Ψυχωφελές κείμενο
Τί κάνει ἡ ἀγάπη κι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Τὰ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο ἦταν πολὺ δύσκολα κι οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονταν, γιὰ νὰ ζήσουν. Ἐγώ, ὅπως σᾶς εἶπα, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἤμουν στὴν Πολυκλινική. Πολλὰ περιστατικὰ θυμᾶμαι ἀπ' τὰ χρόνια ἐκεῖνα. Ἀκοῦστε ἕνα ἀπ' αὐτά.
Ἡ Ἔφη ἦταν δεκαεφτά χρονῶ κι ἔμενε τό καλοκαίρι μέ τοὺς γονεῖς της καὶ τὸν ἀδελφό της στὸ Μπογιάτι. Εἶχαν περιβόλι μέ κηπευτικὰ καὶ τὰ πουλοῦσαν. Ἕνα βράδυ ἡ μητέρα τῆς Ἔφης τὴν ἔστειλε σ' ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά, ν' αγοράσει πετρέλαιο για τη λάμπα. Σημειώστε ότι δεν είχαν τότε ρεύμα. Επιστρέφοντας προς τό σπίτι η Έφη συναντάει στο δρόμο ένα αγόρι, συμμαθητή της. Μιλούσαν για τα μαθήματα. Τό σημείο, όμως, που είχαν σταματήσει βρισκόταν πίσω από ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Τη στιγμή εκείνη πέρασε ο αδελφός της Έφης και τους είδε να κουβεντιάζουν. Τό παρεξήγησε, γιατί πίστεψε ότι πονηρά κουβεντιάζουν και τό είπε στην μητέρα τους.
— Η Έφη μάς ντροπιάζει, είπε, κουβεντιάζει στο δρόμο μ' ένα αγόρι.
Όταν έφθασε στο σπίτι η Έφη, η μητέρα της την μάλωσε πολύ και την έδειρε. Τότε οι αρχές ήταν πολύ αυστηρές. Η Έφη πικράθηκε πολύ. Επαναστάτησε για την αδικία και την καχυποψία του αδελφού της.
Την άλλη μέρα γύρισε στο σπίτι ο πατέρας, που έλειπε. Εκείνος της φέρθηκε διαφορετικά, δηλαδή με κατανόηση και καλό τρόπο.
— Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά, της λέει. Έλα, πάμε να ποτίσουμε τό περιβόλι. Εσύ θα κάθει κι όπου βλέπεις πώς ποτίζεται μία βραγιά, θα μου λέεις να γυρίζω τό νερό σ' άλλη βραγιά.
Έτσι έγινε. Η Έφη, όμως, δεν είχε κοιμηθεί καθόλου την προηγούμενη νύκτα. Η στενοχώρια κι η αδικία την πνίγανε. Απελπίστηκε κι αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή της. Την ώρα, λοιπόν, που ξεκινούσαν με τόν πατέρα της για τό περιβόλι έκανε ένα σχέδιο. Να πάρει ένα γεωργικό φάρμακο και τό βραδάκι, μετά τό πότισμα, κρυφά να τό πιεί και να πεθάνει. Σκεπτόταν: «Να δώ τότε, θα με αγαπούν;». Πήρε λοιπόν τό φάρμακο, τό έβαλε στην τσέπη της και περίμενε να βραδιάσει, για να τό πάρει. Δεν άργησε να έλθει η δύσκολη ώρα. Ο πατέρας αμέριμνος της λέει:
— Πήγαινε στην άκρη του περιβολιού να κλείσεις τό νερό.
Πήγε γρήγορα. Ήταν αθέατη. Κανείς δεν υπήρχε γύρω της. Ο πατέρας αρκετά μέτρα μακριά κι εκείνη τρέμοντας έβαλε τό χέρι στην τσέπη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούει βήματα. Δεν πρόλαβε να κουνηθεί κι εμφανίζεται μπροστά της κάποιος άγνωστος ιερέας. Την χαιρετάει και της λέει:
— Έφη μου, ξέρεις πόσο ωραίος είναι ο Παράδεισος! Φώς, χαρά, αγαλλίαση. Ο Χριστός είναι όλος φώς και σκορπάει τη χαρά και την αγαλλίαση σε όλους. Μάς περιμένει στην άλλη ζωή, για να μάς χαρίσει τόν Παράδεισο. Υπάρχει όμως κι η κόλαση, που είναι όλο σκοτάδι, λύπη, στενοχώρια, αγωνία, κατάθλιψη. Αν πάρεις αυτό που έχεις στην τσέπη σου, θα πάεις στην κόλαση. Πέταξέ το, λοιπόν, αμέσως, για να μη χάσουμε την ομορφιά του Παραδείσου.
Η Έφη τά έχασε στην αρχή, αλλά μετά από λίγο λέει στον ιερέα, αφού, χωρίς να τό καταλάβει, είχε πετάξει τό φάρμακο:
— Περιμένετε να φωνάξω και τόν πατέρα μου να σας δει.
Τρέχει μές στο περιβόλι. Χάθηκε περνώντας τις ψηλές καλαμποκιές, για να βρει τόν πατέρα της. Τόν ηύρε και του λέει:
— Πατέρα, ἔλα γρήγορα νά δεῖς ἕναν ἱερέα, πού ἦλθε στήν ἄκρη τοῦ περιβολίου μας!
Ὅταν, ὅμως, ἐφθάσανε στό σημεῖο πού ἔπρεπε νά περιμένει ὁ ἱερέας, δέν ὑπῆρχε κανείς ἐκεῖ.
Γιά πολύ καιρό ἡ Ἔφη δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει ὅλα ὅσα τῆς συνέβησαν ἐκεῖνο τό βράδυ. Δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τήν ἐξαφάνιση τοῦ ἱερέα. Ἐπιθυμοῦσε νά τόν ξαναβρεῖ. Τῆς εἶχε σώσει τή ζωή.
Ἐν τῷ μεταξύ, κάθε χειμώνα κατέβαιναν στήν Ἀθήνα ὅλη ἡ οἰκογένεια. Ἡ Ἔφη ἐπήγαινε πολλές φορές στήν νονά της, πού ἦταν πολύ θρήσκα, κι ἔμενε μεγάλο διάστημα κοντά της. Ἡ νονά της συνήθιζε νά δέχεται στό σπίτι της καί νά φιλοξενεί θεολόγους, ἱερεῖς, μοναχούς. Κάποια φορά, λοιπόν, πού ἡ Ἔφη πῆγε στήν νονά της, στό σαλόνι εἶχε μία ἐπίσκεψη. Ἡ Ἔφη δέν ἐγνώριζε ποιός ἦταν. Ἡ νονά σέ μία στιγμή ἔρχεται στήν κουζίνα καί λέει τῆς Ἔφης:
— Ἔφη, ἑτοίμασε γλυκό καί καφέ καί φέρε τα στό σαλόνι γιά τόν ἐπισκέπτη.
Ἡ Ἔφη τά ἑτοίμασε. Καθυστέρησε, ὅμως, λίγο καί τήν ὥρα πού τά πήγαινε, ἡ νονά τήν πρόλαβε. Τῆς λέει λοιπόν:
— Ὄχι αὐτό τό δίσκο. Βάλε τόν ἀσημένιο, γιατί ἡ ἐπίσκεψη εἶναι ἐπίσημη.
Γύρισε ἡ Ἔφη στήν κουζίνα, ἄλλαξε τό δίσκο καί τόν πῆγε στό σαλόνι. Ἀλλά τί νά δεῖ! Πῆγε νά τῆς πέσει ὁ δίσκος ἀπ' τά χέρια. Βλέπει μπροστά της τόν ἱερέα πού εἶχε ἐμφανισθεῖ ἐκεῖνο τό δύσκολο γι' αὐτήν βράδυ στό περιβόλι τους.
— Εἶμαι ὁ πατήρ Πορφύριος, τῆς λέω χαμογελώντας.
Ἔτσι ἐγνωρισθήκαμε μέ τήν Ἔφη κι ἀπό τότε ἔχομε μεγάλη φιλία. Ἔκανε οἰκογένεια μέ πολλά παιδιά. Τήν εὐλόγησε ὁ Θεός. Βλέπετε τί τρόπους μπορεῖ νά μεταχειρισθεῖ ὁ Θεός, ὅταν θέλει νά σώσει ἕναν ἄνθρωπο;
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.