Ψυχωφελές κείμενο
Ὁ Θεός μὲ γλίτωσε
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Ἦταν μία μέρα βροχερή. Ὅταν σταμάτησε ἡ βροχή, βλέπομε ἀπ' τό ἐργαστήρι ποῦ ἐργαζόμασταν πολλούς πατέρες ἀπό ἄλλα κελλιά νά πηγαίνουν κατά τόν Ἅγιο Νήφωνα, νά μαζέψουν σαλιγκάρια. Ὁ παπα-Ἰωαννίκιος ἔβλεπε τούς πατέρες ποῦ περνούσανε και στενοχωριότανε. Ἤθελε νά πάω νά μαζέψω κι ἐγώ. Τοῦ λέω:
— Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε νά μήν πάω. Ξεκίνησα και μὲ γύρισε πίσω. Ἄμα ὅμως θέλεις νά πάω, ἐγώ θά κάνω ὑπακοή και θά πάω.
Τότε κι ἐκεῖνος μοῦ λέει:
— Πήγαινε. Σήμερα ἔχει πολλά σαλιγκάρια.
Ἔ, κι ἐγώ ἁρπάζω τόν τουρβά και τρέχω. Στήν ἀρχή δέν ἔτρεχα, γιά νά μή μέ δούνε οἱ Γέροντές μου. Μετά ποῦ ξεμάκρυνα, τό 'βαλα στό τρέξιμο. Ἔφθασα ψηλά, σέ κάτι ἀπότομα βράχια, ποῦ δέν πήγαιναν οὔτε ἀγριογούρουνα, διότι τά ἀγριογούρουνα, ὅταν βρέξει, μαζεύονται ὅλα μαζί και τρέχουν νά φάνε τά σαλιγκάρια. Τρεῖς ὥρες μάζευα. Μάζεψα πολλά, τόν γέμισα τόν τουρβά. Ἤμουνε καταϊδρωμένος και καθὼς κατηφόριζα — ἦταν ἀπόγευμα κι είχε δροσίσει ή ατμόσφαιρα— με πάγωσε ένας παγωμένος άερας, που κατέβαινε απ' τόν 'Αθω στη θάλασσα. 'Ο τουρβάς στον ώμο μούσκεψε και πάγωσε όλη ή πλάτη μου απ' τά σάλια τών σαλιγκαριών.
Καθώς κατέβαινα μέσ' από δύσβατα μέρη, έπρεπε να περάσω μία σάρα —σάρες είναι τ' άγρια μέρη που έχουν λιανολίθαρα. 'Όταν έφθασα στα μισά, άρχισε ή σάρα ολόκληρη να φεύγει σαν ποταμός απ' την κορυφή του βουνού και να παρασέρνει πέτρες, βράχια κι άλλα. Τό πλάτος ήταν περίπου δεκαπέντε-είκοσι μέτρα. Τά πόδια μου βυθίστηκαν μέχρι τό γόνατο. 'Αδύνατον να προχωρήσω. Φορτωμένος όπως ήμουν, με κίνδυνο να σκοτωθώ, φώναξα: «Παναγίτσα μου!». Στη στιγμή πετάχθηκα από μία αόρατη δύναμη είκοσι μέτρα πιό πέρα, στην απέναντι πλευρά της χαράδρας πάνω σε κάτι μεγάλα βράχια, έτοιμα κι αυτά να κυλήσουν προς τά κάτω. Την ίδια στιγμή από κάτω περνούσαν οι πατέρες, που επέστρεφαν απ' τόν 'Άγιο Νήφωνα κι εκείνοι με τά σαλιγκάρια. Είδαν τη σάρα, όλο τό κακό, κι άρχισαν να φωνάζουν: «Έεε! μήπως ήταν κανείς εκεί;». Εγώ βρέθηκα μακριά απ' τόν κίνδυνο, χωρίς να πάθω τίποτα. Μόνο τά παπούτσια μου, τά τσαρούχια μου δηλαδή, έμειναν στη σάρα και τά πόδια μου ήταν γεμάτα αίματα. Οι πατέρες φωνάζανε πάλι, άλλ' εγώ δέν μιλούσα. 'Ήθελα να μιλήσω, αλλά δέν μπορούσα. Είχα πάθει φοβία. Τούς άκουγα, αλλά δέν αποκρινόμουν. 'Ο τουρβάς, απείραχτος στην πλάτη μου, θα ήταν πάνω από όγδοντα οκάδες. 'Όταν συνήλθα, άρχισα να σκαρφαλώνω στον ένα βράχο, στον άλλο, μέχρι που έφθασα κάτω. Μόλις κατέβηκα κάτω, άλλος κίνδυνος. Βλέπω ένα φίδι, που τό λένε γαλατά. Πολύ τρόμαξα...
'Ο Θεός με γλίτωσε. 'Έφθασα στο κελλί κατατρομαγμένος. 'Έπεσα κάτω. Διηγήθηκα στους Γέροντες όσα μου συνέβησαν. Είχα πάθει τρόμο. Διηγήθηκα για τη σάρα, για τά παπούτσια μου που χαθήκανε, για τά πόδια μου τά γεμάτα αίματα, για τό φίδι. 'Ο Γέροντας πολύ στενοχωρέθηκε και τιμώρησε τόν παπα-Ιωαννίκιο. Τού έβαλε κανόνα να μη λειτουργήσει για πολλούς μήνες κι εκείνος έκλαιγε για όσα συνέβησαν.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.