Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες ΝΑ΄-Ξ΄: Άσκηση, συμπεριφορά κληρικών και ψευδεπίγραφα βιβλία

Σχολιασμός των κανόνων που διακρίνουν τη γνήσια άσκηση από τη βδελυγμία των κτισμάτων, επιβάλλουν την αποδοχή των μετανοούντων, ορίζουν τον σεβασμό προς την εκκλησιαστική ιεραρχία και απαγορεύουν την ανάγνωση νόθων συγγραμμάτων.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 7 από 9

ΚΑΝΩΝ ΝΑʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ Ἱερατικοῦ, γάμου, καὶ κρεῶν, καὶ οἴνου, οὐ δι’ ἄσκησιν, ἀλλὰ διὰ βδελυρίαν ἀπέχηται, ἐπιλαθόμενος, ὅτι πάντα καλὰ λίαν, καὶ ὅτι ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ βλασφημῶν διαβάλλοι τὴν δημιουργίαν, ἢ διορθούσθω, ἢ καθαιρείσθω, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀποβαλλέσθω. Ὡσαύτως καὶ λαϊκός.»

Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ πάντα εἶναι καθαρὰ εἰς τοὺς καθαροὺς τὴν συνείδησιν, «Καὶ πᾶν κτίσμα Θεοῦ εἶναι καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον, καθὼς λέγει ἰδίᾳ ὁ Παῦλος, καὶ κᾀνένα δὲν εἶναι κοινόν, ἢ ἀκάθαρτον κατὰ τὴν ἐδικήν του φύσιν καὶ ὀντότητα,» διὰ τοῦτο καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἰς τὸν παρόντα Κανόνα αὐτῶν κοινῶς διορίζουσιν, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως ἐκ τοῦ καταλόγου ὑπάρχων τῶν Ἱερέων καὶ Κληρικῶν, ἀλησμονήσας ὅτι πάντα ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς εἶναι πολλὰ καλά. «Καὶ ὅτι ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ἄρσεν καὶ θῆλυ,» ἤθελεν ἀπέχῃ ἀπὸ τὸν γάμον, καὶ ἀπὸ τὴν βρῶσιν τοῦ κρέατος, καὶ τὴν πόσιν τοῦ οἴνου, ὄχι διὰ ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν τῆς σαρκός, ἀλλὰ διὰ τί συγχαίνεται ταῦτα, καὶ μὲ τὸν τρόπον τοῦτον βλασφημεῖ καὶ διαβάλλει τὴν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι ἀκάθαρτος καὶ κακή, ὁ τοιοῦτος λέγω, ἣ ἂς διορθωθῇ, καὶ ἂς μάθῃ νὰ μὴ βδελύττηται ταῦτα καὶ ἀποστρέφηται, στοχαζόμενος, ὅτι οὔτε ὁ γάμος, καὶ ἡ νόμιμος μετὰ γυναικὸς συνάφεια εἶναι βλαβερά, οὔτε τὰ κρέατα, οὔτε ὁ οἶνος, ἀλλ’ ἡ κακὴ τούτων μεταχείρησις. Διότι ἂν ἦτο κακὰ καὶ βλαβερά, δὲν ἤθελαν δημιουργηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅστις εἶναι φύσει ἀγαθός. Εἰ δὲ καὶ δὲν διορθωθῇ, ἂς καθαίρηται, καὶ ἐν ταὐτῷ ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ἂς ἀφορίζηται.

Ὁμοίως δὲ καὶ ὅποιος λαϊκὸς ἤθελε συγχαίνεται ταῦτα, ἂς ἀφορίζηται.

Συμφωνία. «Συμφώνως καὶ εἰς τὸν νγʹ. αὑτῶν Κανόνα καθαιροῦσι τοὺς Ἱερωμένους, τοὺς μὴ ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐσθίοντας κρέας, καὶ πίνοντας οἶνον, ὄχι διὰ ἄσκησιν, ἀλλὰ διὰ βδελυρίαν, οἱ ἴδιοι Ἀπόστολοι. Ἡ δὲ ἐν Γάγγρᾳ σύνοδος, καὶ ἀναθέματι καθυποβάλλει, τόσον ἐκείνους ὁποῦ κατηγοροῦσι τὸν γάμον, καὶ συγχαίνονται τὴν Χριστιανικὴν γυναῖκα τὴν κοιμωμένην μετὰ τοῦ νομίμου ἀνδρὸς αὐτῆς, ἐν τῷ αʹ. Κανόνι, καὶ δὴ καὶ τοὺς παρθενεύοντας, ὄχι δι’ αὐτὸ τὸ τῆς παρθενίας καλόν, ἀλλὰ διατὶ βδελύσσονται τὸν νόμιμον γάμον, Κανόνι θʹ. καὶ τὴν γυναῖκα ἐκείνην ὁποῦ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, ὡς βδελυττομένην τὸν γάμον, Καν. ιδʹ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ϛʹ. ἐν τῷ ιγʹ. Κανόνι αὐτῆς, ἀκολουθοῦσα καὶ τὸν παρόντα Ἀποστολικόν, καὶ τὸν εʹ. προσέτι διορίζει, ὅτι νὰ μένουν στερεὰ καὶ ἀδιαχώριστα τῶν Ἱερωμένων τὰ συνοικέσια, καὶ τινὰς ἐξ αὐτῶν νὰ μὴ ἐμποδίζηται ἀπὸ τὸ νὰ ἱερωθῇ, ἐπειδὴ καὶ ἔχει γυναῖκα νόμιμον, μὲ τὸ νὰ ᾖναι τίμιος ὁ γάμος καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος, κατὰ τὸν Ἀπόστολον. Ἡ δὲ ἐν Ἀγκύρᾳ σύνοδος, Καν. ιδʹ. ὁρίζει, ὅτι, οἱ Πρεσβύτεροι, καὶ οἱ Διάκονοι ἐκεῖνοι, ὁποῦ δὲν τρώγουσι κρέας δι’ ἐγκράτειαν, πρέπει νὰ γεύωνται ὀλίγον τι ἀπὸ αὐτό, διὰ νὰ μὴ δώσουν ὑποψίαν, ὅτι τὸ συγχαίνονται, καὶ πάλιν νὰ ἐγκρατεύωνται καὶ νὰ μὴ τρώγωσιν.»

ΚΑΝΩΝ ΝΒʹ. Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, τὸν ἐπιστρέφοντα ἀπὸ ἁμαρτίας οὐ προσδέχεται, ἀλλ’ ἀποβάλλεται, καθαιρείσθω, ὅτι λυπεῖ Χριστὸν τὸν εἰπόντα· «Χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι.»

Ἑρμηνεία. «Τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλλω ἔξω, λέγει ὁ Κύριος:» Διὰ τοῦτο καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἰς τοῦτον τὸν Κανόνα δορίζουσιν ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, δὲν ὑποδέχεται τὸν ἀπὸ ἁμαρτίας ἐπιστρέφοντα καὶ μετανοοῦντα, ἀλλὰ ἀποβάλλει τοῦτον καὶ ἀποδιώκει, ὡς ὁ Ναυάτος ἐκεῖνος, συγχαινόμενος αὐτόν, τρόπον τινά, καὶ ἀποστεφόμενος διὰ τὰς ἁμαρτίας του, ἂς καθαίρεται· διότι μὲ τοῦτο ὁποῦ κάμνει λυπεῖ τὸν Χριστόν, ὅστις εἶπε «χαρὰ γίνεται εἰς τὸν οὐρανόν,» ἤτοι εἰς τοὺς ἐν οὐρανῷ Ἀγγέλους, διὰ ἕνα ἁμαρτωλόν, ὁποῦ μετανοεῖ ἀπὸ τὰς προτέρας του ἁμαρτίας. Καὶ ἂν αὐτὸς πάλιν ὁ ἴδιος εἶπεν «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν,» φανερὸν ὅτι ὁ μὴ δεχόμενος τοὺς ἁμαρτωλούς, ἐναντιεῖται καὶ ἀντιπράττει τῷ Χριστῷ, ὁ δὲ ἐναντιούμενος τῷ Χριστῷ, δὲν εἶναι μαθητὴς αὐτοῦ, ὁ δὲ μὴ ὢν μαθητής, οὐδὲ ἄξιος εἶναι νὰ ἔχῃ τὴν ἱερωσύνην. Πῶς γὰρ δύναται νὰ τὴν ἔχῃ, καὶ νὰ ᾖναι δεκτὸς τῷ Χριστῷ, ὁ ἀντίχριστον ἑαυτὸν ποιήσας, καὶ ἐναντιούμενος τῷ ἐκείνου θελήματι;

Συμφωνία. «Ἀκολούθως δὲ καὶ ὁ νγʹ. τῆς ἐν Καρθαγένῃ διορίζεται, νὰ μὴ ἀρνῆταί τινας Ἐπίσκοπος τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν καὶ καταλλαγὴν εἰς τοὺς σκηνικοὺς καὶ μίμους, καὶ ἀρνητάς, ὅταν ἐπιστρέφουν πρὸς τὸν Θεόν. Οἱ δὲ τοιοῦτοι χριστιανίσαντες, νὰ μὴ ἀναγκάζωνται νὰ ἐπιστρέφουν εἰς τὰ ἴδια παίγνια, κατὰ τὸν οβʹ. τῆς αὐτῆς. Διὰ τοῦτο οἱ ἴδιοι Ἀπόστολοι εἰς τὰς διαταγάς των Βιβλ. βʹ. κεφ. ιεʹ. καὶ μʹ. παραγγέλλουσιν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, ὅτι ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ἤθελεν ἀφορισθοῦν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Χριστιανοὺς διὰ ἁμαρτίας των, αὐτὸς νὰ μὴ τοὺς ἀποβάλλῃ, ἀλλὰ νὰ συναναστρέφηται μὲ αὐτούς, ἐπιμελούμενος αὐτῶν, παρακαλῶν, ὑποστηρίζων, καὶ λέγων εἰς αὐτοὺς ‹ἰσχύσατε χεῖρες ἀνειμέναι, καὶ γόνατα παραλελυμένα,› μήπως ἀπὸ τὴν ὑπερβολὴν τῆς λύπης γένουν ἄφρονες καὶ τρελοί. Καθὼς καὶ ὁ Παῦλος ἐπρόσταξε τοὺς Κορινθίους νὰ συναναστρέφωνται καὶ νὰ κάμουν ἀγάπην μὲ τὸν πρῴην ἀφορισθέντα ἐκεῖνον, ἵνα μὴ ἀπὸ τὴν περισσοτέραν λύπην καταποθῇ ὑπὸ τοῦ σατανᾶ καὶ ἀπογνωσθῇ. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν ἐπιστολὴν Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὴν ὁποίαν γράφει πρὸς τὸν θεραπευτὴν Δημόφιλον, καὶ ἴδε πόσον αὐτὸν ἐλέγχει, καὶ ἐπιπλήττει, διατὶ ἀπελάκτισε, καὶ ἀπέβαλεν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τὸν ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἐπιστραφέντα καὶ μετανοήσαντα ἄνθρωπον.

Ὁ δὲ ἅγιος Νεῖλος γράφων πρός τινα Πρεσβύτερον Χαρικλῆν ὀνομαζόμενον, καὶ σκληρὸν πρὸς τοὺς μετανοοῦντας φαινόμενον, ἐλέγχει τοῦτον, διατὶ ἀπετόλμησε νὰ καταποντίσῃ τὸν Φαυστῖνον εἰς ὑπερβολικὴν λύπην, καί τοι ἐξομολογηθέντα παῤῥησίᾳ μὲ πολλὴν ταπείνωσιν. Τὰ λόγια τοῦ πατρὸς εἶναι ταῦτα. ‹Ὡς φαίνεται, Χαρικλῆ, εἰς μὲν τὸ νὰ φυτεύῃς τὰς ἀμπέλους τοῦ Χριστοῦ εἶσαι ἀργός, εἰς δὲ τὸ νὰ ἐκκόπτῃς τὰς ὑπ’ αὐτοῦ πεφυτευμένας, καὶ νὰ τὰς ῥίπτῃς ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, εἶσαι πρόθυμος. Μὴ λέγῃς ἄνθρωπε, ὅτι ὅστις ἔπταισε μέν, ἐξομολογεῖται δὲ μὲ τὸν λόγον, δὲν εἶναι δεκτὸς ἀπὸ τὸν Θεόν. Διότι ταῦτα λέγων, δὲν εἶσαι μακρὰν ἀπὸ τοὺς Ναυατιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν μετάνοιαν μετὰ τὸ βάπτισμα, ὡς μὴ καταδεχόμενος καὶ σὺ τὴν διὰ στόματος μετάνοιαν, καὶ μάλιστα ὁποῦ ἔμαθες τὸν μέγαν Μωϋσῆν, ζητήσαντα ὄχι ἀμελῶς, ἀλλὰ βιαίως τὸν τράγον ἀπὸ τὸν Ἀαρών, καὶ φανερώσαντα μὲ τοῦτο τὴν τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς ἐξομολόγησιν, καὶ συγχώρησιν. Ναί, καλὸν καὶ ἁρμοδιώτατον εἶναι νὰ μετανοῇ ἡ ψυχὴ μὲ ἔργα, νηστείαν δηλαδή, καὶ κακοπάθειαν σώματος. Ὅμως ἂν τύχῃ τινὰς ἀπὸ ἀδυναμίαν σώματος, ἢ ἀπὸ ἄλλο σύμβαμα, καὶ στερηθῇ αὐτὰ τὰ βοηθήματα, ἔχει ὅμως τὴν ἀπὸ στόματος ἐξομολόγησιν καθαράν, δεκτός ἐστιν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅστις ἀπέθανε διὰ τὰς ἁμαρτίας μας.

Καθὼς καὶ ὁ Μωϋσῆς εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς Σκηνῆς ἔσμιξε μὲ βύσσον καὶ χρυσάφι τὰς γιδότριχας, τὰ τίμια μὲ τὰ ἄτιμα. Ὁ Τελώνης, σὲ ἐρωτῶ, μὲ ποίους κόπους ἐσώθη; δὲν ἐσώθη μὲ ψιλὰ λόγια ταπεινώσεως; ὁ Ληστής, μὲ ποίους ἱδρῶτας μετετέθη ἀπὸ τὸν σταυρὸν εἰς τὸν Παράδεισον; δὲν ἐσώθη μὲ ὀλίγα λόγια; ὁμοίως καὶ ὁ Μανασσῆς. Λοιπόν, ὦ Χαρικλῆ, μὴ ἀκούῃς μόνον τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Θεοῦ, ἀμὴ βλέπε καὶ τὴν ἄμετρόν του φιλανθρωπίαν.

Τὸ γὰρ ἔλεός σου, φησί, μέγα ἐπ’ ἐμέ·› Μὴ λέγῃς λοιπὸν ἀστόχαστα, ὅτι, ὁ Θεὸς δὲν δέχεται λόγια μετανοίας. Διότι θέλω σοῦ εἰπῇ καὶ ἐγώ· Ἀσῆμι καὶ χρυσάφι καὶ τὰς λοιπὰς πλουσίας δωρεὰς θέλει ὁ Θεός, ἀμὴ δύω φόλας τῆς χήρας δὲν δέχεται; καὶ πῶς θέλεις μὲ πληροφορήσει, ὅτι ἠξεύρεις τὴν Γραφήν, μὴ ἐνθυμούμενος τοῦ Σωτῆρος τὰ λόγια; δὲν θέλει, λέγει, ὁ Πατήρ μου νὰ ἀπολεσθῇ κᾀνένας ἀπὸ τοὺς μικρούς, καὶ σύ, θέλεις πολλοὺς καὶ μεγάλους; ἐναντία τοῦ Σωτῆρος διδάσκεις, ἄνθρωπε, καὶ ποῦ βάνεις τὸ τοῦ Ἡσαίου. Λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς; δέχεται ὁ Θεὸς ὁποῦ μᾶς ἔπλασεν, οὐ μόνον ἁγνίαν σώματος, μαρτυρικοὺς ἀγῶνας, καὶ ἀσκητικούς, ἀλλὰ καὶ σκυθρωπότητα πρωσώπου, ὅταν γίνεται διὰ τὰ ἁμαρτήματα. Καὶ καρπὸν χειλέων, ὁμολογούντων τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Διότι, ἄλλοι μὲν δύνανται νὰ ἀντιπολεμοῦν, ἄλλοι δὲ πάλιν δὲν δύνανται διὰ τὸ εὐκολονίκητον. Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ συντόμως, πολλὰ γίνονται ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς, τὰ ὁποῖα φαίνονται ὅτι εἶναι μικρά, ὅμως προξενοῦν μεγάλην σωτηρίαν εἰς τοὺς μετανοοῦντας.

Βλέπε καὶ τὸν Μωϋσῆν, ἢ μᾶλλον τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Μωϋσέως, ὁποῦ διορίζει νὰ προσφέρουν διὰ τὰς ἁμαρτίας των οἱ ἄνθρωποι, ὄχι μόνον βόδια καὶ τραγία (τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ πλούσιοι), ἀλλὰ φροντίζωντας διὰ τοὺς κεκοπιασμένους, καὶ συνταπεινούμενος μὲ τοὺς ταπεινοὺς διὰ νὰ μὴν ἀπελπισθοῦν, ἐσυγκατέβασε τὸν νόμον, ἕως καὶ εἰς περιστέρι, καὶ εἰς ὀλίγον σεμιδάλι.

Λοιπὸν καὶ σὺ Πρεσβύτερε, περιποιοῦ τὸν ἄνθρωπον ὁποῦ δείχνει καρδίαν συντετριμμένην, καὶ ἐπίστρεφε καὶ σῶζε αὐτόν, ζητῶντας ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὄχι μόνον καρποὺς κατορθωμάτων καὶ ἀσκητικὰ ἔργα, ἀλλὰ δεχόμενος καὶ λόγια κατανυκτικὰ ἐκείνου, ὁποῦ ἐξομολογεῖται μὲ ταπείνωσιν, καὶ συντριβὴν καρδίας».

ΚΑΝΩΝ ΝΓʹ. Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν ἑορτῶν οὐ μεταλαμβάνει κρεῶν καὶ οἴνου, βδελυσσόμενος, καὶ οὐ δι’ ἄσκησιν, καθαιρείσθω. Ὡς κεκαυτηριασμένος τὴν ἰδίαν συνείδησιν, καὶ αἴτιος σκανδάλου πολλοῖς γενόμενος.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ναʹ. (ὃν καὶ ἀνάγνωθι) διορίζεται, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος εἰς τὰς ἑορτασίμους ἡμέρας δὲν τρώγει κρέας, οὔτε πίνει οἶνον, ὄχι διὰ ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ διατὶ τὰ συγχαίνεται, ἂς καθαίρεται.

Ὡσὰν ὁποῦ εἶναι κεκαυτηριασμένος, ἤτοι ἀναίσθητος, (καθ’ ὁμοιότητα τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὰ ὁποῖα ὅταν τύχῃ νὰ καοῦν, μένουν ἀναίσθητα,) ἢ μεμολυσμένος (καθ’ ὁμοιότητα ἐκείνων ὁποῦ ἔχουσι καυτῆρας, ἤτοι φοντανέλλας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξέρχεται ὕλη καὶ μολυσμός,) εἰς τὴν συνείδησίν του, καὶ ὡσὰν ὁποῦ γίνεται αἴτιος σκανδάλου εἰς τοὺς πολλοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι συναθροιζόμενοι εἰς τὰς ἑορτάς, εἶχον συνήθειαν νὰ κάμνουν ἀγάπας, ἤγουν κοινὰς τραπέζας, καὶ νὰ συντρώγουν ὅλοι μαζὺ τὰς ὁποίας ὁ Παῦλος Κυριακὸν δεῖπνον, ἤτοι κοινὸν ὀνομάζει, εἰς τὴν πρὸς Κορινθ. αʹ. ἐπιστολὴν κεφ. ιαʹ. 21. (περὶ ὧν ὅρα τὴν ὑποσημ. τοῦ οδʹ. τῆς ϛʹ.)

Συμφωνία. Συμφώνως καὶ ὁ Παῦλος ἰδίᾳ εἰς τὴν πρὸς Τιμόθ. αʹ. κεφ. δʹ. 2. κεκαυτηριασμένους ὠνόμασε τοὺς αἱρετικοὺς ἐκείνους, ὁποῦ ἐδίδασκον νὰ ἀπέχουσιν οἱ ἄνθρωποι διὰ βδελυρίαν ἀπὸ τὰ βρώματα. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν Ἀποστολικὸν ναʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΔʹ. Εἴ τις κληρικὸς ἐν καπηλείῳ φωραθείη ἐσθίων, ἀφοριζέσθω. Πάρεξ τοῦ ἐν πανδοχείῳ ἐν ὁδῷ δι’ ἀνάγκην καταλύοντος.

Ἑρμηνεία. Οἱ τῷ Θεῷ κεκληρωμένοι πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τοὺς λαϊκοὺς ὑπόδειγμα βίου σεμνοῦ, ἵνα μὴ ἐξ αἰτίας αὐτῶν βλασφημῆται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Κληρικὸς εὑρεθῇ νὰ τρώγῃ ψωμὶ μέσα εἰς καπηλεῖον, ἂς ἀφορίζηται. Διατὶ τὸ νὰ ἐμβαίνωσιν αὐτοὶ εἰς καπηλεῖον, τί ἄλλο φανερόνει, πάρεξ πῶς ἔχουσι ζωὴν ἄσεμνον, καὶ πῶς εἶναι διεφθαρμένοι, ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν φαγητῶν καὶ πιοτῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ ἄλλα των ἤθη, ὡσὰν ὁποῦ, μὲ τὸ νὰ συμμαζώνωνται εἰς τὰ καπηλεῖα ἄσεμνοι ἄνδρες, καὶ ἄσεμναι γυναῖκες, βέβαια ἐκεῖνος ὁποῦ συναναστρέφεται μὲ τοιούτους, δὲν θέλει μείνῃ ἀμέτοχος τῆς ἐκείνων κακίας. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν Παῦλον «Φθείρουσιν ἤθη χρῆσθ’ ὁμιλίαι κακαί·» ἔξω μόνον ἂν ὁ Κληρικὸς εὑρισκόμενος εἰς τὸν δρόμον, καὶ μὴ ἔχοντας εἰς ποῖον ἄλλο ὀσπήτιον νὰ κονεύσῃ, ἤθελεν ἔμβῃ μέσα εἰς πανδοχεῖον καὶ χάνι διὰ νὰ ἀναπαυθῇ ἐξ ἀνάγκης. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ἀποστολικοῦ μβʹ. Κανόνος.

ΚΑΝΩΝ ΝΕʹ. Εἴ τις Κληρικὸς ὑβρίσοι τὸν Ἐπίσκοπον, καθαιρείσθω. Ἄρχοντα γὰρ τοῦ Λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς.

Ἑρμηνεία. Ὁ Ἐπίσκοπος καὶ Ἀρχιερεὺς εἰς τύπον ὢν τοῦ Κυρίου, καὶ κεφαλὴ τοῦ τῆς Ἐκκλησίας σώματος αἰσθητὴ λογιζόμενος, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ περισσοτέραν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἱερωμένους τιμήν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος κληρικὸς ἤθελεν ὑβρίσῃ τὸν Ἐπίσκοπον, ἂς καθαίρεται, ἐπειδὴ εἶναι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ· Δὲν θέλεις κακολογήσει τὸν προεστῶτα τοῦ λαοῦ σου καὶ ἄρχοντα, εἴτε ἐσωτερικὸν δηλαδὴ καὶ πνευματικόν, εἴτε ἐξωτερικὸν καὶ σωματικόν. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ Ἀρχιερεὺς ὁ Ἐπίσκοπος λέγεται, ὡς ἄρχων τῶν ἱερέων, καὶ Ἱεράρχης, ὡς ἄρχων τῶν ἱερῶν, κατὰ τὸν θεῖον Μάξιμον, καὶ τὸν Ἀεροπαγίτην Διονύσιον. Ὁ δὲ γʹ. τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ λέγει· Ὅποιος τολμήσῃ νὰ κτυπήσῃ, ἢ νὰ φυλακώσῃ Ἐπίσκοπον, καὶ χωρὶς αἰτίαν, ἢ καὶ μὲ αἰτίαν ἐπίπλαστον καὶ ψευδῆ, ὁ τοιοῦτος νὰ ἀναθεματίζηται.

ΚΑΝΩΝ ΝΣΤʹ. Εἴ τις Κληρικὸς ὑβρίσοι Πρεσβύτερον, ἢ Διάκονον, ἀφοριζέσθω.

Ἑρμηνεία. Οἱ Πρεσβύτεροι, καὶ Διάκονοι, χειρῶν ἔχοντες τόπον, διὰ μέσου τῶν ὁποίων κυβερνᾷ τὴν Ἐκκλησίαν ὁ Ἐπίσκοπος, πρέπει μὲν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀπολαμβάνωσι τὴν προσήκουσαν τιμήν, ὄχι ὅμως καὶ ὅσην πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὁ Ἀρχιερεύς. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται, ὅτι ὅποιος Κληρικὸς ἤθελεν ὑβρίσῃ Πρεσβύτερον, ἢ Διάκονον, ἂς ἀφορίζηται μόνον (τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλιγωτέρα παιδεία), καὶ ὄχι ἂς καθαίρεται, ὡσὰν ἐκεῖνος ὁποῦ ὑβρίσῃ Ἀρχιερέα (τὸ ὁποῖον εἶναι μεγαλητέρα παιδεία.) Διότι, καθὼς ἡ μὲν κεφαλὴ εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὰς χεῖρας καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ σώματος, αἱ δὲ χεῖρες εἶναι κατώτεραι ἀπὸ τὴν κεφαλήν· ἔτσι ἀκολούθως καὶ οἱ ἀτιμάζοντες τὴν κεφαλήν, μεγαλητέρας παιδείας δέονται, οἱ δὲ ἀτιμάζοντες τὰς χεῖρας ὀλιγωτέραν παιδείαν χρειάζονται.

ΚΑΝΩΝ ΝΖʹ. Εἴ τις Κληρικὸς χωλόν, ἢ κωφόν, ἢ τυφλόν, ἢ τὰς βάσεις πεπληγμένον χλευάσοι, ἀφοριζέσθω. Ὡσαύτως καὶ λαϊκός.

Ἑρμηνεία. Ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔχουσι μέλη τοῦ σώματος πεπηρωμένα καὶ μισερά, πρέπει μάλιστα νὰ ἐλεῶνται, νὰ βοηθῶνται, καὶ νὰ χειραγωγῶνται ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὰ μέλη σῷα καὶ ὑγιῆ, ὄχι νὰ περιγελῶνται καὶ νὰ περιπαίζωνται. Ὅθεν ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι, ὅποιος Κληρικὸς περιπαίξει κουφόν, ἢ κουτσόν, ἢ τυφλόν, ἢ πληγωμένον καὶ μισερὸν ὄντα κατὰ τοὺς πόδας, ἂς ἀφορίζηται.

Ὁμοίως δὲ καὶ λαϊκὸς ἂν κάμῃ τοῦτο, ἂς ἀφορίζηται. Διότι, μήπως δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ τιμωρία καὶ παιδεία ὁποῦ δίδει εἰς αὐτοὺς ὁ Θεός, κρίμασιν, οἷς αὐτὸς μόνος οἶδε, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἄνθρωποι πέρνοντες τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, προσθέτουν εἰς τοὺς ταλαιπώρους αὐτούς, παιδείαν ἐπάνω εἰς τὴν παιδείαν, μὲ τοὺς ἐμπαιγμοὺς αὐτῶν καὶ τοὺς καταγέλωτας; ὢ ἀθεοφοβίας καὶ ἀπονοίας μεγάλης! Μὴ διὰ τὸν Κύριον, μή, ἀδελφοί μου, τολμήσητε εἰς τὸ ἑξῆς, ἢ νὰ περιπαίζητε, ἢ νὰ ἀποφεύγητε ἀπὸ τοὺς τοιούτους μισερούς, ὡς ἀπὸ πυρὸς καὶ μιάσματος, συνειθίζοντες νὰ λέγητε τὴν ἄλογον καὶ ἀφρονεστάτην παροιμίαν ἐκείνην· Φεύγετε τοὺς σημειωμένους, ἀλλὰ μᾶλλον συντρέχετε καὶ βοηθεῖτε αὐτοῖς πᾶσι τοῖς τρόποις, οἷς δύνασθε, ἵνα καὶ παρὰ τοῦ Κυρίου ἐλεηθῆτε, φανέντες περὶ τοὺς συνδούλους συμπαθητικοί τε καὶ εὔσπλαγχνοι. Δι’ ὃ καὶ ὁ Θεὸς προστάζει μήτε νὰ κατηγορῇ τινὰς τὸν κωφόν, διατὶ δὲν ἀκούει, μήτε νὰ βάλῃ σκοντάματα ἔμπροσθεν εἰς τὰ ποδάρια τοῦ τυφλοῦ, διατὶ δὲν βλέπει. «Οὐ κακῶς ἐρεῖς κωφόν, καὶ ἀπέναντι τυφλοῦ οὐ προσθείσεις σκάνδαλον, καὶ φοβηθήσῃ Κύριον τὸν θεόν σου.»

ΚΑΝΩΝ ΝΗʹ. Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος ἀμελὼν τοῦ Κλήρου, ἢ τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ παιδεύων αὐτοὺς τὴν εὐσέβειαν, ἀφοριζέσθω· ἐπιμένων δὲ τῇ ἀμελείᾳ καὶ ῥᾳθυμίᾳ, καθαιρείσθω.

Ἑρμηνεία. Χρέος ἀπαραίτητον εὑρίσκεται εἰς τὸν Ἐπίσκοπον νὰ διδάσκῃ καθ’ ἑκάστην τὸν ὑποκείμενον αὐτῷ λαὸν τὰ εὐσεβῆ δόγματα, καὶ νὰ ῥυθμίζῃ αὐτὸν πρὸς πίστιν ὀρθὴν καὶ πολιτείαν ἐνάρετον. Λέγει γὰρ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ, πρὸς τοὺς προεστῶτας τῶν λαῶν. «Υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν τέθεικά σε τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ, καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα· εἰ μὴ διαστείλῃ, μηδὲ λαλήσῃς, ἀποθανεῖται ὁ ἄνομος ἐν τῇ ἀνομίᾳ αὐτοῦ, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω.» Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται· Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος (διδακτικοὺς εἶναι καὶ τοὺς Πρεσβυτέρους χρή,) ἀμελεῖ τοὺς κληρικούς του, καὶ ὅλον τὸν ἐπίλοιπον λαόν, καὶ δὲν διδάσκει αὐτοὺς τὰ τῆς εὐσεβείας δόγματα καὶ ἔργα, ἂς ἀφορίζηται ἕως οὗ νὰ διορθωθῇ. Εἰ δὲ καὶ ἐπιμένοι εἰς τὴν ἀμέλειαν καὶ ῥᾳθυμίαν του, ἂς καθαίρεται ὁλότελα, ὡς τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ τοῦ πρεσβυτερίου ἀνάξιος.

Συμφωνία. «Ἀλλὰ δὴ καὶ ἡ ϛʹ. ἐν τῷ ιθʹ. Κανόνι αὐτῆς διορίζει, ὅτι πρέπει μὲν καὶ κάθε ἡμέραν νὰ διδάσκωσι τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαόν τους οἱ προεστῶτες τῶν λαῶν, ἐξαιρέτως δὲ καὶ μάλιστα εἰς τὰς Κυριακάς, διαλέγοντες ἀπὸ τὰς θείας Γραφὰς τὰ τῆς ἀληθείας νοήματα, καθὼς αὐτὰ ἑρμηνεύουσιν οἱ τῆς Ἐκκλησίας πατέρες καὶ θεοφόροι διδάσκαλοι. Ὁ δὲ ρλβʹ. τῆς ἐν Καρθαγ. λέγει, ἐὰν Ἐπίσκοπος ἀμελῶν τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ αἱρετικῶν, ὑπομνησθῇ ἀπὸ τοὺς γειτονοῦντας Ἐπισκόπους περὶ τούτου, καὶ μετὰ ἓξ μῆνας δὲν φροντίσῃ περὶ αὐτῶν, νὰ ἀφορίζεται ἕως οὗ τοῦτο κάμῃ. Ὁμοίως καὶ ὁ ρλαʹ. διορίζεται, ὅτι ἐὰν εἰς ἓξ μῆνας ἀφ’ οὗ ὑπομνησθῇ παρὰ τῶν γειτονούντων ὁ ἀμελῶν τῶν αἱρετικῶν τόπων του Ἐπίσκοπος, δὲν δείξῃ κᾀμμίαν περὶ αὐτῶν ἐπιμέλειαν, οἱ τόποι αὐτοὶ νὰ δίδωνται εἰς ἄλλον Ἐπίσκοπον, ὁποῦ ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἐπιστρέψη. Ἐὰν δὲ ὁ ἀμελὴς Ἐπίσκοπος εἴπῃ ψευδῶς, ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἐκεῖνοι ἡνώθησαν τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἐπεμελήθη αὐτῶν, ὁ τοιοῦτος νὰ χάνῃ καὶ τὴν Ἐπισκοπήν, κατὰ τὸν ρλγʹ. τῆς αὐτῆς. Ὁ δὲ οθʹ. τῆς αὐτῆς διορίζει, ὅτι οὐδὲ εἰς ἄλλους τόπους ὑποκειμένους αὐτῷ πρέπει νὰ διατρίβῃ πολύ, ἀμελῶντας τὴν φροντίδα τοῦ τόπου ἐκείνου, ὁποῦ ἔχει τὸν ἴδιον θρόνον. Ὁ δὲ ιϛʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ.

καθαιρεῖ τὸν λείποντα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του, ὑπὲρ τοὺς ἓξ μῆνας, (χωρὶς νόσου, καὶ Βασιλικῆς, ἢ Πατριαρχικῆς ὑπηρεσίας) καὶ προστάζει, ἄλλος νὰ χειροτονῆται ἀντὶ αὐτοῦ. Ὁ δὲ ιαʹ. καὶ ιβʹ. Σαρδικῆς, καὶ εἰς ὀλιγώτερον καιρὸν διορίζει νὰ μὴ λείπῃ ἀπὸ αὐτήν, ἤτοι τρεῖς ἑβδομάδας μόνον. Αὐτὸ τοῦτο διορίζει καὶ ὁ πʹ. τῆς ϛʹ. ὁ δὲ κεʹ. τῆς δʹ. ἕως εἰς τρεῖς μῆνας μόνον διορίζει νὰ ἀναβάλλουν οἱ Μητροπολῖται τὰς χειροτονίας τῶν Ἐπισκόπων τους, ἔξω μόνον ἂν ἀπὸ ἀνάγκην ἀπαραίτητον ἀπεράσῃ περισσότερος καιρός. Διὰ τὴν ὁποίαν ἀνάγκην, καὶ τὰς διχονοίας τοῦ λαοῦ, διορίζει ὁ πβʹ. τῆς ἐν Καρθ. ἀνάμεσα εἰς ἕνα χρόνον νὰ γίνηται Ἐπίσκοπος εἰς τὴν χηρεύουσαν ἐπαρχίαν, καὶ ὄχι περισσότερον. Ἀλλὰ καὶ ὁ πϛʹ. αὐτῆς εἰς πολὺν καιρὸν δὲν θέλει νὰ ἀφίνωνται ἔρημοι Ἐπισκόπου αἱ ἐπαρχίαι. Καὶ ὁ ιʹ. δὲ τοῦ Πέτρου καθαιρεῖ τοὺς ἀφήσαντας μὲν τὸ τοῦ Κυρίου ποίμνιον, ὑπάγοντας δὲ ἀφ’ ἑαυτῶν εἰς τὸ μαρτύριον, καὶ ἀρνηθέντας πρῶτον, ὕστερον δὲ πάλιν ὁμολογήσαντας τὴν πίστιν.» Τόσον εἶναι μέγα καὶ ἀπαραίτητον τὸ χρέος τῶν Ἀρχιερέων, ὁποῦ ἔχουσι πρὸς τὸν ἐμπιστευθέντα αὐτοῖς λαόν. Ὅθεν ἂν καὶ ἄλλο δὲν τοὺς παρακινῇ εἰς τὸ νὰ μὴ ἀμελῶσιν, ἀλλὰ νὰ νήφωσιν, κᾂν ἂς παρακινήσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου ὁποῦ ἔχουσι, τὸ ὁποῖον σημαίνει βίγλαν καὶ σκοπόν.

Οἱ εἰς τὴν βίγλαν ὄντες, πρέπει νὰ ἀγρυπνοῦσι καὶ νὰ βλέπωσιν, ὄχι νὰ ἀμελῶσι καὶ νὰ νυστάζωσι. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ μέσα εἰς τὸ θυσιαστήριον τὸ ἱερὸν σύνθρονον ἵδρυται, ἵνα, ὁ μὲν Ἀρχιερεὺς ἀναβαίνων καὶ καθεζόμενος εἰς αὐτό, βλέπῃ ἀπὸ ὑψηλά, ὡσὰν ἀπὸ βίγλαν τὸν ὑποκείμενον αὐτῷ λαόν, καὶ ἀκριβέστερον τοῦτον ἐπισκοπῇ, οἱ δὲ Πρεσβύτεροι συνιστάμενοι καὶ συγκαθεζόμενοι μὲ αὐτόν, παρακινοῦνται ἐντεῦθεν νὰ ἐφορῶσι καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ καταρτίζωσι τὸν λαόν, ὡς σύμπονοι δοθέντες εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, καθὼς λέγει ὁ Ζωναρᾶς. Αὐτὸ τὸ ἴδιον νόημα φανερόνει καὶ ὁ θρόνος τοῦ Ἀρχιερέως ὁ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἱστάμενος, ὑψηλότερος τῶν ἄλλων, καὶ Σκοπιὰ ὑπερτάτη διὰ τοῦτο ὀνομαζόμενος, καὶ ἱερὰ τοῦ θρόνου περιωπή, κατὰ τὸν διάκονον Ἰγνάτιον (ἐν τῷ βίῳ τοῦ Πατριάρχου Νικηφόρου) Εἰ δὲ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ Πρεσβύτεροι, εἶναι ἀμαθεῖς, καὶ δύναμιν δὲν ἔχουν εἰς τὸ νὰ διδάσκωσι, πρέπει συμφώνως νὰ προσκαλοῦν ἀπὸ ἄλλους τόπους Διδασκάλους τε καὶ Ἱεροκήρυκας, τὰ πρὸς ζωάρκειαν αὐτοῖς, καὶ τιμὴν τὴν προσήκουσαν ἀπονέμοντες, νὰ καθιστῶσι σχολεῖα εἰς τὰς αὑτῶν παροικίας, καὶ διὰ μέσου ἐκείνων νὰ πληρώνωσι τὸ χρέος τῆς διδασκαλίας, ὁποῦ αὐτοὶ χρεωστοῦσιν εἰς τὸν λαόν, ἀλλέως, τῶν Κανόνων ἡ αὐθεντία πρέπει νὰ ἰσχύῃ πάντοτε.

ΚΑΝΩΝ ΝΘʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, τινὸς τῶν κληρικῶν ἐνδεοῦς ὄντος, μὴ ἐπιχορηγοῖ τὰ δέοντα, ἀφοριζέσθω. Ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω, ὡς φονεύσας τὸν ἀδελφὸν αὑτοῦ.»

Ἑρμηνεία. Τὰ πράγματα καὶ εἰσοδήματα τῶν ἐκκλησιῶν, ὀνομάζονται πτωχικά, διότι πρέπει νὰ διαμοιράζωνται εἰς τοὺς πτωχούς. Καὶ ἂν πρέπῃ νὰ διαμοιράζωνται εἰς πτωχοὺς ἄλλους, καὶ ἐνδεεῖς ἀπὸ τοὺς προεστῶτας τῶν ἐκκλησιῶν, πόσῳ μᾶλλον πρέπει νὰ διαμοιράζωνται ταῦτα εἰς τοὺς ὑποκειμένους αὐτοῖς Κληρικούς, πενομένους καὶ χρείαν ἔχοντας; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος δὲν δίδει τὰ πρὸς ζωὴν ἀναγκαῖα ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἐπισκοπῆς, ἢ τῆς ἐνορίας (εἶχον γὰρ καὶ αἱ τῶν Πρεσβυτέρων ἐνορίαι εἰσοδήματα, περὶ ὧν ὅρα τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ δʹ. τῆς δʹ.) εἰς τὸν χρείαν ἔχοντα Κληρικὸν τῆς Ἐπισκοπῆς ἐκείνης, ἢ τῆς ἐνορίας, ἂς ἀφορίζηται, ἕως οὗ νὰ ἀρχίσῃ νὰ δίδῃ. Εἰ δὲ καὶ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀσπλαγχνίαν του, ἂς καθαίρεται παντελῶς, διατί, ὅσον εἰς τὴν ἰδικήν του προαίρεσιν, φονεὺς ἔγινε τοῦ ἀδελφοῦ του· ὁ γὰρ μὴ ἔχων τὰ συστατικὰ τῆς ζωῆς, βέβαια ἀποθνήσκει, ὁ δὲ ἔχων καὶ μὴ διδοὺς εἰς τὸν μὴ ἔχοντα καὶ κινδυνεύοντα, ἀναντιῤῥήτως φονευτὴς ἐκείνου ἐστίν. Εἰ δὲ καὶ ἐκεῖνος πραγματικῶς δὲν ἀπέθανε, τῆς θείας προνοίας χορηγησάσης αὐτῷ δι’ ἄλλων φιλοπτώχων τὰ ζωαρκῆ, ὅμως ὁ ἔχων καὶ μὴ διδούς, φονευτὴς κρίνεται διὰ τὴν ἀσπλαγχνίαν του καὶ ὠμότητα. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν δʹ. Ἀποστολικόν· καὶ προσέτι τὸν μαʹ.

διορίζοντα, ὅτι ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ εἰσοδήματα τῶν ἐκκλησιῶν πρέπει νὰ κυβερνᾷ ὁ Ἐπίσκοπος τὰς χρείας, τόσον τὰς ἰδικάς του, ὅσον καὶ τὰς χρείας τῶν ξένων ἀδελφῶν ὁποῦ τύχουν. Εἰ δὲ τὰς χρείας τῶν ξένων πρέπει νὰ κυβερνᾷ, πόσῳ μᾶλλον τὰς χρείας τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ κληρικῶν;

ΚΑΝΩΝ Ξʹ. Εἴ τις τὰ ψευδεπίγραφα τῶν ἀσεβῶν βιβλία, ὡς ἅγια ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας δημοσιεύει, ἐπὶ λύμῃ τοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ Κλήρου, καθαιρείσθω.

Ἑρμηνεία. Ἀπὸ τὰ βιβλία, ἄλλα μέν, παρὰ αἱρετικῶν καὶ ἀσεβῶν συγγραφέντα, εἰς ὀνόματα ἁγίων ψευδῶς ἐπεγράφησαν, πρὸς ἀπάτην καὶ πλάνην τῶν ἁπλουστέρων: καθὼς εἶναι τὸ τοῦ κατὰ Θωμᾶν ὀνομαζόμενον Εὐαγγέλιον, παρὰ τῶν Μανιχαίων μὲν συγγεγραμμένον, ἐπιγεγραμμένον δὲ τῷ τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ ὀνόματι· αἱ ὀνομαζόμεναι Ἀποκαλύψεις Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ, καὶ τῆς Θεοτόκου· αἱ τοῦ Χρυσομάλλου φλυαρίαι, τὰς ὁποίας ὁ αἱρετικὸς Πάμφιλος Θεολογικὰ ἔπη ἐπέγραψε, καὶ ἄλλα μυρία τοιαῦτα, τῶν ὁποίων μνείαν κάμνει ὁ Ἅγιος Μελέτιος ὁ ὁμολογητὴς διὰ στίχων πολιτικῶν, ἐν τῷ κατ’ αὐτὸν ὀνομαζομένῳ ἀλφαβηταλφαβήτῳ.

Ἄλλα δὲ ὀρθόδοξα ὄντα καὶ εὐσεβῆ, καὶ παρὰ ὀρθοδόξων καὶ ἁγίων συγγεγραμμένα, ἐνοθεύθησαν παρὰ τῶν αἱρετικῶν ὕστερον: καθὼς ἐνοθεύθησαν ὑπὸ τῶν κακοδόξων, αἱ τῶν Ἀποστόλων διὰ Κλήμεντος διαταγαί, δι’ ὃ καὶ ἀπεβλήθησαν, ὡς λέγει τοῦτο ἡ ϛʹ. οἰκουμενικὴ ἐν τῷ βʹ. αὐτῆς Κανόνι. Καὶ τὰ ἀπόκρυφα Ἠλιού, καὶ Ἱερεμίου, καὶ Ἐνώχ, καὶ ἄλλων ἀκόμη Προφητῶν, καὶ Πατριαρχῶν. Ὅθεν καὶ ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανὼν διορίζεται· ὅτι ὅποιος ἤθελε δημοσιεύσῃ, καὶ βάλῃ νὰ ἀναγινώσκωνται ἐπ’ ἐκκλησίας ὡς ἅγια, τὰ ψευδεπίγραφα βιβλία τῶν ἀσεβῶν καὶ κακοδόξων, διὰ νὰ βλάψῃ ψυχικῶς τὸν κοινὸν λαὸν καὶ τοὺς Κληρικούς, ἂς καθαίρεται. Τὰ τοιαῦτα γὰρ βιβλία πρέπει νὰ κατακρίνωνται, ἢ τὸ ὀλιγώτερον νὰ κατακρύπτωνται, καὶ ὄχι ἐπ’ ἐκκλησίας νὰ ἀναγινώσκωνται.

Συμφωνία. «Δι’ ὅ, καὶ ἡ ϛʹ. ἐν τῷ ξγʹ. Κανόνι διορίζει, ὅτι τὰ παρὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας πλασθέντα ψευδῶς μαρτυρολόγια, διὰ νὰ ἀτιμάζουν τοὺς τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρας, καὶ διὰ νὰ φέρουν τοὺς λαοὺς εἰς ἀπιστίαν μὲ τὰ ἀλλόκοτα ὁποῦ περιέχουν, ταῦτα λέγω, ἂς μὴ δημοσιεύωνται, ἀλλὰ ἂς παραδίδωνται εἰς τὸ πῦρ. Ἀλλὰ καὶ οἱ παραδεχόμενοι ταῦτα ὡς ἀληθῆ, ἂς ἀναθεματίζωνται.» Δὲν κάμνουσι λοιπὸν καλὰ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγινώσκουσι τὴν ἱστορίαν ὁποῦ ἐπιγράφεται εἰς τὸ ὄνομα Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ γενεθλίου τῆς Θεοτόκου: ἕνα μέν, διότι περιέχει πολλὰ ἀλλόκοτα πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἄλλος Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρει, καθὼς μάλιστα εἶναι ἐκεῖνο ὁποῦ λέγει, πῶς ὁ μνήστωρ Ἰωσὴφ ἔφερε μαῖαν διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν φρικτὸν καὶ ἄσπορον ἐκεῖνον, καὶ ὑπὲρ διάνοιαν ἐκ τῆς Παρθένου τοκετὸν τοῦ Κυρίου μας. Καὶ ἄλλο δέ, διότι ὁ ῥηθεὶς ἅγιος Μελέτιος συγκαταριθμεῖ καὶ ταύτην τὴν ἱστορίαν μὲ τὰς νόθους καὶ ψευδεπιγράφους βίβλους τῶν αἱρετικῶν.

Ὁ δὲ θʹ. τῆς ζʹ. καθαιρεῖ μὲν τοὺς Κληρικούς, ἀφορίζει δὲ τοὺς λαϊκοὺς καὶ Μοναχοὺς ἐκείνους, ὁποῦ κρύπτουν, καὶ δὲν φανερόνουν τὰ κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων ψευδοσυγγράμματα, διὰ νὰ μὴ δημοσιευθοῦν, ἀλλὰ νὰ βαλθοῦν μὲ τὰ ἄλλα βιβλία τῶν αἱρετικῶν εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Κωνσταντινουπόλεως.