Ἔργον
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον
Η εξέταση των αμαρτημάτων βάσει του Δεκαλόγου
Εισαγωγή στην κατηγοριοποίηση των αμαρτιών και εξέταση των παραβάσεων των Δέκα Εντολών.
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ἔργον
Η εξέταση των αμαρτημάτων βάσει του Δεκαλόγου
Εισαγωγή στην κατηγοριοποίηση των αμαρτιών και εξέταση των παραβάσεων των Δέκα Εντολών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ Περὶ τῶν δέκα Ἐντολῶν. Πρέπει νὰ ἠξεύρῃς πρὸς τούτοις Πάτερ, σὺ ὁποῦ ἔχεις νὰ γένῃς Πνευματικός, τὰς δέκα Ἐντολάς, καὶ ποῖοι σφάλλουν εἰς κάθε μίαν ἀπὸ αὐτάς, κατὰ τῆν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν.
Περὶ τῆς Αʹ. Ἐντολῆς. «Αʹ. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅς τις ἐξήγησόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ ἐξ οἴκου δουλείας· οὐκ ἔσονται θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ». Εἰς ταύτην σφάλλουν οἱ ἄθεοι, οἱ πολύθεοι, οἱ ἀρνούμενοι τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ καὶ φρονοῦντες τὸ αὐτόματον καὶ τὴν εἱμαρμένην· ὅλοι οἱ μάγοι, καὶ μάντεις, καὶ δεισιδαίμονες καὶ ὅσοι προστρέχουν εἰς αὐτούς.
Οἱ αἱρετικοί, ὅσοι δὲν πιστεύουν ὀρθοδόξως τὸν ἕνα ἐν Τριάδι Θεόν, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἐλπίζουν περισσότερον εἰς ἄνθρωπον, ἢ εἰς τὸν ἑαυτόν τους, καὶ εἰς τὰ φυσικά, καὶ ἐπίκτητα καλά, ὁποῦ ἔχουν, παρὰ εἰς τὸν Θεόν.
Περὶ τῆς Βʹ. Ἐντολῆς. «Βʹ. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω, καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ἀποκάτω τῆς γῆς· οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύεις αὐτοῖς».
Εἰς ταύτην σφάλλουν ἐκεῖνοι ὁποῦ ἢ ἀμέσως εἰδωλολατροῦν προσκυνοῦντες τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὡς οἱ ἀσεβεῖς καὶ εἰδωλολάτραι, ἢ ἐμμέσως διὰ μέσου τῆς προσπαθείας ὁποῦ ἔχουν εἰς τὴν ὕλην καὶ εἰς τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, ὡς οἱ πλεονέκται, περὶ ὧν εἶπεν ὁ θεῖος Παῦλος. «Νεκρώσατε τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς πορνείαν ... καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρεία». καὶ πρὸς τούτοις οἱ λαίμαργοι, περὶ ὧν εἶπεν ὁ αὐτός· «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία»· καὶ ἁπλῶς ὅσοι ἔχουν ὑποκριτικὴν εὐλάβειαν, καὶ ὄχι ἀληθινήν· καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ περιορίζουν τὴν εὐσέβειαν εἰς ἐξωτερικὰ πράγματα, καὶ ἀμελοῦν τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν, καὶ τὸν ἔλεον, καὶ τὴν πίστιν.
Περὶ τῆς Γʹ. Ἐντολῆς. «Γʹ. Οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ, οὐ γὰρ μὴ καθαρίσῃ Κύριος τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ». Εἰς ταύτην σφάλλουν οἱ βλάσφημοι. Ὅσοι κάμνουν ὅρκους, ἢ παραβαίνουν τοὺς ὅρκους, ἡ βάλλουν ἄλλους νὰ κάμνουν ὅρκους.
Ὅσοι εἰς κάθε ὑπόθεσιν λέγουν· Μὰ τὸν Θεόν· ὁ Θεὸς τὸ γινώσκει, καὶ ἄλλα ὅμοια. Ὅσοι ὑπόσχονται εἰς τὸν Θεὸν νὰ κάμουν κἀμμίαν ἀγαθοεργίαν, ἔπειτα δὲν τελειώνουν τὰς ὑποσχέσεις των· οἱ ψευδοπροφῆται, καὶ ὅσοι ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν ζητήματα ἄπρεπα κατὰ τὸ θέλημά τους.
Περὶ τῆς Δʹ. Ἐντολῆς. «Δʹ. Μνήσθητι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν· ἒξ ἡμέρας ἐργᾷ, καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, Σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου». Εἰς ταύτην σφάλλουν ὅσοι δὲν πηγαίνουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Κυριακὴν εἰς τὴν ὁποίαν μετέφερεν ὁ Κύριος τὸ παλαιὸν Σάββατον· καὶ διατὶ αὐτὸς εἶναι Κύριος τοῦ σαββάτου, καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ὑποταγήν· καὶ διατί εἰς τὴν ἡμέραν ταύτην ἔγεινεν ἡ ἀνάστασίς του καὶ ὅλου τοῦ κόσμου ἡ ἀνακαίνισις· καὶ τὰς ἄλλας Δεσποτικάς, καὶ Θεομητορικάς, καὶ τῶν Ἁγίων ἑορτάς, διὰ νὰ ἀκροάζωνται τὰ θεία λόγια. Ἢ ὑπάγουν μὲν εἰς τὰς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀπὸ συνήθειαν μόνην, διὰ νὰ διατρίψουν τὸν καιρόν, μὴ προσέχοντες εἰς τὴν Ἀκολουθίαν, φλυαροῦν δὲ καὶ συνομιλοῦν διὰ τὰς κοσμικὰς ὑποθέσεις των. Ὅσοι ἀπὸ ἄμετρον ἐπιθυμίαν τοῦ πλούτου, δουλεύουν εἰς τὰς ἑορτάς, ἢ βάλλουν ἄλλους καὶ δουλεύουν.
Ὅσοι κάμνουν παιγνίδια καὶ χορούς, φαγοπότια, καὶ μάχας, καὶ ἄλλα ὅμοια ἄτοπα εἰς αὐτάς. Ὅσοι ἠξεύρουν γράμματα καὶ δὲν κάμνουν ἀνάγνωσιν τῶν Ἱερῶν Βιβλίων εἰς τὰς ἑορτάς. Ὅσοι ποιμένες, καὶ προεστῶτες τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν διδάσκουν τὸν λαόν τους εἰς αὐτάς.
Ὅσοι δὲν δίδουν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά τους ἐλάχιστον μέρος εἰς τὴν συναγομένην ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐλεημοσύνην τῶν πτωχῶν· περὶ ἧς γράφει ὁ θεῖος Παῦλος.
Περὶ τῆς Εʹ. Ἐντολῆς «Εʹ. Τίμα τὸν πατέρα σου, καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς». Εἰς ταύτην σφάλουν ὅσα παιδία δὲν τιμοῦν τοὺς γονεῖς των μὲ τὰ τέσσαρα ταῦτα· τιμήν, ἀγάπην, ὑπακοήν, καὶ εὐχαριστίαν. Καθὼς καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ λαμβάνουν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τὰ ἓξ ταῦτα· ἀνατροφήν, συμβουλὴν καλὴν διὰ λόγων, παράδειγμα καλὸν τῆς ζωῆς διὰ τῶν ἔργων, φύλαξιν ἀπὸ τὰς κακὰς συναναστροφάς, μαθήτευσιν γραμμάτων, ἢ τέχνης εἰς καλοὺς Διδασκάλους καὶ τεχνίτας, καὶ παιδείαν πληγῶν πρὸς σωφρονισμόν. Ὅσοι δὲν τιμοῦν τοὺς Πνευματικούς των Πατέρας, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Διδασκάλους, καὶ τοὺς διὰ τοῦ Ἀγγελικοῦ σχήματος γενομένους Γέροντάς των Ὅσοι δοῦλοι δὲν τιμοῦν τοὺς αὐθέντας των. Ὅσοι ὑποκείμενοι τοὺς βασιλεῖς καὶ Ἡγεμόνας των. Καὶ ἁπλῶς, ὅσοι εὐεργετηθέντες δὲν τιμοῦν τοὺς εὐεργέτας των.
Περὶ τῆς Ϛʹ. Ἐντολῆς »Ϛʹ. Οὐ φονεύσεις». Εἰς ταύτην σφάλλουν ἐκεῖνοι, ὁποῦ φονεύσουν τινὰ σωματικῶς, ἢ μὲ τὸ χέρι τους ἢ μὲ ἄλλων μέσον, ἢ μὲ συμβουλήν, ἢ μὲ βοήθειαν καὶ παρακίνησιν. Ἐκεῖνοι ὁποῦ φονεύουν τινὰ ψυχικῶς, ὡς εἶναι οἱ αἱρετικοί, οἱ ψευδοδιδάσκαλοι, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Χριστιανοί, ὁποῦ προξενοῦν σκάνδαλον εἰς τοὺς ἄλλους μὲ τὸ παράδειγμα τῆς κακῆς ζωῆς των. Ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἐν καιρῷ πανώλης, ἠξεύροντες ὅτι εἶναι μεμολυσμένοι, ἑνώνονται μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς μολύνουν. Ἐκεῖνοι, ὁποῦ φονεύουν τὸν ἑαυτόν τους· καὶ ἁπλῶς, ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ γίνονται ῥιψοκίνδυνοι.
Εἰς ταύτην ἀναφέρεται καὶ ὁ θυμὸς καὶ ὁ φθόνος, καὶ τὰ ἄλλα πάθη, ὅσα γίνονται αἴτια φόνου.
Περὶ τῆς Ζʹ. Ἐντολῆς «Ζʹ. Οὐ μοιχεύσεις». Εἰς ταύτην σφάλλουν ὄχι μόνον οἱ μοιχεύοντες μὲ τὴν ὑπανδρευμένην γυναῖκα τοῦ πλησίον, ἀλλὰ καὶ οἱ πορνεύοντες μὲ ἀνύπανδρον. Ἐπειδή, κατὰ τὸν δʹ. Κανόνα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, καὶ ἡ πορνεία ὡς μοιχεία λογίζεται. Ἐκεῖνοι οἱ Μοναχοί, ὁποῦ πορνεύουν, ἢ ὑπανδρεύονται.
Ἐκεῖνοι, ὁποῦ πίπτουν εἰς πνευματικὴν μοιχίαν, ἤτοι εἰς αἵρεσιν καὶ κακοδοξίαν. Εἰς ταύτην ἀναφέρεται ἡ λαιμαργία, τὰ τραγούδια, ᾑ ἀκολάσταις καὶ ἐρωτικαῖς θεωρίαις καὶ ὅσα ἄλλα εἶναι τῆς μοιχείας.
Περὶ τῆς Ηʹ. Ἐντολῆς. «Ηʹ. Οὐ κλέψεις». Εἰς ταύτην σφάλλουν, ὅσοι εἶναι κλέπται φανεροί, καθὼς εἶναι οἱ λῃσταί, καὶ δυνάσται, καὶ ἅρπαγες. Ὅσοι εἶναι κλέπται κρυπτοί, ὡς οἱ κλέπτοντες μὲ κρυπτὸν τρόπον. Ὅσοι εἶναι κλέπται ἀπατηλοί, καθὼς εἶναι οἱ Πραγματευταὶ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ πάσχουν νὰ γελάσουν τὸν ἄλλον, πωλοῦντες μὲ ζύγια καὶ μέτρα δόλια, καὶ μεταχειριζόμενοι ἄλλας μυρίας τέχνας καὶ ψεύδη· διὸ καὶ ὁ Κύριος λῃστὰς καὶ κλέπτας ὠνόμασε τοὺς πραγματευτάς, εἰπὼν «Ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται, ἡμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν».
Καθὼς εἶναι ἐκεῖνοι, ὁποῦ πέρνουν διάφορα. Ταύτης τῆς Ἐντολῆς παράβασις εἶναι ἡ φιλαργυρία, καὶ εἰς αὐτὴν ἀναφέρονται τὰ πάθη καὶ ἁμαρτήματα, ὁποῦ γεννῶνται ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν, ἅπερ εἴπομεν.
Περὶ τῆς Θʹ. Ἐντολῆς. «Θʹ. Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ». Εἰς ταύτην σφάλλουν ἐκεῖνοι, ὁποῦ μαρτυρήσουν ψευδῆ καὶ ἄδικα, διὰ νὰ ζημιώσουν, ἢ νὰ κακοποιήσουν τὸν ἀδελφόν τους. Ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἔχουν ὑπονοίας καὶ ὑποψίας κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ τους. Ἐκεῖνοι, ὁποῦ περιγελοῦν τὰ φυσικὰ ἐλαττώματα τοῦ νοός, ἢ τῆς φωνῆς, ἢ τοῦ προσώπου, ἢ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ πλησίον· ἐπειδὴ αὐτὸς δὲν εἶναι αἴτιος τῶν ἐλαττωμάτων τούτων. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ κριταί, ὁποῦ ἢ διὰ προσωποληψίαν, ἢ διὰ δῶρα, ἢ διὰ τὸ νὰ μὴν ἐξετάζουν καλῶς τὸ πρᾶγμα, κάμνουν κρίσιν ἄδικον.
Περὶ τῆς Ιʹ. ἐντολῆς. «Ιʹ. Οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου, οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν οἰκίαν τοῦ πλησίον σου, οὐδὲ τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ, οὐδὲ τὸν παῖδα αὐτοῦ, οὐδὲ τὴν παιδίσκην, οὔτε τοῦ βοὸς αὐτοῦ, οὔτε τοῦ ὑποζυγίου αὐτοῦ, οὔτε παντὸς κτήνους αὐτοῦ, οὔτε ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί».
Αἱ μὲν προλαβοῦσαι πέντε Ἐντολαί, αἱ διδάσκουσαι τὰ πρὸς τὸν πλησίον καθήκοντα, ἐμποδίζουν τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ μόνους τοὺς ἐξωτερικοὺς λόγους καὶ πράξεις τῆς ἁμαρτίας· ἡ δὲ παροῦσα Ἐντολὴ τὸν ἐμποδίζει καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἐσωτερικὴν πονηρὰν ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς· ἤτοι τὸν ἐμποδίζει οὔτε νὰ ἐπιθυμῇ ὅλως τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν καρδίαν του, ὡσὰν ὁποῦ ἡ ἐπιθυμία αὐτῆς εἶναι αἰτία καὶ ῥίζα ὅλων τῶν ἐξωτερικῶν λόγων καὶ πράξεων. Εἰς ταύτην λοιπὸν τὴν Ἐντολὴν σφάλλουν ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἀγκαλὰ καὶ μὲ τὸ ἔργον δὲν πέρνουν τὸ ξένον πρᾶγμα, ὅπως ἐπιθυμοῦν μὲ τὴν ψυχὴν καὶ καρδίαν νὰ τὸ εἶχαν, ὁποῖον καὶ ἂν ἦναι, εἴτε γυναῖκα, εἴτε ζῶον, εἴτε ὑποστατικόν, εἴτε ἄλλο τί.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.