Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Το θέμα: του μοναχικού σχήματος και των υποχρεώσεων των μοναχών

Θεολογική και κανονική προσέγγιση της μοναχικής αφιέρωσης, του μικρού και του μεγάλου σχήματος, καθώς και των υποχρεώσεων παραμονής στη μονή.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 11 από 16

Θʹ. Περὶ τοῦ σχήματος τῶν Μοναχῶν, καὶ περὶ τῶν φορεμάτων αὐτῶν. Τὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν ἄνωθεν, καὶ ἐξ ἀρχῆς ἦτον ἕνα καὶ μόνον, τὸ μέγα δηλαδή, καὶ ὅσοι ἐγίνοντο Μοναχοὶ μετὰ τὴν κανονικὴν δοκιμήν, μίαν φορὰν ἐγίνοντο καὶ μεγαλόσχημοι, καὶ ὄχι δύω, ἢ τρεῖς.

Διὰ τοῦτο ὁ μὲν Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ὢν ἐν τοῖς τοιούτοις γνώμων τε καὶ κανών, παραγγέλλει πρὸς τὸν Ἡγούμενον ἐν τῇ Διαθήκῃ του, καὶ τοῦ λέγει· «Δὲν θέλεις δώσει εἴς τινα ἐκεῖνο, ὁποῦ ὀνομάζουσι μικρὸν σχῆμα (ἤτοι τὸ τοῦ σταυροφόρου), ἔπειτα τὸ μέγα· ἐπειδὴ τὸ σχῆμα εἶναι ἕνα, ὥσπερ καὶ τὸ Βάπτισμα· καθὼς καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὸ ἐμεταχειρίσθηκαν». Εἰδὲ καὶ προβάλλουσί τινες τὴν εὐχὴν ἐκείνην, ὁποῦ εὑρίσκεται τετυπωμένη ὁμοῦ μὲ τὰς Κατηχήσεις τοῦ Ἁγίου τούτου Θεοδώρου, ἥτις λέγει, ὅτι ὁ ποιητὴς αὐτῆς ἔλαβε τὸ μικρὸν σχῆμα, εἶτα ἔλαβε τὸ μέγα, καὶ διϊσχυρίζονται ὅτι αὕτη εἶναι ποίημα τοῦ αὐτοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, ἀποκρινόμεθα, ὅτι σφαλερῶς τοῦτο διϊσχυρίζονται· οὐ γὰρ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, ἀλλὰ Θεοδοσίου τινός ἐστι πόνημα, ὡς τοῦτο φαίνεται ἐν αὐτῇ, ἐκ διαφόρων ἐρανισθεῖσα. Ὁ δὲ μέγας φωστὴρ τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γράφων ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἱερομόναχον Παῦλον τὸν Ἀσάνην. λέγει καὶ αὐτός· «Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα καὶ μοναχικὸν σχῆμα· μικρὸν δὲ σχῆμα τῶν Μοναχῶν οἱ Πατέρες δὲν ἠξεύρουσιν· ἀλλὰ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους ἐφάνηκαν μὲν ὅτι τὸ ἐμοίρασαν εἰς δύω· μὲ τὸ νὰ κάμνουσιν ὅμως τὰς αὐτὰς ἐρωταποκρίσεις καὶ ὑποσχέσεις, τόσον εἰς τὸ μικρόν, ὅσον καὶ εἰς τὸ μέγα, πάλιν ἕνα σχῆμα τὸ ἀποκαθιστῶσιν».

Μὲ τούτους συμφώνως λέγει καὶ ὁ Θεσσαλονίκης ἱερὸς Συμεών· ὅτι «καθὼς τὸ Βάπτισμα εἶναι ἓν καὶ μόνον, ἔτζι καὶ τὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν· τὸ γὰρ μικρὸν σχῆμα ἀῤῥαβὼν καὶ προοίμιον εἶναι τοῦ μεγάλου σχήματος· καὶ ἐπενοήθη ἀπό τινας ὑστερινοὺς Πατέρας διὰ τὴν ἀσθένειαν (ἢ καὶ ἀμέλειαν) τῶν ἀνθρώπων». Καὶ τὸ Εὐχολόγιον δέ, ὁμοίως καὶ ὁ Βαλσαμὼν τὸ μικρὸν σχῆμα τῶν σταυροφόρων, ἀῤῥαβῶνα ὀνομάζουσι τοῦ μεγάλου σχήματος. Ὁ δὲ Ἰώβ, ὁ καλούμενος Ἁμαρτωλός, καὶ τρίτον σχῆμα προσθέτει, λέγων· «Τὸ μοναχικὸν σχῆμα ἀπὸ τοῦ ἐλάττονος ἐπὶ τὸ τελειότερον προχωρεῖ· ἀπὸ μικροσχήμου καὶ ῥασοφόρου καλουμένου, εἰς τὸ τῆς κουρᾶς ἅγιον σχῆμα, καὶ ἀπὸ τούτου πάλιν εἰς τὸ ἀγγελικὸν μέγα καλούμενον». Καὶ σημείωσαι ἐδῶ, ὅτι οὗτος μόνος ὀνομάζει μικρὸν σχῆμα τὸ τοῦ ῥασοφόρου· οἱ δὲ ἄλλοι πάντες μικρὸν σχῆμα λέγουσι τὸ τοῦ σταυροφόρου. Παρομοίως δὲ καὶ τὸ Εὐχολόγιον εἰς τρία διαιρεῖ τὰς ἀκολουθίας τοῦ σχήματος, εἰς ἀκολουθίαν ῥασοφόρου, μικροσχήμου, καὶ μεγαλοσχήμου.

Τούτων οὕτως εἰρημένων, ὅσοι μὲν φθάσουν νὰ γένουν ῥασοφόροι, δὲν δύνανται πλέον νὰ ῥίψουν τὰ ῥάσα, καὶ νὰ ὑπανδρευθοῦν· ἄπαγε! πῶς γὰρ τοῦτο θέλει τολμήσουν, εἰς καιρὸν ὁποῦ καὶ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των ἐκούρευσαν; τὸ ὁποῖον δηλοῖ πῶς ἀπέῤῥιψαν ἀπὸ τὴν κεφαλήν τους κάθε φρόνημα κοσμικόν, καὶ ἀφιέρωσαν τὴν ζωήν τους εἰς τὸν Θεόν· πῶς; ὁποῦ καὶ ῥάσα μοναχικὰ δι’ εὐλογίας ἐφόρεσαν, καὶ καμιλαύκιον, καὶ τὸ ὄνομά των ἄλλαξαν, καὶ δύω εὐχαὶ παρὰ τοῦ Ἱερέως ἀνεγνώσθησαν ἐπάνω εἰς αὐτούς; εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ἱερεὺς εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν, διατί ἐλύτρωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ζωήν, καὶ τοὺς ἐκάλεσεν εἰς τὸ σεμνὸν ἐπάγγελμα τῶν Μοναχῶν· καὶ εἰς τὰς ὁποίας παρακαλεῖ τὸν Θεὸν νὰ δεχθῇ αὐτοὺς εἰς τὸν σωτήριόν του ζυγόν· καὶ ἂν ἐκεῖνος, ὀποῦ μόνον ὑποσχεθῇ διὰ λόγου νὰ γένῃ Μοναχός, χωρὶς νὰ ῥασοφορέσῃ δι’ εὐχῆς, πρέπει νὰ μὴ παραβαίνῃ τὴν ὑπόσχεσίν του (καθὼς εἴπομεν εἰς τὴν πρὸς τὸν Πνευματικὸν Διδασκαλίαν, Κεφ. θʹ.), πόσῳ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ παραβῇ αὐτὴν ὁ καὶ τὰ ῥάσα δι’ εὐχῆς φορέσας; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Βαλσαμὼν λέγει, ὅτι ὁ ῥασοφορέσας δὲν ἔχει πλέον ἄδειαν νὰ γένῃ Λαϊκός. ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγκασθῇ εἰς τὸ νὰ τελειώσῃ τὸν πρῶτον σκοπόν του, ἤτοι νὰ γένῃ Μοναχὸς τέλειος. Εἰδὲ καὶ δὲν θέλει, νὰ ἔχῃ νὰ τιμωρῆται, καθὼς οἱ Νόμοι προστάζουν εἰς τὸν Αʹ. Τίτλ. τοῦ Δʹ. Βιβλίου.

Ὅσοι δὲ πάλιν εἶναι μικρόσχημοι, ἤτοι σταυροφόροι, καὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς δύω στενά· διατί, ἀπὸ μὲν τὸ ἕνα μέρος ἀναγκάζωνται νὰ φυλάττουν τὴν πολιτείαν καὶ ἀκρίβειαν τῶν μεγαλοσχήμων, ἐπειδὴ τὰς αὐτὰς καὶ ἀπαραλλάκτους ὑποσχέσεις, ὁποῦ δίδουσιν οἱ Μεγαλόσχημοι εἰς τὸν Θεόν, ἔδωκαν παρομοίως καὶ αὐτοί, καθῶς εἶπεν ἀνωτέρῳ ὁ θεῖος Γρηγόριος, καὶ μὲ τὰ αὐτὰ μοναχικὰ ἄμφια (πλὴν τινῶν) ἐκοσμήθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ αὐτοί, καὶ τῶν αὐτῶν Εὐχῶν (πλὴν τριῶν) ἠξιώθησαν καὶ αὐτοί. Ὅθεν δὲν πρέπει νὰ προφασίζωνται προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις λέγοντες, πῶς τάχα δὲν εἶναι αὐτοὶ μεγαλόσχημοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχουν χρέος νὰ φυλάττουν τὴν ἀκριβῆ πολιτείαν τῶν Μοναχῶν Πλάνη τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτή. Ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο μέρος πάλιν ἀναγκάζονται οἱ αὐτοὶ εἰς τὸ νὰ σπουδάζουν νὰ λαμβάνουν καὶ τὸ μέγα σχῆμα τὸ τέλειον, ἤτοι νὰ γίνωνται μεγαλόσχημοι, καὶ νὰ μὴ ἀμελοῦν εἰς τοῦτο καὶ νὰ ἀναβάλλουσι τὸν καιρόν, φοβούμενοι μήπως τοὺς ἀκολουθήσῃ θάνατος, καὶ εὑρεθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀτελεῖς, καὶ ὄχι τέλειοι Μοναχοί. Διατὶ καθὼς ὁ ἀῤῥαβών, μὲ τὸν γάμον συγκρινόμενος, εἶναι ἀτελής· ἔτζι καὶ τὸ μικρὸν σχῆμα τῶν σταυροφόρων, μὲ τὸ νὰ ᾖναι ἀῤῥαβὼν πρὸς τὸ μέγα σχῆμα συγκρινόμενον, παρομοίως εἶναι καὶ αὐτὸ ἀτελές, ἀκολούθως δὲ καὶ αὐτοὶ ὁποῦ τὸ ἔχουν, εἶναι ἀτελεῖς Μοναχοί.

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἱερὸς Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης παραγγέλλει, ὅτι «ὅσοι εἶναι ἀτελεῖς εἰς τὸ σχῆμα πρέπει νὰ τελειωθοῦν, ἵνα μὴ ἀποθάνουν ἀτελεῖς, χωρὶς τῆς τελειωτάτης τελετῆς τοῦ σχήματος ... καὶ ὅτι καθὼς ἐκεῖνος, ὁποῦ δὲν βαπτισθῇ, δὲν εἶναι Χριστιανός, ἔτζι καὶ ἐκεῖνος, ὁποῦ δὲν τελειωθῇ εἰς τὸ σχῆμα (ἤτοι δὲν γένῃ μεγαλόσχημος), δὲν εἶναι Μοναχός.» Καὶ λοιπόν, τί ἀγνωσία εἶναι ἐτούτη; οἱ σταυροφόροι νὰ ἀναγκάζωνται νὰ φυλάττουν τὴν αὐτὴν πολιτείαν, καὶ τὰ αὐτὰ ἔργα τῶν μεγαλοσχήμων, διὰ τὰς αὐτὰς ὑποσχέσεις ὁποῦ κάμνουν εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἔπειτα νὰ μὴ ᾖναι μεγαλόσχημοι; νὰ ὑπομένουν τοὺς κόπους μόνον, καὶ τοῦ χαρίσματος νὰ ὑστεροῦνται; νὰ γηράσκουσιν ἐν τῇ καλογερικῇ ζωῇ, καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ εἶναι ἀκόμῃ καλόγηροι; νὰ πολεμοῦσιν εἰς τὴν αὐτὴν παλαίστραν, καὶ τὸν αὐτὸν ἀγῶνα, καὶ ἔπειτα νὰ μὴ ἀξιόνωνται νὰ λάβουν τὸν αὐτὸν στρέφανον; καὶ ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ μεγαλητέρα ζημία; ἢ ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ καταγελαστότερον πρᾶγμα; νὰ βλέπῃ τινὰς ἕνα, ὁποῦ ἐπέρασεν εἴκοσι καὶ τριάντα χρόνους εἰς τὸ σχῆμα τοῦ σταυροφόρου, ἔπειτα νὰ ἔρχεται νὰ λάβῃ τὸ μέγα σχῆμα, καὶ νὰ ἐρωτᾶται «τί προσῆλθες ἀδελφέ»; καὶ νὰ ἀποκρίνεται· «ποθῶν τὸν βίον τῆς ἀσκήσεως τίμιε Πάτερ»· ταὐτὸν εἰπεῖν, νὰ ἐκδύνεται ὡσὰν κοσμικός, νὰ ἐρωτᾶται ὡσὰν κοσμικός, καὶ νὰ ἀποκρίνεται ὡσὰν κοσμικός;

Ἀνίσως δὲ καὶ ἐρωτήσῃ τινὰς τοὺς τωρινοὺς σταυροφόρους Μοναχούς, διατὶ δὲν γίνονται μεγαλόσχημοι; ἄλλοι μὲν ἀποκρίνονται, ὅτι εἶναι φοβερὸν καὶ ἀγγελικὸν τὸ μέγα σχῆμα· ἄλλοι δὲ ὅτι προσμένουν εἰς τὸ γῆράς των νὰ γένουν μεγαλόσχημοι, καὶ ἄλλοι ἄλλην πρόφασιν ἐξ ἀμελείας εὑρίσκοντες, παραιτοῦνται οἱ περισσότεροι, καὶ δὲν λαμβάνουν τὸ μέγα σχῆμα· καὶ ἔτζι μὲ τὰς ἀλόγους αἰτίας ταύτας, ἀπὸ τόσας χιλιάδας Μοναχῶν, ὁποῦ εὑρίσκονται εἰς τὸν κόσμον, μόλις ὀλίγοι τινὲς ἀποθνήσκουν μεγαλόσχημοι· καὶ αὐτοὶ πάλιν ἔλαβον τὸ μέγα σχῆμα, ἢ διατὶ ἐγήρασαν τελείως, ἢ διατὶ ἐκινδύνευσαν ἀπὸ θανατηφόρον ἀσθένειαν· ἢ διατὶ ἀναγκάσθησαν ἀπὸ κἀμμίαν ἄλλην περίστασιν· σπανίως δὲ ἔλαβον αὐτὸ ὑγιεῖς ὄντες, καὶ νέοι, καὶ μὲ ὅλην τὴν θέλησίν τους, χωρίς τινα περίστασιν· οἱ δὲ λοιποὶ πάντες ἀποθνήσκουν σταυροφόροι, ἤτοι ἀτελεῖς Μοναχοί, καὶ ἀῤῥαβωνισμένοι μόνον μὲ τὸν Χριστόν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νενυμφευμένοι. Καὶ παρομοιάζουσι καὶ αὐτοὶ κατὰ τοῦτο μὲ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους Χριστιανούς, οἵτινες τὰς ὁμοίας τούτοις προφασιολογίας εὑρίσκοντες, ἀνέβαλλον τὸν καιρόν, καὶ δὲν ἐβαπτίζοντο· ὅθεν καὶ πολλότατοι ἐξ αὐτῶν ἀπέθνησκον ἀκόμη Κατηχούμενοι, καὶ ἀβάπτιστοι.

Διὰ τοῦτο ἐξώδευσαν τόσους προτρεπτικοὺς λόγους εἰς τὸ Βάπτισμα ὁ μέγας Βασίλειος, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ὁ Νύσσης, καὶ οἱ λοιποὶ θεῖοι Πατέρες, μὲ τοὺς ὁποίους παρεκίνησαν αὐτοὺς νὰ μὴ ἀναβάλλουσι τὸν καιρόν, ἀλλὰ νὰ βαπτίζωνται ἔτι νέοι ὄντες, καὶ ὑγιεῖς, διὰ νὰ δυνηθοῦν καὶ νὰ δουλεύουν τὸ χάρισμα, ὁποῦ ἔλαβον.

Τοιούτους προτρεπτικοὺς λόγους ἐχρειάζετο νὰ ἐξοδεύσῃ τινὰς καὶ τὴν σήμερον, διὰ νὰ παρακινήσῃ τοὺς τωρινοὺς Μοναχούς, εἰς τὸ νὰ λαμβάνουν τὸ δεύτερον Βάπτισμα, ὅ ἐστι τὸ μέγα καὶ τέλειον σχῆμα. Ἡμεῖς ὅμως ἀφίνοντες τὰ πολλὰ λόγια, τοῦτα μόνον τὰ ὀλίγα καὶ γενναῖα λέγομεν εἰς αὐτούς. Ὅσοι ἀπετάξαντο τῷ κόσμῳ, καὶ ἦλθον εἰς τὴν μοναδικὴν ζωήν, ἐξ ἀνάγκης, ἢ πρότερον, ἢ ὕστερον, ἔχουν ἐξάπαντος νὰ λάβουν τὸ μέγα σχῆμα καὶ τέλειον· διατί ἂν δὲν λάβουν αὐτό, Μοναχοὶ δὲν εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη ἀνωτέρω· ἐπειδὴ τὸ σχῆμα εἶναι ἕνα, ὡς καὶ τὸ Βάπτισμα· καὶ τοῦτο εἰδοποιεῖται, καὶ συνίσταται, καὶ τελειοῦται μὲ τὸ μέγα σχῆμα, μᾶλλον δὲ αὐτὸ εἶναι τὸ ὄντως σχῆμα, ὡς καὶ τοῦτο συναπεδείχθη.

Λοιπὸν ἀκριβέστερα καὶ ὀρθότερα, καὶ καλήτερα θέλουν κάμνει οἱ Μοναχοὶ ἀνίσως γένουν μίαν φορὰν Μεγαλόσχημοι, χωρὶς νὰ γένουν πρῶτον μικρόσχημοι, καθὼς κάμνουσι καὶ οἱ διακριτικώτεροι· ἕνα μὲν διατὶ μὲ τὴν μίαν αὐτὴν καὶ μόνην φοράν, ἕνα καὶ μοναδικὸν ἀποδεικνύουσι πραγματικῶς τὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν, καθὼς ἡ τῶν Ἁγίων Πατέρων Παράδοσις βούλεται· καὶ ἄλλο δέ, διατὶ λαμβάνοντες τὸ σχῆμα νέοι ὄντες καὶ ὑγιεῖς, ἔχουν νὰ δουλεύσουν τὸ χάρισμα ὁποῦ ἔλαβον, καὶ ἀκολούθως νὰ πολυπλασιάσουν καὶ νὰ αὐξήσουν τὸ τάλαντον τοῦ Κυρίου αὐτῶν, ἤτοι τὴν πνευματικὴν δύναμιν, ὁποῦ ἐχάρισε μυστικῶς εἰς τὴν ψυχήν τους τὸ θεῖον σχῆμα, μὲ τοὺς ἀγῶνας, ὁποῦ μέλλουν νὰ κάμουν κατὰ τῶν Δαιμόνων, μὲ τὴν νίκην τῶν παθῶν, καὶ μὲ τὰ χαρίσματα, ὁποῦ θέλουν λάβει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἰ δὲ καὶ προβάλλῃ τινάς, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ὁ ἐν τῷ Ἄθῳ, καὶ ὁ Δουναλὲ ὁ Ὁμολογητής, καὶ ἄλλοι ἔλαβον πρῶτον τὸ μικρὸν σχῆμα, ἔπειτα τὸ μέγα, εἰς διαφόρους καιρούς· ἀποκρινόμεθα, ὅτι τὰ σπάνια νόμος τῆς Ἐκκλησίας οὐ γίνονται, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, καὶ τὸ παρὰ Κανόνας, οὐχ ἕλκεται εἰς ὑπόδειγμα.

Ἐπειδή, ὅσοι γινόμενοι ὕστερον μεγαλόσχημοι, δευτερόνουσι τὰς ἐρωταποκρίσεις, καὶ εὐχάς, καὶ τὰ ἐνδύματα τοῦ σχήματος, φαίνονται ὅτι δευτερόνουσι καὶ τὸ ἓν σχῆμα τῶν Μοναχῶν· τὸ ὁποῖον σχεδὸν εἶναι τόσον ἄτοπον, ὅσον εἶναι καὶ τὸ νὰ δευτερώσῃ τινὰς τὸ ἓν Ἅγιον Βάπτισμα.

Τὰ φορέματα δὲ τοῦ σχήματος τῶν Μοναχῶν εἰσὶ ταῦτα. Τῶν μὲν μικροσχήμων, ἤτοι σταυροφόρων, εἶναι τέσσαρα· ὁ χιτών, ἤτοι τὸ καλούμενον ζωστικὸν ῥάσον, ἢ ἐσώρασον, ὃ δηλοῖ τὸν χιτῶνα τῆς ἀγαλλιάσεως καὶ δικαιοσύνης ὁποῦ ἐνδύεται ὁ Μοναχός, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Συμεών, καὶ τὸ Εὐχολόγιον. Ἡ δερματίνη ζώνη, ἥτις περισφίγγουσα τὴν μέσην καὶ τὰ νεφρά, ὅπου εἶναι τὸ ἐπιθυμητικόν, δηλοῖ τὴν νέκρωσιν τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, καὶ τὴν σωφροσύνην καὶ ἐγκράτειαν, καὶ τὸ νὰ ᾖναι ἕτοιμος εἰς τὰς διακονίας ὁ Μοναχός, κατὰ τὸ Εὐχολόγιον, Συμεών, Κύριλλον Ἱεροσολύμων, Δωρόθεον, καὶ Σωζόμενον.

Τὸ Παλλίον, τὸ ὁποῖον εἶναι λέξις λατινική, καὶ δηλοῖ φόρεμα καὶ περιβόλαιον, καθὼς τὸ ὀνομάζει καὶ Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης, καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ, καὶ ὁ Σκρεβέλλιος ἐν τῷ Λεξικῷ χλαίναν, ἤτοι ἐπανωφόρι ἑρμηνεύει τὸ Παλλίον· τοῦτο δὲ εἶναι, τὸ σήμερον καλούμενον Ἐπανώρασον, καὶ Ἐξώρασον· αʹ. διατὶ τὸ Παλλίον, ὡς εἴπομεν εἶναι φόρεμα, καὶ τὸ ἐπανώρασον ὁμοίως φόρεμα, καὶ φόρεμα μοναχικόν, καὶ μάλιστα ἐπανωφόρεμα· βʹ. διατὶ τὸ ἐπανώρρασον δανείζεται τὸ ὄνομα τοῦ Μανδύου, ἀφοῦ καὶ τὸ σχῆμα τοῦ σταυροφόρου καλεῖται, σχῆμα Μανδύου παρ’ Εὐχολογίῳ· Μανδόρρασον γὰρ ὀνομάζεται παρὰ τοῖς πολλοῖς τὸ ἐπανώρρασον. Καὶ γʹ.

διατὶ τὸ Μανδόρρασον ὑπηρετοῦν παρὰ τοῖς σταυροφόροις καὶ μεγαλοσχήμοις, ὡσὰν ἕνας μικρὸς καὶ δεύτερος Μανδύας, εἶναι ἁρμοδιώτερον νὰ καλῆται παραμάνδυ, πάρεξ ἐκεῖνο τὸ σπιθαμιαῖον τετράγωνον, ὁποῦ καλοῦσι τὴν σήμερον παραμάνδυ οἱ πολλοὶ ἀμαθῶς, καὶ φοροῦσι τοῦτο ἐπὶ τῶν δύω ὤμων· διὸ καὶ θαυμάζω κατὰ ἀλήθειαν ποῖος εὐλογημένος ἐφεύρηκε τοῦτο, καὶ τὸ ἔμβασε μέσα εἰς τὰ παρὰ τῶν Πατέρων κανονιζόμενα φορέματα τοῦ Μοναχοῦ· τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν εἶναι παραμανδύας κατὰ τὸ ὄνομά του, ἀλλ’ οὔτε εἶναι φόρεμα ὅλως· ὅθεν τὴν εἴδησιν ταύτην ἤδη μαθόντες οἱ Ἱερεῖς, ὅταν κουρεύουσί τινα Μοναχόν, ἀντὶ τοῦ σπιθαμιαίου ἐκείνου τετραγώνου, νὰ εὐλογῶσι τὸ ἐπανώρρασον, καὶ νὰ τὸ δίδουν εἰς τὸν Μοναχὸν νὰ τὸ φορῇ ὡς παλλίον, ἵνα μὴ καταγελάστως, ὅταν δίδοσι τὸ ἐπανώρρασον, τὸ δίδουσιν ἄνευ εὐλογίας εἰς τὸν Μοναχόν.

Ἐὰν ὅμως τινάς, κρατούμενος ἀπὸ τὴν συνήθειαν θέλῃ νὰ φορῇ καὶ τὸ σπιθαμιαῖον ἐκεῖνο τετράγωνον ἐπάνω τοῦ ἐσωρράσου, ὡς τύπον ἔχον ἐπάνω τοῦ Σταυροῦ, ἂς τὸ φορῇ χωρὶς εὐλογίας, καθὼς φορεῖ καὶ τὸ καμιλαύκιον, καὶ ἐπανωκαμιλαύκιον· καὶ δέν μοι φαίνεται νὰ ᾖναι ἄτοπον. Δηλοῖ δὲ τὸ Παλλίον καὶ ἐπανώρρασον, τὴν στολὴν τῆς ἀφθαρσίας καὶ σεμνότητος, καὶ τὴν θείαν σκέπην καὶ περιβολὴν κατὰ τὸ Εὐχολόγιον, καὶ τὸν Θεσσαλονίκης Συμεών. Εἶναι πρὸς τούτοις καὶ τὰ σανδάλια, ἤτοι τὰ παπούτζια, τὰ ὁποῖα δηλοῦσι πῶς πρέπει ὁ Μοναχὸς νὰ περιπατῇ ἑτοίμως τὴν στράταν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, χωρὶς νὰ σκοντάβῃ· καὶ πῶς, καθὼς τὰ παπούτζια εἶναι ὑποκείμενα καὶ κατώτερα ἀπὸ ὅλον τὸ σῶμα, ἔτζι καὶ τὸ σῶμα τοῦ Μοναχοῦ πρέπει νὰ ᾖναι ὑποκείμενον εἰς τὴν ψυχήν, κατὰ τὸ Εὐχολόγιον, καὶ τὸν Συμεών, καὶ τὸν Ἱεροσολύμων Κύριλλον.

Ταῦτα μὲν εἶναι τὰ φορέματα τοῦ σταυροφόρου. Ὁ δὲ μεγαλόσχημος κοντὰ εἰς αὐτὰ ἔχει ἀκόμη καὶ ἄλλα τρία φορέματα παράνω· τὸ Κουκούλιον, τὸν Ἀνάλαβον, καὶ τὸν Μανδύαν. Καὶ τὸ μὲν Κουκούλιον, δηλοῖ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου, κατὰ τὸ Εὐχολόγιον· τὴν ἐπισκίασιν τῆς θείας χάριτος, τὴν ἀποβάλλουσαν τὰ τοῦ κόσμου νοήματα, κατὰ τὸν Συμεὼν καὶ Κύριλλον Ἱεροσολύμων, καὶ τὴν ἀκακίαν καὶ ταπείνωσιν, κατὰ τὸν Σωζόμενον, καὶ Ἀββᾶν Δωρόθεον. Ὁ δὲ Ἀνάλαβος, ὅς τις καὶ ἀναβολεὺς καλεῖται ἀπὸ τὸν Σωζόμενον, καὶ ἐκ δερμάτων ἐστί, κατὰ τὸν Συμεών, τώρα δὲ ὀνομάζεται Πολυσταύριον· οὗτος λέγω δηλοῖ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου ὁ Μοναχός, καὶ ἀκολουθεῖ αὐτῷ, κατὰ τὸ Εὐχολόγιον, καὶ τὸν Συμεών, καὶ τὸν Δωρόθεον· ἔχων δὲ οὗτος ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν σταυρούς, δηλοῖ, κατὰ τὸν Ἱεροσολύμων Κύριλλον, ὅτι ὁ κόσμος πρέπει νὰ σταυρόνεται εἰς τὸν Μοναχὸν μὲ τὴν ἀπ’ αὐτοῦ ἀναχώρησιν· καὶ ὁ Μοναχὸς ἀντιστρόφως πρέπει νὰ σταυρόνεται εἰς τὸν κόσμον, μὲ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπροσπάθειαν, κατὰ τὸ «Ἐμοὶ ὁ κόσμος ἐσταύρωται, κᾀγὼ τῷ κόσμῳ».

Ὁ δὲ Μανδύας (τὸν ὁποῖον ἀχειρίδωτον μὲν χιτῶνα ὀνομάζει ὁ Σωζόμενος, Κολόβιον δὲ ὁ Δωρόθεος), περιεκτικὸς ὢν τῶν ἄλλων φορεμάτων, δηλοῖ, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Συμεών, ὅτι ὁ Μοναχὸς εὑρίσκεται τυλιγμένος εἰς τὸν μανδύαν του, ὡσὰν μέσα εἰς τάφον· κατὰ δὲ τὸν Σωζόμενον, καὶ τὸν Ἀββᾶν Δωρόθεον, ὁ μανδύας, μὴ ἔχων μανίκια καὶ χέρια, δηλοῖ ὅτι ὁ Μοναχὸς δὲν πρέπει νὰ σηκόνῃ χέρι εἴς τινα, μήτε νὰ πράττῃ τι τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου· τὸ δὲ ἅπλωμα τοῦ μανδύου δηλοῖ, κατὰ τὸν Ἱεροσολύμων Κύριλλον, τὸ πτερωτικὸν τῶν Ἀγγέλων, ὅτι καὶ ἀγγελικὸν τὸ σχῆμα καλεῖται τῶν Μοναχῶν. Εἶχε δὲ ὁ Μανδύας καὶ ἕνα σημάδι κόκκινον, καθὼς λέγει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος· τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι οἱ Μοναχοὶ διὰ τοῦ σημαδίου τούτου γνωρίζονται πῶς εἶναι στρατιῶται τοῦ οὐρανίου Βασιλέως.

Ταῦτα εἶναι τὰ κανονικὰ καὶ διωρισμένα φορέματα τοῦ Μοναχοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπίσης φοροῦσι καὶ αἱ παρθένοι καὶ καλογραῖαι· τὸ δὲ καμιλαύκιον καὶ ἐπανωκαμιλαύκιον εὐχὴν χωριστὴν δὲν ἔχουν· τινὲς δὲ λέγουν εἰς αὐτὰ τὴν εὐχὴν καὶ εὐλογίαν τοῦ Κουκουλίου· καθότι καὶ ταῦτα ἀντὶ Κουκουλίου παρὰ τοῖς ὕστερον ἐπενοήθησαν· ἔπρεπε δὲ οἱ παρὰ τοῖς καθ’ ἡμᾶς Γραικοῖς μεγαλόσχημοι, νὰ φοροῦν Μανδύας, ἂν ὄχι πάντοτε, ἀλλὰ κᾂν ἐν ταῖς κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν Συνάξεσι, καὶ ἐν τῇ θείᾳ Μεταλήψει· καθὼς τὸν φοροῦν καὶ οἱ παρὰ τοῖς εὐσεβέσι Ῥώσσοις, καὶ Βλάχοις μεγαλόσχημοι· ὡσὰν ὁποῦ ὁ μανδύας εἶναι τὸ χαρακτηριστικώτερον φόρεμα τῶν μεγαλοσχήμων· ἀλλ’ οὗτοι (πλὴν τινῶν), τὴν τάξιν ἀλλάξαντες, ἀρκοῦνται εἰς μόνον τὸν παραμανδύαν, ἤτοι τὸ ἐπανώρρασον, καὶ μανδόρρασον, ὡς εἴπομεν, ὅπερ οὐκ ἔπρεπεν.

Τούτων οὕτως εἰρημένων, ὡς ἐν Παραρτήματι λέγομεν, ὅτι εἶναι ἄδεια εἰς κάθε ἄνθρωπον Χριστιανόν, νὰ διαλέγῃ τὴν μοναδικὴν ζωήν, καὶ νὰ φορῇ τὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν, κᾂν καὶ ἔπραξεν ὅ, τι ἁμάρτημα καὶ ἂν ᾖναι εἰς τὸν κόσμον· καὶ τινὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦτο, καθὼς διορίζει ὁ μγʹ. Κανὼν τῆς Οἰκουμενικῆς ϛʹ. Συνόδου τοῦτο δὲ ἐπροσθέσαμεν διὰ μερικοὺς ἀμαθεῖς Πνευματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἀπὸ τὸ νὰ γίνωνται Μοναχοὶ ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἔκαμαν φόνους, καὶ μαγικά, καὶ ἄλλα τοιαῦτα βαρέα ἁμαρτήματα· πλὴν οἱ τοιοῦτοι καὶ πάντες οἱ ἄλλοι νὰ γίνωνται Μοναχοί, μὲ τὴν τριετῆ κανονικὴν δοκιμήν, καὶ μὲ τὴν ἐπιστασίαν ἀναδόχου, καὶ γέροντος ἐναρέτου, καὶ θεοφιλοῦς, κατὰ τὸν βʹ. καὶ εʹ. τῆς Πρωτοδευτέρας.

Ιʹ. Ὅτι οἱ Μοναχοὶ καὶ οἱ Ἱερομόναχοι πρέπει νὰ διαμένωσιν εἰς τὰ Μοναστήριά των, καὶ ὄχι νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸν κόσμον, ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα μεταχειριζόμενοι. Ὁ δʹ.

Κανὼν τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς τετάρτης Συνόδου διορίζει ταῦτα· «Οἱ ἀληθῶς, καὶ χωρὶς κἀμμίαν ὑπόκρισιν τὴν μοναχικὴν ζωὴν μεταχειριζόμενοι, ἂς ἀξιόνωνται τῆς πρεπούσης τιμῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ μερικοὶ μεταχειρίζονται τὸ μοναχικὸν σχῆμα, πρὸς ἐπίδειξιν καὶ δέλεαρ, διὰ νὰ τιμῶνται, καὶ συγχέουσι τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα, θέλοντες νὰ διοικοῦσιν αὐτά, καὶ περιτριγυρίζουσι μὲν μὲ ἀδιαφορίαν εἰς τὰς πόλεις, Μοναστήρια δὲ ἐδικά των ἐπιτηδεύουσι νὰ οἰκοδομοῦν· διὰ τοῦτο ἐφάνη εὔλογον, κἀνένας Μοναχός, μήτε εἰς χωρίον, μήτε εἰς πόλιν, μήτε εἰς ἔρημον, ἢ εἰς ἄλλο κἀνένα μέρος νὰ οἰκοδομῇ, καὶ νὰ συνιστᾷ Μοναστήριον, ἢ οἶκον εὐκτήριον, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου· οἱ δὲ Μοναχοὶ οἱ εἰς κάθε πόλιν, καὶ χώραν εὑρισκόμενοι, νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸν τοῦ τόπου Ἐπίσκοπον καὶ νὰ ἡσυχάζωσι, σχολάζοντες εἰς μόνην τὴν προσευχὴν καὶ νηστείαν, καὶ διαμένοντες εἰς τὰ Μοναστήρια ἐκεῖνα, ὁποῦ ἐκουρεύθησαν, χωρὶς νὰ ἀφίνουσιν αὐτά, καὶ νὰ περιπλέκουσι τὸν ἑαυτόν τους εἰς ἐκκλησιαστικά, καὶ πολιτικὰ πράγματα, ἔξω μόνον ἂν κατὰ ἀνάγκην καὶ χρείαν διορισθοῦν εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου, κρίναντος αὐτοὺς ἐπιτηδείους ... ὅς τις δὲ παραβῇ τὸν Κανόνα τοῦτον, νὰ ἀφορίζεται, ἵνα μὴ βλασφημῆται τὸ τάγμα τῶν Μοναχῶν, καὶ δι’ αὐτῶν βλασφημῆται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ».

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Χαρτοφύλαξ Πέτρος, ἀκολουθῶν εἰς τὸν Ἱερὸν Κανόνα τοῦτον, λέγει, ὅτι οἱ Μοναχοὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναδέχωνται παιδία ἐκ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος (εἰμὴ ἐκ μεγάλης ἀνάγκης, ἂν κίνδυνος ἀκολουθήσῃ εἰς τὸ βρέφος, καὶ ἄλλος δὲν εὑρεθῇ νὰ τὸ ἀναδεχθῇ), οὔτε ἀδελφοποιΐας νὰ κάμνουν, οὔτε στεφάνια νὰ κρατοῦν· παρὰ Κανόνας γὰρ ταῦτά ἐστι. Καὶ Νικηφόρος δὲ ὁ Χαρτοφύλαξ λέγει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία προστάζει ἐνταλματικῶς εἰς τοὺς Ἡγουμένους καὶ Ἐξάρχους τῶν Μοναστηρίων, συντεκνίας, καὶ ἀδελφοποιήσεις οἱ Μοναχοὶ νὰ μὴ κάμουν· τὰς δὲ ἀδελφοποιΐας ὁ νόμος δὲν δέχεται μὲ τὴν ὁλότητα.

Ὅθεν ἀκολούθως κατὰ τὸν ἄνωθεν Κανόνα, οὔτε οἱ καλούμενοι Ἱερομόναχοι πρέπει νὰ χειροτονῶνται, ἢ νὰ εὑρίσκωνται ὅλως ἐφημερεύοντες εἰς τὰς ἐν τῷ κόσμῳ Ἐκκλησίας· Μοναχοὶ γὰρ καὶ αὐτοὶ κατὰ τὸ ὄνομά τους εἶναι, καὶ παρθενίαν ἐπαγγέλλονται νὰ φυλάξουν· ὡς εἴπομεν ἔμπροσθεν εἰς τὴν ηʹ. Ὑπόθεσιν· διὸ καὶ εἰς Μοναστήρια πρέπει νὰ χειροτονῶνται, καὶ νὰ μένουν ἐνεργοῦντες τὰ τῆς Ἱερωσύνης, καὶ ὄχι εἰς τὸν κόσμον, καὶ τὰς ἐν κόσμῳ Ἐκκλησίας. Διὸ τοῦτο βεβαιῶν καὶ ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἐκεῖνος Μιχαήλ, ὁ καλούμενος Ὕπατος τῶν Φιλοσόφων, ἐδιώρισε μὲ ὅλην τὴν περὶ αὐτὸν Ἱερὰν τῶν Ἁγίων Ἀρχιερέων Σύνοδον, ὅτι ὅλαι αἱ Ἱεροπραξίαι, ὁποῦ τελοῦνται ἐν κόσμῳ, νὰ γίνωνται ἀπὸ ὑπάνδρους καὶ κοσμικοὺς Ἱερεῖς καὶ ὄχι ἀπὸ Ἱερομονάχους· οἱ δὲ Ἱερομόναχοι, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰ Μοναστήριά των, ὡς λέγει ὁ Βαλσαμὼν εἰς τὸ σχόλιον τοῦ γʹ. Κεφ. τοῦ αʹ. Τίτλ. τοῦ Νομικοῦ τοῦ Φωτίου.

Ἀλλὰ καὶ Πέτρος ὁ Χαρτοφύλαξ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας, λέγει, ὅτι οὔτε Ἱερομόναχος ἠμπορεῖ νὰ εὐλογήσῃ γάμον, οὔτε μέσα εἰς Μοναστήριον. Ὅθεν παρὰ Κανόνας ποιοῦσιν, οἱ τοὺς τοιούτους Ἱερομονάχους χειροτονοῦντες ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀρχιερεῖς, καὶ ἂς διορθώσουν τὸ ἄτοπον· διότι, διὰ ὅσα κακὰ καὶ ἁμαρτίας κάμνουν οἱ Ἱερομόναχοι αὐτοί, ἐν τῷ κόσμῳ ὄντες, καὶ ταῖς τοῦ κόσμου ἐπιθυμίαις συναναστρεφόμενοι, διὰ ὅλα ἔχουν νὰ παιδευθοῦν, καὶ νὰ δώσουν ἀπολογίαν, οἱ χειροτονοῦντες αὐτοὺς Ἀρχιερεῖς· οὕτω γάρ φησιν ὁ θεῖος Χρυσόστομος· «Μὴ γάρ μοι εἴπῃς, ὅτι ὁ Πρεσβύτερος ἥμαρτε, μηδὲ ὅτι ὁ Διάκονος, πάντων τούτων ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τῶν χειροτονησάντων αἱ αἰτίαι φέρονται».

Πλήν, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη καὶ χρεία, ἔχει ἄδειαν ὁ Ἀρχιερεύς, κατὰ τὴν περίληψιν τοῦ ἀνωτέρω θείου Κανόνος νὰ διαλέγῃ, ἀπὸ τοὺς ἐν Μοναστηρίοις Ἱερομονάχους τοὺς πλέον ἐναρέτους καὶ συνετούς, καὶ νὰ καθιστᾷ αὐτοὺς ἢ Πνευματικοὺς εἰς τὰς ἐν κόσμῳ Ἐκκλησίας, ἢ Διδασκάλους εἰς τὰ Σχολεῖα, ἢ καὶ νὰ τοὺς ἔχῃ συνοδίαν καὶ φαμιλίαν εἰς τὴν αὑτοῦ Μητρόπολιν, διὰ τὴν τοῦ λαοῦ ὠφέλειαν.