Ψυχωφελές κείμενο
“Εζησα εκεί τριάντα τρία χρόνια, σάν να είχε περάσει μία μέρα
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Ηλθα με την κήρυξη του πολέμου στην Αθήνα. Διορίσθηκα εφημέριος του Αγίου Γερασίμου, παρεκκλησίου της Πολυκλινικής Αθηνών, ακριβώς με την κήρυξη του πολέμου, τό 1940. Είχα μέσα μου μεγάλη επιθυμία να εργασθώ σε ίδρυμα. Ο Θεός μου εκπλήρωσε αυτό τον πόθο και διορίσθηκα στο ναΐδριο της Πολυκλινικής Αθηνών προς μεγάλη μου χαρά. Επειδή τό έχω συνηθίσει πάντοτε να λέω κάτι απ' τη ζωή μου, όπως τό έχω ζήσει και αισθανθεί, ακούστε να σας πω την ιστορία απ' την αρχή.
Μία φορά που ήμουν στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, άκουσα στο Κυριακό να διαβάζεται η ερμηνεία του Νικηφόρου Θεοτόκη πάνω στο Ευαγγέλιο της Κυριακής. Έλεγε, λοιπόν, εκεί ο Θεοτόκης τό πόσο μεγάλο καλό μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, όταν παρηγορήσει πονεμένες ψυχές, ανθρώπους που πάσχουν από καρκίνο, λέπρα, φυματίωση. Εγώ, όταν τ' άκουσα, συγκινήθηκα και μου ήλθε ἔνας ζῆλος, ὅπως τὰ ἔλεγε πολύ ζωηρὰ ὁ διαβαστὴς κι ὅπως ἐμπνεόμουν πάντοτε ἀπ' τὸ καθετί. Κι ἄρχισα τὰ ὄνειρα. Νὰ μποροῦσα νὰ εἶχα σπουδάσει, νὰ ἤξερα νὰ μιλάω καὶ νὰ πάω σ' ἕνα ἴδρυμα! Σ' ἕνα ἴδρυμα λεπρῶν, σ' ἕνα σανάτοριο ποὺ νὰ 'χει φυματικοὺς... Περίπου αὐτὰ σκεπτόμουνα. Κι ὅταν ἐπιθυμοῦσα κάτι, ἤθελα νὰ τὸ ζῆσω. Ὅσες φορὲς μοῦ ἐρχότανε ζῆλος νὰ πάω στὴν ἔρημο, ζοῦσα τὴν ἔρημο ἐκεῖ ὅπου βρισκόμουνα. Ματαιοπονία ἦταν, ἀλλὰ ὅμως τὴ ζοῦσα. Δηλαδὴ αἰσθανόμουνα ὅτι βρισκόμουνα πάνω ἐκεῖ στὸ Καρμήλιον, πάνω ἀπ' τὴν Κερασιά, ποὺ εἶναι ὁ Ἅγιος Βασίλειος, τὸ ἡσυχαστικότερο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κι αἰσθανόμουνα ὅτι ἤμουνα ἐρημίτης κι ἔλεγα: «Ἔτσι θὰ διαβάζω, ἔτσι θ' ἀνάβω τὸ λυχνάρι μου, ἔτσι τὴ νύκτα θὰ λέω τὸ 'Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ', τόσες μετάνοιες θὰ κάνω, θὰ τρώω παξιμάδι καὶ χόρτα». Κι ἔκανα τὸ ὄνειρο πραγματικότητα. Ματαιοπονία! Ἀλλ' ὅμως ἱκανοποιόμουν καὶ μετὰ μοῦ ἔφευγε. Καὶ στὶς ὥρες τῆς ἀδυναμίας μου —ποὺ συνήθως στὶς ἀδυναμίες του ὁ ἄνθρωπος δέχεται λογισμοὺς ὄχι τόσο καλοὺς— σκεπτόμουνα τέτοια πράγματα, ποὺ ἡ ψυχή μου τὰ ὀργοῦταν καὶ τὰ ζοῦσα.
Ἔτσι ἔζησα καὶ τότε: Πῆγα σ' ἕνα νησὶ ποὺ εἶχανε λεπρούς καὶ μιλοῦσα μὲ τοὺς λεπρούς, λειτουργοῦσα ἐκεῖ καὶ τοὺς περιποιόμουν, τοὺς βοηθοῦσα, αὐτοὺς ποὺ ἦταν πολὺ ἀνάπηροι. Κι ἔζησα, ἂς ποῦμε, μὲ τοὺς λεπρούς φανταστικά. Αὐτὸ ἔπειτα τὸ ξέχασα. Συνέβηκε, ὅμως, ν' ἀρρωστήσω κι ἐγὼ κι οἱ Γέροντές μου μ' ἔστειλαν τρεῖς φορὲς στὸν κόσμο νὰ γίνω καλά. Ἀλλὰ δὲν γινόμουνα καλά καὶ στὸ τέλος μοῦ δώσανε τὴν εὐχή τους νὰ ζῆσω ἔξω ἀπ' τὸ Ἅγιον
Ὄρος, ὅπως σᾶς τὰ ἔχω διηγηθεῖ, ἐκεῖ ποὺ θὰ εἶχαν καὶ γάλα κι αὐγὰ καὶ κρέας κι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ χρειαζόντουσαν γιὰ τὴν ἀρρώστια μου. Γι' αὐτὸ τὸ σκοπὸ πῆγα στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο Εὐβοίας κι ἔμεινα γύρω στὰ δεκαπέντε χρόνια. Μετὰ ἄρχιζαν νὰ μὲ κατακλύζουν πάλι οἱ ἰδέες ποὺ εἶχα καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, δηλαδὴ νὰ πάω νὰ ἐργασθῶ σ' ἕνα σανάτοριο. Καὶ σκέφθηκα νὰ πάω στὴν Πεντέλη. Κάποιος γνωστός μου μοῦ εἶπε ὅτι ἐκεῖ εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν ἱερέα. Ἦταν γεμάτη φυματικοὺς τότε ἡ Πεντέλη, τὸ σανάτοριο τῆς Πεντέλης. Ἐπῆγα στὸν διευθυντὴ καὶ μοῦ λέει:
— Ἐπήραμε, πάτερ, ἐπήραμε ἱερέα.
Τοῦ εἶπα τὸν πόθο μου καὶ μοῦ λέγει:
— Ἄ, κι ἐγὼ τέτοιον πόθο εἶχα! Κι ὁ Θεὸς μ' ἔφερε ἐδῶ.
Μετὰ κατέβηκα στὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ ηὗρα ἕναν ἁγιορείτη, ποὺ λειτουργοῦσε στὰ Σπάτα, στὸ Σταυρό. Τοῦ λέω:
— Πάτερ Ματθαῖε, ἔχω αὐτὸ τὸ ζῆλο. Τί νὰ κάνω;
— Ἄ, μοῦ λέει, ἄκου νὰ σοῦ πῶ. Ἐμένα θέλανε νὰ μὲ βάλουν σ' ἕνα νοσοκομεῖο, στὴν Πολυκλινική Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν ἐπῆγα. Προτίμησα ἐδῶ πέρα στὸ Σταυρό. Θέλεις νὰ μιλήσω στὸν κύριο Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτο, νὰ σὲ πάρουν ἐκεῖ;
Λέω:
— Πᾶμε νὰ ἰδοῦμε.
Ἐπῆγα, εἶδα. Πώ, πώ! Εἶδα κόσμο, εἶδα θόρυβο, εἶδα...
— — Πάτερ Ματθαῖε, τοῦ λέω, δέν θά κάνω ἐδῶ μέσα. - — Γιατί νά μήν κάνεις; μοῦ λέει.
Ἔτσι πήγαμε στόν κύριο Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτο, τοῦ τό εἴπαμε. Ἔφυγε ὁ πατὴρ Ματθαῖος. Μοῦ λέει ὁ κύριος καθηγητής, ὁ Ἀλιβιζάτος:
— — Ἔλα αὔριο.
Ἐπῆγα τὴν ἄλλη μέρα καὶ περίμενα τὸν καθηγητὴ στό σπίτι του. Μέ εἶχε βάλει ἡ ὑπηρέτρια στό σαλόνι καὶ τὸν περίμενα νά ἔλθει, γιατί εἶχε βγεί ἔξω. Ἔβγαλα τὴν Καινὴ Διαθήκη, ποῦ εἶχα σέ σχῆμα μικρό, καὶ διάβαζα, γιά νά μήν πάει ὁ καιρός μου χαμένος. Κι ὅταν παρουσιάστηκε ὁ κύριος καθηγητής, ἐγὼ τὴν ἔκλεισα. Μέ πλησίασε, τὸν χαιρέτησα καὶ λέει:
— — Τί βιβλίο ἦταν αὐτό, παπά;
Τοῦ λέω:
— — Κύριε καθηγητά, ἡ Καινὴ Διαθήκη.
Μοῦ λέει:
— — Θεολόγος εἶσαι;
— — Ὄχι, τοῦ λέω.
— — Τί γράμματα ξέρεις;
— Πρώτης δημοτικοῦ κι αὐτά δέν τά πέρασα καλά. Τά γράμματα τά ἔμαθα στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στά Καυσοκαλύβια. Εἶχα δύο Γέροντες, ποῦ ἔζησα μαζί τους.
— — Ξέρεις καὶ ψάλλεις;
— — Ξέρω καὶ ψάλλω.
— Ἔχω, λέει, μία ἐκκλησία καὶ δέν ἔχω παπά. Ὅλο παίρνω καὶ μοῦ φεύγουν.
Τοῦ λέγω:
— Κύριε καθηγητά, δέν ξέρω, ὅπως θέλεις. Ἐγώ ἔχω μία ἐπιθυμία, νά ὑπηρετήσω σέ ἴδρυμα. Αὐτή τὴν ἐπιθυμία τὴν εἶχα ἀπό τότε ποῦ ἤμουνα στήν ἔρημο. Κι ὅταν εἶχα αὐτή τὴν ἐπιθυμία τότε, δέν εἶχα σκοπό νά φύγω ἀπ' τό Ἅγιον Ὄρος. Στό λέγω εἰλικρινά! Δέν σκέφθηκα νά βγῶ ἀπ' τό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά ἐργασθῶ σ' ἕνα λεπροκομείο. Μόνο ἐπειδή μοῦ ἄρεσε ὡς ἰδέα ποῦ τὴν ἄκουσα, ἤθελα νά τῇ ζήσῳ καὶ τὴν ἔζησα ἔτσι φανταστικά. Κι ὅμως ὁ Θεός μ' ἀξίωσε καὶ τώρα μπορῶ νά τὴν κάνω πράξη αὐτή τῇ φανταστικῇ ὑπόθεσῃ ποῦ ἐπιθύμησα.
Καὶ τότε ὁ καθηγητής πῆγε ἀπ' τό μέσα μέρος καὶ τηλεφώνησε στή Μητρόπολη Κύμης, γιατί μέ ρώτησε:
— — Σέ ποιόν δεσπότη ἔχεις κάνει;
Τοῦ εἶπα:
— — Στόν δεσπότη Κύμης.
Κι ὁ δεσπότης, ὅπως ἔμαθα ἀπό τόν πρωτοσύγκελλο Σπυρίδωνα ποῦ ἄνῃκε σ' αὐτή τῇ Μητρόπολῃ καὶ ποῦ παρευρίσκετο ἐκεῖ, ὅταν τηλεφώνησε ὁ καθηγητής, εἶπε γιά μένα στόν Ἀλιβιζάτο:
— — Ἄ, ἡ Πολυκλινική βρῆκε τὸν παπά της!
Κι ὁ Ἀμίλκας μοῦ λέει:
— — Πρέπει νά πάμε νά λειτουργήσεις.
Τοῦ λέγω:
— Κύριε καθηγητά, δέν μπορῶ νά λειτουργήσω, γιατί φοβάμαι. Δέν μπορῶ νά λειτουργήσω χωρίς ἄδεια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς.
Μοῦ λέει:
— Αὐτό εἶναι δική μου δουλειά! Καὶ δική σου δουλειά εἶναι νὰ λειτουργήσεις.
Τοῦ λέγω:
— Πρέπει νὰ ἔχουμε ἄδεια ἀπὸ τὴν Ἀρχιεπισκοπή.
— Ὄχι, λέει, θὰ λειτουργήσεις. Δὲν θὰ πάρομε ἄδεια.
Μὲ στενοχώρησε, ἀλλὰ στὸ τέλος ὑπάκουσα.
Μὲ βάλανε κάθε μέρα κι ἔκανα Θεία Λειτουργία στὸν Ἅγιο Γεράσιμο, στὴν Πολυκλινική.
— Θὰ σὲ πάρομε παπᾶ, εἶπε στὸ τέλος.
Κι ἔτσι ἔγινε. Ἀλλὰ τί συνέβηκε! Στὸν Ἅγιο Γεράσιμο ἤθελε νὰ πάει ἕνας θεολόγος, ἱερέας ἀρχιμανδρίτης, κι εἶχε σπουδάσει στὸ Λονδίνο, ἀλλὰ ὁ κύριος Ἀμίλκας φρόντισε κι ἔβαλε ἐμένανε. Ἐκεῖνος, ὁ Βελέτζας, θύμωσε. Τὸ εἶχε πεῖ νωρίτερα στὸν πρωτοσύγκελλο, στὸν πατέρα Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, κι εἶχε ὁρισθεῖ νὰ πάει ἐκεῖνος. Μετὰ, ὅμως, ἔμαθαν ὅτι ἐγὼ λειτούργησα ἐκεῖ καὶ τότε ὁ πατὴρ Γερβάσιος μὲ κάλεσε στὴν Ἀρχιεπισκοπή. Μόλις μὲ εἶδε, ἀρχίζει τίς φωνές.
— Ἐξορία θὰ σὲ κάνω, μοῦ λέει. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανες; Ἀγράμματος εἶσαι; Δὲν ξέρεις ὅτι πρέπει νὰ ἔχεις ἄδεια ἀπ' τὴν προϊσταμένη ἀρχή;
Μὲ μάλωσε πάρα πολὺ καὶ πῆγα στὸν Ἀμίλκα καὶ τοῦ λέω:
— Πολὺ μὲ μάλωσε ὁ πρωτοσύγκελλος.
Μοῦ λέει:
— Ἔλα δῶ.
Μὲ παίρνει ὁ Ἀμίλκας καὶ μὲ πάει πάνω, στὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Ἦταν ὁ Τραπεζούντος Χρύσανθος τότε. Τό 1940. Τότε ποὺ ἄρχισε ὁ ἀλβανικὸς πόλεμος. Κι ὁ Μακαριώτατος μοῦ λέει:
— Τί γράμματα ξέρεις;
Τοῦ λέω:
— Μακαριώτατε, δὲν ξέρω γράμματα. Στὴν ἔρημο ἔμαθα καὶ διαβάζω.
— Μέχρι ποῦ πῆγες σχολεῖο;
— Μέχρι πρώτη δημοτικοῦ.
Κοίταξε τὸν καθηγητή.
— Ἔ, τοῦ λέει, κύριε καθηγητά, εἶναι Ὁμόνοια ἐκεῖ πέρα, τί νὰ κάνουμε; Θὰ μᾶς παρεξηγήσει ὁ κόσμος.
— Ὄχι, λέει ὁ Ἀμίλκας, ἐγὼ τὸν θέλω, αὐτὸν θέλω.
Τοῦ λέει:
— Πῶς θὰ γίνει;
Μοῦ λέγει ὁ Μακαριώτατος:
— Ξέρεις νὰ ψάλλεις, παπᾶ μου;
— Ξέρω, ἔτσι πρακτικά.
— Ἄκου, μοῦ λέει, παιδί μου, σ' αὐτὸ τὸ μέρος θέλομε νὰ βάλομε ἕνα μορφωμένο, ἕναν κληρικό νὰ ὁμιλεῖ, διότι ἐκεῖ εἶναι τὸ κέντρον τῆς διαφθορᾶς καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἕνας ποὺ νὰ ὁμιλεῖ, νὰ διδάσκει τὸν κόσμο. Ὅμως ὁ κύριος καθηγητής σὲ θέλει. Ἐγὼ θὰ ἔλεγα, δὲν εἶσαι μορφωμένος, τουλάχιστον ἂν μπορέσεις καὶ τηρήσεις ἕνα ὕφος ἔτσι καλό, μπορῶ νὰ πῶ ὅτι ἴσως τὸ ὕφος σου νὰ εἶναι καλύτερο ἀπὸ ἑνὸς θεολόγου, ποὺ θὰ κήρυττε μὲ ρητορικὰ λόγια στὸν κόσμο.
Τοῦ λέω:
— Μακαριώτατε, μέ τήν εὐχή σου!
Ἔτσι κι ἔγινε. Τοῦ ἔβαλα μετάνοια κι ἔφυγα. Ἔμεινε ὁ καθηγητής μέ τόν Μακαριώτατο.
Τὴν ἄλλη μέρα εἴχαμε Λειτουργία. Βρῆκα μπελάδες καὶ πάλι, γιατί ἔτυχε νὰ ἔχουν μνημόσυνο. Τὸ ἔμαθε καὶ αὐτὸ ὁ πατὴρ Γερβάσιος, θύμωσε ποὺ ἔκανα τὸ μνημόσυνο, διότι δὲν ἐπιτρεπόταν χωρὶς γραπτὸ διορισμό. Ἱστορία μεγάλη... Ὅλ' αὐτά, ὅμως, δὲν μὲ πειράζανε, τὰ ξεπερνοῦσα. Τὸ ἀξεπέραστο ἦταν αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς διηγηθῶ ἀργότερα.
Πολὺ ἀγάπησα τὸν Ἅγιο Γεράσιμο ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Πράγματι, δὲν ἄφησα κανένα. Ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς τοὺς ἐπισκεπτόμουνα. Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία γύριζα σ' ὅλους τοὺς θαλάμους. Ὅταν πάλι δὲν εἶχα Θεία Λειτουργία τὸ πρωί, ἐξομολογοῦσα αὐτοὺς ποὺ περιμένανε. Στὴ συνέχεια πήγαινα νὰ ἐπισκεφθῶ τοὺς ἀρρώστους. Ἐκεῖ ἔζησα τριάντα τρία χρόνια, σὰν νὰ εἶχε περάσει μιὰ μέρα. Πέρασα ζωὴ χαρισάμενη. Τόσο ἤμουν ἄγνωστος καὶ ἀφανὴς ἐκεῖ στὴν Πολυκλινική, ποὺ τὸ μεσημέρι, ὅταν ἤμουν πολὺ κουρασμένος κι εἶχα τ' ἀπόγευμα πολλὴ δουλειά καὶ γι' αὐτὸ δὲν πήγαινα στὸ σπίτι, παρέμενα ἐκεῖ καὶ κανεὶς δὲν μοῦ ἔδινε σημασία. Κρυβόμουν σ' ἕνα καμαράκι, ἔβαζα καρέκλες στὴ σειρά κι ἔπεφτα μπρούμυτα, γιὰ νὰ μὴν κρυώσω, καὶ κοιμόμουνα λίγο, χωρὶς νὰ μὲ πάρει κανεὶς εἴδηση. Δὲν εἶχα δώσει πουθενὰ γνωριμία, γι' αὐτὸ ἤμουν πολὺ περιφρονημένος. Ἀγράμματος ἤμουν, ἄσημος, φτωχός. Στὴν Ἐκκλησία ἄλλοι κυβερνοῦσαν, ἐγὼ δὲν ἤξερα τίποτα. Κι ὅμως ἔζησα ἐκεῖ τριάντα τρία χρόνια. Χρόνια εὐλογημένα, δοσμένα στὸν ἄρρωστο, στὸν πόνο. Διαδόθηκε ὅτι εἶμαι καλὸς πνευματικός, γι' αὐτὸ ἐρχόντουσαν πολλοὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἐρχόντουσαν πολλὲς τσακισμένες ψυχές, γιὰ νὰ χύσουν ἐκεῖ, στὸν Ἅγιο Γεράσιμο, τὸ δάκρυ τῆς ψυχῆς τους. Καὶ μὲ τί πίστη ἐξομολογοῦντο!
Ὅπως σᾶς ἔχω πεῖ, ἐξομολογῶ πάνω ἀπὸ πενήντα χρόνια. Ἄφησα τὸν ἐξομολογούμενο νὰ πεῖ ὅ,τι ἤθελε ἐπὶ πολλὴ ὥρα καὶ στὸ τέλος ἔλεγα κι ἐγὼ κάτι. Τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἔλεγε πολλὰ κι ὄχι μόνον προσωπικά του, ἐγὼ ἔβλεπα τί ψυχὴ εἶναι αὐτή. Ἀπ' ὅλη του τὴ στάση καταλάβαινα τὴν κατάστασή του καὶ στὸ τέλος τοῦ ἔλεγα κάτι, γιὰ νὰ τὸν ὠφελήσω. Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν ἦταν προσωπικά του, εἶχανε κι αὐτὰ κάποια σχέση μ' ἐκεῖνον, μὲ τὴν ψυχικὴ του ὑπόσταση. Κι ὅλοι μ' ἀγαποῦσαν, ἐπειδὴ δὲν τοὺς μιλοῦσα καὶ λέγανε ἐλεύθερα ὅ,τι θέλανε. Κι ἂν ἐρχόταν καὶ κανεὶς ποὺ δὲν εἶχε σχέση μὲ τὴ θρησκεία ἢ μοῦ ἔλεγε κανένα παράπτωμα λίγο ποὺ σοβαρό, δὲν τοῦ τόνιζα πολὺ αὐτὸ τὸ πράγμα. Ὅταν κάνεις τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸ αἰσθανθεῖ πολὺ τὸ παράπτωμα, τοῦ ἔρχεται μία ἀντίδραση, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὸ κόψει μετὰ. Κι ἔλεγα στὸ τέλος τῆς ἐξομολογήσεως κάτι σχετικὸ μὲ τὸ σοβαρὸ παράπτωμά του, γιὰ τὸ ὁποῖο κι αὐτὸς εἶχε πιέσει τὸν ἑαυτό του νὰ τὸ πεῖ. Ἔτσι κι ἐγὼ δὲν ἀδιαφοροῦσα τελείως, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ τόνιζα. Ἀνάλογα. Μπορεῖ καὶ ν' ἀδιαφοροῦσα.
Καὶ στὸ τέλος ἔλεγα:
— Παιδί μου, ὅλ' αὐτὰ ποὺ εἶπες, ὅλα τὰ συγχώρεσε ὁ Κύριος. Ἔ, πρόσεχε εἰς τὸ ἑξῆς, προσεύχου κιόλας ἔτσι νὰ σ' ἐνισχύσει ὁ Κύριος κι ἔπειτα ἀπὸ τόσες ἡμέρες νὰ πάεις νὰ μεταλάβεις.
Χωρίς να τονίσω αυτό το συγκεκριμένο. Έχει μεγάλη αξία αυτό. Άλλωστε δεν ευθύνεται μονάχα αυτός ο άνθρωπος για το λάθος του.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.