Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Δοξάζανε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ θαῦμα

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 50 από 160

Ἐρχόντουσαν, ὅμως, κι ἄλλοι ἄνθρωποι περιστασιακοί. Κάποιος μεγάλος πόνος, κάποιο πρόβλημα τοὺς ἀνάγκαζε νὰ πάρουν τὸ χωματόδρομο γιὰ τὸν Ἅγιο Νικόλαο.

Ἔτσι μιὰ μέρα ἔρχεται μία κυρία μὲ τὸν σύζυγό της καὶ τὰ τέσσερα παιδάκια τους. Νέοι ἄνθρωποι, εἶχαν λίγα χρόνια παντρεμένοι καὶ στὴν ἀρχὴ δὲν ἤθελαν νὰ κάνουν παιδί. Μετὰ ἀπεφάσισαν, «ἂς κάνουμε». Καὶ κάνει μία γέννα δύο παιδιά καὶ ἀργότερα ἀκόμη μία κι ἄλλα δύο κι ἔτσι ἔγιναν τέσσερα παιδιά. Αὐτοί, λοιπόν, εἶχαν ἔλθει ἐκεῖ καὶ ἡ νέα —ἦταν τριάντα χρονῶ— μοῦ λέγει:

— Γέροντα, ὑποφέρω πάρα πολύ, δὲν εἶμαι καλά.

Ὅπως μοῦ μιλάγε, τὴν ἐκοίταζα προσεκτικὰ καὶ τῆς ἔβαλα τὸ χέρι κάτω ἀπ' τὸ λαιμὸ της.

— Ἐδῶ, τῆς λέγω, αἰσθάνεσαι ἕνα σφίξιμο ἔτσι κι ἔτσι.

— Ναί, μοῦ λέει.

— Καὶ σὲ πιάνει μία λύπη, ποὺ ἐκείνη ἀποτελειώνει τὸ ἔργο της. Δηλαδή, στὴν ἀρχὴ σὲ πιάνει ἕνα σφίξιμο καὶ μετὰ σοῦ ἔρχεται ἡ θλίψη καὶ δὲν μπορεῖς νὰ κουνηθεῖς. Κουνιέσαι, μπορεῖ καὶ νὰ γελάσεις, ἀλλὰ μέσα σου ζεῖς αὐτὴ τὴν κατάσταση.

— Ναί, μὲ βεβαίωσε.

Λοιπόν, τῆς τὰ ζωγράφισα ὅλα τόσο ὠραῖα! Ἐκείνη εὐχαριστιόταν. Μετὰ τῆς ξαναέβαλα τὸ χέρι στὸ λαιμὸ.

— Μὴ νομίσεις, λέω, ὅτι ἔχεις τίποτα. Τίποτα δὲν ἔχεις τώρα ἀπ' ὅλα αὐτά.

Τὸ χέρι μου τὸ εἶχα ἐκεῖ καὶ ξαφνικά τῆς λέω.

— Νά, σοῦ ἔφυγαν ὅλα!

Γιατὶ τὸ εἶδα. Ὅπως ἔβλεπα, ὁ λαιμὸς της δὲν εἶχε τίποτα.

Μοῦ λέει κι αὐτή:

— Μοῦ ἔφυγαν ὅλα κι αἰσθάνομαι μία χαρά μέσα μου.

Λοιπόν, μετά τῆς λέω:

— Γονάτισε.

Γονάτισε, τῆς ἔβαλα τό ἕνα χέρι μπροστά στό λαιμό καί τ' ἄλλο πίσω ἀπ' τό κεφάλι ἀρχίζοντας μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καί συνεχίζοντας μέ λίγη σιωπή. Μετά, ὅπως ἦταν ἐκεῖ γονατισμένη, φωνάζει «ἄχ!» ἀπό ἀνακούφιση.

— Λοιπόν, πήγαινε, πήγαινε, σήκω, τῆς λέω, γιατί τώρα περιμένουνε κι ἄλλοι.

Μοῦ φίλησε τό χέρι κι ἔφυγε. Πάει πιό πέρα καί τούς ἀναστάτωσε ὅλους. Κι ὁ ἄνδρας της, ὅλο χαρά κι αὐτός. Δοξάζανε τόν Θεό γιά τό θαῦμα.