Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Ποτέ δέν είχα φαντασθεί ότι θα γύριζα στον κόσμο

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 29 από 160

Ποτέ δέν είχα φαντασθεί ότι θα γύριζα στον κόσμο. Πατρίδα μου ήταν τα Καυσοκαλύβια. Είχα, βέβαια, παρακαλέσει τόν Θεό να μου δώσει μία αρρώστια. Καί μου έδωσε αρρώστια. Αλλά λέω: «Καλά, Θεέ μου, μου την έδωσες· όχι και να με βγάλεις απ' τό Άγιον Όρος». Αλλά μ' έβγαλε. Απ' την αρρώστια έφυγα. Με διώξανε δηλαδή. Άκουσε ό Θεός άλλ' όχι και καλά τό θέλημά μου. Μου έδωσε και κάτι που δέν τό ήθελα. Διότι εξαιτίας της αρρώστιας μου έφυγα απ' τό Άγιον Όρος. Κι έτσι μετά από τόσα χρόνια γύριζα πάλι στο σπίτι μου!... Μές στο καράβι ατελείωτες οι ώρες. Όλα για μένα ήταν παράξενα. Παιδάκια, γυναίκες είχα χρόνια να δώ.

Στό χωριό έπηγα μέσω Χαλκίδος. Πέρασα τ' Αλιβέρι. Έφθασα στον Άγιο Ιωάννη, τό χωριό μου. Πρώτα επέρασα απ' τά Περιβόλια. Βρίσκω κάποιον, συγκεκριμένα τόν γαμπρό μου, τόν Νικόλα, τόν πατέρα της Έλένης. Τόν ρωτάω:

— Ποιοί άλλοι βρίσκονται εδώ;

— Έ, λέει, λίγο πιο κεί είναι ό Λεωνίδας ό Μπαϊρακτάρης — ό πατέρας μου — και πιο κάτω άλλοι — είπε τά όνόματα.

Εγώ τώρα μέ χτυποκάρδι ξεκίνησα νά συναντήσω τόν πατέρα μου. Είχα πολλά χρόνια νά τόν δώ. Όπως σάς έχω πει, έλειπε χρόνια στην Αμερική. Όταν τόν αντίκρισα, τόν γνώρισα αμέσως. Εκείνος πού νά μέ καταλάβει! Καλόγερος, τά μαλλιά, τά γένια ως κάτω. Ντρεπόμουνα κι όπως φορούσα τό ζωστικό, τά είχα από μέσα κρύψει. Πετσί και κόκκαλα απ' την άρρωστια!...

Τόν καλημέρισα. Μού λέει:

— Ποιος είσαι; Κι από πού;

— Καλόγερος, τού απαντάω. Έσύ έχεις οικογένεια, παιδιά; Πόσα παιδιά έχεις;

— Τέσσερα είχα, αλλά ό ένας γιός μου χάθηκε πριν από χρόνια. Τόν χάσαμε. Δούλευε στον Πειραιά και χάθηκε.

— Στόν Πειραιά; Πώς τόν λέγανε;

— Βαγγέλη.

— Βαγγέλη; Ήταν φίλος μου παλιά.

— Πές μου, ξέρεις πού βρίσκεται;

— Ά, δυστυχώς πέθανε...

— Πέθανε;

Ράγισε ή καρδιά τού πατέρα μου. Άρχισε νά κλαίει. Τότε δέν άντεξα. Κι από σίδερο νά ήμουνα, θά έλιωνα. Κλάματα κι εγώ. Χτύπαγε ή καρδιά μου. Δέν άντεξα νά τόν βλέπω νά σπαράζει ή πατρική του καρδιά και τού αποκαλύφθηκα:

— Εγώ είμαι, πατέρα! Ο Ευάγγελος.

Τί έγινε εκείνη τη στιγμή! Χαρά και κλάμα σμίξανε. Αγκαλιστήκαμε και συγκινημένοι κινήσαμε για τό σπίτι νά βρούμε την μητέρα μου. Ή μητέρα μου, όμως, ήταν σκληρή. Όταν μέ είδε, μέ μάλωσε πολύ. Τό θεώρησε πολύ μεγάλη προσβολή νά γίνει τό παιδί της καλόγερος.