Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Μέ φίλησε στο μέτωπο και χωρίσαμε κλαίγοντας

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 27 από 160

Μ' εκείνο, όμως, τό κρυολόγημα εγώ έπαθα υγρά πλευρίτιδα και πονούσα πολύ. Δέν είχα διάθεση, δέν ήθελα να φάω. Είδοποιήσαν οι Γέροντες κι ήλθε ένας ψηλός, αγιότατος άσκητης, ό πατήρ 'Αντώνιος. 'Ήταν όσιοπατερείτης. 'Η εκκλησία του κελλοῦ του ήταν επ' όνόματι τών 'Οσίων Πατέρων τών εν 'Αγίω 'Όρει τώ 'Αθω άσκησάντων, τών εν ασκήσει λαμψάντων. Αυτός έκανε και λίγο τόν γιατρό. 'Ήλθε, με είδε, πάει στην καλύβη του και μου φέρνει ένα είδος δέρματος, που τό λένε εκδόριον, και μου τό βάζει πάνω στην πλάτη μου. Αυτό όλη τη νύχτα βύζαινε τό ύγρό της πλάτης μου. Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα ή ώρα, παίρνει ένα ψαλίδι, τό απολυμαίνει με οινόπνευμα και μου κόβει τό εκδόριον, που είχε γεμίσει ύγρό κι έγινε σαν μαξιλαράκι μαζί με τό δέρμα μου. 'Ο πόνος μου εκείνη τη στιγμή ήταν άφραστος. Ή εξάντλησή μου πολύ μεγάλη. Λιποθύμησα. Κι όταν συνήλθα λίγο, ένιωσα μεγάλη χαρά μέσα μου, γιατί μπορούσα και προσευχόμουν. Άρχισα τότε να ψάλλω: «Από τών πολλών μου άμαρτιών άσθενεί τό σώμα, άσθενεί μου και ή ψυχή...». Έτσι πού μ' άκουσε ό παπα-Ιωαννίκιος, έρχεται κοντά μου, μ' άγκαλιάζει, με φιλεί στό μέτωπο και μού λέει:

— Παιδί μου, νά με συγχωρέσεις!

Έρχεται ό Γέροντας. Τού λέγει άγρια:

— Α, τόν στραβό τόν άνθρωπο!

Εγώ δέν είχα όρεξη, δέν ήθελα νά φάω, έτρωγα πολύ λίγο και κάθε μέρα και χειροτέρα· πήγαινα για θάνατο. Φοβηθήκανε οι Γέροντες μήπως πεθάνω, τό ίδιο κι ό πατήρ Αντώνιος, πού έκανε τόν γιατρό.

— Νά φύγει τό παιδί, λέει ό πατήρ Αντώνιος, δέν θ' αντέξει, χρειάζεται φάρμακα, πού έδω δέν έχουμε. Δέν τρώγει κι όπωσδήποτε, όσο κάθεται, τόσο χειροτερεύει.

Σκεφθείτε ότι έφαγα μία γουλιά από άμυγδαλα κοπανισμένα και με πείραξε. Τόσο τό στομάχι μου είχε εξασθενήσει.

Οι Γέροντες μου με θέλανε πάρα πολύ, αλλά βρεθήκανε στην ανάγκη νά με στείλουν έξω στόν κόσμο, γιατί εκεί ούτε γάλα ούτε κρέας ύπῆρχε. Κι έτσι μού έδωσαν άδεια, έβγαλαν χαρτιά από τόν Δικαίο, νά γυρίσω στό χωριό μου για δύο μήνες περίπου, ώσπου νά συνέλθω. Κι έφυγα. Μέ πήρε ό παπα-Ιωαννίκιος, με πήγε στη Δάφνη με βάρκα με κουπιά. Δέν είχαμε μηχανή τότε καθόλου. Τότε δέν είχαμε ούτε μουλάρια ούτε μηχανές. Οι άσκηταί ό,τι κουβαλούσαν εκεί πάνω, τό κουβαλούσαν στόν ώμο, στην πλάτη. Έφθάσαμε, λοιπόν, στη Δάφνη. Δέν μπορούσα νά σταθώ όρθιος· με ξαπλώσανε σ' ένα δωμάτιο. Εκεί στεγαζόταν τό ταχυδρομείο. Σέ λίγο με πιάσανε φρικτοί πόνοι στά νεφρά. Έκλαιγα απ' τόν πόνο. Έκλαιγε κι ό παπα-Ιωαννίκιος. Εγώ μές στόν πόνο βρήκα τη δύναμη νά τόν παρηγορήσω:

— Μήν κλαίεις, Γέροντα, θά γίνω καλά, δέν έχω τίποτα.

Κι εκείνος παρηγορούσε εμένα μές στό κλάμα λέγοντας:

— Μήν κλαίεις, παιδί μου, θά γίνεις καλά.

Ήλθε τό καράβι, μ' έβαλε μέσα, μ' έφιλησε στό μέτωπο και χωρίσαμε κλαίγοντας.