Ψυχωφελές κείμενο
Κατάγομαι ἀπ’ τό χωριό Ἅγιος Ἰωάννης
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Στήν Εὐβοία ὑπάρχει ἕνα χωριό, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης· ἀπ’ αὐτό τό χωριό κατάγομαι. Οἱ γονεῖς μου ἦταν φτωχοί, γι’ αὐτό ὁ πατέρας μου ἔφυγε ἀπ’ τό χωριό καὶ πῆγε στήν Ἀμερική. Ἐκεῖ δούλευε ὡς ἐργάτης στή διώρυγα τοῦ Παναμᾶ. Ἐμεῖς τὰ παιδιά στό χωριό, ἀπό μικρά πού ἥμασταν κάναμε δουλειές. Ποτίζαμε τόν κήπο, τὰ δέντρα, φέρναμε τὰ ζῶα, τρέχαμε παντοῦ, ὅπου μᾶς λέγανε οἱ μεγάλοι. Ἐγώ μικρός ἔβοσκα τὰ ζῶα στό βουνό. Ἤμουνε κουτός καὶ ντροπαλός. Στό σχολείο ἐπῆγα μιά μόνο τάξη καὶ σχεδόν δέν ἐμάθαμε τίποτα, γιατί ὁ δάσκαλος ἦταν ἄρρωστος. Ἐκεῖ πού φύλαγα τὰ πρόβατα, διάβασα συλλαβιστά τό βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου κι ἀπό κεῖ μοῦ ἦλθε ὁ ζῆλος νὰ φύγω καὶ νὰ γίνω μοναχός. Χωρίς νὰ ξέρω τίποτα. Οὔτε μοναχό εἶχα δεῖ, οὔτε μοναστήρι. Τίποτα.
Ὅταν ἔγινα ἑφτά χρονῶ, μ’ ἔστειλε ἡ μητέρα μου στή Χαλκίδα νὰ δουλέψω σ’ ἕνα κατάστημα. Πωλοῦσαν ἐκεῖ ἀπ' ὅλα. Εἶχαν στά καταστήματα ἐκείνη τὴν ἐποχή σιδερικά, κλειδιά, βίδες, κλειδαριές καὶ σχοινιά, ἀλλὰ εἶχαν ὅμως καὶ ζάχαρη καὶ ρύζι καὶ καφέ καὶ πιπέρι καὶ ὅλα ὅσα ἔχει ἕνα μπακάλικο. Μεγάλο ἦταν τὸ κατάστημα. Καὶ ἦταν ἐκεῖ ἄλλα δυὸ παιδιά. Ἐπῆγα κι ἐγώ. Ὅ,τι μοῦ λέγανε αὐτοί, ἐγὼ τὸ ἔκανα. Ὅλοι μὲ διατάζανε ἐμένα κι ἐγὼ ἔτρεχα παντοῦ. Ἐν τῷ μεταξύ οἱ ἄλλοι δυὸ εἶχαν κανονίσει πότε θὰ ποτίζανε τὰ βασιλικά τῆς κυρᾶς πάνω στὰ μπαλκόνια. Πήγαιναν ἐναλλάξ. Ὁ ἕνας τὴ μιὰ μέρα, ὁ ἄλλος τὴν ἄλλη. Εἶχαν σειρά. Ὅταν ἐπῆγα ἐγώ, ἐβάλανε ἐμένα σ' ὅλα. Καὶ στὸ σκούπισμα καὶ στὰ λουλούδια. Ἐγὼ δὲν πονηρευόμουν ὅμως. Τὰ ἔκανα ὅλα. Ὅπου μοῦ λέγανε, πήγαινα.
Καὶ μιὰ μέρα ποὺ σκούπιζα τὸ κατάστημα, στὸ τέλος, ἐκεῖ ποὺ εἶχα μαζέψει τὰ σκουπίδια, εἶχε χυθεῖ καφές, σπυριά ἄλεστα. Ἦταν ἐκεῖ πέρα καμιά δεκαπενταριά σπυριά καφέ. Κι ἐγὼ ἔσκυψα, τὰ μάζεψα καὶ τὰ ἔβαλα στὸ χέρι καὶ πήγα νὰ τὰ ρίξω στὸ τσουβάλι, ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ καφές. Τ' ἀφεντικό ἦταν στὸ γραφεῖο του. Εἶχε τζάμια γύρω γύρω καὶ μὲ εἶδε ποὺ ἔσκυψα ἐκεῖ καὶ μετὰ πήγα στὸ τσουβάλι νὰ τὰ ρίξω. Καὶ φωνάζει:
— Ἄγγελε — ἐννοώντας ἐμένα, ἔτσι μὲ φωνάζανε μικρό— ἔλα δῶ!
Πήγα ἐκεῖ.
— Τί ἔχεις στὸ χέρι, τί εἶναι αὐτό;
Λέω:
— Καφές. Τὰ ἦρα ἐκεῖ κάτω καὶ τὰ μάζεψα.
Ἀρχίζει, λοιπόν:
— Τάσοο, Ἀρίστοο, Γιάννη, Γιώργο!!!
Ἄλλος ἦταν μέσα στὴν ἀποθήκη, ἄλλος ἀλλοῦ. Φώναζε τ' ἀφεντικό. Ἦλθαν ὅλοι ἐκεῖ. Λοιπόν, ἄνοιξε τὸ χέρι μου τὸ ἀφεντικό.
— Τὰ βλέπετε; τοὺς λέγει. Τί εἶναι αὐτά;
— Σπυριά ἀπὸ καφέ, λένε.
— Ποῦ τὰ ἦρες, Ἄγγελε;
— Στὸ πάτωμα ἦταν σκορπισμένα, λέω, τὰ μάζεψα καὶ πήγα νὰ τὰ ρίξω στὸ σακί μὲ τὸν καφέ.
Λοιπόν, ἔκανε ὁλόκληρη διδασκαλία τ' ἀφεντικό μου. Ἐκεῖ τί γινόταν! Σπατάλη μὲ τίς σέσουλες. Πετοῦσαν ἀπὸ δῶ, ἀπὸ κεῖ... Καὶ λέει:
— Ἀκούστε τώρα, ἀπὸ σήμερα θὰ βάλετε μία σειρά ἐδῶ μέσα. Μιὰ βδομάδα ὁ Ἀρίστος, μιὰ βδομάδα ὁ Τάσος, τὴν ἄλλη ὁ Ἄγγελος καὶ γιὰ τὰ λουλούδια καὶ γιὰ ὅλα.
Μ' ἀγαποῦσαν, λοιπόν, τ' ἀφεντικά μου. Μὲ καλοῦσαν πάνω, στὸ σπίτι τους, καὶ μ' ἔβαζαν κι ἔψαλλα ὅ,τι τροπάρια ἤξερα. Μὲ πήραν πολὺ ἀπὸ καλὸ ἔτσι. Αὐτὴ τὴν πράξη μου τὴν ἐκτιμήσανε, γιατί δὲν μὲ ξέρανε.
Μετὰ δύο χρόνια ἐπῆγα στὸν Πειραιά, γιὰ νὰ ἐργασθῶ στὸ μπακάλικο ἑνὸς συγγενοῦς. Τὸ μπακάλικο ἦταν μαζὶ καὶ ταβέρνα. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μία σοφίτα, ὅπου καὶ κοιμόμουν τὸ βράδυ. Τὸ μαγαζὶ βρισκόταν σ' ἕνα λόφο, στὴν ὁδὸ Τσαμαδοῦ. Ἐρχόντουσαν κάθε μέρα καὶ ψωνίζανε καὶ ἀρκετοὶ ἀπ' τοὺς πελάτες καθόντουσαν κάτι νὰ πιούνε, νὰ τσιμπήσουνε, ἐφόσον ἦταν καὶ ταβέρνα.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.