Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Μές στο θόρυβο της Ομόνοιας ζούσα όπως στην έρημο του Αγίου Όρους

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 38 από 160

Μές στο πλήθος, στον κόσμο και στο θόρυβο της Ομόνοιας εγώ ύψωνα τα χέρια στον Θεό και ζούσα μέσα μου όπως στην έρημο του Αγίου Όρους. «Α, έλεγα μέσα μου, εγώ δεν είμαι για τον κόσμο, είμαι για την έρημο. Εκεί ό,τι κάνεις, δεν σε ξέρει κανείς». Κι όμως έμεινα στον κόσμο. Έμεινα εκεί. Εκεί όπου με είχε φέρει ο Θεός.

Όλους τους αγαπούσα, για όλους πονούσα, όλα με συγκινούσαν. Αυτό μου το είχε δώσει η θεία χάρις. Έβλεπα τις νοσοκόμες με τις λευκές τους στολές, σαν λευκοφορεμένους αγγέλους, να κατεβαίνουν στην εκκλησία και δάκρυζα που τις έβλεπα. Πολύ τις αγαπούσα τις αδελφές νοσοκόμες. Και σκεπτόμουν, όταν έβλεπα αδελφή με στολή, ότι είναι αδελφή του ελέους, είναι αδελφή της αγάπης, που πάει να λειτουργήσει στο ναό της αγάπης του Θεού, δηλαδή στο νοσοκομείο, να υπηρετήσει τους ασθενείς, τους αδελφούς. Ο άγγελος, ο λευκός άγγελος. Πόσα πράγματα αφήνουμε απαρατήρητα! Όταν πάλι έβλεπα μία μάνα να βυζαίνει το μωρό της, συγκινιόμουν. Όταν έβλεπα μία γυναίκα έγκυο, δάκρυζα. Έβλεπα τις δασκάλες που πήγαιναν τα παιδιά στην εκκλησία και δάκρυζα για το έργο της αγάπης.

Την πιο μεγάλη ευχαρίστηση, βέβαια, ένιωθα κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Όταν διάβαζα, κάτω στο εκκλησίασμα άπνοια. Εγώ σε έξαρση. Λειτουργούσα πολύ αφοσιωμένα, γιατί μου άρεσε να λειτουργώ. Αλλά κι οι άνθρωποι εμπνέονταν από την απλή Λειτουργία που έκανα.

Επειδή δεν ήξερα γράμματα, έκανα πολλές προσπάθειες. Ερχόντουσαν κι έψαλλαν άνθρωποι επιστήμονες στον Άγιο Γεράσιμο. Πολλοί ήταν καθηγητές Πανεπιστημίου, όπως οι αδελφοί Αλιβιζάτοι, ο θρησκειολόγος Λεωνίδας Φιλιππίδης κ.ά. Εκεί, δίπλα στην Πολυκλινική, ήταν το Ωδείον Αθηνών. Ερχόντουσαν κι από κει οι καθηγητές κι οι οικογένειές τους και εκκλησιάζονταν. Η χορωδία της εκκλησίας ήταν του Βασιλικού Θεάτρου. Ήταν, όμως, δύσκολο να συμβαδίσω στους ήχους κ.λπ. Γι' αυτό απεφάσισα κι έπηγα στο Ωδείον. Ώρες που μου μένανε, δεν τις έχανα. Πήγαινα και μάθαινα μουσικά μ' επιμονή και με ζήλο επί ώρες. Το έκανα για να διευκολύνω τους ψάλτες. Δεν ήθελα να στενοχωρώ τη χορωδία της εκκλησίας. Κι ήταν, όπως σάς είπα, κι επίσημη η χορωδία. Ήθελα να παίρνω καλά τη βάση, για να μην τους κουράζω και τους ταλαιπωρώ. Αναγκάσθηκα, λοιπόν, να πάω στο Ωδείον, για να μάθω μουσικά. Ακούστε, όμως, την τρέλα μου.

Ήθελα να μάθω κι αρμόνιο και μ' έναν απώτερο σκοπό. Όταν θα έφτιαχνα μοναστήρι, να είχαμε κι αρμόνιο στ' αρχονταρίκι, ώστε, όταν θα βρισκόμασταν εκεί και θα λέγαμε διάφορες διδασκαλίες ή μεταξύ μας θα συζητούσαμε κάτι καλό κι ωραίο, να παίρναμε και το αρμόνιο και να τό χρησιμοποιούσαμε στά ψάλματα. Αρμόνιο, όμως, δέν είχαν στο 'Ωδείον και μέ βάλανε στο πιάνο. Έμαθα λοιπόν πιάνο, αλλά ως όργανο αγαπούσα τό αρμόνιο. Πώς τά φέρνει ό Θεός όλα! Μά τί νά σάς πώ! Στό 'Ωδείον μ' αγαπήσανε και μού δώσανε μία δασκάλα, πού ήταν αγιοτάτη.

Μιά μέρα, λοιπόν, πού λειτούργησα, είχα πάρει ένα ωραίο πρόσφορο πού μού είχανε φέρει. Και τί άλλο πιό πολύτιμο δώρο τότε πού πεινούσαμε — κατοχή ήταν· τής τό πήγα και μέ μειδίαμα τής λέω:

— Μού φέρανε ένα ωραίο πρόσφορο.

— 'Όχι, όχι, μού λέει, δέν μπορώ, δέν μπορώ, δέν θά τό φάω!

— Σέ παρακαλώ, τής λέω.

— 'Όχι, μού λέει, δέν κάνει.

Κι εγώ εντροπιάστηκα. Μού έκανε μάθημα πάνω στά πλήκτρα και στό τέλος τής λέω:

— 'Έχω στενοχωρηθεί.

Και τό πήρε ή καημένη τό πρόσφορο.

'Ηθελα, όμως, κι αυτή νά μήν τήν στενοχωρώ για τά μαθήματα. Τί σκέφθηκα κι εγώ; 'Όταν τό βράδυ έκανα τήν ταπεινή μου προσευχή, μετά, ώσπου ν' αποκοιμηθώ, έβαζα τά χέρια σάν σέ πιάνο και μετά έκανα τό μάθημα, «ντό, σί, λά, σόλ, σόλ, μί», νοερώς. Κι έτσι μάθαινα τό μάθημα. Γιατί τό έκανα; Νά μή στενοχωρήσω τήν δασκάλα μου. Αυτό τό πράγμα τό είχα μάθει στό 'Αγιον 'Ορος. Δηλαδή δέν μπορώ νά στενοχωρώ τόν άλλο, γιατί έχω μάθει από μικρός νά κάνω ύπακος. Έτσι έχω κάνει και λάθη στή ζωή μου. 'Όταν βλέπω, δηλαδή, κάποιον νά στενοχωριέται και νά μέ πιέζει και νά μέ παρακαλεί νά κάνω κάτι ή νά πώ κάτι, τόν λυπάμαι και τό κάνω, ακόμη κι άν δέν τό θέλω.