Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες ΛΒ΄-ΛΘ΄: Αφορισμοί, επαρχιακή δικαιοδοσία και πρεσβεία τιμής

Εξέταση των κανόνων περί του κύρους των αφορισμών, της υποδοχής ξένων κληρικών, των ορίων δικαιοδοσίας των επισκόπων, της συνοδικότητας και της πρωτοκαθεδρίας του μητροπολίτη.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 5 από 9

ΚΑΝΩΝ ΛΒʹ. «Εἴ τις Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ὑπὸ Ἐπισκόπου γένηται ἐν ἀφορισμῷ, τοῦτον μὴ ἐξεῖναι παρ’ ἑτέρου δεχθῆναι, ἀλλ’ ἢ παρὰ τοῦ ἀφορίσαντος αὐτόν· εἰ μὴ ἂν κατὰ συγκυρίαν τελευτήσῃ ὁ ἀφορίσας αὐτὸν Ἐπίσκοπος.»

Ἑρμηνεία. Καὶ εἰς τὸν ιβʹ. καὶ ιγʹ. Κανόνα τους εἶπον οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ὅτι οἱ ἄδεκτοι καὶ ἀφωρισμένοι ὄντες Κληρικοί, ἀπὸ τοὺς ἰδικούς των Ἐπισκόπους, δὲν πρέπει νὰ δέχωνται ἀπὸ ἄλλους Ἐπισκόπους. Καὶ εἰς τοῦτον δὲ παρομοίως, αὐτὸ τὸ ἴδιον διορίζουσι μὲ κἄποιαν προσθήκην, λέγοντες·

Ὅποιος Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἤθελεν ἀφορισθῇ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπόν του, αὐτός, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ δεχθῇ, καὶ νὰ λυθῇ ἀπὸ τὸν ἀφορισμόν, ὄχι μόνον ἀπὸ ἄλλης ἐπαρχίας Ἐπίσκοπον, ἀλλ’ οὐδὲ ἀπὸ ἄλλον ὄντα ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας καὶ Μητροπόλεως, ἀλλὰ μόνον νὰ δέχηται καὶ νὰ λύηται τοῦ ἀφορισμοῦ, ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ἴδιον Ἐπίσκοπον ὁποῦ τὸν ἀφώρισεν· ἔξω μόνον, ἂν κατὰ τύχην ἀποθάνῃ ὁ ἀφορίσας Ἐπίσκοπος, ἢ Μητροπολίτης, ἢ Πατριάρχης, πρὸ τοῦ νὰ λάβῃ τὴν συγχώρησιν ὁ Πρεσβύτερος, ἢ ὁ Διάκονος. Δι’ ὅτι τότε ἠμπορεῖ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, ἢ Μητροπολίτης, ἢ Πατριάρχης ὁ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀφορίσαντος χρηματίσας διάδοχος, νὰ τοὺς λύῃ ἀπὸ τὸν δεσμόν, καὶ ὄχι ἄλλος. Δύω δὲ πράγματα πρέπει νὰ σημειώσῃ τινὰς εἰς τὸν παρόντα Ἀποστολικὸν Κανόνα· ἕνα μέν, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀφορισθῶσιν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον, εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, πρέπει νὰ στέκουν ἔτσι ἀφωρισμένοι, καὶ νὰ μὴ τολμήσουν νὰ καταφρονοῦν τὸν ἀφορισμόν, ἕως νὰ γένῃ περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις, κατὰ τὸν ιδʹ. τῆς Σαρδικῆς, καὶ τὸν λζʹ. τῆς Καρθαγ. ἔξω μόνον ἀνίσως ἤθελαν καταδικασθοῦν πρὸ τοῦ νὰ κριθοῦν, καὶ νὰ προσκαλεσθοῦν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον. Καὶ ἄλλο δέ, ὅτι, κατὰ μὲν τὸν ρκαʹ. τῆς Καρθαγ.

ἀνίσως ὁ Ἐπίσκοπος ἤθελεν ἀφορίσῃ τινά, διὰ τί ἐξομολογηθεὶς πρότερον τὸ ἁμάρτημά του εἰς αὐτόν, ὕστερον τὸ ἀρνήθη, πρέπει καὶ οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι νὰ μὴ συγκοινωνοῦν μὲ τὸν ἀφορίσαντα, ἐν ὅσῳ καιρῷ καὶ αὐτὸς δὲν συγκοινωνεῖ μὲ τὸν ἐπὶ τοιαύτῃ αἰτίᾳ ἀφορισμένον ὑπ’ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο νὰ γίνηται, διὰ νὰ φυλάττηται ὁ Ἐπίσκοπος νὰ μὴ κατηγορῇ κᾀνένα, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀποδείξῃ τὴν κατηγορίαν. Κατὰ δὲ τὸ νομικὸν τοῦ Φωτίου τίτλ. καὶ κεφ. θʹ. καὶ τὸν σχολιαστὴν Βαλσαμῶνα, ἀνίσως Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἤθελεν ἀφορίσῃ τινὰ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν (εἴτε τὴν τῶν μυστηρίων, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα καὶ Βλάσταριν, εἴτε καὶ τὴν μετὰ τῶν πιστῶν σύστασιν, καὶ προσευχὴν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ) χωρὶς καμμίαν κανονικὴν καὶ εὔλογον αἰτίαν, ὁ μὲν ἀφορισμὸς αὐτὸς νὰ λύηται ἀπὸ τὸν μεγαλήτερον ἱερέα· ὁ δὲ ἀφορίσας Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, νὰ ἀφορίζηται ἀπὸ τὸν ἀνώτερόν του, ὅσον καιρὸν ἐκεῖνος καταλαμβάνει ὅτι εἶναι ἀρκετός. Τοῦτο δὲ νὰ γίνηται διὰ νὰ παθαίνῃ δικαίως ἐκεῖνο τὸ ἴδιον ὁποῦ εἰς τὸν ἄλλον ἀδίκως ἐνήργησεν. Ὅθεν τόσον ἐν τῷ αʹ. τόμῳ τῶν Πρακτικῶν τῶν συνόδων σελ. 11. γράφεται ὅτι καὶ ζῶντος ἀκόμη τοῦ ἀφορίσαντος, ὁ ἀφορισμὸς λύεται ἀπὸ τὴν σύνοδον, ἐὰν δικαίως δὲν γένη· ὅσον καὶ ὁ ζʹ.

τοῦ Νικολάου λέγει, ὅτι ὁ ἄλογος δεσμός, τὸν ὁποῖον ἤθελε κάμῃ ἡγούμενος τελευτῶν, εἰς ἄλλον, διὰ νὰ μένῃ ἐν τῇ ἡγουμενείᾳ, ἀναχωρήσαντα δὲ ἔπειτα, οὗτος ὁ δεσμός, λέγω, εἶναι ἀνίσχυρος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ δεσμηθείς, παρὰ Ἀρχιερέως λύεται. Ὅρα καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ιβʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΛΓʹ. «Μηδένα τῶν ξένων Ἐπισκόπων, ἢ Πρεσβυτέρων, ἢ Διακόνων ἄνευ συστατικῶν προσδέχεσθαι. Καὶ ἐπιφερομένων δὲ αὐτῶν, ἀνακρινέσθωσαν: καὶ εἰ μὲν ὦσι κήρυκες τῆς εὐσεβείας, προσδεχέσθωσαν, εἰ δὲ μήγε, τὰ πρὸς χρείαν αὐτοῖς ἐπιχωρηγήσαντες, εἰς κοινωνίαν αὐτοὺς μὴ προσδέξησθε. Πολλὰ γὰρ κατὰ συναρπαγὴν γίνεται.»

Ἑρμηνεία. Εἰς τὸν ιβʹ. αὐτῶν Κανόνα διορίζουν οἱ Ἀπόστολοι νὰ μὴ δέχηται κᾀνένας ξένος κληρικὸς ἀπὸ ἄλλον Ἐπίσκοπον, χωρὶς νὰ ἔχῃ γράμματα συστατικά. Καὶ εἰς τὸν παρόντα δὲ Κανόνα παρομοίως τοῦτο αὐτὸ διορίζουσι, μὲ κἄποιαν προσθήκην, λέγοντες· Κᾀνένας ξένος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος δὲν πρέπει νὰ προσδέχηται ἀπὸ ἄλλους Ἐπισκόπους, χωρὶς νὰ ἐπιφέρῃ γράμματα, ὁ μὲν Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου του, ὁ δὲ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος τοῦ Ἐπισκόπου, ἢ Μητροπολίτου του, συστατικὰ καὶ τῆς πίστεως, καὶ τῆς καλῆς ζωῆς, μάλιστα δὲ τῆς κατηγορηθείσης αὐτοῦ ὑπολήψεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιφέρωσι μαζί τους τὰ τοιαῦτα συστατικά, πάλιν ἂς ἐξετάζωνται ἂν ᾖναι ὀρθόδοξοι ἢ ὄχι· διότι ἴσως νὰ σφάλλωσιν εἰς τὴν πίστιν. Καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὰ συστατικὰ γράμματα, τὸ σφάλμα τοῦτο δὲν ἤξευρεν. Ἐὰν δὲ ἐξεταζόμενοι εὑρεθῶσιν ὅτι εἶναι κήρυκες τῆς ὀρθοδοξίας καὶ εὐσεβείας, τότε ἂς προσδέχωνται εἰς κοινωνίαν, (ἂς μὴ συγχωρῶνται ὅμως καὶ νὰ συναριθμηθῶσιν εἰς κᾀμμίαν ἐκεῖσε ἐκκλησίαν, καὶ νὰ ἐνεργῶσι τὰ τῆς ἱερωσύνης, χωρὶς νὰ ἔχουν κοντὰ εἰς τὰ συστατικὰ γράμματα, καὶ γράμμα ἀκόμη ἀπολυτικόν, καὶ δηλωτικόν, ὅτι ἔχουν τὴν ἄδειαν νὰ ἐνεργοῦν, ὅπου ὑπάγουν, τὸ τῆς ἱερωσύνης λειτούργημα, κατὰ τὸν ιζʹ. τῆς ϛʹ.)

Εἰ δὲ καὶ ἤθελαν εὑρεθῇ κακόδοξοι καὶ αἱρετικοί, μὴ συγκοινωνήσητε, λέγει, μὲ αὐτούς· ἀλλὰ δότε εἰς αὐτοὺς τὰ χρειώδη καὶ ἀναγκαῖα, καὶ ἀποστείλατέ τους νὰ ὑπάγουν· διότι πολλὰ ἄτοπα ἀκολουθοῦν ἀπὸ τοὺς τοιούτους ξένους κατὰ συναρπαγήν, μὲ τὸ νὰ μὴ γίνηται περὶ αὐτῶν ἡ πρέπουσα ἔρευνα. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ιβʹ. Κανόνος τῶν Ἀποστόλων.

ΚΑΝΩΝ ΛΔʹ. «Τοὺς Ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους, εἰδέναι χρὴ τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἡγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδέν τι πράττειν περιττὸν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης· μόνα δὲ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καὶ ταῖς ὑπ’ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ Θεός, διὰ Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ Πατήρ, καὶ ὁ Υἱός, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα.»

Ἑρμηνεία. Καθώς, ὅταν ἡ κεφαλὴ ἀσθενῇ, καὶ δὲν προβάλλῃ ὑγιαίνουσαν τὴν ἰδικήν της ἐνέργειαν, καὶ τὰ ἐπίλοιπα μέλη τοῦ σώματος κακῶς ἔχουσιν, ἢ καὶ ἄχρηστα γίνονται παντελῶς: τέτοιας λογῆς, καὶ ὅταν ὁ τάξιν ἐπέχων κεφαλῆς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἔχῃ τὴν πρέπουσαν εἰς αὐτὴν τιμήν, καὶ ὅλον τὸ λοιπὸν σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀτάκτως βέβαια ἔχει διὰ νὰ κινηθῇ.

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει. Ὅτι ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς κάθε ἐπαρχίας πρέπει νὰ γνωρίζουν ἐκεῖνον, ὁποῦ εἶναι πρῶτος ἀνάμεσα εἰς αὐτούς, ἤτοι τὸν Μητροπολίτην· καὶ νὰ νομίζωσιν αὐτὸν ὡς κεφαλὴν ἰδικήν των, καὶ χωρὶς τὴν αὐτοῦ γνώμην νὰ μὴ κάμνουσι κᾀνένα πρᾶγμα περιττόν: ὁποῦ δὲν ἀνήκει δηλαδὴ εἰς τὰς ἐνορίας τῶν Ἐπισκοπῶν τους, ἀλλ’ ὑπερβαῖνον αὐτάς, ἀποβλέπει εἰς τὴν κοινὴν ὅλης τῆς ἐπαρχίας κατάστασιν· καθώς, λόγου χάριν, εἶναι τὰ περὶ δογμάτων ζητήματα, αἱ οἰκονομίαι καὶ διορθώσεις τῶν κοινῶν σφαλμάτων, αἱ καταστάσεις καὶ χειροτονίαι τῶν Ἀρχιερέων, καὶ ἄλλα παρόμοια. Ἀλλὰ νὰ συνάγωνται εἰς τὸν Μητροπολίτην, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν νὰ συμβουλεύωνται διὰ τὰ τοιαῦτα κοινὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖνο ὁποῦ ἤθελε φανῇ περὶ αὐτῶν καλλίτερον, κοινῶς νὰ ἀποφασίζηται. Ὁ καθ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους, ἐκεῖνα μόνον νὰ πράττῃ καθ’ ἑαυτόν, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Μητροπολίτου του, ὅσα ἀνήκουσιν εἰς τὰ ὅρια τῆς ἐπισκοπῆς του, καὶ εἰς τὰς χώρας, ὁποῦ εἰς τὴν ἐπισκοπήν του εἶναι ὑποκείμεναι. Καθὼς ὅμως οἱ Ἐπίσκοποι δὲν πρέπει νὰ πράττωσι κᾀνένα πρᾶγμα κοινὸν χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Μητροπολίτου, ἔτσι παρομοίως καὶ ὁ Μητροπολίτης, δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ κᾀνένα τοιοῦτον κοινὸν πρᾶγμα μόνος καὶ καθ’ ἑαυτόν, χωρὶς τὴν γνώμην ὅλων του τῶν Ἐπισκόπων.

Διά τι μὲ τοῦτον τὸν τρόπον θέλει εἶναι ὁμόνοια καὶ ἀγάπη, ἀνάμεσα καὶ εἰς τοὺς Ἐπισκόπους, καὶ Μητροπολίτας, καὶ εἰς Κληρικούς, καὶ εἰς Λαϊκούς. Ἐκ δὲ τῆς ὁμονοίας ταύτης καὶ ἀγάπης θέλει δοξασθῇ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ, Κυρίου δὲ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις ἐφανέρωσεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ τοῦ Πατρός του ὄνομα, καὶ τὴν ἀγάπην ἐνομοθέτησε, λέγων· «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις.» Καὶ θέλει δοξασθῇ ἐν τῷ ἁγίῳ του Πνεύματι, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς χάριτός του ἥνωσεν ἡμᾶς εἰς μίαν πνευματικὴν συνάφειαν. Ταὐτὸν εἰπεῖν, ἐκ τῆς ὁμονοίας ταύτης, θέλει δοξασθῇ ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν φωνήν, τὴν λέγουσαν· «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.»

Συμφωνία. Τὰ αὐτά, καὶ σχεδὸν ἀπαράλλακτα μὲ τὸν παρόντα Κανόνα διορίζεται καὶ ὁ θʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ. Δι’ ὃ καὶ ὁ ϛʹ. τῆς αʹ. προστάζει ὅτι τὰ ἀρχαῖα ἔθη νὰ κρατοῦν, τὰ κατὰ τὸν Ἀποστολικὸν Κανόνα δηλαδὴ τοῦτον ἐπικρατήσαντα· ὥστε ὁ Ἀλεξανδρείας νὰ ἐξουσιάζῃ τὰ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Λιβύῃ, καὶ Πενταπόλει, ἐπειδὴ καὶ εἰς τὸν Ῥώμης τοιαύτη συνήθεια εἶναι. Ὁμοίως καὶ ὁ Ἀντιοχείας νὰ ἐξουσιάζῃ τὰς ἐδικάς του ἐπαρχίας, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, εἰς κάθε Ἐκκλησίαν καὶ Μητρόπολιν νὰ σώζωνται τὰ ἴδια προνόμια· καὶ ὁ κάθε Μητροπολίτης δηλ. νὰ ἐξουσιάζῃ τὰς ὑποκειμένας αὐτῷ ἐπαρχίας. Ὁ δὲ ζʹ. τῆς αὐτῆς διορίζει, ὅτι, ὁ Αἰλίας, ἤτοι ὁ Ἱεροσολύμων νὰ ἔχῃ τὴν ἀκολουθίαν τῆς ἀρχαίας τιμῆς καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς οἰκείας Μητροπόλεως. Ὁ δὲ γʹ. τῆς βʹ. προστάζει νὰ ἔχῃ τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς ὁ Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ ὁ ηʹ. τῆς γʹ. ἀβίαστα θέλει νὰ ᾖναι καὶ καθαρὰ τὰ προσόντα ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ δίκαια ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς, κατὰ τὸ παλαιὸν ἔθος, καὶ μάλιστα τὰ τῆς Κύπρου. Ἀλλὰ καὶ ὁ λθʹ. τῆς ϛʹ. τὸν αὐτὸν ηʹ. τῆς γʹ. ἐπικυροῖ.

ΚΑΝΩΝ ΛΕʹ. «Ἐπίσκοπον μὴ τολμᾷν ἔξω τῶν ἑαυτοῦ ὅρων χειροτονίας ποιεῖσθαι, εἰς τὰς μὴ ὑποκειμένας αὐτῷ πόλεις, καὶ χώρας. Εἰ δὲ ἐλεγχθείη τοῦτο πεποιηκώς, παρὰ τὴν τῶν κατεχόντων τὰς πόλεις ἐκείνας ἢ τὰς χώρας γνώμην, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ οὓς ἐχειροτόνησεν.»

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν διὰ τὴν ὁμόνοιαν καὶ εὐταξίαν τῶν Ἐπισκόπων καὶ Μητροπολιτῶν ἐδιωρίσθη, λέγων· ὁ Ἐπίσκοπος δὲν πρέπει νὰ τολμᾷ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς Ἐπισκοπῆς του νὰ κάμνῃ χειροτονίας, ἢ ἄλλο Ἐκκλησιαστικὸν λειτούργημα νὰ ἐνεργῇ εἰς τὰς πολιτείας ἐκείνας καὶ χώρας, ὁποῦ δὲν εἶναι εἰς αὐτὸν ὑποκείμεναι· (ἀλλ’ οὐδὲ ὁ Μητροπολίτης ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰς ἐνορίας τῶν Ἐπισκόπων του, καὶ νὰ ἐκτελῇ χειροτονίας, ἢ ἄλλο τι ἀρχιερατικόν.) Τότε δὲ μόνον ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ ἐνεργῇ τὰ τοιαῦτα, ὅταν ἤθελε προσκαλεσθῇ ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα τῶν τόπων ἐκείνων. Εἰ δὲ καὶ ἤθελε φανερωθῇ πῶς ἔκαμε τοῦτο ἀφ’ ἑαυτοῦ του, χωρὶς τὴν γνώμην καὶ ἄδειαν τῶν Ἀρχιερέων, ὁποῦ ὁρίζουσι τὰς πόλεις ἐκείνας, καὶ χώρας, ἂς καθαίρηται καὶ αὐτὸς ὁποῦ ὑπερόρια ἐχειροτόνησε, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀπὸ αὐτὸν ἐχειροτονήθησαν.

Διατὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον φαίνονται πῶς εἶναι εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τόπον δύω Ἐπίσκοποι ἐνταυτῷ, ἢ δύω Μητροπολῖται, τὸ ὁποῖον εἶναι παράνομον, καὶ ἐμποδισμένον ἀπὸ τὸν ηʹ. τῆς αʹ. συνόδου, καὶ ἀπὸ τὸν ιβʹ. τῆς δʹ. Ὅθεν καὶ ἡ ϛʹ. εἰς τὸν κʹ. αὐτῆς Κανόνα διορίζει, ὅτι ὅποιος ὑπάγει εἰς ξένην Ἐπισκοπήν, καὶ διδάσκει δημοσίως ἀφ’ ἑαυτοῦ του, χωρὶς τὴν ἄδειαν τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου, νὰ παύῃ ἀπὸ τὴν Ἀρχιερωσύνην, καὶ νὰ ἐνεργῇ μόνον τὰ τοῦ Πρεσβυτέρου.

Ἴσως ὄχι διὰ ἄλλον σκοπόν, πάρεξ διὰ νὰ μὴ γίνηται τοῦτο τὸ ἄτοπον, τὸ νὰ ᾖναι δηλαδὴ ἐν τῇ αὐτῇ Ἐπισκοπῇ, δύω Ἐπίσκοποι ἐνταυτῷ, ἄλλα μὲν ὁ ἕνας θέλων, ἄλλα δὲ ὁ ἄλλος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς νὰ κάμῃ ἐτόλμησε. Διότι ἂν αὐτὸς δὲν ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς συνόδου ταύτης, διατὶ νὰ καταβιβάζῃ τὸν Ἐπίσκοπον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Πρεσβυτέρου, εἰς καιρὸν ὁποῦ ἡ κατάβασις αὕτη εἶναι ἱεροσυλία, κατὰ τὸν κθʹ. τῆς δʹ; Καὶ ἂν ὁ ὑπερόρια διδάσκων Ἐπίσκοπος ᾖναι τῆς Ἐπισκοπῆς ἀνάξιος, ἀνάξιος πρέπει νὰ ᾖναι καὶ τοῦ Πρεσβυτέρου· εἰ δὲ εἶναι τοῦ Πρεσβυτερίου ἄξιος, διά τι νὰ μὴ ᾖναι καὶ τῆς Ἐπισκοπῆς; φανερὸν λοιπὸν εἶναι, ὅτι διὰ τοῦτο εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Πρεσβυτέρου τοῦτον καταβιβάζει, διὰ νὰ μένῃ πάλιν ἕνας Ἐπίσκοπος εἰς μίαν Ἐπισκοπήν, καὶ ὄχι δύω. Ἥμαρτε γὰρ οὗτος ἀμέσως εἰς τὸ Ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα, δύω Ἐπισκόπους ποιήσας εἶναι ἐν τῇ αὐτῇ Ἐπισκοπῇ, δι’ ὃ καὶ καθαιρεῖται ἀπὸ αὐτό· οὐχ ἥμαρτε δὲ εἰς τὸ τοῦ Πρεσβυτέρου, καθ’ ὅτι, δύω καὶ πολλοὶ Πρεσβύτεροι δὲν εἶναι ἐμποδισμένον νὰ ᾖναι ἐν τῇ αὐτῇ ἐπισκοπῇ, δι’ ὃ οὐδὲ καθαιρεῖται ἀπὸ αὐτό, (εἰ καὶ ὁ Ζωναρᾶς καὶ Βαλσαμὼν λέγουσιν, ὅτι ὁ παρὰ γνώμην τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου δημοσίᾳ διδάσκων, διὰ τοῦτο εἰς τὸν τοῦ Πρεσβυτέρου κατάγεται βαθμόν, ἵνα ταπεινωθῇ, ὡς φιλοδοξήσας καὶ ὑψωθείς.) Ὅθεν καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος (τίτλ. θʹ. κεφ. ιαʹ.)

εἰς λύσιν τῆς ἐναντιοφανείας τῶν Κανόνων, τοῦ κθʹ. δηλαδὴ τῆς δʹ. καὶ τοῦ κʹ. τῆς ϛʹ. τὸν ηʹ. τῆς αʹ. ἐπρότεινε. Πλὴν καὶ τὸ τοῦ Πρεσβυτέρου λειτούργημα πρέπει νὰ ἐνεργῇ ὁ ὑπερόριος Ἐπίσκοπος, μὲ τὴν ἄδειαν καὶ γνώμην τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου. Εἰ δὲ καὶ δὲν εἶναι μὲ τὴν ἄδειαν ἐκείνου, οὐδὲ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργῇ, ἀλλὰ ἀπερνᾷ ὡσὰν ἕνας λαϊκός, ἕως οὗ εὑρίσκεται εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον τόπον, κατὰ τοὺς Κανόνας.

Διὰ νὰ συμπεράνωμεν δὲ τὸ πᾶν τοῦ παρόντος Ἀποστολικοῦ Κανόνος, λέγομεν ἔτσι. Ὁ Ἐπίσκοπος ὁποῦ εἰς ξένην Ἐπισκοπὴν κατὰ γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου ἐπιτελεῖ ἀρχιερατικὸν λειτούργημα, δὲν τὸ ἐπιτελεῖ μὲ τὴν δύναμιν, καὶ ἐνέργειαν τῆς ἰδικῆς του Ἐπισκοπῆς, (διότι μὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἤθελαν εἶναι εἰς μίαν Ἐπισκοπὴν δύο Ἐπίσκοποι, ὡς δύω ξεχωριστὰς δυνάμεις καὶ ἐνεργείας ἔχοντες·) ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπισκοπικὴν δύναμιν καὶ ἐνέργειαν τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου· (διότι μὲ τοῦτον τὸν τρόπον, οἱ δύω Ἐπίσκοποι λογίζονται ὡς ἕνας Ἐπίσκοπος.) Καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἔτσι, καθὼς καὶ εἶναι, ἐκεῖνος ὁποῦ παρὰ γνώμην τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου ἐνεργήσει τι ἀρχιερατικὸν καθαιρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ἐπισκοπικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν μὴ ἔχων, ὡς ὑπερόριος ὤν, ἐνήργησε· καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὴν ξένην τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο μὲν νὰ ἔχῃ μὲ τὴν ἐκείνου γνώμην καὶ ἄδειαν, ἔκλεψε δὲ ταύτην καὶ ἰδιοποιήθη.

Συμφωνία. «Τὰ αὐτὰ καὶ ὁ βʹ. τῆς βʹ. διορίζεται νὰ μὴ ἐπιβαίνῃ τινὰς (εἴτε Πατριάρχης, εἴτε Μητροπολίτης) εἰς ἄλλας ὑπερορίους διοικήσεις διὰ νὰ χειροτονῇ, ἢ ἄλλας Ἐκκλησιαστικὰς οἰκονομίας νὰ ἐκτελῇ. Ἀλλὰ δὴ καὶ ὁ ηʹ. τῆς γʹ. διορίζει νὰ μὴ ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ Ἀντιοχείας νὰ χειροτονῇ εἰς τὴν Κύπρον ὑπὲρ τὰ ὅρια τῆς αὐτῆς διοικήσεως, ὅπερ ἔστι, λέγει, παρὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνας, τὸν παρόντα δηλ. Καὶ ὁ ιγʹ. δὲ καὶ κβʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ συμφώνως διορίζονται ὅτι κᾀνένας Ἐπίσκοπος νὰ μὴ τολμᾷ νὰ ἐπιβαίνῃ εἰς τὴν ξένην ἐπαρχίαν, καὶ νὰ χειροτονῇ τινάς: ἔξω μόνον ἂν ὑπάγῃ μὲ γράμματα προσκλητικὰ τοῦ Ἐπισκόπου· εἰ δὲ παρὰ ταῦτα ποιήσοι, νὰ μένουν ἄκυραι αἱ χειροτονίαι, καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ὑπ’ αὐτοῦ τελεσθεῖσαι ἱεροπραξίαι.

Εἰ δὲ καὶ ἔνας Ἐπίσκοπος ἔχει κτήματα, θετέον καὶ ὑποστατικὰ εἰς ἄλλου Ἐπισκόπου ἐπαρχίαν, ὁ ιβʹ. τῆς Σαρδικῆς συγχωρεῖ μὲν ὅτι νὰ πηγαίνῃ οὗτος, διὰ νὰ συγκομίζῃ τοὺς καρπούς, καὶ ἐν τρισὶν ἑβδομάσι νὰ ἐκκλησιάζηται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὁποῦ γειτονεύει μὲ τὰ ὑποστατικά του, συνεχέστερον ὅμως νὰ μὴ πηγαίνῃ εἰς τὴν πόλιν ὅπου εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος.

Ὅτι δὲ οὐδὲ νὰ διδάσκῃ Ἐπίσκοπος δύναται ὑπερόρια ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ κατὰ τόπον Ἐπισκόπου, ὁ κʹ. τῆς ϛʹ. ἀνωτέρω ἐδήλωσε, καὶ ὁ ιαʹ. τῆς Σαρδικῆς. Ὁ δὲ γʹ. τῆς Σαρδικῆς, ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε νὰ διαβαίνῃ, συγχωρεῖ, Ἐπίσκοπος, εἰς ἄλλου Ἐπισκόπου ἐπαρχίαν, χωρὶς νὰ προσκαλεσθῇ.»

ΚΑΝΩΝ ΛΣΤʹ. «Εἴ τις χειροτονηθεὶς Ἐπίσκοπος, μὴ καταδέχοιτο τὴν λειτουργίαν, καὶ τὴν φροντίδα τοῦ λαοῦ τὴν ἐγχειρισθεῖσαν αὐτῷ, τοῦτον ἀφωρισμένον τυγχάνειν, ἕως ἂν καταδέξηται. Ὡσαύτως καὶ Πρεσβύτερος, καὶ Διάκονος. Εἰ δὲ ἀπελθών, μὴ δεχθείη, οὐ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἀλλὰ παρὰ τὴν τοῦ λαοῦ μοχθηρίαν, αὐτὸς μὲν ἔστω Ἐπίσκοπος, ὁ δὲ κλῆρος τῆς πόλεως ἀφοριζέσθω, ὅτι τοιούτου λαοῦ ἀνυποτάκτου πεδευταὶ οὐκ ἐγένοντο.»

Ἑρμηνεία. Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ἡμῶν καὶ ὑπείκετε. Καί, ἐν ᾧ ἐκλήθης, ἐν τούτῳ καὶ μένε, λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Τοῦτο δὲ τὸ ἴδιον διορίζει καὶ ὁ παρὼν Κανὼν λέγων· Ὅποιος χειροτονηθῇ διὰ τῆς θείας τῶν εὐχῶν ἱεροτελεστίας, Ἐπίσκοπος μιᾶς ἐπαρχίας, ἢ Πρεσβύτερος, καὶ Διάκονος μιᾶς ἐνορίας, ἔπειτα δὲν καταδέχεται τὸ θεῖον αὐτὸ λειτούργημα, καὶ τὴν προστασίαν τοῦ λαοῦ ὁποῦ ἐνεχειρίσθη εἰς αὐτόν, ἀλλὰ ἀντιλέγει, καὶ δὲν ὑπάγει εἰς τὴν λαχοῦσαν αὐτοῦ Ἐκκλησίαν, ὁ τοιοῦτος ἂς ἀφορίζηται, ἕως ὁποῦ νὰ καταδεχθῇ νὰ ὑπάγῃ.

Εἰ δὲ καὶ ὑπάγει μὲν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ δὲ τῆς ἐπαρχίας λαός, διὰ τὴν ἰδικήν του ἀνυποταξίαν, καὶ μοχθηρίαν, καὶ ὄχι διὰ κᾀμμίαν πονηρὰν γνώμην, καὶ αἰτίαν ἀξιοκατηγόρητον τοῦ Ἐπισκόπου, δὲν ἤθελε τὸν ὑποδεχθῇ: αὐτὸς μὲν ἂς ᾖναι Ἐπίσκοπος, ἤτοι ἂς μετέχῃ τῆς ἀξίας, καὶ λειτουργίας τῆς πρεπούσης εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, οἱ δὲ Κληρικοὶ τῆς μὴ ὑποδεξαμένης αὐτὸν ἐπαρχίας, ἂς ἀφορίζωνται, ἐπειδὴ δὲν ἐπαιδαγώγησαν μὲ τὴν διδασκαλίαν, καὶ τὸ καλόν τους παράδειγμα τὸν τοιοῦτον ἀνυπότακτον λαόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΖʹ. «Δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω τῶν Ἐπισκόπων, καὶ ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τὰ δόγματα τῆς εὐσεβείας, καὶ τὰς ἐμπιπτούσας Ἐκκλησιαστικὰς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν, ἅπαξ μέν, τῇ τετάρτῃ ἑβδομάδι τῆς Πεντηκοστῆς, δεύτερον δὲ Ὑπερβερεταίου δωδεκάτῃ.»

Ἑρμηνεία. Διὰ τὰς περὶ δογμάτων ἀμφιβολίας, καὶ διὰ τὰς Ἐκκλησιαστικὰς ἀντιλογίας, ὁποῦ ἔχει ὁ κάθε ἕνας, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, διὰ τὰ κανονικὰ ζητήματα, προστάζουσιν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα, ὅτι δύω φοραῖς τὸν χρόνον νὰ γίνηται τοπικὴ σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων, μετὰ τοῦ Μητροπολίτου τῆς κάθε ἐπαρχίας, διὰ νὰ ἐξετάζωσιν ἀναμεταξύ των τὰς ἀμφιβολίας ὁποῦ ἀκολουθοῦν εἰς τῆς εὐσεβείας τὰ δόγματα, καὶ νὰ διαλύωσι κάθε ἀντιλογίαν Ἐκκλησιαστικὴν ὁποῦ ἤθελε τύχη νὰ ἔχῃ κᾀνένας πρὸς τὸν Ἀρχιερέα του, ἢ διὰ τί, θετέον, ἀφωρίσθη ἀπὸ αὐτόν, ἢ διὰ τί ἄλλην παιδείαν ἐκκλησιαστικὴν παρ’ αὐτοῦ ἀδίκως ἔλαβε. Καὶ ἡ μὲν μία σύνοδος, νὰ γίνηται εἰς τὴν τετάρτην ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς, ἤτοι μετὰ τὸ ἅγιον Πάσχα, ἡ δὲ ἄλλη, εἰς τὴν δωδεκάτην τοῦ ὑπερβερεταίου, ἤτοι τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Τί δὲ διαφέρει ἡ τοπικὴ σύνοδος ἀπὸ τὴν οἰκουμενικήν, ὅρα εἰς τὰ προλεγόμενα τῆς αʹ. συνόδου. Ὁμοίως καὶ τί διαφέρει τῆς χωρικῆς, ὅρα εἰς τὰ προλεγόμενα τῆς ἐπὶ Κυπριανοῦ γενομένης. Σύνοδος δὲ ἁπλῶς εἶναι, κατὰ τὸν Βλάσταριν, ἄθροισμα Ἀρχιερέων, γινόμενον, ἢ διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις διὰ τὴν εὐσέβειαν (καὶ εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας), ἢ διὰ νὰ ἀναιρεθῇ μὲ τὰ ὅπλα τῆς εὐσεβείας κᾀμμία ζημία προλαβοῦσα, ἢ μέλλουσα τὴς εὐσεβείας (καὶ ἀρετῆς).

ΚΑΝΩΝ ΛΗʹ. «Πάντων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ Ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτά, ὡς τοῦ Θεοῦ ἐφορῶντος. Μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συγγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι. Εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων, τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω.»

Ἑρμηνεία. Ἀνίσως ὁ Ἐπίσκοπος ἐμπιστεύηται τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ὅλος ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος, πολλῷ μᾶλλον πρέπει νὰ ἐμπιστεύηται τῆς Ἐκκλησίας τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ἂς ἔχῃ τὴν φροντίδα ὅλων τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε χωραφίων καὶ ἀκινήτων ἀποκτημάτων, εἴτε κειμηλίων καὶ κινουμένων, καὶ ἂς τὰ κυβερνᾷ μὲ φόβον καὶ προσοχήν, στοχαζόμενος, ὅτι, ἔχει τὸν Θεὸν ἔφορον καὶ ἐξεταστὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν αὐτῶν. Πλήν, ἂν καὶ ἔχῃ τὴν φροντίδα αὐτῶν καὶ κυβέρνησιν, ὅμως δὲν ἔχει καὶ ἄδειαν νὰ οἰκειοποιῆται καὶ νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι ἰδικόν του κᾀνένα πρᾶγμα ἀπὸ αὐτά, ἢ νὰ χαρίζη εἰς συγγενεῖς του τὰ ἀφιερωμένα πράγματα εἰς τὸν Θεόν. Εἰ δὲ καὶ οἱ συγγενεῖς του αὐτοὶ εἶναι πτωχοί, ἂς δίδῃ καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ πρὸς τὴν χρείαν, καθὼς δίδει, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πτωχούς. Ἤτοι ἂς ἐλεῇ αὐτοὺς ὡς πτωχοὺς ἁπλῶς, καὶ ὄχι ὡς συγγενεῖς. Ὅμως ἂς τοὺς ἐλεῇ ἀπὸ τὰς καρποφορίας καὶ σιτηρέσια ὁποῦ κατ’ ἔτος συνάγονται ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας τὰ πράγματα, καὶ ὄχι ἐξ αἰτίας αὐτῶν νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν νὰ πωλῇ κᾀνένα ἀπὸ αὐτά.

Συμφωνία. «Συμφώνως καὶ αὐτολεξεὶ μὲ τὸν ἀνωτέρω Ἀποστολικόν, καὶ ὁ κδʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ λέγει, ὅτι, πρέπει νὰ διοικῶνται μετὰ κρίσεως καὶ ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα, ἃ καὶ πρέπει νὰ φυλάττωνται καλῶς εἰς τὴν ἔχουσαν αὐτὰ Ἐκκλησίαν μετὰ πίστεως τῆς εἰς τὸν πάντων ἔφορον Θεόν. Καὶ ὁ βʹ. δὲ τοῦ Κυρίλλου λέγει νὰ μένωσιν ἀναφαίρετα εἰς τὰς ἐχούσας Ἐκκλησίας, τόσον τὰ κειμήλια, ὅσον καὶ τὰ ἀκίνητα κτήματα· οἱ δὲ Ἐπίσκοποι νὰ διοικοῦσι τὴν οἰκονομίαν τῶν συμβαινόντων ἐξόδων. Ὁ δὲ ιεʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ λέγει, ὅτι ὅσα πράγματα τοῦ κυριακοῦ πωλήσουν οἱ Πρεσβύτεροι χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου, νὰ τὰ πέρνῃ ὀπίσω αὐτός. Ὁ δὲ ζʹ. καὶ ηʹ. τῆς ἐν Γάγγρ. ἀναθεματίζει ἐκείνους ὁποῦ πέρνουσιν, ἢ δίδουσι τὰς καρποφορίας τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τοῦ οἰκονόμου.

Ἐν δὲ τῷ νομικῷ τοῦ Φωτίου τίτλ. καὶ κεφ. βʹ. διατάξ. καʹ. τοῦ βʹ. τίτλ. τοῦ αʹ. βιβλ. τοῦ Κώδηκος γέγραπται, ὅτι, ἐκεῖνος ὁποῦ ἀγοράζει ἱερὰ σκεύη, καὶ ἁπλώματα, ἢ λαμβάνει αὐτὰ ἀμανέτι, καὶ δίδει ἄσπρα δανεικά, νὰ χάνῃ τὰ ἄσπρα του: ἔξω μόνον ἂν ἀγοράζῃ αὐτά, διὰ νὰ δοθοῦν τὰ ἄσπρα εἰς ἐλευθερίαν σκλαβωμένων. Ὁμοίως ἐν τῇ αὐτῇ διατάξει σημειοῦται, ὅτι νὰ μὴ γίνηται τῶν ἀναγκαίων καὶ ἀκινήτων πραγμάτων τῶν ἱερῶν ἀποξένωσις ἐκ τῆς ἐχούσης αὐτὰ ἐκκλησίας. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ οβʹ. Ἀποστολικοῦ. Ἡ δὲ γʹ. διάταξις τοῦ βʹ. τίτλ. τῶν Νεαρῶν, ἥτις ἐστὶ Νεαρὰ Ἰουστινιάνειος ρλαʹ. κειμένη ἐν βιβλ. εʹ. τίτλ. γʹ. (παρὰ Φωτίῳ τίτλ. βʹ. κεφ. αʹ.) διορίζει, ὅτι, ἀνίσως ἀφήσῃ τινὰς εἰς σεβάσμιον οἶκον, ἀπὸ διαθήκης δωρεάν τινα διὰ ψυχικόν, οἱονδήποτε δηλ. πρᾶγμα καὶ ἂν ᾖναι, εἰ μὲν τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἶναι κοντὰ εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἀφιερώθη, νὰ μὴ ἀποξενόνηται ἀπὸ αὐτήν. Εἰ δὲ εἶναι μακράν, καὶ θέλουν καὶ τὰ δύω μέρη, καὶ οἱ τῆς ἐκκλησίας δηλαδὴ οἰκονόμοι καὶ προεστῶτες, καὶ οἱ κληρονόμοι ἐκείνου ὁποῦ τὸ ἄφησεν, ἔχουσι τὴν ἄδειαν νὰ τὸ ἀλλάξουσι μὲ ἄλλο πρᾶγμα ὁποῦ νὰ ᾖναι κοντὰ καὶ νὰ ἔχῃ εὐκολοκόμιστον τὴν καρποφορίαν ἢ ἐσωδείαν, δίδοντες, ἂν κάμῃ χρεία, καὶ προσθήκην εἰς τὴν ἀλαξίαν, ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ τέταρτον τῆς τιμῆς τοῦ πράγματος ἐκείνου ὁποῦ ἀφέθη.

Εἰ δὲ καὶ θέλουν νὰ τὸ πωλοῦν, νὰ πέρνουν τόσην τιμὴν δι’ αὐτό, ὅσην ἠμποροῦσε νὰ εὐγάλῃ ἀπὸ τὴν ἐσωδίαν καὶ καρποφορίαν του λεʹ. χρόνους. Ἡ τιμὴ ὅμως αὕτη νὰ δίδηται πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ τοιοῦτον ψυχικὸν κατελείφθη.»

ΚΑΝΩΝ ΛΘʹ. «Οἱ Πρεσβύτεροι, καὶ Διάκονοι, ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου μηδὲν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ πεπιστευμένος τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, καὶ τὸν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος.»

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζει, ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι, καὶ οἱ Διάκονοι χωρὶς τὴν γνώμην καὶ ἄδειαν τοῦ Ἐπισκόπου των, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐνεργήσουν κᾀνένα ἱερατικὸν λειτούργημα, τόσον ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποῦ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀρχιερατικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἐπισκόπου, ὅσον καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχουσι μὲν αὐτοὶ τὴν δύναμιν, διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς χειροτονίας, τὴν δὲ ἐνέργειαν αὐτῶν νὰ ἐπιτελέσουν δὲν ἠμποροῦν χωρὶς τοῦ Ἀρχιερέως τὴν γνώμην. (Ταῦτα δὲ χάριν παραδείγματος εἶναι, τὸ νὰ μὴ ἐξομολογοῦν· μήτε νὰ συγχωροῦν τοὺς μετανοοῦντας, κατὰ τὸν ϛʹ. ζʹ. καὶ νʹ. τῆς ἐν Καρθαγένῃ, τὸ νὰ ἀφιερώνωσι τὰς παρθένους εἰς τὸν Θεόν, κατὰ τὸν ϛʹ. τῆς αὐτῆς, τὸ νὰ μὴ χειροθετοῦν καὶ κείρουν Ἀναγνώστας, ἢ Μοναχούς, καὶ ἄλλα παρόμοια.) Ἐπειδή, λέγει, ὁ Ἐπίσκοπος κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν, ἐνεπιστεύθη τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, καὶ κατ’ ἐξοχὴν αὐτός, ὡς ποιμήν, ἔχει νὰ ζητηθῇ χρεωστικῶς ἀπὸ τὸν Θεόν, λογαριασμὸν ἀκριβὸν διὰ τὰς ψυχὰς τοῦ ποιμνίου του.

Συμφωνία. «Ὅθεν κατὰ τὸν παρόντα Κανόνα, καὶ εἰς τὰς διαταγὰς αὐτῶν διορίζουσιν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι (βιβλ. βʹ. κεφ. λαʹ. καὶ λβʹ.) ὅτι ὁ Διάκονος δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ του εἰς τοὺς στενοχωρουμένους Κληρικοὺς οὔτε αὐτὴν τὴν διαμονήν, καὶ τὸν μοιρασμὸν τῶν πρωτοφανησίμων ὀπωρῶν, καὶ ἄλλων καρπῶν, ὁποῦ προσφέρονται εἰς τοὺς Ἐπισκόπους ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ διαμοιράζει ταύτας μὲ τὴν εἴδησιν, καὶ γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου. Μὲ τὴν γνώμην καὶ εἴδησιν τοῦ Ἐπισκόπου καὶ οἱ Πρεσβύτεροι πωλοῦν πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτε τύχῃ ἀνάγκη (ὅρα ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ληʹ. Ἀποστολικοῦ), καὶ ἐξομολογοῦν καὶ συγχωροῦν τοὺς μετανοοῦντας κατὰ τὸν ζʹ. καὶ νʹ. τῆς Καρθαγ. καὶ Μοναχοὺς ἀποκείρουν, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ιδʹ. τῆς ζʹ. καὶ Ἀναγνώστας χειροθετοῦν ἐν τῷ ἰδίῳ Μοναστηρίῳ, ὄντες Ἡγούμενοι διὰ χειροθεσίας Ἐπισκόπου, κατὰ τὸν ιδʹ. τῆς ζʹ. ἀλλὰ καὶ Ὑποδιακόνους, κατὰ τὸν ϛʹ. τοῦ Νικηφόρου, καὶ Σταυροπήγιον κάμνουσι κατὰ τὸν κηʹ. τοῦ αὐτοῦ Νικηφόρου, καὶ ἀφορίζουν ὅλους τοὺς ὑποκειμένους εἰς αὐτοὺς Κληρικούς τε καὶ Λαϊκούς, ὅταν σφάλλωσι, κατὰ τὰς διαταγὰς τῶν Ἀποστόλων (βιβλ. ηʹ. κεφ. κηʹ.) καὶ πολλὰ ἄλλα κατὰ γνώμην ἐνεργοῦσι τοῦ Ἐπισκόπου.

Ἀλλὰ καὶ οἱ Διάκονοι, λαμβάνοντες τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἐπισκόπου, κανονίζουσι τοὺς κατωτέρους ἀπὸ αὐτοὺς Κληρικούς, καὶ Λαϊκούς, τὰ δὲ μεγάλα σφάλματα ἐκείνων ἀναφέρουσιν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, κατὰ τὰς αὐτὰς διαταγὰς (βιβλ. βʹ. κεφ. μδʹ.) καὶ εἰς καιρὸν δὲ ὁποῦ δὲν εἶναι παρὼν Πρεσβύτερος, ἔχουν ἄδειαν νὰ ἀφορίζουν τοὺς κατωτέρους Κληρικούς, ὅταν διὰ σφάλματα εἶναι ἄξιοι νὰ ἀφορισθοῦν, κατὰ τὰς αὐτὰς διαταγὰς (βιβλ. ηʹ. κεφ. κηʹ.) Δι’ ὃ ἀκολούθως τῷ παρόντι Ἀποστολικῷ, καὶ ὁ Θεοφόρος Ἰγνάτιος ἐν τῇ πρὸς Μαγνησίους ἐπιστολῇ ταῦτά φησιν. Ὥσπερ οὖν ὁ Κύριος, ἄνευ τοῦ Πατρὸς οὐδὲν ποιεῖ, οὕτω καὶ ὑμεῖς ἄνευ τοῦ Ἐπισκόπου. Μηδὲ Πρεσβύτερος, μηδὲ Διάκονος. Καὶ ἐν τῇ πρὸς Σμυρναίους ἐπιστολῇ· οὐκ ἐξόν ἐστι χωρὶς τοῦ Ἐπισκόπου, οὔτε βαπτίζειν, οὔτε προσφέρειν, οὔτε θυσίαν προσκομίζειν, οὔτε δοχὴν ἐπιτελεῖν, ἀλλ’ ὃ ἂν ἐκείνῳ δοκῇ, κατ’ εὐαρέστησιν Θεοῦ, ἵνα ἀσφαλὲς εἴη καὶ βέβαιον, πᾶν ὃ ἂν πράσσητε. Ὁ δὲ νζʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ προστάζει, μήτε οἱ Χωρεπίσκοποι, καὶ ἔξαρχοι, μήτε οἱ Πρεσβύτεροι νὰ κάμνουσί τι χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ τῆς πόλεως Ἐπισκόπου.»