Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

*Στήν αρχή πού διορίσθηκα εκεί, δοκίμασα έναν πειρασμό μεγάλο*

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 39 από 160

Δέν σάς είπα, όμως, ακόμη ότι, στήν αρχή πού διορίσθηκα εκεί, εδοκίμασα έναν πειρασμό μεγάλο, αλλά μέ βοήθησε ό Θεός.

Τήν πρώτη Κυριακή επήγα νά λειτουργήσω μέ πολλή χαρά. Οί πόθοι μου νά έργασθώ σέ ίδρυμα θά εκπληρώνονταν. Μού τό έδωσε ό Θεός αυτό τό δώρο. Αλλά τί έπαθα! Τήν ώρα πού πήγα ν' αρχίσω, έξω απ' τόν 'Αγιο Γεράσιμο' ακούω στή διαπασών ένα γραμμόφωνο μέ τραγούδια ερωτικά: «Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ...» κ.λπ. Προχωρώ... τίποτα, τά ίδια. Εγώ τίς ευχές, τήν Θεία Λειτουργία. Έξω τά τραγούδια. Μέσα ή εκκλησία γεμάτη κόσμο. Έβγαινα στήν 'Ωραία Πύλη κι έλεγα, «Ειρήνη πάσι», αλλά ή Λειτουργία ήταν πολύ ταραγμένη. 'Όταν τελείωσα απελπισμένος, κατέλυσα τά άχραντα μυστήρια, πήρα τά ιερά μου, τά δίπλωσα κι αμέσως βγήκα έξω. Απέναντι απ' τήν εκκλησία υπῆρχε ένα κατάστημα, πού διαφήμιζε γραμμόφωνα και πλάκες γραμμοφώνου. Πήγα μ' ευγένεια στόν καταστηματάρχη, στόν κύριο Κουρέτα — έτσι όνομαζόταν — και τόν παρακάλεσα, άν είναι δυνατόν, τουλάχιστον τίς ώρες τής Θείας Λειτουργίας νά σταματάει τό γραμμόφωνο.

Μοῦ λέει:

— Ἐγώ θέλω νά βγάζω τό ψωμί μου. Δέν γίνεται αὐτό πού λέεις. Ἔχω παιδιά, πληρώνω ἑνοίκιο.

— Σέ παρακαλῶ, τοῦ λέγω, στενοχωροῦμαι, εἶναι ἁμαρτία αὐτό πού γίνεται.

— Παπά, ἐσύ τή δουλειά σου! μοῦ λέει.

Ἐγώ τώρα τί νά κάνω; Σκέφθηκα νά φύγω ἀπ' τήν ἐκκλησία, ν' ἀναζητήσω ἄλλη. Νά, ὅμως, πού εἶχα ὑποχρεωθεῖ καί μοῦ ἔδωσαν αὐτή τή θέση, ἐνώ δέν εἶχα τά τυπικά προσόντα, δηλαδή δέν εἶχα ἀπολυτήριο δημοτικοῦ ἤ ἔστω ἐνδεικτικό κάποιας τάξεως. Τί νά πῶ στόν Μακαριώτατο, πού ἔδωσε συγκατάθεση καί μ' ἔβαλε ἐκεῖ ἀπό ἀγάπη; Τί νά πῶ στόν κύριο Ἀλιβιζάτο, πού ἔκανε τό πᾶν γιά νά μέ διορίσει; Κι ἔπεσα ἔτσι σέ στενοχώρια μεγάλη. Κάθισα στό ἱερό καί σκεπτόμουνα. Τί νά κάνω; Ἔλεγα ὅτι πρέπει νά φύγω, δέν μποροῦσα νά μείνω πιά. Πῶς νά ζήσω ἐγώ ἐκεῖ μέσα, πῶς νά λειτουργήσω; Καί μάλιστα ἕνας ἄνθρωπος πού ἦλθε ἀπ' τήν ἔρημο, μέσ' ἀπό μία ἀπόλυτη ἡσυχία, σ' ἕνα θόρυβο ἔτσι σατανικό; Περνοῦσαν ἀπ' ἔξω ὅλα τά λεωφορεῖα ἀπό τή Νίκαια, ἀπό τό Περιστέρι, ἀπό τόν Πειραιά. Ἔξω ἀπ' τήν πόρτα τῆς ἐκκλησίας περνούσαν. Κι ἄκουγες ἐκεῖ τά κλάξον πού πηγαίνανε κι ἐρχόντουσαν. Καί σκέφθηκα νά φύγω. Ὅμως πῶς νά τό ἔλεγα; Ἐγύρισα στό σπίτι λυπημένος, δέν ἤξερα τί νά κάνω...

Ἔμενα τότε στό Λυκαβητό, στήν ὁδό Δοξαπατρή. Ἐγύρισα ἐκεῖ καί σκεπτόμουνα, σκεπτόμουνα... Δέν ἤθελα οὔτε νά φάω. Εἶχα στενοχωρεθεῖ. Τί θά κάνω; Κι εἶχα χαρεῖ πού πήγα σέ νοσοκομεῖο καί θά ἔβλεπα ἀσθενεῖς ἐκεῖ, νά τούς περιποιοῦμαι, νά τούς μιλάω, νά τούς ἐξομολογῶ, νά τούς μεταλαμβάνω... Τώρα τί νά κάνω; Μόνον ὁ Θεός θά μποροῦσε νά μέ βγάλει ἀπ' τή δύσκολη θέση. Κι εἶπα μέσα μου σ' αὐτό τό φοβερό πρόβλημα πού μ' ἤρε: «Ὅ, τι πεῖ ὁ Θεός». Λέω: «Θεέ μου, δέν θέλω νά μοῦ μιλήσεις. Δέν θέλω νά μοῦ δείξεις σημεῖο. Ἔτσι, μέ τή δική Σου τήν ἀγάπη φανέρωσε κάτι ἁπλό, πού νά καταλάβω ὅτι πρέπει νά φύγω ἤ ὅτι πρέπει νά καθίσω. Πολύ ἁπλό. Δέν ζητῶ κάποιο θαῦμα. Ντρέπομαι». Κι ἀποφασίζω νά νηστέψω τρεῖς ἡμέρες χωρίς νά βάλω οὔτε νερό στό στόμα μου καί νά ζήσω τρεῖς ἡμέρες μέ τέλεια σιωπή καί προσευχή, περιμένοντας ἀπάντηση ἀπ' τόν Θεό.

Κι ἡ ἀπάντηση ἦλθε. Ἐνώ βρισκόμουν στόν Ἅγιο Γεράσιμο, ἐρχόντουσαν διάφοροι προσκυνητές κι ἄναβαν τό κεράκι τους. Σέ μία στιγμή μπαίνει μία γυναίκα μέ τό παιδί της. Τό παιδί θά ἦταν μάλλον στήν πρώτη γυμνασίου. Κρατοῦσε στό χέρι του τά σχολικά του βιβλία. Ἕνα ἀπ' αὐτά ἦταν τό βιβλίο τῆς Φυσικῆς. Τοῦ τό ζήτησα νά ρίξω μία ματιά, ἔτσι ἀπό φιλομάθεια. Κάτι πού τό συνήθιζα. Καθώς ξεφύλλιζα τό βιβλίο, ἀνοίγω σέ μία σελίδα πού ἔδειχνε κάποιο πείραμα. Τό ἑξῆς: ἂν σέ μία ἤρεμη λίμνη ρίξω μία μικρή πετρούλα, βλέπω τό νερό νά χάνει τήν ἠρεμία του καί νά κάνει «ρυτίδες» σέ μία μικρή ἔκταση· ἂν στή συνέχεια ρίξω μία πιό μεγάλη πέτρα, οἱ «ρυτίδες» σχηματίζονται πιό μεγάλες καί σέ μεγαλύτερη ἔκταση, ὥστε νά ὑπερφαλαγγίσουν τίς πρῶτες. Ἐκείνη τή στιγμή ἦλθε μέσα μου ἡ ἀπάντηση στό δίλημμά μου. Ἦταν φώτιση ἀπό τόν Θεό. Σκέφθηκα τό ἑξῆς: οἱ μικρές «ρυτίδες» τῶν τραγουδιών έξω απ' την εκκλησία μπορούν να υπερφαλαγγισθούν από τις μεγάλες σε πνευματική ένταση ευχές που θα λέγονται μές στην εκκλησία. Την ίδια στιγμή μου ήλθε αμέσως στο νου έντονα, πολύ έντονα: «Κι αν εσύ λειτουργείς εδώ κι έχεις το νου σου στον Θεό, ποιος μπορεί να σε βλάψει;».

Έτοιμάσθηκα, λοιπόν, έτσι να το κάνω. Στην Λειτουργία μου να δοθώ πολύ στην αγάπη του Χριστού, να εκτελέσω με μεγάλο ζήλο και με μεγάλη πνευματική ένταση το δράμα της Θείας Λειτουργίας, το δράμα το φρικτό του Γολγοθά. Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη. Πίστευσα ότι ο Θεός μου βρήκε τη λύση. Πράγματι, την Κυριακή το πρωί έφθασα στην εκκλησία γεμάτος ελπίδα. Έβαλα «Ευλογητός...». Ο νους μου ήταν συγκεντρωμένος στη θεία λατρεία και μόνο. Αισθανόμουν ότι είμαι στον ουρανό και κάτω και κοντά σ' εμένα το εκκλησίασμα, τα λογικά πρόβατα του Θεού. Ένιωθα μές στη θεία χάρι όλους μας. Έξω μανιακώς έπαιζε το γραμμόφωνο. Δεν άκουγα τίποτα. Πρώτη φορά έζησα τέτοια Θεία Λειτουργία. Ήταν η ωραιότερη της ζωής μου. Κι από τότε όλες οι Θείες Λειτουργίες ήταν ίδιες.