Ψυχωφελές κείμενο
*Έγκατασταθήκαμε για πάνω από είκοσι χρόνια μές στην ερημιά*
Βίος καὶ Λόγοι
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
Βίος καὶ Λόγοι
Ο Θεός μου εκπλήρωσε την επιθυμία να εργασθώ σε ίδρυμα. Έκανα τριάντα τρία χρόνια στην Πολυκλινική. Είχα, όμως, μέσα μου και μία άλλη βαθιά επιθυμία. Να βρώ ένα κτήμα και να χτίσω μοναστήρι. Ψάχνοντας, βρήκα τον Άγιο Νικόλαο Καλλισίων στην Πεντέλη. Ήταν μετόχι της Ιεράς Μονής Πεντέλης.
Πήγα, λοιπόν, εκεί με την χάρι του Θεού κάποια μέρα. Το εκκλησάκι ξεπρόβαλε από μακριά. Όταν έφθασα, μπήκα μέσα. Ήταν κατανυκτικό, παλαιό, με λιγοστές εικόνες. Έξω λίγα μικρά κελλάκια καπνισμένα. Έν τώ μεταξύ νύκτωσε. Ήμουν μόνος. Δεν γινόταν να επιστρέψω στην Αθήνα. Έπεσα να κοιμηθώ μές στην εκκλησία. Σε λίγο ακούω ένα χαρακτηριστικό χτύπο — ερχόταν απ' τον τοίχο που ήταν πάνω απ' το κεφάλι μου. Εκεί ήταν κρεμασμένη η εικόνα του Αγίου Νικολάου. Ο χτύπος ήταν απ' την εικόνα. Το αισθάνθηκα ότι ο Άγιος με θέλει να εγκατασταθώ εκεί.
Πήγα, έφερα τούς γονείς μου, την αδελφή μου, την ανεψιά μου. Εγώ, σαν καλόγερος που ήμουν, καταλάβαινα ότι καλόγεροι που μένανε μόνοι τους στον «κόσμο» χανόντουσαν. Εκεί είχαμε ησυχία. Ζούσαμε πολύ ωραία, έστω και με συνθήκες πρωτόγονες. Εγκατασταθήκαμε για πάνω από είκοσι χρόνια μές στην ερημιά. Τότε ήταν πραγματική έρημος. Όλη η περιοχή γύρω απ' τον Άγιο Νικόλαο ήταν κατάφυτη. Πεύκα γέρικα και νέα, πλατάνια, θάμνοι τόπους τόπους, θυμάρια να σκορπούν την εύωδιά τους, κυκλάμινα να ξεπροβάλλουν απ' τις σχισμές των βράχων, ανεμώνες κι άλλα αγριολούλουδα, ανάλογα σε κάθε εποχή. Ήταν ένας παράδεισος πολύ όμορφα. Εκεί ήθελα να φτιάξω τό μοναστήρι. Ο Θεός, όμως, δεν τό επέτρεψε.
Απ' την Πεντέλη και συγκεκριμένα απ' το Π.Ι.Κ.Π.Α. δεν απέχει πολύ ο Άγιος Νικόλαος, αλλά τότε δεν υπήρχε δρόμος. Έπρεπε να βαδίσεις με τα πόδια ή με το γαϊδουράκι μία ώρα σε δύσβατο δρόμο και μετά άλλα είκοσι περίπου λεπτά της ώρας να χρησιμοποιήσεις έναν κατσικόδρομο, για να βρεθείς στον Άγιο Νικόλαο, που ήταν χτισμένος πάνω σ' ένα λοφίσκο βραχώδη. Σιγά σιγά άνοιξαμε ένα δρομάκι, για να μετακινούμαστε και να κουβαλάμε τ' αναγκαία προς το ζην, ό,τι ήταν άδυνατον να έχουμε απ' τον κήπο.
Μού άρεσε ο κήπος. Αγόρασα κι ένα τρακτέρ χειροκίνητο, για να γίνεται η δουλειά όσο πιο τέλεια μπορούσε. Ο κήπος είχε απ' όλα, ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, κρεμμύδια, σκόρδα κ.ά. Η μεγάλη αγάπη μου ήταν τα δέντρα. Εύφραινόμουν να τα βλέπω. Έφυτεύετε τετρακόσια δέντρα: καρυδιές, κορομηλιές, αχλαδιές, μηλιές, ροδακινιές, αμυγδαλιές, φουντουκιές, μουσμουλιές, ροδιές. Ήθελα την εργασία πολύ. Γι' αυτό έλεγα πάντα και τό λέγω και τώρα: «Νά εργάζεσαι ως άθανατος και να ζεις ως έτοιμοθάνατος». Δηλαδή να είσαι ενενήντα χρονώ και να φυτεύεις καρυδιές, συκιές ή ελιές. Είναι να μη σκιρτήσει ή καρδιά σου, την ώρα που φυτεύεις! Όποιος περνάει και σε βλέπει που κουράζεσαι να λέει: «Ο άμοιρος!».
Για να προφυλάσσουμε από ασθένειες τα δέντρα, τα θειάσουμε με θειάρι και θειοχαλκίνη. Με το τσουβάλι στην πλάτη ερχόμουν απ' την Πεντέλη με τα φυτώρια. Πολύ τα περιποιόμουν. Δηλαδή χρησιμοποιούσα κι εργάτες, διότι δεν είχα πολύ χρόνο· εργαζόμουν ακόμη στην Πολυκλινική. Το καθήκον μου ήταν να βρίσκομαι στον Άγιο Γεράσιμο πρωί πρωί, γι' αυτό έφευγα αποβραδίς για την Αθήνα. Όταν, όμως, ερχόταν κάποιος για να συζητήσουμε και με κρατούσε ως αργά, έφευγα τα μεσάνυχτα απ' τον Άγιο Νικόλαο.
Νερό είχαμε άφθονο για τα κηπευτικά στον Άγιο Νικόλαο. Ήταν χαμηλά σε μία ρεματιά γεμάτη πλατάνια μία πηγή κι έβαλα εκεί μία πομόνα, για να σηκώνει το νερό ψηλά στο λόφο, όπου έφτιαξα δεξαμενή και το συγκέντρωνα εκεί. Ήταν και πόσιμο, βέβαια, το νερό. Και το καλοκαίρι, επειδή θέλαμε λίγο δροσερό νερό κι εκεί ψυγείο δεν είχαμε, είχα πάει στην Αίγινα και πήρα ένα σταμνάκι με μακρύ λαιμό, που διατηρούσε το νερό δροσερό.
Έκανα και εμπόριο με κοτόπουλα. Είχα νοικιάσει ένα κτήμα της Ιεράς Μονής Πεντέλης απέναντι απ' το Ἀστεροσκοπεῖο κι ἔβαλα ἐκεῖ περὶ τίς χίλιες κότες. Δὲν μποροῦσα νὰ ἔχω περισσότερες, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ κτῆμα. Εἶχα στὸ νοῦ μου νὰ φτιάξω μοναστήρι, ὅπως σᾶς εἶπα, γι' αὐτὸ ἔβρισκα τρόπους νὰ συγκεντρώνω χρήματα.
Στὰ Καλλίσια ἤμασταν ἀπομονωμένοι, γι' αὐτὸ θέλαμε ἐκεῖ στὴν ἐρημία ν' ἀκοῦμε ἀπὸ κάποιο ραδιοφωνικὸ σταθμὸ Ἀθηνῶν κάποια ἀκολουθία ἢ Θεία Λειτουργία, καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν καιρὸ, τίς εἰδήσεις, νὰ μαθαίνομε τί γίνεται στὸν κόσμο, γιὰ νὰ προσευχόμαστε. Ἔτσι ἀπεφάσισα κι ἔκανα ἕνα ραδιόφωνο, δική μου ἐφεύρεση. Ἔβαλα καὶ μία κεραία πάνω σ' ἕνα πεῦκο, ποὺ ἦταν δεκαπέντε μέτρα ψηλό, καὶ στήριξα ἕνα καλώδιο στὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας καὶ τὸ ἔδεσα σὲ μία γκορτσιά. Τὸ πρωτόγονο αὐτὸ ραδιόφωνο δὲν εἶχε κουμπὶ νὰ τὸ κλείνεις. Λειτουργοῦσε ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο χωρὶς διακοπή, ἀλλὰ τὸ εἶχα ρυθμίσει ν' ἀκούγεται σιγά, γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐνοχλεῖ.
Ὅταν δὲν ἤμουν ἀπαραίτητος στὸν Ἅγιο Γεράσιμο, λειτουργοῦσα στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Σιγὰ σιγὰ ἄρχισαν νὰ ἔρχονται κάποιοι ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν ἢ καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν. Μ' ὅλους αὐτοὺς γίναμε μία μεγάλη οἰκογένεια, ἡ οἰκογένεια τῶν Καλλισίων.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.