Ἔργον
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Ἐξομολογητάριον
Συμβουλή προς τον μετανοούντα: Προετοιμασία και συντριβή
Εισαγωγικές νουθεσίες προς τον εξομολογούμενο πιστό, τονίζοντας τη σημασία της αυτοεξέτασης, της αληθινής συντριβής και του πόνου της καρδιάς.
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ἔργον
Συμβουλή προς τον μετανοούντα: Προετοιμασία και συντριβή
Εισαγωγικές νουθεσίες προς τον εξομολογούμενο πιστό, τονίζοντας τη σημασία της αυτοεξέτασης, της αληθινής συντριβής και του πόνου της καρδιάς.
ΤΟΙΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΟΙΣ ΤΟ ΧΑΙΡΕΙΝ Ὁ Θεός, καθὼς εἰς τὴν τάξιν τῆς φύσεως, δὲν ἐπρονόησε μόνον τὸ νὰ γεννώμεθα εἰς τὴν ζωὴν ὑγιεῖς ἀλλ’ ἐπρονόησεν ἀκόμη καὶ τὸ νὰ ἀναλαμβάνωμεν πάλιν τὴν ὑγείαν, ὅταν σωματικῶς ἀσθενήσωμεν, μὲ λουτρά, καὶ ἰατρικὰ διάφορα· τοιουτοτρόπως καὶ εἰς τὴν τάξιν τῆς χάριτος, δὲν ἐπρονόησε μόνον τὸ νὰ ἀναγεννώμεθα πνευματικῶς ὑγιεῖς διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος· ἀλλ’ ἐπρονόησε καὶ τὸ νὰ ἀνακαλοῦμεν πάλιν τὴν πνευματικὴν ὑγείαν, ὅταν ψυχικῶς ἀσθενήσωμεν, μὲ ἕνα καθαρτικὸν λουτρόν, καὶ ἰατρικὸν θαυμάσιον· καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλο, πάρεξ τὸ Μυστήριον τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
Διότι ἡ Ἐξομολόγησις ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶναι ἀληθῶς ἕνα λουτρόν, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ὅσαι ψυχαὶ λούονται, εὐγαίνουν παρευθὺς ἐλαφρωμέναι ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας, ὁποῦ σηκώνουν, τὰς ὁποίας αἰνιγματωδῶς φανερόνει ὁ Σολομὼν εἰς τὸ ᾎσμα τῶν ᾀσμάτων «Ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων, αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ». Διὸ καὶ ὁ μὲν Θεοδώρητος τοῦτο ἑρμηνεύων, λέγει· «Ζητητέον μή ποτέ φησι τὴν τῶν αἰγῶν ἀγέλην, τοὺς ἐξ ἁμαρτίας τῇ μετανοίᾳ προσιόντας»· ὁ δὲ Ψελλός· «Τοὺς τῷ τῆς συνειδήσεως λουτρῷ κεκαθαρμένους». Εἶναι ἕνα λουτρὸν μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐκπλύνονται καὶ ἀφανίζονται ὅλοι οἱ μολυσμοὶ τῶν πλημμελημάτων, κατὰ τὸν θεῖον Χρυσόστομον· «Ἡ ὁμολογία τῶν ἡμαρτημένων, ἀφανισμὸς γίνεται τῶν πλημμελημάτων» Καὶ ἕνα λουτρόν, ὁποῦ γίνεται εἰς τοὺς μετανοοῦντας ἕνα ἄλλο δεύτερον Βάπτισμα, κοπιαστικώτερον μὲν ἀπὸ τὸ πρῶτον Βάπτισμα, ἀναγκαῖον ὅμως εἰς σωτηρίαν, ὡς καὶ ἐκεῖνο, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον. «Οἶδα καὶ πέμπτον ἔτι (Βάπτισμα) τὸ διὰ δακρύων· ἀλλ’ ἐπιπονώτερον».
Ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο μέρος, ἡ Ἐξομολόγησις εἶναι ἕνα ἰατρικὸν τόσον δραστικόν, εἰς τρόπον ὅτι ἐν τῷ ἅμα διαφθείρει κάθε φαρμάκι τῆς συγγνωστῆς, καὶ θανασίμου ἁμαρτίας, ἥτις εἶναι ἕνα κακὸν ἄπειρον· καὶ ἀφανίζει μὲ κάθε ἀόρατον ἀσθένειαν, ἐπαναγυρίζει δὲ εἰς τὴν ψυχὴν τὴν προτέραν ὑγείαν καὶ χάριν. Ἕνα ἰατρικόν, τόσον θαυμαστόν, ὁποῦ μεταβάλλει ἐν στιγμῇ τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς ἕνα ὡραιόμορφον Ἄγγελον, ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ ἦτον πρὸ τοῦ, μεταμορφωμένος διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἢ εἰς ἕνα βόδι, ὡσὰν τὸν Ναβουχοδονόσορ, ἢ εἰς ἕνα χοῖρον, ὡσὰν τὸν Τηριδάτην, ἢ εἰς ἕνα διάβολον, ὡσὰν τὸν Ἰούδαν· «Καὶ ἐξ ὑμῶν εἶς διάβολός ἐστι».
Ἐν συντομίᾳ, ὁποῦ μεταβάλλει τὸν ἁμαρτωλὸν ἀπὸ κατάδικον εἰς ἐλεύθερον, ἀπὸ σαρκικὸν εἰς πνευματικόν, ἀπὸ δοῦλον τοῦ διαβόλου εἰς υἱὸν Θεοῦ, καὶ ἀπὸ ἔνοχον τῆς αἰωνίου κολάσεως εἰς κληρονόμον τῆς οὐρανίου βασιλείας· καὶ ἕνα ἰατρικόν, ὁποῦ διὰ τὰ ὑπερφυσικὰ ἀποτελέσματα, ὁποῦ ἐνεργεῖ, ὑπερβαίνει ὅλα ὁμοῦ τὰ ἔργα τῆς φύσεως· ἐπειδὴ ἡ δικαίωσις, ὁποῦ αὐτὴ χαρίζει εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ, εἶναι ἔργον ἀσυγκρίτως μεγαλήτερον, παρὰ νὰ ἤθελε δημιουργεῖ ὁ Θεὸς ἄλλον καινούριον κόσμον, ὅσαις φοραῖς τὴν δίδει· τοῦτο γὰρ αἰνίττεται καὶ ὁ Σειρὰχ λέγων· «Οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς, ἄξιος ψυχῆς ἐγκρατοῦς» Ἀλλ’ ὢ τῆς δυστυχίας! τὸ καθαρτικὸν ἐτοῦτο λουτρόν, καὶ τὸ θαυμαστὸν ἐτοῦτο ἰατρικόν, ἡ ψυχωφελεστάτη λέγω Ἐξομολόγησις, ἔγινε τὴν σήμερον εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ἕνα Μυστήριον παρὰ πολὺ ὀλιγωφελέστατον, οἱ ὁποῖοι λογιάζοντες ὅτι καθαρίζονται εἰς τοῦτο τὸ λουτρόν, οὔτε κᾂν ἔφθασαν νὰ πλυθοῦν, κατὰ τὸν Σολομῶντα. «Ἔκγονον, κακὸν δίκαιον ἑαυτὸ κρίνει, καὶ ἀπὸ ῥύπου οὐκ ἀπελούσατο».
Ἐπειδὴ ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτούς, ἢ δὲν ἐξομολογοῦνται τελείως, ἢ ἐξομολογοῦνται πολλὰ σπανίως, ἀγαπῶντες οἱ ἄθλιοι κάλλιον νὰ κυλίωνται ὡσὰν τὰ ζῶα μέσα εἰς τὸν βόρβορον τῶν ἁμαρτιῶν τους, παρὰ νὰ τρέξουν εἰς τοῦτο τὸ λουτρόν, καὶ νὰ καθαρισθοῦν· ἄλλοι δὲ πάλιν, ἐξομολογοῦνται μέν, ὄχι ὅμως καθὼς πρέπει· διατί οὔτε μὲ τὴν πρέπουσαν ἐξέτασιν τῆς συνειδήσεως καὶ τῶν ἁμαρτιῶν τους ἐξομολογοῦνται, οὔτε μὲ τὴν χρειαζομένην, συντριβὴν καὶ κατάνυξιν, οὔτε μὲ μίαν ἀποφασιστικὴν γνώμην εἰς τὸ νὰ μὴ ἁμαρτήσουν πλέον, οὔτε μὲ τὴν ἱκανοποίησιν ὁποῦ πρέπει, τὰ ὁποῖα ταῦτα εἶναι συστατικὰ τῆς θεαρέστου ἐξομολογήσεως· ἀλλὰ ἐξομολογοῦνται ἀνεξετάστως, ἀκατανύκτως, χωρὶς ἀπόφασιν, χωρὶς ἱκανοποίησιν, καὶ ἁπλῶς, κατὰ συνήθειαν μόνην, διατὶ τυχὸν ἔρχεται τὸ Πάσχα, ἢ τὰ Χριστούγεννα, ἢ τὰ Θεοφάνεια. Διὸ τοιουτοτρόπως, κακῶς ἐξομολογούμενοι οἱ ταλαίπωροι, καὶ νομίζοντες ὅτι εἶναι καλῶς ἐξομολογημένοι, γελῶνται τῇ ἀληθείᾳ, καὶ μεγάλως ζημιόνονται.
Ὅθεν ἡμεῖς, λυπούμενοι διὰ τὴν τόσην μεγάλην ζημίαν καὶ ἀπάτην τῶν ἀδελφῶν μας Χριστιανῶν, ἐπεμελήθημεν πολλὰ εἰς τὸ νὰ συνάξωμεν ἀπὸ διαφόρους Διδασκάλους τὴν παροῦσαν σύντομον συμβουλὴν πρὸς τὸν μετανοοῦντα, καὶ μὲ αὐτὴν νὰ παρακινήσωμεν τοὺς μὴ ἐξομολογουμένους ἁμαρτωλοὺς νὰ ἐξομολογοῦνται συνεχῶς· τοὺς δὲ κακῶς ἐξομολογουμένους νὰ ἑρμηνεύσωμεν, πῶς πρέπει νὰ ἐξομολογοῦνται, διὰ νὰ γίνεται θεάρεστος καὶ πολυωφελὴς ἡ ἐξομολόγησίς των, καὶ ἀκολούθως, διὰ νὰ γίνεται βεβαία καὶ ἀναμφίβολος ἡ παρὰ Θεοῦ διὰ τοῦ Πνευματικοῦ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν τους.
Λοιπόν, ἁμαρτωλοί, σύντροφοι ἐδικοί μου, ὑποδεχθῆτε παρακαλῶ τὴν συμβουλὴν ταύτην μετὰ χαρᾶς· καὶ ὅσοι μέν, ὡσὰν καὶ ἐμέ, ἐμολύνατε τὰς ψυχάς σας μὲ διαφόρους ἀκαθαρσίας τῆς ἁμαρτίας, τρέχετε εἰς τοῦτο τὸ καθαρτικὸν λουτρὸν τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, διὰ νὰ καθαρισθῆτε· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» σᾶς παραγγέλλει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου· «Ἀφέλεσθε τὰς πονηρίας ὑμῶν ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν». Ὅσοι δὲ ἔχεται πληγὰς νοητὰς εἰς τὴν ψυχήν, καὶ «οἱ μώλωπές σας προσώζεσαν, καὶ ἐσάπησαν ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης σας» κατὰ τὸν Δαυΐδ, τρέχετε εἰς τοῦτο τὸ θαυμαστὸν ἰατρικόν, διὰ νὰ ἰατρευθῆτε· καὶ ὅσοι κακῶς ἐξομολογεῖσθε ἕως τώρα, ἐπιμεληθῆτε δι’ ἀγάπην Θεοῦ καὶ τῆς ψυχῆς σας, νὰ ἐξομολογῆσθε ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὀρθῶς, καὶ καθὼς πρέπει.
Ἀπολαμβάνοντες δὲ τὴν ὠφέλειαν ταύτην, σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, νὰ κάμετε καὶ μικρὰν δέησιν πρὸς τὸν Θεόν, διὰ τὴν ψυχὴν ἐκείνων, ὁποῦ ἐκοπίασαν εἰς τοῦτο, καὶ συνήργησαν, καὶ μάλιστα διὰ τὴν ψυχὴν ἐκείνου, ὁποῦ ἐξέδωκεν εἰς τύπον τὴν συμβουλὴν ταύτην, ὑπὲρ τῆς κοινῆς ὠφελείας σας. Ἔῤῥωσθε.
ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΑΙ ΓΛΑΦΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ. Πῶς πρέπει νὰ προετοιμάζεται κάθε ἕνας ὅταν ἔχῃ νὰ ἐξομολογηθῇ. Τί εἶναι ἡ μετάνοια Ἀδελφέ μου ἁμαρτωλέ, ταύτην τὴν προετοιμασίαν πρέπει νὰ κάμῃς, ὅταν ἔχῃς νὰ μετανοήσῃς, καὶ νὰ ἐξομολογηθῇς. Ἤξευρε πρῶτον, ὅτι ἡ μετάνοια, κατὰ τὸν θεῖον Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν, εἶναι μία ἐπαναστροφὴ ἀπὸ τοῦ διαβόλου πρὸς τὸν Θεόν, ἡ ὁποία γίνεται μὲ πόνον καὶ ἄσκησιν. Λοιπὸν καὶ σύ, ἀγαπητέ μου, ἐὰν θέλῃς νὰ μετανοήσῃς, καθὼς πρέπει, χρεωστεῖς νὰ ἀφήσῃς τὸν διάβολον, καὶ τὰ ἔργα τὰ διαβολικά, καὶ νὰ ἐπαναγυρίσῃς πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὴν κατὰ Θεὸν πολιτείαν· νὰ ἀφήσῃς τὴν ἁμαρτίαν, ὁποῦ εἶναι παρὰ φύσιν, καὶ νὰ ἐπαναγυρίσῃς εἰς τὴν ἀρετήν, ὁποῦ εἶναι κατὰ φύσιν· νὰ μισήσῃς τὴν κακίαν τόσον πολλά, ὥστε νὰ λέγῃς καὶ σὺ μὲ τὸν Δαυΐδ· «Ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην» καὶ ἐξ ἐναντίας νὰ ἀγαπήσῃς τὸ καλόν, καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου τόσον πολλά, ὥστε νὰ λέγῃς μὲ τὸν ἴδιον· «Τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα»· καὶ πάλιν· «Διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ χρυσίον καὶ τοπάζιον». Ἐν συντομίᾳ, σὲ συμβουλεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ τοῦ σοφοῦ Σειράχ, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς μετάνοια, οὕτω λέγον· «Ἐπίστρεφε ἐπὶ Κύριον, καὶ ἀπόλειπε ἁμαρτίας. ... ἐπάναγε ἐπὶ ὕψιστον καὶ ἀπόστρεφε ἀπὸ ἀδικίας, καὶ σφόδρα μίσησον βδέλυγμα».
Ποία δὲ εἶναι ἡ ἀληθὴς μετάνοια, καὶ οἱ καρποὶ αὐτῆς, ὅρα εἰς τὸν ἐν τῷ τέλει Λόγον.
Πόσα τὰ μέρη τῆς Μετανοίας. Ἤξευρε δεύτερον, ὅτι τὰ μέρη τῆς μετανοίας εἶναι τρία· Συντριβή, Ἐξομολόγησις, καὶ Ἱκανοποίησις.
Τί εἶναι ἡ Συντριβή. Καὶ ἡ μὲν Συντριβὴ εἶναι μία θλίψις, καὶ ἕνας πόνος ἐντελὴς τῆς καρδίας, ὁ ὁποῖος γίνεται, διατὶ μὲ τὰς ἁμαρτίας του ὁ ἄνθρωπος ἐλύπησε τὸν Θεόν, καὶ παρέβη τὸν θεῖον Νόμον του· αὕτη δὲ εἶναι τῶν τελείων καὶ υἱῶν, διατὶ προέρχεται ἀπὸ μόνην τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ· καθὼς δηλαδὴ μετανοεῖ ἕνας υἱός, μόνον διατί ἐλύπησε τὸν πατέρα του, καὶ ὄχι διατὶ ἔχει νὰ ὑστερηθῇ τὴν πατρικὴν κληρονομίαν, ἢ νὰ διωχθῇ ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ πατρός του. Διὰ τοῦτο λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος· «Στέναξον ὅταν ἁμάρτῃς, μὴ ὅτι κολάζεσθαι μέλλῃς (τοῦτο γὰρ οὐδέν)· ἀλλ’ ὅτι προσέκρουσάς σου τῷ Δεσπότῃ, τῷ οὕτως ἡμέρῳ, τῷ οὕτως σε φιλοῦντι, καὶ ἐκκρεμαμένῳ τῆς σωτηρίας τῆς σῆς, ὡς καὶ τὸν υἱὸν ἐπιδοῦντι ὑπὲρ σοῦ· διὰ ταῦτα στέναξον».
Τί εἶναι ἡ Ἐπιτριβή. Κοντὰ δὲ εἰς τὴν συντριβὴν εἶναι καὶ ἡ Ἐπιτριβή, ἡ ὁποία εἶναι καὶ αὐτὴ μία θλίψις, καὶ ἕνας πόνος τῆς καρδίας ἀτελής, ὁ ὁποῖος γίνεται, ὄχι διατὶ μὲ τὰς ἁμαρτίας του ὁ ἄνθρωπος ἐλύπησε τὸν Θεόν, ἀλλὰ διατὶ ἐστερήθη τὴν θείαν Χάριν, ἔχασε τὸν Παράδεισον, καὶ ἐκέρδησε τὴν κόλασιν. Αὕτη δὲ εἶναι τῶν ἀτελῶν, ἤτοι τῶν μισθωτῶν, καὶ τῶν δούλων· διατὶ προέρχεται ὄχι ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν φόβον, καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ ἑαυτοῦ των· καθὼς δηλαδὴ μετανοεῖ ἕνας μισθωτός, διατὶ ἔχασε τὸν μισθόν του, καὶ ἕνας δοῦλος, διατὶ φοβεῖται τὰ παιδευτήρια τοῦ αὐθέντου του.
Λοιπὸν καὶ σύ, ἀδελφέ μου ἁμαρτωλέ, ἐὰν θέλῃς νὰ ἀποκτήσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου τὴν συντριβὴν ταύτην, καὶ τὴν ἐπιτριβήν, καὶ διὰ μέσου αὐτῶν νὰ γένῃ ἡ ἐξομολόγησίς σου εὐάρεστος εἰς τὸν Θεόν, ταῦτα πρέπει νὰ κάμῃς.
Ὅτι ἡ ἐξομολόγησις πρέπει νὰ γίνεται εἰς τοὺς ἐμπειροτέρους Πνευματικούς. Πρῶτον ἐρεύνησον καὶ μάθε, ποῖος εἶναι ὁ πλέον ἔμπειρος Πνευματικὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους· διατὶ λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, καθὼς τὰ πάθη καὶ τὰς πληγὰς τοῦ σώματος, δὲν τὰς δείχνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸν καθ’ ἕνα, ἀλλὰ εἰς τοὺς ἐμπείρους ἰατρούς, ὁποῦ ἠξεύρουν νὰ τὰς ἰατρεύσουν· ἔτζι καὶ τὰ ἁμαρτήματα πρέπει νὰ φανερώνωνται, ὄχι εἰς τὸν τυχόντα, ἀλλὰ εἰς ἐκείνους, ὁποῦ δύνανται νὰ τὰ θεραπεύσουν. «Ἡ ἐξαγόρευσις τῶν ἁμαρτημάτων, τοῦτον ἔχει τὸν λόγον, ὃν ἔχει ἡ ἐπίδειξις τῶν σωματικῶν παθῶν. Ὡς οὖν τὰ πάθη τοῦ σώματος οὐ πᾶσιν ἀποκαλύπτουσιν ἄνθρωποι, οὔτε τοῖς τυχοῦσιν, ἀλλὰ τοῖς ἐμπείροις τῆς τούτων θεραπείας οὕτω καὶ ἡ ἐξαγόρευσις τῶν ἁμαρτημάτων γίνεσθαι ὀφείλει ἐπὶ τῶν δυναμένων θεραπεύειν, κατὰ τὸ γεγραμμένων. Ὑμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζετε· τουτέστιν αἴρετε διὰ τῆς ἐπιμελείας».
Πῶς νὰ ἐρευνᾷ τινὰς τὴν συνείδησίν του. Δεύτερον, καθὼς κάθεσαι καὶ λογαριάζεις πόσην ζημίαν ἔκαμαν τὰ ἄσπρα σου, ὕστερα ἀπὸ πολλὰς ἡμέρας, εἰς τὴν πραγματείαν, ὁποῦ εἶχες· τοιουτοτρόπως περιμαζώξου, ἀδελφέ μου, εἰς ἕνα μέρος, καὶ πρὸ τοῦ νὰ ὑπάγῃς εἰς τοιοῦτον Πνευματικόν, δύω, ἢ τρεῖς ἑβδομάδας, μάλιστα εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν τεσσάρων νηστειῶν τοῦ χρόνου, κάθισαι μὲ ἡσυχίαν πολλήν, καὶ κλίνωντας τὴν κεφαλήν, κάμνεν ἔρευναν εἰς τὴν συνείδησίν σου, τὴν ὁποίαν Φίλων ὁ Ἰουδαῖος ὀνομάζει «Κριτήριον συνειδήσεως,» καὶ γίνου «ὄχι προστάτης, ἀλλὰ κριτὴς τῶν ἁμαρτιῶν σου» κατὰ τὸν Ἱερὸν Αὐγουστῖνον. Λογαρίασαι καὶ σύ, ὡσὰν ὁ Ἐζεκίας, ὅλον τὸν χρόνον τῆς ζωῆς σου μὲ θλίψιν καὶ πικρότητα τῆς ψυχῆς σου· «Ἀναλογίσομαι πάντα τὰ ἔτη μου ἐν τῇ πικρότητι τῆς ψυχῆς μου». Ἢ κἂν λογορίασαι, ἀφ’ οὗ ἐξωμολογήθης, πόσας ἁμαρτίας ἔκαμες μὲ ἔργον, μὲ λόγον, καὶ μὲ συγκατάθεσιν λογισμῶν· μέτρησαι τοὺς μῆνας· ἀπὸ τοὺς μῆνας πέρασαι εἰς τὰς ἑβδομάδας καὶ ἀπὸ τὰς ἑβδομάδας εἰς τὰς ἡμέρας. Ἐνθυμήσου τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἥμαρτες, καὶ τοὺς τόπους ἐκεῖ ὁποῦ ἥμαρτες, καὶ συλλογίσου μὲ ἐπιμέλειαν, διὰ νὰ εὕρῃς τὴν κάθε σου ἁμαρτίαν.
Ἔτζι σὲ συμβουλεύει ὁ σοφὸς Σειρὰχ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, λέγων· «Πρὸ κρίσεως ἐξέταζε σεαυτόν»· καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ἀπὸ τὸ ἄλλο, εἰπών· «Ἐρεύνα σαυτὸν πλεῖον, ἢ τὰ τῶν πέλας· Κρεῖσσον λογισμὸς πράξεων, ἢ χρημάτων· τὰ μὲν γάρ ἐστι τῆς φθορᾶς, τὰ δ’ ἵσταται».
Καὶ καθὼς οἱ κυνηγοὶ δὲν εὐχαριστοῦνται μόνον εἰς τὸ νὰ εὕρουν τὸ θηρίον μέσα εἰς τὸν λόγκον, ἀλλὰ σπουδάζουν ὅλως διόλου καὶ διὰ νὰ τὸ θανατώσουν· τοιουτοτρόπως καὶ σύ, ἀδελφέ μου ἁμαρτωλέ, μὴ εὐχαριστηθῇς μόνον εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃς τὴν συνείδησίν σου, καὶ νὰ εὕρῃς τὰς ἁμαρτίας σου· διατὶ τοῦτο μοναχὸν ὀλίγον θέλει σὲ ὠφελήσει· ἀλλ’ ἀγωνίζου ὅλως διόλου διὰ νὰ θανατώσῃς τὰς ἁμαρτίας σου μὲ τὸν πόνον τῆς καρδίας σου, ἤγουν μὲ τὴν συντριβήν, καὶ μὲ τὴν ἐπιτριβήν.
Καὶ διὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν συντριβήν, στοχάζου τὴν μεγάλην βλάβην, ὁποῦ ἐπροξένησαν αἱ ἁμαρτίαι σου εἰς τὸν Θεόν. Διὰ νὰ ἀποκτήσῃς δὲ καὶ τὴν ἐπιτριβήν, στοχάζου τὴν μεγάλην βλάβην, ὁποῦ ἐπροξένησαν αἱ ἁμαρτίαι σου εἰς τὸν ἑαυτόν σου.
Ὅτι τρεῖς βλάβας προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν Θεόν. Αʹ. βλάβη. Καὶ λοιπὸν ἀρχινῶντας ἀπὸ τὸ πρῶτον, στοχάζου τὴν βλάβην, ὁποῦ ἐπροξένησαν αἱ ἁμαρτίαι σου εἰς τὸν Θεόν· Αʹ. διατί ἐσὺ μὲ τὰς ἁμαρτίας σου ὕβρισες καὶ ἀτίμασες τὸν ὕψιστον ἐκεῖνον καὶ μέγαν Θεόν· ἐσὺ ὁ σκώληξ, ἕνα παντοδύναμον· ἐσὺ ὁ πηλός, ἕνα δημιουργὸν τοῦ παντός· ἐσὺ τὸ οὐδέν, ἕνα ἄπειρον ὄν· ἐπειδὴ καὶ παρέβης τὸν νόμον του· «Διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις».
Βʹ. βλάβη. Βʹ. Διατὶ ἐσὺ μὲ τὰς ἁμαρτίας σου ἐφάνης ἀχάριστος δοῦλος καὶ υἱός, εἰς τέτοιον πανάγαθον Δεσπότην καὶ φιλοστοργότατόν σου Πατέρα, ὁ ὁποῖος σὲ ἠγάπησεν ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὄχι διὰ κἀμμίαν ἀξιότητα ἰδικήν σου, ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἐδικήν του ἀγαθότητα, καὶ ἀπεφάσισεν εἰς τὴν θεαρχικήν του ἰδέαν διὰ νὰ σὲ δημιουργήσῃ, ἐκεῖ ὁποῦ ἐδύνατο νὰ δημιουργήσῃ ἄλλους ἀντὶ ἐσένα. Διατὶ ἐφάνῃς ἀχάριστος εἰς τέτοιον Θεόν, ὅστις σοῦ ἐχάρισε τὸ εἶναι, σὲ ἔπλασε κατ’ εἰκόνα του καὶ ὁμοίωσιν, σοῦ ἔδωκεν ἕνα σῶμα μὲ ὅλας τὰς αἰσθήσεις, καὶ μίαν ψυχὴν μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις, σὲ ἔκαμε βασιλέα ὅλων τῶν ἐπιγείων κτισμάτων, σὲ ἐπρομήθευσεν ἕως τώρα ἀπὸ ζωοτροφίαν, ἀπὸ ἐνδυμασίαν, ἀπὸ κατοικίαν, ἐπρόσταξεν ὅλα τὰ αἰσθητὰ κτίσματά σου διὰ νὰ σὲ δουλεύουν, σὲ ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τόσους κινδύνους, ἀπὸ τόσας ἀσθενείας ἀπὸ τόσην πτωχείαν, ὁποῦ ἄλλοι πάσχουσι· σοῦ ἔδωκεν ἕνα Ἄγγελον, διὰ νὰ στέκεται πάντοτε κοντά σου νὰ σὲ φυλάττῃ.
Διατὶ ἐφάνης ἀχάριστος εἰς τέτοιον εὐεργέτην σου, ὁ ὁποῖος οἰκονόμησε νὰ γεννηθῇς ἀπὸ γονεῖς Χριστιανούς· σὲ ἐδέχθη τόσαις φοραῖς εἰς τὰ Μυστήριά του· σὲ ἔκαμεν υἱόν του διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος· σὲ ἐλύτρωσεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ δαίμονος· ἔγεινεν ἄνθρωπος διὰ λόγου σου· ἔχυσε τὸ αἷμά του ἕως τὴν ὑστέρην σταλαγματίαν, διὰ νὰ σὲ κάμῃ κληρονόμον τῆς βασιλείας του· σὲ ἐπρόσμεινε τόσαις φοραῖς, διὰ νὰ μετανοήσῃς ἀφ’ οὗ ἥμαρτες, καταδικάσας ἄλλους πολλοὺς διὰ μικροτέρας ἁμαρτίας ἀπὸ τὰς ἐδικάς σου· σὲ ἀκολουθεῖ, ἐκεῖ ὁποῦ τὸν φεύγεις· σοῦ κρούει τὴν καρδίαν, ἐκεῖ ὁποῦ ἐσὺ δὲν τὸν θέλεις· σοῦ ὁμιλεῖ, σὲ ἀγαπᾷ, σὲ παρακαλεῖ, διατὶ θέλει τὴν σωτηρίαν σου.
Ἐν συντομίᾳ, διατὶ ἐσὺ ἐφάνης ἀχάριστος εἰς τέτοιον Δεσπότην, ὁ ὁποῖος σοῦ ἐχάρισε τόσας εὐεργεσίας, τῆς φύσεως, τῆς χάριτος, κοινάς, μερικάς, κρυφάς, φανεράς, καὶ τὸ φοβερώτερον ἀπὸ ὅλα, ὅτι εἰς τὸν ἴδιον καιρόν, ὁποῦ ἐλάμβανες ὅλας ἐτούτας τὰς χάριτας, ἐσὺ τὸ ἀχάριστον κτίσμα ἔμπροσθεν εἰς τὰ ὀμμάτιά του, ἐτόλμας καὶ τοῦ ἔδιδες δι’ ἀνταμοιβὴν τὰς κακίας σου.
Ἂχ ἀδελφέ μου ἁμαρτωλέ! καὶ ἂν ἕνας ἄνθρωπος ὅμοιός σου ἤθελε σοῦ κάμει μίαν μοναχὴν χάριν ἀπὸ αὐτὰς ὅλας, δὲν ἤθελες ἠξεύρῃ τί νὰ γένῃς διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃς· καὶ εἰς καιρὸν ὁποῦ, ὄχι ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἕνας ὕψιστος Θεός, ὁ ποιητὴς ὅλων τῶν Ἀγγέλων, σοῦ ἔκαμε τόσας καὶ τόσας χάριτας, σὺ ἐξ ἐναντίας νὰ φαίνεσαι εἰς αὐτὸν τόσον ἀχάριστος; Θαύμαζε, ἀδελφέ, θαύμαζε, πῶς σὲ ἐβάστασεν ἡ γῆ, καὶ δὲν ἐσχίσθη νὰ σὲ καταπίῃ ζωντανόν. Θαύμαζε, πῶς ὁ Οὐρανὸς δὲν ἔῤῥιψεν ἀστροπελέκια διὰ νὰ σὲ κατακαύσῃ· πῶς ὁ ἀέρας, ὁποῦ ἐμόλυνες μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, δὲν ἐφύσησε φαρμακερὰς φυσηματίας διὰ νὰ σὲ φαρμακώσῃ, καὶ πῶς ὅλα τὰ στοιχεῖα δὲν ἐσηκώθησαν κατ’ ἐπάνω σου, ὡσὰν θηρία, διὰ νὰ σὲ καταπίουν ζωντανόν, μὴ ὑποφέροντα νὰ βλέπουν ἐσένα τὸν ἀποστάτην καὶ ἐπίβουλον, νὰ ἀποδίδῃς μὲ τὰς ἁμαρτίας σου τόσην ἀχαριστίαν, πρὸς τὸν κτίστην τους, καὶ τοιοῦτον ἀκρότατον εὐεργέτην σου· «Γενεὰ σκολιὰ καὶ διεστραμμένη, ταῦτα Κυρίῳ ἀνταποδίδοτε;».
Γʹ. βλάβη. Γʹ. Ἔβλαψες τὸν Θεόν, διατί μὲ τὰς ἁμαρτίας σου ἔκαμες μίαν ἀνήκουστον ἀδικίαν καὶ καταφρόνησιν, ἐναντίον εἰς τὴν λύτρωσιν, ὁποῦ σοῦ ἔκαμεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ τὸν ἔβαλες εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ δευτέραν φοράν, κατεπάτησες τὴν ἀγάπην του, ἐβεβήλωσες τὸ πανάγιον Αἷμά του, ὕβρισες τὴν χάριν τοῦ Πνεύματός του, τοῦ ἄνοιξες τὰς πληγάς, τοῦ ἀνακαινούργωσες τὰ ἐμπτύσματα, τὰ ῥαπίσματα, τὸν ἀκάνθινον στέφανον, τὰς μαστιγώσεις, τὰ καρφία, τὴν λόγχην καὶ ὅλα τὰ πάθη καὶ τοὺς ὀνειδισμούς, διατὶ ἔπραξες τὴν ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία ἐστάθη ἡ αἰτία τῆς Σταυρώσεώς του· «Ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας» λέγει ὁ θεῖος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ἑβρ. Κεφ. ϛʹ. 16.
Ἄχ, ἀδελφέ μου, καὶ ἂν στοχασθῇς, καθὼς πρέπει, τὰ τρία ταῦτα κοντάρια, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπλήγωσες τὸν Θεὸν ἁμαρτάνωντας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλεις βρυχησθῇ, καὶ μουγγρίσεις ὡσὰν λεοντάρι ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς· «Ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου»· ὅτε θέλει μισήσεις καὶ συγχαθῇς τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ὅτι θέλει συντρίψεις εἰς χίλια κομμάτια τὴν καρδίαν σου, ἂν καὶ ἦτον ἡ πλέον σκληρὰ καὶ πετρίνη, καὶ θέλει τὴν κάμῃς νὰ χύσῃ αἱματωμένα δάκρυα.
Ὅθεν, ὅσον τὸ δυνατόν σοι, ἐπίμενε εἰς τὸν στοχασμὸν αὐτῶν τῶν τριῶν, διὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ἁγίαν συντριβήν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ εὐγενέστερον, καὶ ἀξιολογώτερον μέρος τῆς μετανοίας, λυπούμενος ὄχι τόσον δι’ ἄλλο, ὅσον διατὶ ἥμαρτες ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐλύπησες τὸ Ἅγιόν του Πνεῦμα, κατὰ τὸν Ἀπόστολον· «Καὶ μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ».
Καθὼς καὶ ὁ Δαυῒδ δὲν ἐλυπεῖτο διὰ τὰς ἄλλας ζημίας, ὁποῦ τοῦ ἔκαμεν ἡ ἁμαρτία, πάρεξ διατὶ τὸν ἔκαμε νὰ βλάψῃ μόνον τὸν Θεόν, καὶ μὲ ὅλον ὁποῦ ἔβλαψε καὶ τὸν ἑαυτόν του, καὶ ἄλλους. Διὸ καὶ ἔλεγε· «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα».
Ὁμοίως καὶ ὁ Μανασσῆς διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐλυπεῖτο, καὶ ἄνεσιν δὲν ἐλάμβανε ποτὲ ἡ καρδία του. Διὸ καὶ ἔλεγεν. «Οὐκ ἔστι μοι ἄνεσις, διότι παρώργισα τὸν θυμόν σου, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, μὴ ποιήσας τὸ θέλημά σου, καὶ μὴ φυλάξας τὰ προστάγματά σου».
Ὅτι τρεῖς βλάβας προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν ἁμαρτωλόν. Ἔπειτα διὰ νὰ ἀποκτήσῃς καὶ τὴν ἐπιτριβήν, συλλογίσου, ἀδελφέ, καὶ πόσα κακὰ ἐπροξένησαν αἱ ἁμαρτίαι εἰς τοῦ λόγου σου. Αʹ. βλάβη. Αʹ. Πῶς αὐταὶ δὲ σὲ ἔκαμαν νὰ χάσῃς τὰς ὑπερφυσικὰς χάριτας, ὁποῦ σοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεὸς εἰς ταύτην τὴν ζωήν· τὴν χάριν τῆς δικαιώσεως, τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας, τῆς διαμονῆς, καὶ τὰς λοιπὰς ἄλλας, τῶν ὁποίων ἕνας καὶ μόνος βαθμὸς εἶναι τιμιώτερος ἀπὸ ὅλας τὰς εὐγενείας, ἀπὸ ὅλας τὰς σοφίας, ἀπὸ ὅλας τὰς ὡραιότητας, καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς δυνάμεις· ἐν συντομίᾳ, ἀπὸ ὅλα ὁμοῦ τὰ χαρίσματα τῆς φύσεως, καὶ τὰ πλέον πολύτιμα καλὰ τοῦ κόσμου ὡς λέγει ὁ Σολομών· «Ὁ πᾶς χρυσὸς ἐν ὄψει αὐτῆς ψάμμος ὀλίγη».
Βʹ. βλάβη. Βʹ. Συλλογίσου πῶς αὐταὶ σὲ ἔκαμαν νὰ χάσῃς ὅλην τὴν αἰώνιον μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, τὴν τοῦ Θεοῦ ἀπόλαυσιν καὶ θεωρίαν τῆς γλυκυτάτης Θεοτόκου, τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ Μητρὸς ὅλων τῶν Χριστιανῶν, τὴν τῶν Ἀγγέλων ἕνωσιν, τὴν τῶν Ἁγίων συντροφίαν, τὴν ἀνεκλάλητον χαράν, τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν παντοτεινὴν ἀνάπαυσιν, τὸ αἰώνιον φῶς, καὶ ἁπλῶς ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὔτε ὀφθαλμὸς εἶδεν, οὔτε αὐτὶ ἤκουσεν, οὔτε νοῦς ἀνθρώπου ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ· καὶ σὲ ἐκατάστησαν νὰ ἀλλάξῃς ὅλα ταῦτα μὲ μίαν ὀλίγην, μὲ μίαν πικρὰν καὶ συγχαμερὰν ἡδονήν· καὶ νὰ τὰ ἐξουθενήσῃς ὅλα ὡς ἕνα οὐδέν, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι οἱ σκολιοὶ Ἰουδαῖοι, ἐξουθένησαν τὴν ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου Ἱερουσαλήμ· «Καὶ ἐξουδένωσαν γῆν ἐπιθυμητήν».
Γʹ. βλάβη. Γʹ. Συλλογίσου πῶς αἱ ἁμαρτίαι αὐταὶ σοῦ ἐπροξένησαν τὴν αἰώνιον κόλασιν, τὸ ἄσβεστον ἐκεῖνο πῦρ, τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων, τὸν σκώληκα τὸν ἀκοίμητον, τὸν βασανισμὸν ὅλων τῶν αἰσθήσεων τοῦ σώματος, καὶ ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς σου, ἡ ὁποία θέλει ἔχει παντοτεινὰ ἐκεῖνο ὁποῦ μισεῖ, καὶ δὲν θέλει ἔχει ποτὲ ἐκεῖνο ὁποῦ ἐπιθυμεῖ.
Ἐκεῖ δὲν θέλεις ἀπολαύσει ποτὲ κἀμμίαν ἡδονήν, δὲν θέλεις ἰδεῖ πλέον κἀνένα σου φίλον, δὲν θέλεις ὁμιλήσει πλέον μὲ κἀνένα σου συγγενῆ, δὲν θέλεις λάβει ὕπνον ποτέ, δὲν θέλεις εὕρει κἀμμίαν ἀνάπαυσιν οὐδὲ μίαν μοναχὴν στιγμήν, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς δημίους δαίμονας, ὁποῦ ἔχουν νὰ σὲ βασανίζουν, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, συλλογίσου πῶς αἱ ἁμαρτίαι σὲ ἔκαμαν νὰ κερδίσῃς μίαν αἰωνιότητα τῶν ἀπείρων ἐκείνων βασάνων τῆς κολάσεως, τῆς ὁποίας μία μοναχὴ στιγμή, ὕστερα ἀπὸ τόσας μυριάδας χρόνων, ὅση εἶναι ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, ὅσοι εἶναι οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ, ὅσαι εἶναι ᾑ σταλαγματιὲς τῆς βροχῆς, ὅσα εἶναι τὰ φύλλα τῶν δένδρων, καὶ τὰ ἔντομα τοῦ ἀέρος, δὲν θέλει ἀπεράσει ἡ στιγμὴ ἐκείνη ποτὲ ποτέ. «Καὶ βασανισθήσονται ἐν πυρὶ καὶ θείῳ ... καὶ ὁ καπνὸς τοῦ βασανισμοῦ αὐτῶν ἀναβαίνει εἰς αἰῶνας αἰώνων».
Ταῦτα συλλογιζόμενος κατὰ δεύτερον λόγον ἀγαπητέ, βεβαιότατα θέλει κατανύξεις τὴν καρδίαν σου, καὶ θέλει ἀποκτήσεις τὴν προῤῥηθεῖσαν ἐπιτριβήν, λυπούμενος, ἂν ὄχι διὰ ἄλλο, ἀλλὰ κᾂν διατί μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, ἐσὺ ὁ ἴδιος εἶσαι, ὁποῦ ἔπαθες μίαν ἄπειρον ζημίαν· ζημίαν τῆς ὁποίας ὅλος ὁ κόσμος, δοθεῖς μὲ ὅλα του τὰ βασίλεια, δὲν εἶναι ἀντάξιος νὰ πληρώσῃ οὐδὲ ἕνα πολλοστημόριον.
Ἄχ! καὶ εἶναι ὀλίγη ζημία, εἶναι ὀλίγη λύπη, τὸ νὰ χάσῃς ἄθλιε ἁμαρτωλέ, τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλος γλυκασμός, ὅλος εὐφροσύνη, ὅλος ἐπιθυμία, καὶ ὅλος ἀχόρταστος χορτασμός; ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλος φῶς, καὶ ἀρχὴ τοῦ φωτός, ὅλος ζωή, καὶ ἀρχὴ τῆς ζωῆς, ὅλος σοφία, καὶ ἀρχὴ τῆς σοφίας; Εἶναι ὀλίγη λύπη, νὰ χάσῃς τὸν Θεόν, τοῦ ὁποίου ἡ ὡραιότης ὑπερβαίνει κάθε ὡραιότητα, ἡ σοφία του κάθε σοφίαν, ἡ γλυκύτης του κάθε γλυκύτητα; τοῦ ὁποίου μία μοναχὴ ἀκτῖνα τῆς δόξης, ἂν ἔλαμπεν εἰς τὸν ᾅδην, παρευθὺς ὁ ᾅδης ἤθελε γένει Παράδεισος;
Εἶναι ὀλίγη λύπη νὰ χάσῃς τὸν ἄναρχον Πατέρα, τὸν συνάναρχον Υἱόν, καὶ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, τὸν ἕνα Τρισυπόστατον Θεόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κάθε ὡραῖον ἔχει τὴν ὡραιότητα, κάθε λαμπρὸν τὴν λαμπρότητα, κάθε ζῶον τὴν ζωήν, κάθε νοερὸν τὴν νόησιν, καὶ κάθε ὂν τὴν ὀντότητα;
Εἰς ἕνα λόγον· εἶναι ὀλίγη λύπη, τὸ νὰ χάσῃς, ταλαίπωρε, τὸν Θεόν σου, ὁποῦ εἶναι τὸ ἄκρον ἀγαθόν, ἡ ἀρχή, καὶ τὸ μέσον, καὶ τὸ τέλος τοῦ εἶναί σου; «Γνῶθι καὶ ἴδε (σοῦ φωνάζει αὐτὸς ὁ ἴδιος Θεὸς) γνῶθι καὶ ἴδε, ὅτι πικρόν σοι τὸ καταλιπεῖν σε ἐμέ, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου». Διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ μέγας Βασίλειος, ὅτι, κᾂν καὶ δὲν κολασθῇ τινάς, κᾂν καὶ δὲν βασανισθῇ, ὅμως τὸ νὰ στερηθῇ μοναχὰ τὸν Θεόν, εἶναι πλέον ἀνυπόφορον ἀπὸ ὅλας τὰς μελλούσας κολάσεις· «Θεοῦ γὰρ ἀλλοτρίωσις καὶ ἀποστροφή, καὶ τῶν ἐν γεένῃ προσδοκωμένων κολάσεων ἀφορητότερόν ἐστι καὶ βαρύτερον τῷ παθόντι, ὡς ὀφθαλμῷ φωτὸς στέρησις, κᾂν μὴ ὀδύνη προσῇ, καὶ τῷ ζώῳ τοῦ ζῇν».
Καὶ ἂν ὁ Ἡσαῦ, διατὶ ἔχασε τὰ πρωτοτόκια, καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ πατρός του Ἰσαάκ, ἐλυπήθη τόσον, ὁποῦ ἔδωκε μίαν πολλὰ πικρὰν καὶ φοβερωτάτην φωνήν· «Ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἤκουσεν Ἡσαῦ. ... ἀνεβόησε φωνὴν μεγάλην καὶ πικρὰν σφόδρα»· πῶς ἐσὺ τρισάθλιε, νὰ μὴ φωνάξῃς ἕως τοῦ οὐρανοῦ; πῶς ἐσὺ ταλαίπωρε, νὰ μὴν ἀναστενάξῃς ἀπὸ βαθέων καρδίας, διατὶ ἔχασες τόσας ὑπερφυσικὰς εὐλογίας, καὶ χάριτας τοῦ οὐρανίου Πατρός σου;
Διατὶ ὑστερήθης τὸ γλυκύτατον πρόσωπον τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ θεωρία εἶναι μετὰ Θεὸν μία δευτέρα μακαριότης εἰς τὸν Παράδεισον, καὶ ἔχασες παντοτεινὰ αὐτὴν τὴν εὐσπλαγχνικωτάτην Μητέρα τῶν Χριστιανῶν, τῆς ὁποίας ἐπροσκύνεις τοὺς Ναούς, καὶ τὰς ἱερὰς εἰκόνας, καὶ ἔκραζες εἰς κάθε θλίψιν σου τὸ ὄνομά της, καὶ παρευθὺς σοῦ ὑπήκουε; διατὶ ὑστερήθης τὴν πάντερπνον συναναστροφὴν ὅλων τῶν Ἀγγέλων, καὶ τῶν Ἁγίων, τοὺς ὁποίους ἑώρταζες, καὶ ἤκουες, καὶ ἀνεγίνωσκες καθ’ ἑκάστην τὰ ἱερά των βιβλία; καὶ διατὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἀντὶ διὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθά, ἐκληρονόμησες μίαν ἀπειρίαν κακῶν καὶ βασάνων; ἐν συντομίᾳ, πῶς ἐσὺ νὰ μὴ θρηνήσῃς, ἁμαρτωλέ, διατὶ χάνωντας τὸν Θεόν σου, μὲ αὐτὸν ἔχασες ὅλα ὅλα ὁμοῦ;
Ὢ χαϊμὸς ἄπειρος! ὢ χαϊμὸς ἀμέτρητος! εἶμαι βέβαιος, ἀδελφέ, ὅτι ἂν ἔβλεπες μίαν φορὰν αὐτὸν τὸν μεγάλον χαϊμόν, ὁποῦ ἔλαβες μὲ τὰς ἁμαρτίας σου, ἤθελε φωνάξῃς ὡσὰν τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον, ὁποῦ ἔλεγεν εἰς τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου του, ὅτι τὰ ἔχασεν ὅλα· διατὶ χάνωντας τὸν Θεόν, ἔχασε καὶ κορμί, καὶ ψυχήν, καὶ γῆν, καὶ οὐρανόν, καὶ πρόσκαιρα, καὶ αἰώνια, καὶ ὅλα τὰ πάντα. «Ἀπωλέσαμεν τὰ πάντα· ὑστερήθημεν τοῦ παντός». Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἔβλεπες συμμαζωμένα ἔμπροσθέν σου ὅλα αὐτὰ ὁποῦ ἔχασες, χιλίαις φοραῖς ἤθελε ἀποφασίσῃς νὰ μὴν ἁμαρτήσῃς πλέον, ἀλλὰ νὰ διορθωθῇς, καὶ νὰ ζήσῃς μίαν ἁγίαν ζωήν· καθὼς ἐδιωρθώθη καὶ ἐκεῖνος ὁ νέος, ὁ ὁποῖος χάνωντας πολλάκις εἰς τὸ παιγνίδι τῶν χαρτίων ἄσπρα πολλά, διατὶ δὲν τὰ ἔβλεπεν, εἰς ὅλον τὸ ὕστερον, ἐπειδὴ ἔχασε μίαν ἡμέραν δώδεκα χιλιάδας δουκάτα, καὶ τὰ εἶδεν ἔμπροσθέν του συμμαζωμένα, καὶ βαλμένα ἀπὸ τὸν πατέρα του εἰς εἴκοσι τέσσαρας σακκούλας, ἐτρόμαξεν ὁ δυστυχὴς εἰς τὸν μεγάλον αὐτὸν χαϊμόν, καὶ ἀπὸ τότε ἀπεφάσισε, καὶ δὲν τὰ ἔπαιξε πλέον.
Ὅτι ἡ διὰ τὰ πρόσκαιρα ἀγαθὰ λύπη Ὅτι ἡ διὰ τὰ πρόσκαιρα ἀγαθὰ λύπη εἶναι ἀνωφελής. Ἤξευρε δὲ καὶ τοῦτο, ἀδελφέ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυπῆσαι, ἂν διὰ τὰς ἁμαρτίας σου χάσῃς κἀνένα φυσικὸν καὶ πρόσκαιρον ἀγαθόν, ἢ τὰ τέκνα σου, ἢ τὴν γυναῖκά σου, κᾂν αὐτὴν ὅλην τὴν βασιλείαν τοῦ κόσμου, κᾂν αὐτὴν τὴν ἰδίαν ζωήν σου· διατὶ ἡ λύπη αὕτη δὲν σοῦ λογίζεται εἰς μετάνοιαν, ἀλλὰ εἶναι ματαία καὶ ἀνωφελής, καὶ εἰς τὸν Θεὸν ἀπρόσδεκτος.
Ἐλυπήθη καὶ ὁ Σαούλ, ὅταν ἤκουσεν ἀπὸ τὸν Σαμουήλ, ὅτι ἔχει νὰ χάσῃ τὸ βασίλειον, καὶ τὴν ἰδίαν ζωήν, τόσον ὁποῦ ἀπὸ τὸν φόβον του ἔπεσε κατὰ γῆς· «Καὶ ἔσπευσε Σαούλ, καὶ ἔπεσεν ἑστηκὼς ἐπὶ τὴν γῆν»· ἀλλ’ εἰς μάτην. Ἦλθε καὶ ὁ Ἀντίοχος εἰς ἐπίγνωσιν τῶν κακῶν ὁποῦ ἔκαμεν, ὅταν εἶδε πῶς χάνει ἐνταυτῷ καὶ ζωὴν καὶ βασιλείαν, μὲ τὸν ὀδυνηρὸν ἐκεῖνον θάνατον· ἀλλ’ εἰς μάτην· διὸ καὶ ἐπιφέρει ἡ Γραφή· «Ηὔχετο γὰρ ὁ μικρὸς πρὸς τὸν οὐκέτι ἐλεήσοντα αὐτὸν δεσπότην». Ἀφίνω νὰ λέγω ὅτι ἡ διὰ κοσμικὰ καὶ πρόσκαιρα ἀγαθὰ γενομένη λύπη, ὄχι μόνον εἶναι ἀνωφελὴς εἰς τὸν ἁμαρτωλόν, ἀλλὰ τοῦ προξενεῖ καὶ θάνατον, ὡς λέγει ὁ Παῦλος. «Ἡ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται».
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.