Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Έρχοντουσαν ό κόσμος για νά μέ δούνε

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 30 από 160

Ό κόσμος τό έμαθε. Έρχοντουσαν διάφοροι νά μέ δούνε. Ήμουν νέο παλικάρι. Πριν άρρωστήσω, ήμουν πάρα πολύ όμορφος και κόκκινος. Αλλά τό πρόσωπό μου είχε όμορφιά όχι κοσμική. Θεία όμορφιά. Κι εδώ πού ήλθα στον κόσμο, όλοι κάνανε λόγο για μένα και για τά μαλλιά μου. Απ' την ήμερα πού έπηγα στό Όρος, δέν είχα κόψει τά μαλλιά μου. Είχαν μεγαλώσει κι έφθαναν κάτω απ' τη μέση. Έγινε πολύς θόρυβος στο χωριό. Γι' αυτό κι εγώ, για νά μήν τά κόψω, έβρασα μία κατσαρόλα μέ νερό και τά έβαλα μέσα και τά έβρασα πολύ. Τότε χαλάσανε και μού πέσανε. Έκανα φαλάκρα.

Κι έρχοντουσαν, όπως σάς είπα, για νά μέ δούνε στο χωριό μου. Διαδόθηκε εκεί ότι ό γιός τού Λεωνίδα τού Μπαϊρακτάρη, πού τόν είχανε χάσει και τόν είχανε για πεθαμένο, γύρισε απ' τό Όρος, πού ήταν άσκητης. Κι έρχοντουσαν ό κόσμος από περιέργεια, για νά μέ δούνε. Εγώ δέν μιλούσα· ντρεπόμουνα κιόλας πάρα πολύ. Πήγα στην εκκλησία τού χωριού. Όλοι μέ κοροϊδεύανε. Ή μητέρα μου ντρεπόταν. Ἔκλαιγε καὶ θρηνοῦσε. Δὲν ἤθελε οὔτε νὰ μὲ δεῖ· δὲν μὲ ἤθελε ἡ καημένη καὶ μ' ἔδιωξε ἀπ' τὸ σπίτι.

Στὴν ἀρχὴ μὲ μάζεψε ἡ θεία μου. Ἐκεῖ ἄρχισα καλὸ φαγητό, γάλα, τυρί, αὐγά, κρέας, γιὰ νὰ συνέλθω ἀπ' τὴν ἀρρώστια. Ὅμως δὲν μπόρεσα νὰ καθίσω ἐκεῖ πέρα, γιατὶ ἐγὼ ἤθελα ἔτσι... ἄλλο περιβάλλον. Τί νὰ ἔκανα στὸ σπίτι; Ἔ, ντρεπόμουνα κιόλας, διότι ἐγὼ δὲν εἶχα προσφέρει καὶ τίποτα στοὺς δικούς μου... Καὶ τώρα νὰ θελήσω νὰ μὲ περιποιηθοῦν αὐτοί; Ὅταν αἰσθάνθηκα καλά, ἔτρεξα πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος

Τέσσερις-πέντε ὥρες μὲ τὰ πόδια μακριὰ ἀπ' τὸ χωριό μου ἦταν ἕνα μοναστήρι, ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος. Εἶπα μιὰ μέρα στὸν πατέρα μου νὰ μὲ πάει ἐκεῖ, ὄχι γιὰ νὰ μείνω. Ἐγὼ δὲν ἤξερα κιόλας τί θὰ εἶναι ἐκεῖ κι ἂν μὲ θέλανε. Ἐν τῷ μεταξὺ στὸ Ἀλιβέρι κατὰ σύμπτωση συναντήσαμε τὸν παπα-Γιάννη Παπαβασιλείου. Αὐτὸς τηλεφώνησε στὸν δεσπότη —ὑπῆρχε τότε τηλεφωνικὴ γραμμὴ ἀπ' τ' Ἀλιβέρι στὴν Κύμη— ὅτι ἔχει ἔλθει ἕνας μοναχὸς ἀπ' τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τοῦ λέει ὁ δεσπότης:

— Παπα-Γιάννη, νὰ τὸν φυλάξεις, μὴ μᾶς φύγει!

Ὁ δεσπότης τῆς Κύμης, ὁ Παντελεήμων Φωστίνης, ἀγαποῦσε τοὺς καλογήρους.

Ὁ πατέρας μου μὲ πῆρε, πήγαμε, φίλησα τῆς μάνας μου τὸ χέρι, ἀλλὰ ἡ καημένη τὸ τράβηξε πίσω, δὲν μοῦ τὸ ἔδωσε. Μὲ πῆρε, λοιπόν, ὁ πατέρας μου καὶ μὲ πῆγε στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο. Ὁ ἡγούμενος μὲ δέχθηκε μ' εὐχαρίστηση, μ' ἀγάπησε καὶ μοῦ μίλησε. Ὅταν τοῦ εἶπα τὶς δυσκολίες, λέει:

— Νὰ μείνεις ἐδῶ. Ἔχομε κι αὐγὰ καὶ γάλα, κοτόπουλα, ἔχομε ἀπ' ὅλα.

Κι ἔμεινα ἐκεῖ. Ὁ ἡγούμενος μ' ἀγάπησε τόσο, ποὺ μοῦ μαγείρευε κι ἰδιαίτερα φαγητά. Στὴν ἀρχὴ δὲν εἶχα ὄρεξη νὰ φάω, ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ συνῆλθα. Ὁ πατέρας μου κάθισε κι ἐκεῖνος τὸν πρῶτο καιρό, γιὰ νὰ μὲ περιποιεῖται. Ὁ πατέρας μου ἦταν ψάλτης κι ἀξιώθηκε νὰ γνωρίσει καὶ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Εἶχε πολλὴ πίστη κι εὐλάβεια.

Ὅταν αἰσθάνθηκα καλά, ἔτρεξα πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐπῆγα ἐκεῖ. Χαρὰ οἱ Γέροντές μου! Ἀλλὰ σὲ δέκα μὲ δεκατρεῖς ἡμέρες πάλι κάτω. Κόπηκε ἡ ὄρεξή μου. Χλώμιασα, ἀδυνάτισα, ἐξαντλήθηκα μὲ τὸ φιδὲ καὶ τὰ παρόμοια. Εἶχα, βλέπετε, ἀρρωστήσει βαριά. Πάλι τώρα καινούργια ἄδεια καὶ ἀναχώρηση γιὰ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. Ἐκεῖ πάλι αὐγά, τυρί, βούτυρο καὶ λοιπά, ὅπως πρίν. Συνῆλθα πάλι, δυνάμωσα. Μετὰ τρεῖς μήνες πάλι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τρεῖς φορὲς ἐπῆγα καὶ ἐγύρισα, ἀλλὰ πάνω στὶς δέκα μὲ δεκατρεῖς ἡμέρες ξανὰ τὰ ἴδια.

Τὴν τρίτη φορά οἱ Γέροντές μου μοῦ λένε:

— Ἔχομε εὐθύνη γιὰ τὴν ὑγεία σου, δὲν μποροῦμε νὰ σὲ κρατήσομε. Σ' ἀγαπάμε, σὲ θέλομε, ἀλλὰ ὁ Θεὸς δείχνει ὅτι πρέπει νὰ φύγεις, γιὰ νὰ μὴν πεθάνεις.

Μάλιστα προσθέσανε:

— Ἐμεῖς σέ ἀγαπάμε καὶ ἂν ποτὲ ὁ Θεὸς σέ ἀξιώσει — καὶ τὸ πιστεύομε ὅτι θὰ σέ βοηθήσει νὰ γίνεις καλά— καὶ θελήσεις νὰ ἔλθεις ἐδῶ, νὰ βρεῖς καὶ κανένα ἄλλο παιδί, ἔτσι σὰν κι ἐσένα. Σέ θέλομε.

Καὶ μ' ἔστειλαν μὲ ἄδεια. Μοῦ εἶπαν:

— Φοβόμαστε μὴ μᾶς κατακρίνουν οἱ ἀδελφοί, ἂν πεθάνεις ἐδῶ, ποὺ εἶσαι νέο παιδί. Δὲν μᾶς ἀρέσει ποὺ σέ στέλνομε ἔξω, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ἀλλιῶς. Βλέπεις ὅτι ἐξαντλήσαμε κι ἐμεῖς τὴν ἀγάπη μας. Τρεῖς φορές πῆγες καὶ ἦλθες καὶ δὲν μπορέσθηκες νὰ κάνεις ἐδῶ.

Μοῦ ἔδωσαν καὶ μία κουβέρτα, βελέντζα, γιὰ τὸ δρόμο, τὴν ὁποία ἔχω φυλάξει κι εἶναι ἡ πιὸ καλή μου κουβέρτα. Αὕτη τὴν εἶχα στὸ κελλί μου κι ἔκανα τὶς μετάνοιες κι ἐκεῖ ξαπλωνόμουνα κι ἐκεῖ στεκόμουνα ὄρθιος, γιὰ ν' ἀποκοιμηθῶ καθιστός. Δηλαδὴ κοιμόμουνα ξύπνιος! Σ' αὕτη τὴν κουβέρτα ἔκανα ὅλες τὶς πνευματικὲς μου ἀσκήσεις.

Ἔτσι ἔφυγα πλέον ἀπ' τὸ Ἅγιον Ὄρος χωρὶς ἐπιστροφή. Πῆγα στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο. Ἐκεῖ ὅλοι μὲ θέλανε, μ' ἀγαποῦσαν καὶ χάρηκαν ποὺ ἐπέστρεψα. Πάλι ἄρχισα κι ἔτρωγα γάλα, ἔτρωγα βούτυρο, ἔτρωγα αὐγά.

Νὰ σᾶς πῶ κι ἕνα σπουδαῖο ποὺ θυμήθηκα. Ἕνας καλόγηρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους λεγότανε πατὴρ Ἰωακείμ κι ἔμενε στὸν Ἅγιο Νεῖλο· ζοῦνε τώρα οἱ ὑποτακτικοί του. Αὐτός, λοιπόν, ἔγραψε στὴν μητέρα μου ἕνα γράμμα καὶ πολὺ τὴν ἐτσάκισε, πάρα πολύ. Τῆς ἔγραψε πῶς καὶ τ' ἄγρια θηρία ἀκόμη ἀγαποῦν τὰ παιδιά τους. Πολλά, πολὺ ὠραῖα πράγματα, ἀλλὰ χτυπητὰ ὅμως, πολὺ βαριά. Ἔτσι ἡ μητέρα μου πολὺ συντρίφθηκε.

Ἀργότερα, ὅμως, ἡ καημένη ἄλλαξε. Ἀφοσιώθηκε στὴν Ἐκκλησία. Ὅταν λειτουργοῦσα, ἐκείνη καθότανε ἀπέναντι. Σταύρωνε τὰ χέρια καὶ προσευχότανε. Ὅλο μὲ κοίταζε. Δὲν μ' ἄφηνε καθόλου. «Ὁ παπάς μου!», ἔλεγε μὲ καμάρι. Σὲ κάποιο χωριό, στοὺς Τσακαίους, ποὺ εἶχα πᾶει κι ἔμεινα λίγο μετὰ τὴ χειροτονία μου, τὴν λέγανε παπαδιά. Τῆς φιλούσανε τὸ χέρι κι ἐκείνη καμάρωνε ἡ καημένη. Καὶ πέθανε κοντά μου. «Μωρέ, ὅλους καλογέρους νὰ τοὺς ἔκανα! μοῦ ἔλεγε. Τὸ εἶχα πάρει στραβὰ στὴν ἀρχή. Ὅλα τὰ παιδιά μου καλόγεροι νὰ γινόντουσαν!».