάντων, Σωτήρ μου Ἰησοῦ, καὶ τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου ἀξίωσον, Ἰησοῦ φιλάνθρωπε.
»Ἰησοῦ γλυκύτατε, τῶν μοναζόντων τὸ κλέος, Ἰησοῦ μακρόθυμε, ἀσκητῶν ἐντρύφημα καὶ ἐγκαλλώπισμα·
Ἰησοῦ, σῶσόν με, Ἰησοῦ Σωτήρ μου, Ἰησοῦ μου ὑπεράγαθε, χειρὸς ἐξάρπασον, Σώτερ Ἰησοῦ μου, τοῦ δράκοντος καὶ τούτου τῶν παγίδων νῦν, Σώτερ Ἰησοῦ, ἐλευθέρωσον, λάκκου κατωτάτου, Σωτήρ μου Ἰησοῦ, ἀναγαγὼν καὶ δεξιοῖς συναρίθμησον, Ἰησοῦ, προβάτοις με».
Εἴδατε πόσο ὡραῖος εἶναι ὁ κανόνας τοῦ Ἰησοῦ; Νὰ μάθετε νὰ τὸν ψάλλετε μὲ ἀγάπη, μὲ λαχτάρα, μὲ πόθο. Ἐλᾶτε τώρα νὰ φάλομε κι ἄλλα!
«Σωτήρ μου Ἰησοῦ, ὁ τὸν Ἄσωτον σώσας, Σωτήρ μου Ἰησοῦ, ὁ δεξάμενος πόρνην, κἀμὲ νῦν ἐλέησον, Ἰησοῦ πολυέλεε· σῶσον, οἴκτειρον, ὦ Ἰησοῦ εὐεργέτα, ὥσπερ ὤκτειρας τὸν Μανασσῆν, Ἰησοῦ μου, ὡς μόνος φιλάνθρωπος».
«Οἴμοι, τῷ παροργήσαντί σε, τὸν ἐλεήμονα Θεὸν μου καὶ Κύριον· ποσάκις ἐπηγγειλάμην μετανοῆσαι, Χριστέ, καὶ ψευδῆς εὑρέθην ὁ ἀνόητος· τὸ πρὶν τοῦ βαπτίσματος κατερρύπωσα ἔνδυμα, τῶν συνθηκῶν τε τῶν πρὸς Σέ μου ἠλόγησα καὶ τὸ δεύτερον πάλιν τοῦτο ἐπάγγελμα, ὅ Σοι καθωμολόγησα Ἀγγέλων ἐνώπιον, καὶ τῶν ἀνθρώπων τὸ σχῆμα τὸ πένθιμον ἐνδυόμενος εἰμὶ ἀθετήσας· λοιπόν, Σώτερ, μὴ εἰς τέλος ἀφῇς ὀλέσθαι με.
»Ποίαν ἀπολογίαν, ψυχή, ἔχεις, ἀθλία, ἐν ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως; ἢ τίς σε τῆς καταδίκης τοῦ αἰωνίου πυρὸς καὶ πασῶν βασάνων ἐξαιρήσεται; Οὐδείς, εἰ μὴ σὺ σαύτῃ ἰλεώσῃ τὸν εὔσπλαγχνον, τὰς ἀθεμίτους καταλείψασα πράξεις σου καὶ θεάρεστον κτησαμένη βιότευσιν, κλαίουσα καθ' ἑκάστην σου τὰ ἄπειρα σφάλματα, ἅπερ καθ' ὥραν προσπταίεις ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐννοίᾳ τε, Χριστὸν αἰτουμένη παράσχειν σοι τὴν τελείαν τούτων συγχώρησιν».
Ὅλο τέτοια ἔλεγα. Τέτοια μ' ἀρέσανε. Σ' αὐτὰ καταγινόμουνα, γιὰ νὰ κλαίω. Δηλαδὴ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν ἦταν ἀπελπισίας οὔτε ἀπογοητεύσεως. Ἦταν δάκρυα χαρᾶς.
«Λύμη με τῶν παθῶν τυραννεῖ καὶ τῆς καρδίας μου τὰς κόρας ἐξόφωσε καὶ βλέπειν οὐ σθένω ὅλως τὰς σωτηρίους ὁδοὺς προϊὼν πλανώμαι και κρημνίζομαι δεινώς εις τα βάραθρα τα του Άδου, Ἀρχάγγελοι· των δε θαυμάτων των υμών μιμνησκόμενος, θεραπεύομαι από πάσης της νόσου μου· ίδοιμι την ευμένειαν υμών νυν ταχύτατα· σπεύσατε σβέσαι την φλόγα την τῶν παθῶν μου, πανσέβαστοι, πρός φως οδηγούντες σωτηρίας με και λύσιν κακών μοι νέμοντες».
Μά τι νά σας πω, τι νά σας πω! Τώρα δεν μπορώ νά τά πω. Αλλά μέσα στ' αυτιά μου ήχουν, τά ζω δηλαδή. Ακοῦστε τώρα και ένα του δευτέρου ήχου:
«Δός μοι μετανοίας λογισμόν, δός και κατανύξεως πόθον τῇ ταπεινῇ μου ψυχῇ, ἔγειρον ἐξ ὕπνου με δεινῆς πορώσεως καὶ τὸ σκότος ἀπέλασον τὸ τῆς ραθυμίας καὶ τῆς ἀπογνώσεως λῦσον τὴν ζόφωσιν, ὅπως ἀνανεύσας, ὁ τάλας, σοὶ προσκολληθήσομαι, Λόγε, καὶ Σοῦ τοῖς θελήμασι πορεύσομαι».
Αὐτά κυνηγούσα. Τό «Σύ», τό «Σοῦ» δηλώνει τὸν Πατέρα, τὸν Χριστό, τὸν Νυμφίο. Καταλάβατε; Ἔ, αὐτά τά λόγια εἶναι ἐρωτικά. Μέ τὴν ἔννοια τοῦ θείου ἔρωτος. Τά ἔλεγα καλύτερα τότε. Ἦταν πιὸ ὡραία ἡ φωνή μου καὶ πιὸ εὐλόγιστη. Τά ἐτόνιζα πιὸ καλά. Τώρα δὲν μπορῶ... Ἐλάτε, βοηθήστε νά φάλομε.
«Μόνε εὐδιάλλακτε Χριστέ, μόνε ὑπεράγαθε Λόγε καὶ ἀνεξίκακε, Σοὶ προσπίπτω, εὔσπλαγχνε, Σὲ ἱκετεύω θερμῶς, Σοὶ κραυγάζω δεόμενος· ἡμάρτηκα, σῶσον, σῶσόν με τὸν ἄσωτον τῇ εὐσπλαγχνίᾳ Σου, ὅπως εὐχαρίστως κραυγάζω· Κύριε, συγχώρησιν δός μοι, καὶ Σοῦ τῇ χρηστότητι πορεύσομαι.
»Πάντα, ἅπερ ἥμαρτον εἰς Σὲ λόγοις τε καὶ ἔργοις, Θεέ μου, καὶ ἐνθυμήμασι, πάντα ἐξαγγέλλω Σοι, πάντα νῦν λέγω Σοι· τὴν ἡμέραν παρῆλθον γὰρ καὶ πάντα τὸν χρόνον, νύκτα δὲ κατέλαβον, πλήρης ὑπάρχων κακῶν· ὅθεν Σοι προσπίπτω κραυγάζων· Δέσποτά μου, Δέσποτα Σώτερ, ἥμαρτον, συγχώρησον καὶ σῶσόν με».
Δὲν τά λέω καλά τώρα, ὅπως παλιά. Ἔτσι ἦταν ἡ ζωή μου. Τί ὡραία πράγματα!
«Ἡμαρτον εἰς Σέ, Σωτήρ, ὡς ὁ ἄσωτος υἱός, δέξαι με, πάτερ, μετανοοῦντα καὶ ἐλέησόν με, ὁ Θεός».
Μέ τί δέος καὶ εὐλάβεια ἔψαλα! Δὲν τά χορταίνω, ὅλα μ' ἀρέσουν νά τά θυμᾶμαι, νά τά ἀπαγγέλλω, νά τά ψάλλω. Εὔχομαι νά τ' ἀγαπήσετε κι ἐσεῖς, ὅπως κι ἐγώ. Στὴν κηδεία μου νά βάλετε αὐτὴ τὴν κασέτα. Δὲν εἶναι ὑποκριτικὴ ἡ εὐλάβειά μου. Ὁ Θεὸς νά μ' ἐλεήσει! Συγκινοῦμαι τώρα ποὺ τ' ἀκούω αὐτά. Τώρα ποὺ ὁ λόγος ἠσθένησεν...
Πήγαμε κάποτε για προσκύνημα μαζί με τόν κύριο Γιώργο και τήν κυρία Καίτη Π. στόν Αγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, στήν Πάτμο. Ήταν πρωί. Ένιωθα νά με πνίγει ή χάρις του Αγίου Ιωάννου. Είχε κόσμο τό σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Φοβήθηκα μήπως προδώσω τά αισθήματά μου. Αν άφηνα τόν εαυτό μου νά εκδηλωθεί, θά με περνούσαν για τρελό. Αυτοσυγκρατήθηκα. Βγήκα έξω απ' τήν εκκλησία. Δέν είναι καλό νά βλέπουν οι άλλοι τά βιώματα της μυστικής επαφής μας με τόν Θεό. Γι' αυτό τούς είπα κι φύγαμε. Τό απόγευμα της ίδιας ημέρας ήταν ησυχία. Ήμασταν οι τρείς μας. Δέν υπήρχε άλλος στήν εκκλησία. Πριν μπούμε μέσα, τούς προετοίμασα. Τούς λέω:
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.