Δʹ. Ἐὰν θέλῃς, ἀδελφὲ νὰ μὴ ἁμαρτήσῃς, ἐνθυμήσου ὅλο ἐκεῖνα τὰ αἰώνια, καὶ ἀνεκλάλητα ἀγαθά, ὁποῦ σοῦ ἔχῃ ὁ Θεὸς ἑτοιμασμένα εἰς τοὺς οὐρανούς, διὰ νὰ τὰ ἀπολαύσῃς μετὰ θάνατον. Ἐντύπωσε καλὰ εἰς τὴν φαντασίαν σου τὴν τρυφὴν ἐκείνην τὴν γλυκυτάτην τοῦ Παραδείσου, τὴν ἄρρητον δόξαν τοῦ οὐρανοῦ, τὴν παντοτεινὴν χαράν, τὸ ἀνέσπερον καὶ ἀβασίλευτον φῶς, τὴν μακαρίαν θεωρίαν, καὶ γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, ἥτις εἶναι τὸ ἄκρον ἀντικείμενον, καὶ ἡ κυρίως ἀπόλαυσις ὅλων τῶν Μακαρίων. Ἐνθυμήσου τὴν ἀχώριστον συναναστροφήν, ὁποῦ θέλεις ἔχει μὲ ὅλους τοὺς Ἀγγέλους εἰς αἰῶνας, αἰώνων· τὸν γνωρισμὸν καὶ τὴν συνομιλίαν, ὁποῦ μέλλεις νὰ ἀπολαμβάνῃς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, μὲ τοὺς Προπάτορας, μὲ τοὺς Προφήτας, μὲ τοὺς Ἀποστόλους, μὲ τοὺς Μάρτυρας, μὲ τοὺς Ἱεράρχας, μὲ τοὺς Ὁσίους, καὶ μὲ ὅλους ἁπλῶς τοὺς Δικαίους, καὶ Ἁγίους· Συλλογίσου, ὅτι ἐκεῖ ἡ χαρὰ εἶναι μοναχὴ χαρά, χωρὶς λύπην· ἐκεῖ ἡ ζωή, εἶναι μοναχὴ ζωή, χωρὶς θάνατον· ἐκεῖ τὸ φῶς εἶναι χωρὶς σκότος, ἡ ὑγεία χωρὶς ἀσθένειαν, ἡ εἰρήνη χωρὶς ταραχήν, καὶ ἁπλῶς ἐκεῖ εἶναι ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ μόνον ἀγαθά, χωρὶς κἀνένα κακόν. Καὶ ποῦ ἠμπορῶ ἐγώ, ἀδελφέ, νὰ σοῦ παραστήσω διὰ λόγου ἕνα πρὸς ἕνα, τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου, ὁποῦ ἔχεις νὰ ἀπολαύσῃς; ἐκεῖνα εἶναι, ὄχι μόνον ἀνεκδιήγητα, ἀλλὰ καὶ ἀκατάληπτα εἰς τὸν νοῦν.