Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐγκώμιον εἰς τὸν ὅσιον Σίμωνα τὸν Ἀθωνίτην

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Μοναχική αναχώρηση και πνευματικοί αγώνες

Η έλευση του οσίου στο Άγιον Όρος, η άσκηση της τέλειας υπακοής και ταπεινοφροσύνης, και η θριαμβευτική νίκη του κατά των δαιμονικών επιθέσεων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 2 από 5

Εἰς ταύτην, λοιπόν, τὴν ἀρχαιοτάτην ζωγραφίαν τοῦ πανολβίου ἐκείνου σκηνώματος τῆς Ἐδέμ, καὶ εἰς τὸ πρώτιστον τῆς ἀνθρωπίνης πλάσεως ἄτομον, τὸ ὀξυδερκὲς ὄμμα τῆς διανοίας ἀτενίσας οὗτος ὁ ἔμπειρος τῆς ἀσκητικῆς διαγωγῆς, ὁ πατὴρ ἡμῶν Σίμων, ἀφ’ οὗ ἐθεώρησε διὰ τὴν παρακοὴν διωγμένον τὸν πρωτόπλαστον ἀπὸ τὸν παράδεισον ἐκεῖνον τῆς τρυφῆς εἰς ταύτην τοῦ κλαυθμῶνος τὴν ἀξιοδάκρυτον κατοικίαν, ἀπὸ τὴν αἰώνιον ἐκείνην πατρίδα εἰς τὴν πρόσκαιρον ἐξορίαν τοῦ κόσμου τούτου, ἀπὸ τὴν ἀφθαρσίαν εἰς τὴν φθοράν, καὶ τέλος πάντων ἀπὸ τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῆς ἀϊδίου ζωῆς εἰς τὸ σκοτεινότατον δεσμωτήριον τοῦ θανάτου, προθύμως ἀκούει τῆς γλυκυτάτης καὶ ψυχωφελοῦς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ὅθεν, χωρὶς προθεσμίαν καιροῦ, ἐπειδὴ καὶ ἐγνώρισε πὼς δὲν θέλει εὕρῃ ὅσον ἔχασε μὲ τὴν παρακοὴν τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ, ἂν δὲν φυλάξῃ ἄσπιλον τοῦ νέου Ἀδὰμ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἐφόρεσε μὲ τὴν πνευματικὴν τοῦ βαπτίσματος ἀναγέννησιν, μήτε θέλει ἀναπαύσῃ τὸν ἑαυτόν του, ἂν δὲν τὸν ἀναπαύσῃ εἰς μοναχὸν τὸν Θεόν.

Ἀρνεῖται, νέος τὴν ἡλικίαν, τὸν κόσμον καὶ διώκει τὸν οὐρανόν· ἀπορρίπτει, κατὰ Παῦλον, ὡς σκύβαλα εἰς τὴν γῆν ὅλην τῆς γῆς τὴν περιουσίαν, διὰ νὰ θησαυρίσῃ τὸν μαργαρίτην τὸν πολύτιμον, καὶ ἀντὶ χρυσοῦ τὸν Χριστὸν καὶ τὰς χρηστὰς ἐλπίδας τῆς θείας χρηστότητος. Καταφρονεῖ δόξαν ψευδῆ, ἀτιμίας μητέρα, καὶ πᾶσαν ἀπόπτυστον ἡδονήν, ὀδυνηρᾶς ὀδύνης τροφόν, καρποὺς ὅλα τῆς παρακοῆς, σηκώνει εἰς τοὺς ὤμους του τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ, ἀφήνει τὴν φίλην του πατρίδα, ἀποστρέφεται τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους γονεῖς καὶ ὑπόπτερος φθάνει εἰς τοῦτο τὸ ἁγιώνυμον ὄρος τοῦ Ἄθωνος· καὶ μὲ τὰς πανημέρους νηστείας ἐκδύεται τοὺς δερματίνους χιτῶνας τῆς ἁμαρτίας καί, γυμνός, δὲν φορεῖ ἄλλο κάλυμμα παρὰ τῆς ἀκακίας τὴν περιβολήν· καὶ κάμνοντας λογαριασμὸν πώς, ἀνίσως ἡ παρακοὴ ἐπροξένησε τὸν θάνατον, ἐξ ἀνάγκης ἡ ὑπακοὴ προξενεῖ τὴν ζωήν, δίδει λοιπὸν ὁ ἅγιος τὸν ἑαυτόν του εἰς ὑπακοὴν πνευματικοῦ πατρὸς μὲ τόσην εὐχαρίστησιν, μὲ ὅσην λαμβάνουν οἱ πολλοὶ τὰς ἡγεμονίας καὶ ὑπατείας.

Καὶ στοχαζόμενος πὼς ἡ ὑψηλοφροσύνη ἐγκρέμνισε τὸν ἑωσφόρον ἀπὸ τὸν οὐρανὸν—«ἐθεώρουν τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» —ἔδειξεν ὁ μακάριος τόσην ταπεινοφροσύνην εἰς τὸν γέροντά του, ὁποὺ ποτὲ μὲν νοερῶς τοὺς πόδας του ἠσπάζετο, ποτὲ δὲ καὶ κοιμωμένου αἰσθητῶς κατεφίλει, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ταπεινοφροσύνης ἔλαμπεν ὡς ἄλλος οὐράνιος ἀστήρ εἰς τοῦτο τὸ τοῦ Ἄθωνος ὄρος. Τὸν ὕψωσεν ἡ ταπείνωσις ὡς ἄλλον Ἠλίαν τόσον, ὣς εἰς τὸν οὐρανόν, διατὶ «ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».

Ὦ μακαρία ταπείνωσις, ποῦ εἶσαι καὶ δὲν σὲ βλέπομεν τὴν σήμερον; Οἱ πάντες ζητοῦμεν νὰ ἔχωμεν ὑποτακτικούς, καὶ τινὰς δὲν ζητεῖ νὰ ὑποταχθῇ· καὶ ἂν ὑποταχθῶμεν, διὰ ἀνάγκην ὑποτασσόμεθα καὶ οὐχὶ διὰ ταπεινοφροσύνην· καὶ τὴν μὲν ὀνομασίαν ἔχομεν ὑποτακτικοί, κατὰ δὲ τὸ πρᾶγμα θέλομεν νὰ ἐξουσιάζωμεν τοὺς γέροντάς μας, τοὺς προεστούς μας, καὶ τοὺς ἐναντιούμεθα, τοὺς πικραίνομεν, τοὺς κατηγοροῦμεν ὡς ἀδιακρίτους, τέλος πάντων, φεύγομεν ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς νὰ λάβωμεν συγχώρησιν. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Σίμων εἶχε τόσην εὐλάβειαν εἰς τὸν γέροντά του, ὁποὺ ἐδέχετο τὰς νουθεσίας του ὡς λόγια Ἀγγέλου, ἤ, μᾶλλον εἰπεῖν, ὡς λόγια καὶ ἐντολὰς αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Καί, λοιπόν, καθὼς ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παρακοὴν ἀπώλεσε μὲν τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν καὶ παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς, κατὰ τὸν θεῖον Δαβίδ, ἐκέρδησε δὲ ἀκολούθως τὴν φθορὰν καὶ τὸν θάνατον, τέτοιας λογῆς ἐκ τοῦ ἐναντίου ὁ ἱερὸς Σίμων, μὲ τὴν ὑπακοὴν ὁποὺ ἔδειξεν, ἐφύλαξε μὲν ἀπαραχάρακτον τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, ἐκέρδησε δὲ ἑπομένως τὴν ἀφθαρσίαν καὶ τὴν ζωήν, καὶ τοιουτοτρόπως φυτεύεται ὡσὰν ἓν εὐωδέστατον κρίνον μέσα εἰς τὸν παράδεισον, φαίνεται πολίτης τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων μιμητὴς ἀκριβέστατος.

Ὢ ἀξία, ὁποὺ τὴν εὐλαβοῦντο ἅπαντες οἱ τότε Ἱερομόναχοι καὶ Μοναχοὶ τοῦ ἁγίου Ὄρους, καὶ μάλιστα οἱ ἴδιοι Καθηγούμενοι τῶν ἱερῶν Μοναστηρίων. Ὢ ἁγιότης! διὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἐτίμησεν ἡ παναγία Τριὰς μὲ τὴν ἐπίμονον μονήν της καὶ παρουσίαν. Ὢ τελειότης! ὁποὺ δὲν δέχεται ἄλλην αὔξησιν παρὰ τὴν μακαριότητα.

Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τινὰς πὼς ὁ πατὴρ ἡμῶν μυροβλήτης Σίμων νὰ μὴ ζῇ καὶ μετὰ θάνατον ἀθανάτως εἰς τοὺς οὐρανούς. Δὲν ὑπέφερεν ὁ φθονερὸς διάβολος νὰ βλέπῃ τὸν ἄνθρωπον μέσα εἰς τὸν παράδεισον, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον· ὁμοίως, δὲν ἐδυνήθη νὰ βλέπῃ τὸν Σίμωνα ἐστολισμένον μέσα εἰς τὸ σπήλαιον, μὲ τόσας ἀρετάς, καὶ νὰ ἑτοιμάζηται μὲ ἀγγελικὰς πτέρυγας νὰ ἀπετάξῃ, ὡς ἄλλος Παῦλος, ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Διὰ τοῦτο, καθὼς τότε σχηματισθεὶς εἰς ὄφιν ἐμβαίνει μέσα εἰς τὸν παράδεισον καὶ δολερῶς συνομιλώντας μὲ τοὺς γενάρχας τοὺς συμβουλεύει τάχατες τὰ ἐπωφελῆ, τοὺς ὑπόσχεται ἂν αὐτοὶ φάγουν ἀπὸ τὸ ἀπηγορευμένον ξύλον ὅτι θέλει ἀνοιχθοῦν οἱ ὀφθαλμοί τους, νὰ ζοῦν αἰωνίως καὶ νὰ γίνουν ὅμοιοι τῷ Ὑψίστῳ, καὶ ἔτζι τοὺς ἐγέλασε, τοὺς ἠπάτησε καὶ ἐγεύθηκαν, καὶ τρυγήσαντες, φεῦ! τὸν θάνατον ἐξωρίσθησαν τοῦ παραδείσου, τοιουτοτρόπως εἰς σχῆμα δράκοντος μεταμορφωθείς, ὁ κατάρατος, ὁρμᾶ καὶ εἰς τό σπήλαιον ὁποὺ ἦτον ὁ ἅγιος, μὰ ὄχι διὰ νὰ τὸν ἀπατήσῃ, ἀμὴ διὰ νὰ τὸν ἐκφοβίσῃ· ὄχι διὰ νὰ τοῦ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν θανατώσῃ.

Ἀλλ’ εὗρε τὸν γενναῖον στρατιώτην τοῦ Χριστοῦ ἔνοπλον, μὲ ὅλας τὰς ἀρετάς, γρηγοροῦντα καὶ ἕτοιμον εἰς πάλην, καὶ συλλογιζόμενος ἔλεγεν· «ἂν τὸν πολεμήσω μὲ τὴν ὑψηλοφροσύνην, αὐτὸς ἠξεύρει τὸν ἐδικόν μου ἐγκρεμνισμόν, ὁποὺ δι’ αὐτῆς ἐγὼ εἰς μίαν στιγμὴν ἐγκρεμνισθεὶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἔγινα πτῶμα χαλεπόν, καὶ ἀντὶς νὰ κατοικῶ εἰς τὰ ὕψη, κατεδικάσθην εἰς τὸν Ἅδην·» ἔχει παράδειγμα τὸν Ἀδάμ, τὸν Φαρισαῖον καὶ ἄλλους πολλούς· ἔχει διδάσκαλον τὴν θείαν Γραφὴν ὁποὺ ἀναγινώσκει καθ’ ἡμέραν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται» καὶ «Κύριος τοῖς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται». Ἂν τὸν πολεμήσω μὲ τὴν φιλαργυρίαν, ἔχει παράδειγμα τὸν Γιεζῆ καὶ τὸν Ἰούδαν· καὶ τὸν ἀκούω, ὁποὺ φωνάζει μὲ τὸν Ἰώβ· «γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι». Αὐτὸς οὔτε ἀπὸ τὴν περιουσίαν του δὲν ἔλαβε μὲ τοῦ λόγου του οὐδέν, ἀλλὰ ὁμοῦ μὲ τὸν κορυφαῖον τῆς δωδεκάδος ἀκούω ὁποὺ φωνάζει· «ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι». Νὰ τὸν πολεμήσω μὲ τὴν γαστριμαργίαν; μὰ αὐτὸς ἐνέκρωσε σχεδὸν τὴν σάρκα μὲ τὴν ἀσιτίαν καὶ συνεχῶς ἀναγινώσκει τὴν Γραφήν, ὁποὺ λέγει, «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ». Τί ποιήσω λοιπόν; Τί προσμένω;

Ἂς μεταχειρισθῶ τυραννίαν· ἂς τὸν φονεύσω τὸ ὀγληγορώτερον, διὰ νὰ μὴ λάβῃ μαθητὰς καὶ τοὺς διδάξῃ νὰ μὲ πολεμοῦν καὶ ἐκεῖνοι μὲ τὰς ἰδίας του ἀρετάς· ἐπειδή, ὅσους διδάξῃ ὁ Σίμων μὲ τὸ ἐδικόν του παράδειγμα καὶ μὲ τὸν λόγον του, ἀδύνατον εἶναι νὰ τοὺς παγιδεύσω, νὰ τοὺς νικήσω καὶ εἰς τὰ βάραθρα τῆς ἀπωλείας νὰ τοὺς ἐγκρεμνίσω. Ἀνοίγει, λοιπόν, τὸ ἀχανές του στόμα ἐκεῖνος ὁ φοβερὸς δράκων, δοκιμάζει νὰ τὸν καταπίῃ, μὰ φοβεῖται νὰ μὴ καταφλεχθῇ ἀπὸ τὴν λαμπρότητα, ὁποὺ ἐφώτιζε τὴν ψυχὴν τοῦ ὁσίου. Ὅθεν, ἀρχίζει ὁ ἀνθρωποκτόνος νὰ τὸν κτυπᾷ μὲ τὴν οὐράν του διὰ νὰ τὸν φονεύσῃ· ἀλλὰ βλέποντας τὸν ἅγιον ἀνίκητον καὶ ἀσάλευτον, ψάλλοντα μετὰ τοῦ Δαβίδ, «βέλος νηπίων ἐγενήθησαν αἱ πληγαὶ αὐτῶν» τῶν ἀσεβῶν, καὶ στερεωμένον εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Χριστοῦ, ὁποὺ λέγει, «μὴ φοβῆσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι ἢ μικρόν τι ζημιῶσαι», καὶ εἰς τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ λέγοντα, «ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ», ταῦτα τὰ ἱερὰ λόγια, λέγω. ἀκούων ὁ φοβερὸς ἐκεῖνος δράκων ἀπὸ τὸν ἅγιον, ὡσὰν μὲ φαρμακερὰς σαΐτας ἐπληγώθη, καὶ ἔφυγε κατῃσχυμμένος ὡς ὑπὸ πυρὸς διωκόμενος. Ὢ τῆς ἀνδρείας τοῦ γενναίου στρατιώτου τοῦ Χριστοῦ! Ὢ τῆς νίκης τοῦ ἀθλητοῦ!

Ὢ τῆς ἀδαμαντίνου ψυχῆς τοῦ ἀγωνιστοῦ! Ἦλθεν ὁ πολέμιος ὡς δράκων καὶ ἔφυγεν ὡς λαγωός. Ὥρμησε νὰ πληγώσῃ καὶ ἐπληγώθη. Ἐκαυχήθη, μὰ ἐκατῃσχύνθη. Ὑψώθη, μὰ ἐγκρεμνίσθη, ὅτι «ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» καὶ «τοῖς ταπεινοῖς ὁ Κύριος δίδει τὰ χαρίσματά του» καὶ «ἀντιδοξάζει τοὺς αὐτὸν δοξάζοντας».