Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Η επιβολή του κανόνος και η πνευματική οικονομία

Αρχές και κριτήρια για τον καθορισμό των επιτιμίων και της αποχής από τη Θεία Κοινωνία, προσαρμοσμένα στις περιστάσεις των αμαρτωλών.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 6 από 16

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ιʹ Πῶς πρέπει νὰ κανονίζῃ ὁ Πνευματικός. Ἀφ’ οὗ δὲ τελειώσῃς, Πνευματικέ, τὴν ἐξομολόγησιν τῶν πονηρῶν ἔργων, καὶ λόγων, καὶ λογισμῶν τοῦ μετανοοῦντος, τότε τοῦ λέγεις· «Ἤξευρε τέκνον, ὅτι οἱ θεῖοι Κανόνες διορίζουν, ὅτι ἂν δὲν ἀφήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτίαν πρῶτον, νὰ μὴν δέχεται εἰς τὴν μετάνοιαν· λοιπόν, καὶ σύ, ἐὰν ὑποσχεθῇς νὰ κάμῃς ἀποχὴν τοῦ κακοῦ, συνεργούσης σοι τῆς Θείας χάριτος, θέλεις λάβει παρ’ ἐμοῦ τὸν κανόνα σου, καὶ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου· διατὶ ὅλοι κοινῶς οἱ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας λέγουν, ὅτι ἡ μετάνοια ὅλη εἰς τοῦτο στέκεται, εἰς τὸ νὰ κάμῃ στερεὰν ἀπόφασιν ὁ μετανοῶν νὰ μὴν ἁμαρτήσῃ πλέον μὲ τὴν θέλησίν του, καὶ ὅτι χωρὶς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, ὀλίγον θέλει τὸν ὠφελήσει ἡ ἐξομολόγησις, ἡ ἱκανοποίησις, καὶ ἁπλῶς ἡ μετάνοιά του.»

Ὅτι πρέπει νὰ κανονίζῃ κατὰ τὸν Νηστευτὴν ὁ Πνευματικός. Καὶ οὕτως, ἀφ’ οὗ ὑποσχεθῇ, τὸν κανονίζεις κατὰ τὸ Κανονικὸν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, δηλαδὴ νὰ κάμῃ τόσους χρόνους νὰ μὴ κοινωνήσῃ, τόσην νηστείαν, τόσας γονυκλισίας, καὶ τόσην ἐλεημοσύνην.

Πῶς οἰκονομεῖται ὁ μετανοῶν ὅταν ἔχῃ πολλὰς ἁμαρτίας. Καὶ ἐὰν ὁ μετανοῶν ἔχῃ πολλὰς ἁμαρτίας, κανονίζεις τὴν μεγαλητέραν, ἐκείνην δηλαδὴ ὁποῦ ἔχει ἐπιτίμιον τοὺς περισσοτέρους χρόνους. Ἐν ὅσῳ δὲ καιρῷ κάμνει τὴν ἁμαρτίαν, κἂν καὶ δὲν κοινωνῇ, ὅμως ὁ καιρὸς αὐτὸς δὲν μετρεῖται εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἱκανοποιήσεως. Ἐὰν δὲ ἀπέχῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ὁποῦ ἐξομολογήθῃ, καιρὸν ἱκανόν, καὶ πέσῃ πάλιν εἰς τὴν αὐτήν, πάλιν ἀρχὴν βάλλει εἰς τοὺς χρόνους τοῦ Κανόνος. Εἰ δὲ πέσῃ εἰς ἄλλην ἁμαρτίαν, πρέπει νὰ στοχάζεσαι, ποῖον ἔχει περισσοτέρους χρόνους, ὁ Κανὼν ὁποῦ εἶχεν ἀτελείωτον, ἢ ἡ νεωστὶ ἁμαρτία, καὶ ἐκείνους τοὺς χρόνους νὰ τὸν διορίσῃς νὰ κρατῇ.

Εἰ δὲ πρὸ τοῦ νὰ ἐξομολογηθῇ εἰς ἐσὲ ὁ μετανοῶν, ἔκαμεν ἀποχὴν τῆς ἁμαρτίας, καὶ τῆς Θείας Κοινωνίας ὀμοῦ, εἴτε ἀφ’ ἑαυτοῦ του, εἴτε ἀπὸ ἄλλον Πνευματικόν, ἤξευρε ὅτι μετροῦνται εἰς τὸν Κανόνα καὶ οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, οἱ ἀπὸ τῆς ἀποχῆς τῆς ἁμαρτίας ἀρχόμενοι. Ταῦτα διορίζουν νὰ γίνωνται τὰ ἀκριβέστερα χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἐξομολογητάρια, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται μὲ καρπόν, ὅλοι οἱ δόκιμοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους Πνευματικοί.

Πότε μεταλαμβάνει ὁ ἔχων Κανόνα. Ἐὰν δὲ ὁ μετανοῶν ἔχῃ ἀκόμη Κανόνα, καὶ ἔλθῃ εἰς κίνδυνον θανάτου, μεταλαμβάνει τὰ Θεῖα Μυστήρια διὰ τὴν ἀνάγκην, καὶ ἂν ὑγιαίνῃ, πάλιν ἀρχινᾷ τὸν Κανόνα ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ τὸν ἄφησε πρὸ τοῦ νὰ μεταλάβῃ.

Ὅτι ὁ Κανόνας εἶναι διπλοῦς. Ἤξευρε δὲ Πνευματικέ, ὅτι ὁ Κανόνας καὶ ἡ ἱκανοποίησις, γενικῶς διαιρεῖται εἰς δύω, εἰς σωματικόν, καὶ πνευματικόν. Καὶ σωματικὸς μὲν εἶναι, ἡ νηστεία, ἡ ξηροφαγία, αἱ γονυκλισίαι, καὶ τὰ ἑπτὰ σωματικὰ ἔργα τῆς ἐλεημοσύνης· οἷον, τὸ νὰ τρέφῃ τινὰς τοὺς πεινῶντας· τὸ νὰ ποτίζῃ τοὺς διψῶντας· τὸ νὰ περιποιῆται καὶ νὰ μαζώνῃ τοὺς ξένους· τὸ νὰ ἐνδύῃ τοὺς γυμνούς· τὸ νὰ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀσθενεῖς· τὸ νὰ ἐπιμελῆται τοὺς φυλακωμένους, καὶ τὸ νὰ θάπτῃ τοὺς νεκρούς.

Πνευματικὸς δὲ Κανόνας εἶναι, ἡ κατανυκτικὴ προσευχὴ ἡ ἀνάγνωσις τῶν θείων Γραφῶν, καὶ τὰ ἑπτὰ πνευματικὰ ἔργα τῆς ἐλεημοσύνης· οἷον, τὸ νὰ παρακινῇ τινὰς τὸν ἁμαρτωλὸν νὰ ἀφήσῃ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ μετανοήσῃ· τὸ νὰ διδάσκῃ τὸν ἀμαθῆ ἐκεῖνο, ὁποῦ ἠξεύρει περὶ Θεοῦ καὶ τῆς Πίστεως· τὸ νὰ συμβουλεύῃ ὀρθῶς ἐκεῖνον ὁποῦ χρειάζεται συμβουλήν· τὸ νὰ παρακαλῇ τὸν Θεὸν διὰ τὸν ἀδελφόν του· τὸ νὰ παρηγορῇ τὸν λυπημένον· τὸ νὰ ὑπομένῃ ἀγογγύστως τὰς δυστυχίας καὶ τὰς θλίψεις, ὁποῦ τοῦ ἀκολουθήσουν· καὶ τὸ νὰ συγχωρῇ τὰ σφάλματα, ὁποῦ τοῦ κάμνουν οἱ ἄλλοι.

Ὅτι ὁ Κανόνας πρέπει νὰ δίδεται ἐναντίον εἰς τὰ ἐναντία. Πρέπει δὲ ἡ ἱκανοποίησις νὰ δίδεται ἐναντίον εἰς τὰ ἐναντία (διότι τὰ ἐναντία τοῖς ἐναντίοις ἰάματα), καθὼς καὶ ὁ αʹ. Κανὼν τοῦ Νύσσης διορίζει· ἤγουν νὰ δίδεται κατὰ τὰς ἐναντίας περιστάσεις τῆς ἁμαρτίας, καὶ κατὰ τὰς ἐναντίας περιστάσεις τῶν ἁμαρτησάντων προσώπων, καθὼς λέγουν οἱ διακριτικοί.

Κατὰ τὰς ἐναντίας περιστάσεις τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι εἰς τὸν ἀμφιβάλλοντα περὶ Πίστεως νὰ δίδῃς Κανόνα Πνευματικέ, τὸ νὰ ἀναγινώσκῃ, ἢ νὰ ἀκούῃ μετ’ εὐλαβείας τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως· τὸ νὰ μὴν ἐρευνᾷ τὰ ὑπὲρ τὴν δύναμίν του, καὶ τὸ νὰ γνωρίζῃ διὰ μητέρα του τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, ὁποῦ τοῦ παρέδωκε τὴν Πίστιν.

Πῶς κανονίζονται οἱ βλάσφημοι καὶ ἐπίορκοι. Εἰς τὸν βλασφημήσαντα μὲ λόγον νὰ δίδῃς Κανόνα, τὸ νὰ δοξολογῇ τὸν Θεόν, ὁποῦ ἀτίμασε· τὸ αὐτὸ νὰ δίδῃς καὶ εἰς τὸν ἐπίορκον· κοντά, δηλαδή, εἰς τὸν ἄλλον Κανόνα ὁποῦ διορίζει διὰ τοῦτον ὁ Νηστευτής, καὶ εἰς τοὺς δύω τούτους νὰ δίδεται Κανόνας τὸ νὰ ἀναγινώσκουν, ἢ νὰ ἀκούουν ψυχωφελῆ βιβλία, μάλιστα τὸ Ψαλτήριον, ὁποῦ περιέχει δοξολογίας πολλὰς τοῦ Θεοῦ.

Πῶς κανονίζονται οἱ κλέπται καὶ ἀδικηταί. Εἰς τοὺς κλέπτας καὶ ἀδικητάς, πρὸ τοῦ ἄλλου Κανόνος τοῦ Νηστευτοῦ, νὰ δίδῃς Κανόνα, Πνευματικέ, τὸ νὰ ἐπιστρέφουν τὸ ξένον πρᾶγμα ὁποῦ ἐπῆραν, ἂν τὸ ἔχουν, ἢ εἰς τοὺς ἰδίους οἰκοκυρούς, ἂν ζοῦν, ἢ εἰς τοὺς συγγενεῖς τους, ἂν ἐκεῖνοι ἀπέθανον· καὶ εἰς τὸ χέρι τοῦ Πνευματικοῦ, ἢ ἄλλου πιστοῦ προσώπου. Εἰ δὲ καὶ δὲν τὸ ἔχουν νὰ ἐπιστρέφουν εἰς τὸν ἀδικηθέντα, καὶ νὰ ζητοῦν παρ’ αὐτοῦ συγχώρησιν· ἐὰν δὲ καὶ οἱ συγγενεῖς τους ἀπέθανον, νὰ τοὺς λέγῃς νὰ τὸ δίδουν εἰς τοὺς πτωχούς. Λέγε, Πνευματικέ, εἰς τοὺς κλέπτας καὶ τὴν καθολικὴν ἐκείνην συμβουλήν, ὁποῦ ἔχομεν ἔμπροσθεν ἐν τῇ ὑποσημιώσει εἰς τό, Πῶς κανονίζονται οἱ φονεῖς.

Πῶς κανονίζονται οἱ πόρνοι, μοιχοί, καὶ ἀρσενοκοῖται. Εἰς τοὺς πόρνους καὶ ἀρσενοκοίτας νὰ δίδῃς κανόνα νηστείαν, ξηροφαγίαν, γονυκλισίας, καὶ πρὸ πάντων τό, ἢ νὰ φεύγουν αὐτοὶ ἀπὸ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἥμαρτον, ἢ νὰ τὰ διώκουν, ἂν τὰ ἔχουν εἰς τὸ σπῆτί τους.

Πῶς κανονίζονται οἱ κατήγοροι καὶ μνησίκακοι. Εἰς τοὺς κατηγόρους καὶ συκοφάντας νὰ δίδῃς κανόνα, Πνευματικέ, τὸ νὰ πηγαίνουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἰς τὸν ἴδιον τόπον ὁποῦ εἶπον τὴν κατηγορίαν, καὶ νὰ λέγουν, ὅτι ψευδῶς ἐκατηγόρησαν τὸν ἀδελφόν τους· ἢ ἂν δὲν ὑπάγουν οἱ ἴδιοι, κἂν μὲ ἄλλο τρίτον πρόσωπον νὰ ὁμολογοῦν ὅτι ἐψεύσθησαν, ἢ κᾂν νὰ στείλουν γράμμα ἀναιρετικὸν τῆς συκοφαντίας των φανερὰ ἢ κρυφά. Εἰς τοὺς μνησικάκους καὶ ἔχοντας ἔχθραν, νὰ δίδῃς κανόνα, τὸ νὰ κάμουν διαλλαγὴν ἀναμεταξύ τους.

Πῶς κανονίζονται οἱ φονεῖς. Εἰς τὸν φονέα νὰ δίδῃς, κοντὰ εἰς τὸν ἄλλον Κανόνα τοῦ Νηστευτοῦ, καὶ τὸ νὰ ἐξαγοράζῃ σκλάβον, ἂν ἔχῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Συμεών, διὰ νὰ γένῃ ψυχὴ ἀντὶ ψυχῆς. Εἰ δὲ γυναῖκα ἀπέβαλε παιδίον, νὰ τῆς δίδῃς Κανόνα, νὰ ἀνατρέφῃ πτωχὸν νήπιον, ἂν ἔχει τὸν τρόπον κατὰ τὸν αὐτὸν Συμεών, περὶ οὗ ὅρα τὸν κβʹ. Κανόνα τοῦ Νηστευτοῦ.

Εἶπα, ὅτι νὰ δίδεται ὁ κανόνας καὶ κατὰ τὰς ἐναντίας περιστάσεις τῶν ἁμαρτησάντων προσώπων· λόγου χάριν, ὁ μὲν πλούσιος νὰ διορίζεται νὰ νηστεύῃ, νὰ ξηροφαγῇ, καὶ νὰ γονυκλιτῇ· ὁ δὲ πτωχός, νὰ κάμνῃ ἐλεημοσύνην ἐκ τοῦ ὑστερήματός του· τοῦτο γὰρ νομίζεται κοντὰ εἰς αὐτοὺς κανὼν καὶ παιδεία· καὶ μάλιστα, ἐὰν ὁ πλούσιος ἔπραξεν ἁμαρτίαν σαρκικήν· ὁ δὲ πτωχὸς ἔκαμε κλεψίαν, ἡ ἁρπαγήν· διατί, ἀνίσως καὶ ὁ πλούσιος κανονισθῇ μόνον νὰ κάμνῃ ἐλεημοσύνην, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ νηστεύῃ μόνον, αὐτὸ δὲν νομίζεται κοντὰ εἰς αὐτοὺς παιδεία, ἀλλὰ αὔξησις μόνον τῆς συνηθείας των· πλὴν καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ οἰκονομῇ ὁ Πνευματικός, μὲ τὸν καλήτερον τρόπον, ὁποῦ εἶναι δυνατόν, καὶ μὲ κάθε διάκρισιν.

Ἐνθυμοῦ πρὸς τούτοις νὰ συμβουλεύῃς, Πνευματικέ, τοὺς ἁμαρτωλούς, νὰ μὴ θαρροῦν, μηδὲ νὰ πιστεύουν πῶς λαμβάνουν παρὰ Θεοῦ συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν τους, διὰ μόνον τὸν κανόνα καὶ τὴν ἱκανοποίησιν ὁποῦ αὐτοὶ κάμνουν· ἄπαγε! ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι αἱρετικὸν φρόνημα· ἄπειρος γὰρ οὖσα ἡ ἁμαρτία, κατὰ τοὺς Θεολόγους, ὡς ὕβρις τοῦ ἀπείρου Θεοῦ, ἀπὸ ἔργα καὶ ἱκανοποίησιν πεπερασμένου κτίσματος εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῇ· καὶ μάλιστα κτίσματος ἀκαθάρτου, ὁποῖός ἐστιν ὁ ἁμαρτωλός· «Ἐγεννήθημεν γάρ φησιν, ὡς ἀκάθαρτοι πάντες ἡμεῖς· ὡς ῥάκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν» ἀλλὰ νὰ πιστεύουν βεβαίως ὅτι λαμβάνουν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν τους· Αʹ. διὰ τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ· Βʹ. διὰ τὴν ἄπειρον ἱκανοποίησιν, ὁποῦ ἔλαβεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτωλῶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ θανάτου, καὶ τοῦ αἵματος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ αὑτοῦ. Καθὼς διὰ μὲν τὸ αʹ. εἶπεν ὁ Παῦλος· «Οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς· ἀλλὰ κατὰ τὸν αὑτοῦ ἔλεον, ἔσωσεν ἡμᾶς»· διὰ δὲ τὸ βʹ. εἶπεν ὁ Ἰωάννης· «Καὶ τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας»· διὸ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγει· «Τῶν ἁμαρτημάτων ἡ ἄφεσις πρόκειται ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ».

Γʹ. δὲ καὶ τελευταῖον αἴτιον τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν τους νὰ λογιάζουν, πῶς εἶναι ὅλα τὰ καλὰ ἔργα, καὶ οἱ καρποὶ τῆς μετανοίας, ὁποῦ αὐτοὶ κάμουν μετὰ τὴν ἁμαρτίαν, πλὴν καὶ ταῦτα τὰ καλά των ἔργα, οὐχὶ καθ’ αὑτὰ μόνα φυσικῶς νοούμενα (διατὶ ἔτζι λογιζόμενα, εἶναι πάντῃ ἀδύνατα εἰς τὸ νὰ συγχωρήσουν ἁμαρτίας, καὶ νὰ προξενήσουν αἰώνιον σωτηρίαν)· ἀλλὰ καθὸ εἶναι ἑνωμένα μὲ τὴν διὰ πίστεως ὑπερφυσικὴν χάριν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἥτις εἰδοποιεῖ ταῦτα, καὶ συνιστᾷ, καὶ ἀποδοχῆς θείας ποιεῖ ἄξια (παρὰ Κορεσσίῳ). Τὰ ἀνωτέρω εἰρημένα βεβαιοῖ καὶ ὁ ἴδιος Θεὸς λέγων διὰ τοῦ Ἡσαΐου· «Ἐγώ εἰμι ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ». Ἀκούεις; ἐγὼ εἶμαι, λέγει, ἁμαρτωλέ, ὁποῦ ἐξαλείφω τὰς ἁμαρτίας σου καὶ τὰς συγχωρῶ· μὰ ὄχι διὰ τὸν ἐδικόν σου κανόνα καὶ τὴν παιδείαν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἐδικόν μου ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν. «Ἕνεκεν ἐμοῦ».

Ἐπάνω δὲ εἰς ὅλα σοῦ λέγομεν, Πνευματικέ, ὅτι πρέπει νὰ δίδῃς εἰς τοὺς ἁμαρτάνοντας, ὡς κανόνα καὶ ἱκανοποίησιν, καὶ τὴν εἰς τόσους χρόνους ἀποχὴν τῆς ἁγίας Κοινωνίας, καθὼς διορίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νηστευτής. Εἰ δὲ εὑρεθῇ τινάς, ὁποῦ νὰ στέργῃ τὴν ἄλλην ἱκανοποίησιν, τῆς νηστείας, τῆς ξηροφαγίας, τῶν γονυκλισιῶν, καὶ τῆς ἐλεημοσύνης, τὴν δὲ ἀποχὴν τῆς Κοινωνίας νὰ μὴ στέργῃ· εἰς τοῦτο στέκεται ὅλη σου ἡ γνῶσις καὶ ἐμπειρία, νὰ γλυκάνῃς, τὸν τοιοῦτον μὲ διαφόρους τρόπους ὥστε ὁποῦ νὰ τὸν καταπείσῃς νὰ στέρξῃ καὶ τὰ δύω, προβάλλωντάς του ταῦτα.

Συμβουλὴ πρὸς τὸν μετανοοῦντα διὰ νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἀποχὴν τῆς Κοινωνίας. «Τέκνον, Αʹ. Ἤξευρε, ὅτι ἂν θελήσῃς νὰ κοινωνήσῃς ἔτζι ἀνάξιος ὤν, θέλεις γένη ἔνοχος τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου, ὡς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, καὶ ἔχεις νὰ κοινωνήσῃς εἰς κατάκρισιν καὶ κόλασίν σου, γενόμενος δεύτερος Ἰούδας, καὶ παρόμοιος μὲ τοὺς Ἑβραίους· διότι, καθὼς τότε οἱ Ἑβραῖοι ἐκέντησαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ὄχι διὰ νὰ πίουν τὸ αἷμά του, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ χύσουν, ὡς ἑρμηνεύει ὁ Χρυσοῤῥήμων· ἔτζι καὶ σὺ θέλεις λογισθῇ ὅτι ἐκχύνεις τὸ ἀκήρατον αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ ὄχι ὅτι τὸ πίνεις, διὰ τὴν ἀναξιότητά σου». «Βʹ. Ἤξευρε, ὅτι ὁ Θεῖος Νηστευτής, ὁποῦ μὲ διάκρισιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐδιώρισε τοὺς Κανόνας του, σχεδὸν εἰς κάθε Κανόνα λέγει μὲ μεγάλην ἀκρίβειαν καὶ διαστολήν, ὅτι ὅποιος δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ καὶ τὰ δύω ταῦτα, καὶ τὴν ἱκανοποίησιν ὁποῦ διορίζει, καὶ τὴν ἀποχὴν τῆς Κοινωνίας τὴν διοριζομένην παρ’ αὐτοῦ εἰς ὀλίγους χρόνους, οὗτος νὰ φυλάττῃ τοὺς πολλοὺς χρόνους, ὁποῦ ἐδιώρισαν οἱ ἄλλοι θεῖοι Πατέρες. Ὅθεν μὲ τοῦτα ὁποῦ λέγει, δὲν συγχωρεῖ κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ γένῃ παρακάτω συγκατάβασις». «Γʹ.

Ἤξευρε, ὅτι σοῦ ἔκαμα μίαν συγκατάβασιν μεγάλην, καὶ δὲν σὲ ἐκανόνισα κατὰ τοὺς ἄλλους Πατέρας, ὁποῦ διορίζουν τόσους χρόνους διὰ τὴν ἁμαρτίαν σου (καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ τοῦ ἀριθμῇς τοὺς χρόνους ὁποῦ διορίζουν οἱ Κανόνες τῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων)· ἀλλὰ σὲ ἐκανόνισα κατὰ τὸν συγκαταβατικὸν Νηστευτήν. Σοῦ ἔκαμα καὶ μίαν ἄλλην μεγαλωτάτην συγκατάβασιν ἀφ’ ἑαυτοῦ μου, καὶ δὲν ἐκανόνισα τὰς ἄλλας σου ἁμαρτίας, ὁποῦ διὰ τὴν τάδε εἶναι κανόνας τόσος, καὶ διὰ τὴν τάδε τόσος, καὶ τὰ ἑξῆς (ἀπαριθμῶντας, δηλαδή, εἰς αὐτὸν τοὺς χρόνους καὶ τὰς ἱκανοποιήσεις τῆς κάθε του ἁμαρτίας)· ἀλλὰ μίαν ἁμαρτίαν σου ἐκανόνισα, λυπούμενός σε καὶ εὐσπλαγχνιζόμενος τὴν ἀσθένειάν σου.

Σοῦ ἔκαμα καὶ ἄλλην μίαν τρίτην συγκατάβασιν, ἥτις εἶναι πολλὰ μεγάλη· διατί, τὸν κανόνα τοῦτον ὁποῦ τώρα σοῦ ἔδωκα διὰ τὴν ἁμαρτίαν σου ταύτην, ἔπρεπε νὰ σοῦ τὸν διπλασιάσω, καὶ νὰ σοῦ τὸν πολλαπλασιάσω τόσαις φοραῖς, ὅσαις φοραῖς ἔκαμες τὴν αὐτὴν ἁμαρτίαν· εἰς τρόπον ὅτι, ὁ ἀριθμὸς τῶν χρόνων τοῦ κανόνος σου νὰ γένῃ τόσον πολύς, ὥστε ὁποῦ νὰ μὴν φθάσῃ ὅλη σου σχεδὸν ἡ ζωὴ διὰ νὰ τὸν τελειώσῃς· ἐγὼ ὅμως σὲ εὐσπλαγχνίσθηκα, καὶ σὲ ἐκανόνισα τόσον ἐλαφρά, ὡσὰν νὰ ἤθελες πράξει τὴν ἁμαρτίαν ταύτην μίαν καὶ μόνην φοράν, εἰς καιρὸν ὁποῦ ἐσὺ τὴν ἔπραξες τόσαις καὶ τόσαις φοραῖς (Καὶ ἐδῶ τοῦ λέγεις τὸν ἀριθμὸν διωρισμένον, πόσαις φοραῖς ἥμαρτε). Λοιπὸν καὶ σύ, τέκνον, χρεωστεῖς νὰ μὴ γίνεσαι τόσον σκληροκάρδιος καὶ ἀχάριστος, ἀλλὰ μετὰ χαρᾶς νὰ δεχθῇς αὐτὸν τὸν ὀλίγον κανόνα, καὶ τὴν ἀποχὴν τῆς θείας Κοινωνίας.» «Δʹ. Ἤξευρε, ὅτι μὲ τὴν ἀποχὴν ταύτην τῆς Κοινωνίας, θέλει γένη ἡ μετάνοιά σου ἀσφαλεστέρα· θέλεις βεβαιωθῇ περισσότερον εἰς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ θέλεις καταλάβει καλήτερα τὸ κακόν, ὁποῦ σοῦ ἐπροξένησεν ἡ ἁμαρτία, μάλιστα ὅταν βλέπῃς τοὺς ἄλλους νὰ κοινωνοῦν, καὶ ἐσὺ νὰ ὑστερῆσαι, λέγωντας εἰς τὸν ἑαυτόν σου ἐκεῖνο τὸ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ· Ἰδού, πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι.

Καὶ ἐκ τούτων ἁπάντων, νὰ μισήσῃς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ φυλάττῃς καλῶς εἰς τὸ ἑξῆς τὴν χάριν ὁποῦ ἔχασες, μὲ τὸ νὰ σοῦ γένουν μαθήματα τὰ παθήματα». «Πᾶν γὰρ ὃ μετὰ πολλοῦ καμάτου τις κτήσεται, σπουδάζει τοῦτο φυλάττειν»· λέγει ὁ μέγας Βασίλειος· καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «Φιλεῖ γάρ, τὸ μὲν πόνῳ κτηθέν, μᾶλλον κρατεῖσθαι· τὸ δὲ ῥᾳδίως κτηθέν, καὶ ἀποπτύεσθαι τάχιστα, ὡς πάλιν ληφθῆναι δυνάμενον».

Ταῦτα καὶ ἄλλα ὅμοια δύνασαι νὰ τοῦ εἴπῃς, Πνευματικέ, ὅσα ἤθελε σὲ φωτίσει ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἠμπορεῖς δὲ καὶ νὰ τοῦ κρύψῃς τὸν καιρόν, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃς· «Ὕπαγε, τέκνον, καὶ ἐγὼ ἠξεύρω πότε εἶναι καιρὸς διὰ νὰ κοινωνήσῃς· καὶ οὕτω μὲ τὴν ἀναβολὴν τοῦ καιροῦ δύνασαι νὰ τὸν συμπεράνῃς». Ὅρα καὶ εἰς τὴν συμβουλὴν τοῦ μετανοοῦντος ἐκεῖνα, ὁποῦ τοῦ λέγομεν ἐκεῖ ξεχωριστά, διὰ νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἱκανοποίησιν, καὶ τὴν ἀποχὴν τῆς Κοινωνίας.

Πῶς κανονίζονται οἱ ἀσθενεῖς καὶ ὑπέργηροι. Ἐὰν δὲ τυχὸν εὑρεθῇ τινὰς ἀσθενὴς καὶ ὑπέργηρος, ὥστε ὁποῦ νὰ μὴ δύναται νὰ κάμῃ τὴν σωματικὴν ἱκανοποίησιν, ὁποῦ διορίζει ὁ θεῖος Νηστευτής, εἰς τοῦτον ἠμπορεῖς, ναί, νὰ δώσῃς, Πνευματικέ, ἄλλον κανόνα πνευματικόν, προσευχῆς, ἀναγνώσεως ψυχωφελῶν βιβλίων, καὶ ἐλεημοσύνης σωματικῆς, ἢ πνευματικῆς (ὅρα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Κεφαλαίου τούτου)· ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ τοῦ συγκαταβαίνῃς τοὺς χρόνους τῆς ἀποχῆς τῆς Κοινωνίας, τοὺς διωρισμένους παρὰ τοῦ Νηστευτοῦ.

Ὅτι, ὅσοι δὲν δέχονται τὸν Κανόνα, καὶ τὴν ἀποχὴν τῆς κοινωνίας, ἀποβάλλονται. Ἀνίσως δὲ καὶ εὑρεθῇ τινὰς τόσον σκληροκάρδιος καὶ ἀμετανόητος, ὥστε ὁποῦ, ὑγιὴς ὤντας, δὲν στέργει οὔτε τὴν κατὰ τὸν Νηστευτὴν ἱκανοποίησιν, οὔτε θέλει νὰ ἀπέχῃ τῆς Κοινωνίας, εἰς τὸν τοιοῦτον, Πνευματικέ, μετὰ πρώτην, καὶ δευτέραν, καὶ τρίτην νουθεσίαν, πρέπει τελευταῖον νὰ εἴπῃς. «Τέκνον, ὁ μέγας Βασίλειος μὲ προστάζει εἰς τὸν πδʹ. καὶ πεʹ. Κανόνα του νὰ λέγω εἰς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα·

Σώζων σῶζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν· διὰ νὰ μὴ συναπολέσω ἐγὼ μαζῆ μὲ τὴν ἐδικήν σου ἀπώλειαν καὶ τὴν ἐδικήν μου ψυχήν». Εἰπέ του ἀκόμη, πῶς ὁ Κωνσταντινουπόλεως Λουκᾶς, εἰς τὰ ζητήματα ὁποῦ λύει μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν Συνόδου ἐν χειρογράφοις εὑρισκόμενα, λέγει, ὅτι, δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ ὁ Ἱερεὺς τὴν προσφορὰν ἐκείνων ὁποῦ ἀπειθοῦν, καὶ δὲν θέλουν νὰ δεχθοῦν τὸν κανόνα τῆς ἁμαρτίας των.

Πῶς οἰκονομοῦνται αἱ ὑπανδρευμέναι γυναῖκες, καὶ αἱ ἔχουσαι συγγενεῖς. Ἐὰν ἐξομολογήσῃς κἀμμίαν γυναῖκα ὑπανδρευμένην, ἥτις ἐμοιχεύθη κρυφίως, πρόσεχε καλά, Πνευματικέ, καὶ οὔτε αὐτὴν νὰ ἀφήσῃς νὰ κοινωνίσῃ, οὔτε νὰ δώσῃς ὑποψίαν τοῦ ἀνδρός της νὰ καταλάβῃ τὸ τοιοῦτον· διατὶ καὶ τὰ δύω εἶναι ὀλέθρια· τὸ αὐτὸ νὰ γίνεται καὶ εἰς ἄλλας γυναῖκας, ὁποῦ ἔχουν γονεῖς καὶ ἀδελφούς· καὶ ὅρα τὸν λγʹ. Κανόνα τοῦ Νηστευτοῦ.

Ὅσα δὲ ἁμαρτήματα εὑρεθοῦν, ὁποῦ δὲν κανονίζονται ῥητῶς, διὰ αὐτὰ νὰ ἐρωτᾷς τὸν Ἀρχιερέα σου, καὶ παρ’ αὐτοῦ νὰ μανθάνῃς τὸν ἁρμόδιον αὐτῶν κανόνα, εὑρισκόμενον, εἴτε ἐκ τῆς ὁμοιότητος ὁποῦ ἔχουν αὐτὰ μὲ ἐκεῖνα, ὁποῦ περιέχονται ῥητῶς εἰς τοὺς Κανόνας, εἴτε ἐκ τῶν συγγραμμάτων τῶν κατὰ μέρος Πατέρων, εἴτε ἐκ τῆς διακρίσεως τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ὅρα περὶ τούτων, τῶν μὴ ἐν τοῖς ἄλλοις Κανόσιν εὑρισκομένων ἐπιτιμίων, εἰς τὰ μετὰ τοὺς Κανόνας τοῦ Νηστευτοῦ ἐπιτίμια τοῦ αὐτοῦ, ἤδη προστεθέντα.