Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Κανόνες ΞΑ΄-Ο΄: Κατηγορίες, νηστείες, φόνοι και σχέσεις με ετεροδόξους

Ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τα ηθικά παραπτώματα των κληρικών, την τήρηση των νηστειών, τα επιτίμια για τους ακούσιους και εκούσιους φόνους, καθώς και την απαγόρευση συνεορτασμού με τους Ιουδαίους.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 8 από 9

ΚΑΝΩΝ ΞΑʹ. «Εἴ τις κατηγορία γένηται κατὰ πιστοῦ, πορνείας, ἢ μοιχείας, ἢ ἄλλης τινὸς ἀπηγορευμένης πράξεως, καὶ ἐλεγχθείη, εἰς κλῆρον μὴ προαγέσθω.»

Ἑρμηνεία. Ἐκεῖνος ὁποῦ πιασθῇ εἰς πορνείαν, ἢ μοιχείαν, ἢ ἄλλον τοιοῦτον ἀτόπημα, ὄχι μόνον Κληρικὸς ὢν καὶ ἱερωμένος, κατὰ τὸν κεʹ. τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ λαϊκὸς ὤν, κωλύεται νὰ γένῃ, ὄχι μόνον ἱερεύς, ἀλλὰ καὶ Κληρικὸς ἁπλῶς, ἀναγνώστης δηλαδή, ἢ ψάλτης, ἢ θυρωρός, καὶ ὅλως τῶν ἔξω τοῦ βήματος λεγομένων, καθὼς ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται, οὑτωσὶ λέγων· «Ἀνίσως ἤθελε γένῃ κατηγορία ἀπό τινας ἐναντίον Χριστιανοῦ τινος, ὡς ὅτι τάχα ἐπόρνευσεν, ἢ ἐμοίχευσεν, ἢ ἄλλο κᾀνένα ἁμάρτημα ἔκαμεν, ἐμποδισμένον ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας· ὁ τοιοῦτος Χριστιανός, ἐὰν τῇ ἀληθείᾳ φανερωθῇ, ὅτι ἔπραξε τὸ ἁμάρτημα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου κατηγορεῖται, ἂς μὴ προάγηται εἰς Κλῆρον, ἤτοι ἂς μὴ χειροθετῆται Κληρικὸς τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάζωνται πρῶτον τὰ πρόσωπα τῶν κατηγόρων καὶ ἀντιλεγόντων, νὰ μὴ ᾖναι δοῦλοι καὶ ἀπελεύθεροι, νὰ μὴ ᾖναι ἐμποδισμένοι ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς νόμους εἰς τὸ νὰ κατηγοροῦν, κατὰ τὸν ρληʹ. Καρθαγέν. Νὰ μὴ ᾖναι κατηγορημένοι καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἄλλους. Οὗτοι γὰρ πάντες δὲν εἶναι δεκτοὶ εἰς κατηγορίαν καθ’ οἱουδήτινος προσώπου, ἐὰν πρῶτον δὲν ἀποδείξουν τὸν ἑαυτόν τους ἀθῷον ἀπὸ τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται, κατά τε τὸν Ἁρμενόπουλ. βιβλ. αʹ. τίτλ. βʹ. καὶ κατὰ τὸν ϛʹ. τῆς Οἰκουμενικῆς βʹ. συνόδου.

Ἀνίσως λοιπὸν οἱ κατήγοροι εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω, καὶ ἀποδείξουν ἀληθῆ τὴν κατηγορίαν τὴν κατὰ τοῦ ὑποψηφίου ἐκείνου, ὁ τοιοῦτος δὲν γίνεται Κληρικός.

Εἰ δὲ δὲν δυνηθοῦν νὰ τὴν ἀποδείξουν ἀνάμεσα εἰς τρεῖς μῆνας, αὐτοὶ μὲν νὰ ἀφορίζωνται παντοτινὰ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ὑπὸ τοῦ μέλλοντος χειροτονῆσαι τὸν Κληρικὸν Ἀρχιερέως, ὡς συκοφάνται καὶ διαβολεῖς. Ὁ δὲ συκοφαντηθεὶς καὶ κατηγορηθεὶς ἀδίκως, νὰ χειροτονῆται Κληρικός, ὡς καθαρὸς φανεὶς καὶ ἀνεύθυνος τῆς κατηγορίας: καθὼς παρακελεύεται ἡ αʹ. διάταξις τοῦ αʹ. τίτλ. τῶν Νεαρῶν.

Διὰ τοῦτο ὁρίζει ἡ αὐτὴ Νεαρά, ὅτι αἱ χειροτονίαι, ἤτοι αἱ ψῆφοι τῶν Ἐπισκόπων καὶ Κληρικῶν, πρέπει νὰ γίνωνται ἔμπροσθεν εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ ἔχῃ ἄδειαν ὅποιος θέλει νὰ λέγῃ. Ὅθεν ἀκολούθως καὶ ἡ Καρθαγέν. Κανόνι νθʹ. αὐτὸ τὸ ἴδιον λέγει, ὁρίζουσα ὅτι, ἀνίσως, ὅταν γίνωνται αἱ ψῆφοι καὶ ἐκλογαὶ τῶν Ἀρχιερέων, γεννηθῇ ἀπό τινας κᾀμμία ἀντιλογία κατηγορίας καὶ ἐγκλημάτων, νὰ ἐξετάζωνται οἱ ἀντιλέγοντες, καὶ ἀφ’ οὗ φανῇ ὁ ὑποψήφιος καθαρὸς ἔμπροσθεν εἰς τὸ πρόσωπον ὅλου τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὰς κατ’ αὐτοῦ ἐπαγομένας κατηγορίας, τότε νὰ χειροτονῆται Ἐπίσκοπος. Δῆλον δὲ ὅτι τοῦτο ὁποῦ λέγει ἡ σύνοδος διὰ τοὺς Ἐπισκόπους, νοεῖται ὁμοίως καὶ διὰ τοὺς Κληρικούς· περὶ οὗ ὅρα τὰς ὑποσημειώσεις τοῦ βʹ. Ἀποστολικοῦ, καὶ τοῦ εʹ. καὶ ιγʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, καὶ τὸν λʹ. Ἀποστολικόν.»

ΚΑΝΩΝ ΞΒʹ. «Εἴ τις Κληρικὸς διὰ φόβον ἀνθρώπινον, Ἰουδαίου, ἢ Ἕλληνος, ἢ Αἱρετικοῦ, ἀρνήσηται, εἰ μὲν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποβαλλέσθω, εἰ δὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κληρικοῦ, καθαιρείσθω. Μετανοήσας δέ, ὡς Λαϊκὸς δεχθήτω.»

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν προστάζει, ὅτι ὅποιος Κληρικὸς διὰ φόβον ἀνθρωπίνων κολάσεων, Ἰουδαίων δηλ. ἢ Ἑλλήνων, ἢ Αἱρετικῶν, ἤθελεν ἀρνηθῆ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁ τοιοῦτος ἀφ’ οὗ μετανοήσει, ὄχι μόνον ἂς καθαίρεται ἀπὸ τὸν Κλῆρον, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἂς ἐκβάλληται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ νὰ στέκηται εἰς τὴν τάξιν τῶν μετανοούντων. Εἰ δὲ διὰ φόβον ἀνθρώπινον ἤθελεν ἀρνηθῇ τὸ ὄνομα τοῦ κλήρου του, ταὐτὸν εἰπεῖν, πῶς εἶναι ὁ δεῖνα Κληρικός, ἢ Ἀναγνώστης δηλαδή, ἢ Ψάλτης, ἢ ἄλλο τι, ἂς καθαίρεται μόνον ἀπὸ τὸ κληρικάτον του. Δίκαιον γὰρ εἶναι νὰ στερηθῇ ἐκεῖνο ὁποῦ ἀρνήθη, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ εἰπῇ πῶς τὸ ἔχει. Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ τοιοῦτος μετανοήσει, ἂς δέχηται εἰς κοινωνίαν τὴν μετὰ τῶν πιστῶν ὡσὰν λαϊκός, ἤτοι, ἂς συμπροσεύχεται μὲ τοὺς πιστούς.

Συμφωνία. «Ὁ δὲ αʹ. καὶ βʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ διορίζουσιν, ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι ἐκεῖνοι, καὶ οἱ Διάκονοι, ὁποῦ ἀληθῶς διὰ τὰ βασανιστήρια τῶν διωκτῶν, ἐθυσίασαν καὶ ἠρνήθησαν, ὕστερον δὲ πάλιν νικήσαντες τὸν ἐχθρόν, ὡμολόγησαν τὴν πίστιν, αὐτοὶ λέγω, προστάζει, νὰ ἔχωσι τὴν τιμὴν τῆς μετὰ τῶν Πρεσβυτέρων καθέδρας, νὰ μὴ προσφέρωσιν ὅμως, ἢ νὰ διδάσκωσιν, ἢ ὅλως τι ἱερατικὸν νὰ ἐνεργῶσιν. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ιʹ. Πέτρου, πάσης ἀποστερεῖ ἱερᾶς λειτουργίας τοὺς θεληματικῶς μὲν καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν ὁρμήσαντας εἰς τὸ μαρτύριον, ἀρνηθέντας δέ, ὕστερον δὲ πάλιν νικήσαντας, καὶ τὴν πίστιν ὁμολογήσαντας. Ὅσοι δὲ Κληρικοί, μὲ βίαν πολλὴν ἔλαβον λιβανωτὸν εἰς τὰς χεῖρας, ἢ βρῶμά τι, καὶ τὴν πίστιν ἐβάστασαν γενναίως: οὗτοι, ὄχι μόνον δὲν χάνουσι τὴν λειτουργίαν αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ ὁμολογητῶν συναριθμοῦνται, κατὰ τὸν ιδʹ. Πέτρου. Ὄχι μόνον δὲ οἱ μετὰ τὸ ἱερωθῆναι ἀρνηθέντες καθαιροῦνται, ἀλλὰ καὶ ὅσοι πρὸ τοῦ ἀρνηθέντες, ὕστερον ἐχειροτονήθησαν, γνωσθέντες καθαιροῦνται.» Καὶ ὅρα τὸν ιʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΞΓʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ Ἱερατικοῦ, φάγῃ κρέα ἐν αἵματι ψυχῆς αὐτοῦ, ἢ θηριάλωτον, ἢ θνησιμαῖον, καθαιρείσθω. Τοῦτο γὰρ ὁ Νόμος ἀπεῖπεν. Εἰ δὲ Λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς δίδωντας τὸν περὶ τῶν βρωμάτων νόμον εἰς τὸν Νῶε, εἶπεν αὐτῷ· Ὡς «λάχανα χόρτου δέδωκα ὑμῖν τὰ πάντα, πλὴν κρέας ἐν αἵματι ψυχῆς οὐ φάγεσθε.» Διὰ τοῦτο εἰς τὸν παρόντα Κανόνα οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι διορίζουσιν, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως ἐκ τοῦ καταλόγου ὑπάρχων τῶν Ἱερέων καὶ Κληρικῶν, ἤθελε φάγη κρέας μὲ αἷμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ψυχὴ τοῦ ζώου, ἤτοι πνικτόν, κατὰ τὸν Χρυσόστομον, ἢ ἤθελε φάγῃ θηριάλωτον, ἤτοι ζῶον πιασμένον καὶ σκοτωμένον ἀπὸ λύκον, θετέον, ἢ ἀπὸ ἀρκούδαν, ἢ ἄλλο τοιοῦτον, ἢ καὶ ἀπὸ ὄρνεον· ἢ ἤθελε φάγῃ θνησιμαῖον, ἤτοι νεκρὸν καὶ ψοφισμένον ἀπὸ λόγου του· ὁ φαγών, λέγω, τὰ τοιαῦτα Κληρικός, ἂς καθαίρηται, ἐπειδὴ κοὶ ὁ νόμος τὰ ἐμπόδισε νὰ μὴ τρώγωνται, τόσον ὁ δοθεὶς εἰς τὸν Νῶε, ὡς εἴπομεν, ὅσον καὶ ὁ δοθεὶς εἰς τὸν Μωϋσῆν, ἐν κεφ. ιζʹ. τοῦ Λευϊτικοῦ. Εἰ δὲ Λαϊκὸς εἶναι ἐκεῖνος ὀποῦ ἤθελε τὰ φάγῃ, ἂς ἀφορίζηται.

Συμφωνία. «Ἀλλὰ γὰρ καὶ εἰς τὸν νέον Νόμον τοῦ Εὐαγγελίου τὰ τοιαῦτα ἐμποδίζονται νὰ μὴ τρώγωνται. Συναχθέντες γὰρ οἱ ἴδιοι οὗτοι Ἀπόστολοι, ἔγραψαν πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ Συρίαν, καὶ Κιλικίαν, ταῦτα· Ἔδοξε τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν, μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος, πλὴν τῶν ἐπάναγκες τούτων.

Ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων, καὶ αἵματος, καὶ πορνείας.» Ἡ αἰτία δέ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐμποδίζονται τὰ θηριάλωτα, ἢ ὀρνεοπάτακτα ζῶα, ἢ θνησιμαῖα, ἢ πνικτά, εἶναι, διὰ τί δὲν χύνεται ὅλον τὸ αἷμα αὐτῶν, ἀλλὰ μένει μέσα εἰς αὐτά, διασκορπιζόμενον εἰς τὰ φλεβίδια ὅλα τοῦ κρέατος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα νὰ εὐγῇ δὲν εἶναι τρόπος. Δι’ ὃ οἱ ἐσθίοντες αὐτά, κρέα ἐν αἵματι ψυχῆς αὐτοῦ ἐσθίουσι. Καὶ ὁ ξζʹ. δὲ τῆς ϛʹ. καθαιρεῖ μὲν τὸν Κληρικὸν ἐκεῖνον ὁποῦ φάγει αἷμα μὲ οἱονδήτινα τρόπον καὶ τέχνην, τὸν δὲ λαϊκὸν ἀφορίζει. Ἐμποδίζει δὲ καὶ ὁ βʹ. τῆς ἐν Γάγγρ. τὸ νὰ τρώγηται αἷμα καὶ πνικτὸν καὶ εἰδωλόθυτον.

ΚΑΝΩΝ ΞΔʹ. «Εἴ τις Κληρικὸς εὑρεθῇ τὴν Κυριακὴν ἡμέραν νηστεύων, ἢ τὸ Σάββατον, πλὴν τοῦ ἑνὸς μόνον, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ Λαϊκός, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Ἄλλο εἶναι νηστεία, ἄλλο λύσις νηστείας, καὶ ἄλλο κατάλυσις νηστείας. Καὶ νηστεία μὲν κυρίως εἶναι, ἡ τελεία ἀσιτία, ἢ καὶ τὸ νὰ τρώγῃ τινὰς μίαν φορὰν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν, μὲ ξηροφαγίαν, ἄρτου δηλονότι μόνου καὶ ὕδατος. Λύσις δὲ τῆς νηστείας εἶναι, τὸ νὰ φάγῃ τινὰς πρὸ τῆς ἐννάτης ὥρας, κᾂν σῦκα, κᾂν σταφίδας, κἂν ἄλλο τοιοῦτό τι. Ἢ καὶ τὸ νὰ φάγῃ ἔξω ἀπὸ τὸν ἄρτον, καὶ τὸ ὕδωρ, καὶ ἄλλα μερικὰ εἴδη βρωσίμων λιτῶν καὶ εὐτελῶν· λόγου χάριν, Ὄσπρια, Οἶνον, ἢ Ἔλαιον, ἢ Ὀστρακόδερμα. Κατάλυσις δὲ νηστείας εἶναι, ὅταν τρώγῃ τινὰς ἀπὸ ὅλα τὰ βρώσιμα, καὶ κρέας, θετέον καὶ ὀψάρια, καὶ γάλα, καὶ τυρί, καὶ τὰ λοιπά. Λοιπὸν εἰς τὸν παρόντα Κανόνα διορίζουσιν οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι, ὅτι ὅποιος Κληρικὸς εὑρεθῇ νὰ νηστεύῃ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς ἢ τοῦ Σαββάτου, μὲ ἀσιτείαν τελείαν, ἢ καὶ μὲ ξηροφαγίαν ἐν τῇ ἐννάτῃ, ἔξω ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον Σάββατον: δηλαδὴ τὸ Μέγα Σάββατον, κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸν τάφον τοῦ Κυρίου τὸ Σῶμα, καθ’ ὃ καὶ οἱ ὀρθόδοξοι πάντες νηστεύομεν, κατὰ τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου ὁποῦ εἶπεν· «Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι, ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ Νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσι· (καὶ ὅρα σημ. τοῦ κθʹ. τῆς ϛʹ.)» ὁ τοιοῦτος, λέγω, Κληρικός, ἂς καθαίρεται, εἰ δὲ Λαϊκὸς εἶναι ὁ ταύτας τὰς ἡμέρας νηστεύων, ἂς ἀφορίζηται.

Τὸ μὲν γὰρ Σάββατον δὲν νηστεύομεν, κυρίως μὲν καὶ οὐσιωδῶς, διὰ τί εἶναι καταπαύσιμος ἡμέρα, εἰς τὴν ὁποίαν κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς δημιουργίας αὑτοῦ, κατὰ τὰς διαταγὰς καταχρηστικῶς δὲ καὶ ἐπουσιωδῶς, διὰ τί οἱ Μαρκιωνισταὶ ἐνήστευον εἰς αὐτό, ἀντιφερόμενοι εἰς τὴν τιμὴν τοῦ τῶν ὅλων Δημιουργοῦ, κατὰ τὸν ἅγιον Ἐπιφάνιον αἱρέσει τῇ κατὰ Μαρκίωνος. Λέγει δὲ καὶ ὁ Μαργούνιος ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ιαʹ. Κανόνος τῆς ἐν Ἀγκύρ. ὅτι ἐνήστευον κατὰ τὸ Σάββατον, καὶ οἱ Αἱρετικοὶ καλούμενοι Κολουθιανοί, καὶ Ἀπολινάριοι, πρὸς λύτρωσιν τῶν κεκοιμημένων. Λοιπὸν κοντὰ εἰς τὴν καθ’ αὑτὸ καὶ ἐσωτερικὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Σαββάτῳ οὐ νηστεύομεν, ἥτις ἐστίν, ὡς εἴπομεν, ἡ κατάπαυσις τοῦ τῶν ὅλων Δημιουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀκόμη δὲν νηστεύομεν, ἵνα μὴ δόξωμεν, ὅτι, συμφωνοῦμεν μὲ τοὺς εἰρημένους Αἱρετικούς. Τὴν δὲ Κυριακὴν οὐ νηστεύομεν, διὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν παγκόσμιον χαρὰν καὶ ἀνάστασιν. Τὸ μὲν γὰρ Σάββατον, τῆς αʹ. δημιουργίας καὶ πλάσεως τοῦ κόσμου φέρει ὑπόμνησιν, ὡς τέλος αὐτῆς καὶ σφραγίς. Ἡ δὲ Κυριακή, εἰκόνα σώζει τῆς δευτέρας δημιουργίας καὶ ἀναπλάσεως ὡς ἀρχὴ ταύτης, μᾶλλον δὲ καὶ ὡς ἀρχὴ τῆς αʹ. δημιουργίας.

Συμφωνία. «Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ϛʹ. σύνοδος Κανόνι νεʹ. βεβαιοῦσα τὸν παρόντα Ἀποστολικὸν Κανόνα, προστάζει νὰ τὸν φυλάττωσιν ἀπαραχάρακτον καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ῥώμην εὑρισκόμενοι, οἵτινες ἐνήστευον τὰ Σάββατα τῆς ἁγίας μʹ. Χαρμοσύνης δὲ ἡμέραν τὴν Κυριακὴν ὀνομάζει καὶ ὁ ἱερομάρτυς Πέτρος, Κανόνι ιεʹ. Πλὴν καὶ τούτων λεγομένων, δὲν δίδεται ἄδεια εἴς τινα νὰ καταλύῃ τὰ Σάββατα καὶ τὰς Κυριακὰς τῆς μʹ. εἰς τυρὶ καὶ αὐγά, κατὰ τὸν νϛʹ. τῆς ϛʹ. ἀλλ’ εἰς μόνον οἰνέλαιον, καὶ ὀστρακόδερμα. Ἀλλ’ οὔτε ἔχει ἄδειάν τινας νὰ ἀργῇ ἀπὸ κάθε ἔργον ἐν τῷ Σαββάτῳ, εἰμὴ ἐν Κυριακῇ. Ἀναθεματίζει γὰρ ὁ κθʹ. τῆς ἐν Λαοδικ. ὡς Ἰουδαίζοντας, τοὺς τοῦτο ποιοῦντας Χριστιανούς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐν Γάγγρᾳ Σύνοδος Κανόνι ιηʹ. ἀναθεματίζει τοὺς νηστεύοντας ἐν Κυριακῇ, ὄχι διὰ ἀληθινὴν ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ διὰ νομιζομένην, ἤτοι σχηματιζομένην μόνον καὶ ὑποκριτικήν, καὶ ἐπειδὴ ὁ νγʹ. τῶν Ἀποστόλων καθαιρεῖ τὸν Κληρικόν, ὁποῦ εἰς τὰς ἑορτὰς δὲν τρώγει κρέας, οὔτε πίνει οἶνον, ὄχι διὰ ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν, ἀλλὰ διὰ τί ταῦτα συγχαίνεται.»

Συνάγεται ἀκολούθως, ὅτι δὲν εἶναι παραβάται τοῦ Κανόνος τούτου ἐκεῖνοι, ὁποῦ διὰ ἀληθινὴν ἄσκησιν μετὰ θεοσεβείας καὶ σεμνότητος γινομένην, νηστεύοντες εἰς δέκα τυχόν, ἢ δεκαπέντε ἡμέρας, νηστεύουσιν ἑπομένως καὶ τὰ ἀναμεταξὺ εἰς τὰς ὡρισμένας ἡμέρας ταύτας τυχαίνοντα Σάββατα καὶ Κυριακάς, καθὼς καὶ ὁ Ζωναρᾶς, καὶ ὁ Βαλσαμὼν συμφώνως, τόσον εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νγʹ. ὅσον καὶ τοῦ παρόντος Ἀποστολικοῦ τούτου λέγουσι. Πλὴν καὶ αὐτοί, εἰς τὰς ἡμέρας ταύτας, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Κυριακήν, πρέπει νὰ μὴ νηστεύουσιν ὅλην τὴν ἡμέραν, ταὐτὸν εἰπεῖν νὰ μὴ ἀπερνοῦσιν ὁλότελα ἄσιτοι, ἀλλὰ νὰ λύωσι τὴν νηστείαν, καὶ πρὸ τῆς ἐννάτης, καὶ μὲ κἄποιον εἶδος βρωσίμου λυτικόν, ἀλλ’ οὐ καταλυτικόν. Καθὼς καὶ ὁ αʹ. Κανὼν Θεοφίλου διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς αἱρέσεις ἐκείνων, ὁποῦ δὲν ἐτίμουν τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς, ἔλυσε τὴν νηστείαν ταύτης μὲ μόνην τὴν μετάληψιν τῶν Φοινίκων, λίαν ἐπιστημόνως καὶ διακριτικῶς.

Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνος μὲ τὴν λύσιν ταύτην τῆς νηστείας, καὶ τοὺς Κανόνας ἐφύλαξε τοὺς διορίζοντας νὰ μὴ νηστεύωμεν ἐν Κυριακῇ, καὶ τὸ αἰδέσιμον τῆς νηστίμου παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ἐτήρησεν, ἐπιστάσης ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ: οὕτω καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν λύσιν τῆς νηστείας ὁποῦ θέλουσι κάμῃ διὰ τῆς μεταλήψεως βρωσίμου τινὸς ὀλίγου, πρὸ τῆς ἐννάτης ὥρας, καὶ παραβάται τῶν Κανόνων οὐ γίνονται, καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐγκρατείας καὶ ἀσκήσεως αὑτῶν κατορθοῦσιν. Ἐπιβεβαιοῖ δὲ τὴν ἐν Σαββάτῳ δι’ ἄσκησιν καὶ ἀληθῆ ἐγκράτειαν νηστείαν καὶ ὁ Θεῖος Ἱερώνυμος. Πρὸς γὰρ τὸν ἐρωτήσαντα Λυκίνιον ἀνίσως πρέπει νὰ νηστεύῃ τὸ Σάββατον, ἀπεκρίθη· «Ὡς ὄφελόν γε εἰ ἐδίδου Θεὸς δύνασθαι ἡμᾶς νηστεύειν καθ’ ἡμέραν.» Οὐ διὰ βδελυρίαν δηλαδὴ τῶν βρωμάτων, οὐ διὰ νομιζομένην καὶ ἐπίπλαστον ἄσκησιν, οὐ διὰ καταφρόνησιν τῶν Κανόνων, οὐ διά τινα νομικὴν τήρησιν, ἀλλὰ διὰ ἐγκράτειαν, ὡς εἴπομεν ἀληθῆ, καὶ εὐλάβειαν «εἴ γε ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται.»

ΚΑΝΩΝ ΞΕʹ. «Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Μέγα ἁμάρτημα λογιάζει ὁ παρὼν Κανὼν τὸ νὰ ἔμβῃ τινὰς Χριστιανὸς μέσα εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, διὰ νὰ προσευχηθῇ. Τίς γὰρ μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου, κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον; Διότι, ἂν οἱ ἴδιοι Ἰουδαῖοι ἐμβαίνοντες εἰς τὰς συναγωγὰς αὑτῶν, καὶ θυσίας ποιοῦντες, παρανομοῦσι, μὲ τὸ νὰ ᾖναι ἐμποδισμένον ἔξω τῆς Ἱερουσαλὴμ θυσίας νὰ προσφέρωσι, κατὰ τὸν νόμον; (ὡς μαρτυρεῖ τοῦτο Ἰουστῖνος ὁ θεῖος ἐν τῷ πρὸς Τρύφωνα διαλόγῳ, ὁ Σωζόμενος Ἐκκλησιαστικῇ ἱστορίᾳ βιβλ. εʹ. κεφ. 21. καὶ ὁ Χρυσόστομος λόγῳ βʹ. κατὰ Ἰουδαίων,) πόσῳ μᾶλλον παρανομεῖ ὁ Χριστιανὸς ἐκεῖνος ὁποῦ συμπροσεύχεται μὲ τοὺς σταυρωτὰς τοῦ Χριστοῦ; ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν Αἱρετικῶν Ἐκκλησία καὶ σύναξις, ὡς ἐναντία φρονοῦσα εἰς τοὺς ὀρθοδόξους, δὲν πρέπει νὰ τιμᾶται, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ἀποβάλληται. Ὅθεν καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται, ὅτι, ὅποιος Κληρικός, ἢ Λαϊκός, ἤθελεν ἔμβῃ μέσα εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν Ἰουδαίων, καὶ αἱρετικῶν χάριν προσευχῆς, ὁ μὲν Κληρικός, ὡς μεγάλα ἁμαρτήσας, ἂς καθαίρηται ἐν ταὐτῷ, καὶ ἂς ἀφορίζηται, ὁ δὲ λαϊκός, ἂς ἀφορίζηται μόνον. Ἐπειδὴ καθὸ Λαϊκός, ὀλιγώτερον ἥμαρτεν ἀπὸ τὸν Κληρικόν, τοῦτο ποιήσας, καὶ ἐπειδὴ καθαιρεθῆναι, ὡς Λαϊκὸς ὤν, οὐ δύναται.

Ἤ, ὀρθότερον, καθὼς ἄλλοι ἑρμηνεύουσιν, ὁ μὲν Κληρικὸς ὁ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ Αἱρετικῶν εἰσελθὼν διὰ νὰ προσευχηθῇ, ἂς καθαίρηται, ὁ δὲ Λαϊκὸς ἂς ἀφορίζηται. Ἀνάγνωθι καὶ τὰς ἑρμηνείας τοῦ ζʹ. καὶ μέ. τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων.

ΚΑΝΩΝ ΞΣΤʹ. «Εἴ τις κληρικὸς ἐν μάχη τινὰ κρούσας, καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κρούσματος ἀποκτείνας, καθαιρείσθω διὰ τὴν προπέτειαν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ Λαϊκὸς ᾖ, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Εἰς μὲν τὸν κζʹ. Κανόνα αὐτῶν καθαιροῦσιν οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι τοὺς Κληρικοὺς ὁποῦ τύπτουσιν ἢ πιστοὺς ἁμαρτήσαντας, ἢ ἀπίστους ἀδικήσαντας, καθὼς εἰς τὴν ἐκείνου ἑρμηνείαν εἴπομεν. Εἰς δὲ τὸν παρόντα Κανόνα διορίζουσιν ὅτι, ἀνίσως τινὰς Κληρικὸς ἐν καιρῷ μάχης ἤτοι φιλονεικίας, ἤθελε κτυπήσῃ τινὰ κᾂν μίαν μόνην βαρεματίαν, καὶ ἀπὸ αὐτὴν μοναχὴν ἤθελε τὸν θανατώσῃ, ὁ τοιοῦτος ἂς καθαίρεται, ἂν ὄχι διὰ τί ἐκτύπησε μίαν μόνην βαρεματίαν· ἂν ὄχι διότι δὲν ἤθελε νὰ τὸν φονεύσῃ, ἀλλὰ διότι ἐνικήθη ὑπὸ τοῦ θυμοῦ καὶ ἐφάνη προπέτης καὶ αὐθάδης, ἀσηκώσας χέρι καὶ κτυπήσας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐμποδισμένον ἀπὸ τοὺς Κληρικούς, (ἀφίνω νὰ λέγω διὰ τὴν μεγάλην καὶ θανάσιμον ἁμαρτίαν τοῦ φόνου ὁποῦ ἔκαμεν)· εἰ δὲ Λαϊκὸς ᾖναι ὁποῦ ἔκαμε τὸν τοιοῦτον φόνον, ἂς ἀφορίζηται καὶ ἀπὸ τὰ μυστήρια, καὶ ἀπὸ τὴν σύναξιν καὶ ἐκκλησίαν τῶν πιστῶν.

Συμφωνία. «Σημείωσαι δέ, ὅτι κατὰ τὸν ηʹ. τοῦ μεγάλου Βασιλείου, ἄλλοι μὲν εἶναι φόνοι ἀκούσιοι, ἄλλοι δὲ ἑκούσιοι, καὶ ἄλλοι ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀκουσίους καὶ ἑκουσίους, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν πλησιάζοντες εἰς τοὺς ἑκουσίους. Καὶ ἀκούσιος μὲν φόνος εἶναι, ὅταν τινὰς ῥίπτωντας λίθον διὰ νὰ κτυπήσῃ δένδρον, ἢ σκύλον, τύχῃ καὶ κτυπήσῃ ἄνθρωπον. Ἑκούσιος δέ, ὅταν τινὰς πάρῃ μαχαίρι, ἢ τουφέκι διὰ νὰ σκοτώσῃ, ὅ,τι λογῆς εἶναι καὶ οἱ κλέπται, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ὑπάγουν εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ κατὰ τὸν εʹ. τοῦ Νύσσης, ἑκούσιος φόνος εἶναι ἐκεῖνος ὁποῦ γένῃ μὲ προετοιμασίαν καὶ μελέτην. Κοντὰ δὲ εἰς τοὺς ἑκουσίους, εἶναι, ὅταν μαχόμενός τινας μὲ ἄλλον, κτυπήσῃ αὐτὸν μὲ ξύλον, ἢ μὲ τὸ χέρι του ἄσπλαγχνα, καὶ εἰς τόπον κινδυνώδη καὶ καίριον. Ὁ δὲ Νύσσης εἰς τὸν ἀνωτέρω Κανόνα του, ἑκούσιον τὸν τοιοῦτον φόνον κρίνει ὅ,τι λογῆς δηλαδὴ φόνος εἶναι ὁ ἀνωτέρω ὁποῦ ἀναφέρει ὁ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανών, ἑκούσιος κατὰ τὸν Νύσσης, ἐγγὺς τοῦ ἑκουσίου, κατὰ τὸν Βασίλειον, διότι ἐμεταχειρίσθη τοιοῦτον ὄργανον διὰ νὰ κτυπήσῃ, καὶ διότι ἄσπλαγχνα εἰς τόπον θανατηφόρον ἐκτύπησε τὸν ἄνθρωπον, νικημένος ὅλος διόλου ὤντας ὑπὸ τοῦ θυμοῦ. Καὶ διὰ νὰ εἴπωμεν μὲ συντομίαν, ὁ μὲν φόνος, κατὰ τὸ νομικὸν τοῦ Φωτίου τίτλ. θʹ. κεφ. κϛʹ.

πρέπει νὰ θεωρῆται ἀπὸ τὴν διάθεσιν καὶ γνώμην τοῦ φονεύοντος, ἂν εἶχε δηλαδὴ γνώμην καὶ σκοπὸν διὰ νὰ φονεύσῃ, ἢ ὄχι· ἡ δὲ διάθεσις πάλιν πρέπει νὰ θεωρῆται ἀπὸ τὸ ὄργανον ὁποῦ μεταχειρίζεται εἰς τὸν φόνον.

Διὰ τοῦτο πολλαῖς φοραῖς, ἐκεῖνος ὁποῦ κτυπήσῃ μέν, δὲν φονεύσῃ δέ, ὡς φονεὺς τιμωρεῖται, διὰ τὴν γνώμην ὁποῦ εἶχεν εἰς τὸ νὰ φονεύσῃ. Ἐκ τοῦ ἐναντίου δέ, ἐκεῖνος ὁποῦ φονεύσει, δὲν τιμωρεῖται ὡς φονεύς, ἀνίσως μόνον εἶχε γνώμην νὰ κτυπήσῃ καὶ ὄχι νὰ φονεύσῃ.

Ὥστε, ἀπὸ τὰ δύω ταῦτα κρίνεται ἡ διαφορὰ τῶν ἑκουσίων φόνων καὶ τῶν ἀκουσίων, ἀπὸ τὴν διάθεσιν καὶ ὁρμὴν τοῦ κτυπήσαντος, καὶ ἀπὸ τὸ ὄργανον ὁποῦ ἐμεταχειρίσθη. Εἰς τοὺς ἑκουσίους φόνους συναριθμοῦνται καὶ αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι ὁποῦ δίδουσι βότανα εἰς τὰς ἐγγαστρωμένας διὰ νὰ θανατωθοῦν τὰ ἔμβρυα, ὁμοίως καὶ ἐκεῖναι ὁποῦ ταῦτα δέχονται, ὡς ἡ ϛʹ. κατὰ τὸν ϙαʹ. αὐτῆς Κανόνα, καὶ ἡ ἐν Ἀγκύρᾳ κατὰ τὸν καʹ. αὐτῆς, καὶ ὁ Βασίλ. κατὰ τὸν βʹ. καὶ ηʹ. Κανόνα ὁρίζουσι. Φιλανθρωπότερον ὅμως, οὐχὶ μέχρι τέλους ζωῆς, ἀλλὰ εἰς δέκα χρόνους αὐτὰς κανονίζουσιν, ὅ,τε τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ: αὐτὸς οὗτος καʹ. καὶ ὁ βʹ. Βασιλείου: ἀλλὰ δὴ καὶ αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι, ὁποῦ δίδουσιν εἰς κἀποίους τινὰ φάρμακα καὶ βότανα διὰ νὰ ἑλκύσουν αὐτοὺς εἰς τὸν σατανικὸν αὐτῶν ἔρωτα, τὰ ὁποῖα προξενοῦν σκοτοδινίασιν εἰς τοὺς λαμβάνοντας, καὶ πολλάκις καὶ θανατώνουν αὐτούς, καθὼς τοῦτο εἰς τὸν προῤῥηθέντα ηʹ. Κανόνα ἀναφέρει ὁ μέγας Βασίλειος. Καὶ ἡ γυνὴ δὲ ὁποῦ ἀμελήσει τὸ παιδίον της καὶ ἀποθάνῃ, φονεύτρια λογίζεται, κατὰ τὸν λγʹ. καὶ νβʹ. τοῦ αὐτοῦ Βασιλείου. Ὁ δὲ Νηστευτὴς Κανόνι κϛʹ. λέγει, ὅτι αἱ ῥίπτουσαι τὰ βρέφη των εἰς τὰς πόρτας τῶν ἐκκλησιῶν, ὡς φονεύτριαι λογίζονται.

Ὁ δὲ Ἀρμενόπουλος (ἐπιτομ. τῶν Κανόνων) προσθέτει, ὅτι καὶ διὰ συνοδικῆς ἀποφάσεως αὐτὸ τοῦτο διωρίσθη. Ἐν δὲ τῷ κγʹ. ὁ ἴδιος Νηστευτὴς λέγει, ὅτι ἡ μήτηρ ὁποῦ πέσει εἰς τὸν ὕπνον της ἐπάνω εἰς τὸ βρέφος της καὶ ἀποθάνει, ὡς φονεύτρια λογίζεται, ἐὰν ἐξ ἀμελείας καὶ ἀκρασίας αὐτῆς τοῦτο ἔγινεν. Ἐν δὲ τῷ μγʹ. Κανόνι λέγει, ὅποιος ἔδωκε πληγὴν θανατηφόρον εἰς τὸν ἀδελφόν του, οὗτος φονεὺς εἶναι, εἴτε αὐτὸς ἔκαμε τὴν ἀρχὴν καὶ ἐκτύπησεν, εἴτε ὁ ἀδελφός του. Τὸν μὲν οὖν ἀκούσιον φόνον, ἡ μὲν ἐν Ἀγκύρᾳ σύνοδος κατὰ τὸν κγʹ. αὐτῆς Κανόνα ἐν ἑπταετίᾳ ἢ πενταετίᾳ κανονίζει, ὁ δὲ Βασίλειος Κανόνι νζʹ. ἕνδεκα χρόνοις. Καὶ Κανόνι ιαʹ. λέγει, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ οἱ ἕνδεκα χρόνοι ὁποῦ ἔφθασε νὰ ἀπεράσῃ τις, εἰς τιμωρίαν τοῦ ἀκουσίου φόνου ὁποῦ ἔκαμεν. Ὁ δὲ Νύσσης Κανόνι εʹ. ἐν ἐννέα χρόνοις.

Ὁ δὲ Νηστευτὴς Κανόνι κʹ. εἰς τρεῖς χρόνους. Τὸν δὲ ἑκούσιον, ἡ μὲν ἐν Ἀγκύρᾳ εἰς ὅλην τὴν ζωὴν χωρίζει τῶν μυστηρίων, Κανόνι. κβʹ. ὁ δὲ Βασίλειος εἰς εἴκοσιν ἔτη, Κανόνι νϛʹ. ὁ δὲ Νύσσης εἰς εἰκοσιεπτά, Κανόν. εʹ. ὁ δὲ Νηστευτὴς Κανόν. κʹ. εἰς πέντε χρόνους. Ὅσοι δὲ Κληρικοὶ κτυπήσουν καὶ φονεύσουν τοὺς κλέπτας ὁποῦ ἦλθον κατ’ ἐπάνω των, καθαιροῦνται κατὰ τὸν νεʹ. Βασιλ. Καὶ ὁ Νύσσης δὲ λέγει, ἐν τῷ εʹ. Κανόν. κᾂν ἀκουσίως τις φονεύσῃ, ἀπόβλητός ἐστι τῆς χάριτος τῆς ἱερωσύνης. Καὶ καθολικῶς εἰπεῖν, ἅπαντες οἱ Κληρικοὶ ὁποῦ φονεύουν, ἢ ἑκουσίως, ἢ ἀκουσίως, ἢ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὰς χεῖράς των, ἢ ἄλλους βάλλουν καὶ φονεύσουν, εἶναι καθῃρημένοι, κατὰ τὴν διάγνωσιν Κωνσταντίνου Πατριάρχου τοῦ Χλιαρινοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τὸν πόλεμον καὶ φονεύουν τοὺς ἐχθροὺς διὰ τὴν εὐσέβειαν, καὶ σωφροσύνην καὶ κοινὴν εἰρήνην τῶν ἀδελφῶν των, οὗτοι, κατὰ μὲν τὸν Ἀθανάσιον, ἐπιστολῇ πρὸς Ἀμμοῦν, εἶναι ἐπαίνου ἄξιοι, κατὰ δὲ τὸν Βασίλειον, τρεῖς χρόνους μόνον τῶν μυστηρίων ἀπέχουσιν ὡς μὴ ἔχοντες τὰς χεῖρας αὐτῶν καθαρὰς ἀπὸ αἵματα.» Κανόνι ιγʹ. τὴν δὲ λύσιν τῆς ἐναντιοφανείας ταύτης, ὅρα εἰς τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ αὐτοῦ ιγʹ. τοῦ Βασιλείου.

ΚΑΝΩΝ ΞΖʹ. «Εἴ τις παρθένον ἀμνήστευτον βιασάμενος ἔχοι, ἀφοριζέσθω. Μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ ἑτέραν λαμβάνειν, ἀλλ’ ἐκείνην κατέχειν, ἣν καθῃρετίσατο, κᾂν πενιχρὰ τυγχάνῃ.»

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος μὲ βίαν καὶ δυναστείαν φθείροι παρθένον, ὁποῦ δὲν εἶναι ἀῤῥαβωνισμένη μὲ ἄλλον, καὶ ἔχοι ταύτην εἰς τὴν οἰκίαν του, ἂς ἀφορίζηται διὰ τὴν βίαιον ταύτην φθοράν, καὶ ἂς μὴ ἔχῃ ἄδειαν νὰ πάρῃ ἄλλην γυναῖκα, ἀλλὰ ἐκείνην τὴν ἰδίαν, ὁποῦ αὐτὸς μόνος ἐδιάλεξε, κᾂν καὶ ᾖναι ταπεινὴ εἰς τὸ γένος καὶ πτωχή.

Συμφωνία. «Ὁ δὲ μέγας Βασίλειος, τὴν ὑπόθεσιν τοῦ παρόντος Κανόνος ἀναφέρων εἰς τὸν κβʹ. καὶ κεʹ. Κανόνα, διορίζει νὰ ἔχῃ μὲν εἰς γυναῖκα τὴν βιασθεῖσαν ὁ φθείρας αὐτήν, νὰ κανονίζηται ὅμως μὲ τὸ ἐπιτίμιον τῆς πορνείας. Τέσσαρας χρόνους δηλαδὴ νὰ μὴ κοινωνήσῃ. Ἐν δὲ τῷ κϛʹ. λέγει ὁ αὐτός, ὅτι οἱ πορνεύσαντες πρότερον, καὶ ὕστερον ὑπανδρευόμενοι, καλλίτερον μὲν εἶναι νὰ χωρίζωνται, εἰ δὲ καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον δὲν στέργουν νὰ χωρισθοῦν, ἂς ἀφίνωνται ἀχώριστοι.

Πρέπει ὅμως εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν νὰ ἐξετάζωνται καὶ ἐκεῖνα ὁποῦ λέγει ὁ Θεὸς εἰς τὸν κβʹ. τοῦ Δευτερονομίου, ἤτοι, ἂν ἡ παρθένος εὑρέθῃ εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἂν ἐφώναξε καὶ δὲν εὑρέθη τινὰς νὰ τῆς βοηθήσῃ. Τότε γὰρ εἶναι ἀνεύθυνος ... ‹Τῇ νεάνιδί φησιν, οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα θανάτου, ὡς εἴ τις ἐπαναστῇ ἄνθρωπος ἐπὶ τὸν πλησίον, καὶ φονεύσῃ τὴν αὐτοῦ ψυχήν, οὕτω τὸ πρᾶγμα τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ ἀγρῷ εὗρεν αὐτήν. Ἐβόησεν ἡ νεᾶνις, καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθήσων αὐτήν.› Ὄχι καὶ δὲν εὑρέθη εἰς ἔρημον τόπον, οὔτε ἐφώναξε, φαίνεται ὅτι μὲ τὴν θέλησίν της τὴν ἔφθειρε. (ὅρα καὶ τὴν αʹ. ὑποσημ. τοῦ βʹ. Κανόνος Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ.) Εἰ δὲ καὶ ὁ βιασάμενος αὐτὴν ἔχοι γονεῖς (ἢ εἶναι ὕπανδρος) ἔχοι δὲ καὶ ἡ βιασθεῖσα παρθένος, καὶ δὲν στέρξουν, εἴτε ἐκεῖνοι, εἴτε οὗτοι, νὰ γένῃ τὸ συνοικέσιον, κατὰ μὲν τὸν κβʹ. τοῦ Βασιλείου, πρέπει νὰ μὴ βιασθοῦν εἰς τοῦτο· κατὰ δὲ τὸν πολιτικὸν νόμον εἰ μὲν ὁ βιασάμενος εἶναι πλούσιος, νὰ δίδη εἰς τὴν βιασθεῖσαν παρθένον μίαν λίτραν χρυσίου· εἰ δὲ εἶναι πτωχός, νὰ τῆς δίδῃ τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας του· εἰ δὲ τελείως πτωχός, νὰ ῥαβδίζηται, νὰ κουρεύηται, καὶ νὰ ἐξορίζηται. Εἰ δὲ φθείροι τινὰς κόρην πρὸ τῆς ἡλικίας αὐτῆς, ἤτοι πρὸ τοῦ νὰ φθάσῃ εἰς δεκατρεῖς χρόνους, νὰ κόπτηται ἡ μύτη του, καὶ νὰ δίδῃ καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ πλούτου αὐτοῦ εἰς τὴν φθαρεῖσαν κόρην.»

ΚΑΝΩΝ ΞΗʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτὸς καὶ ὁ χειροτονήσας, εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ Αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας, ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν.»

Ἑρμηνεία. Τὸ νὰ χειροτονηθῇ τινὰς δύω φοραῖς, διαφόρως ἠμπορεῖ νὰ νοηθῇ. Ἢ διατὶ ὁ χειροτονηθεὶς κατεφρόνησε τὸν πρότερον αὐτὸν χειροτονήσαντα, ἢ διατὶ νομίζει ὅτι θέλει λάβῃ περισσοτέραν χάριν ἀπὸ τὸν δεύτερον αὐτὸν χειροτονήσαντα, ὡς πίστιν ἔχων πρὸς ἐκεῖνον περισσοτέραν, ἤ διὰ ἄλλην κᾀμμίαν τοιαύτην αἰτίαν. Ὅθεν ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἤθελε δεχθῇ δευτέραν χειροτονίαν ἀπό τινα, ἂς καθαίρεται καὶ αὐτός, καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ τὸν ἐχειροτόνησεν, ἔξω μόνον ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει τὴν χειροτονίαν ἀπὸ Αἱρετικούς. Διότι οἱ παρὰ τῶν Αἱρετικῶν βαπτισθέντες, ἢ χειροτονηθέντες, οὔτε ὅλως Χριστιανοὶ δύνανται νὰ ᾖναι μὲ τὸ αἱρετικὸν αὐτὸ βάπτισμα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν μόλυσμα, οὔτε Ἱερεῖς καὶ Κληρικοί, μὲ τὴν αἱρετικὴν ταύτην χειροτονίαν. Διὰ τοῦτο ἀκινδύνως οἱ τοιοῦτοι καὶ βαπτίζονται παρὰ τῶν ὀρθοδόξων Ἱερέων, καὶ χειροτονοῦνται παρὰ τῶν ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.

Ὅθεν ἀκολούθως καὶ ὁ μέγας Βασίλειος γράφων πρὸς Νικοπολίτας, λέγει· Ἐγὼ δὲν θέλω συναριθμήσει ποτὲ μὲ τοὺς ἀληθεὶς ἱερεῖς τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνον ὁποῦ ἐχειροτονήθη καὶ ἔλαβε προστασίαν λαοῦ ἀπὸ τὰς βεβήλους χεῖρας τῶν αἱρετικῶν πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.

Συμφωνία. Εἰ δὲ καὶ ἡ αʹ. ἐν τῷ ηʹ. ἐδέχθη τὰς χειροτονίας τῶν Ναυατιανῶν, καὶ ἡ ἐν Καθαργένῃ ἐν τῷ οζʹ. τὰς τῶν Δονατιστῶν, «ἀλλὰ οἱ μὲν Ναυατιανοὶ δὲν ἦσαν αἱρετικοί, ἀλλὰ σχισματικοί, κατὰ τὸν αʹ. Βασιλείου, αἱ δὲ τῶν Δονατιστῶν χειροτονίαι ἐδέχθησαν ἀπὸ τὴν ἐν Καρθαγένῃ, διὰ τὴν μεγάλην ἀνάγκην καὶ ἔνδειαν ὁποῦ εἶχεν ἡ Ἀφρικὴ ἀπὸ κληρικούς, κατὰ τὸν ξϛʹ. αὐτῆς Κανόνα· ταὐτὸν εἰπεῖν ἐδέχθησαν οἰκονομικῶς καὶ ἐξ ἀνάγκης. Δι’ ὃ καὶ ἡ ἐν Ἰταλίᾳ σύνοδος ταύτας οὐκ ἐδέχθη, ὡς μὴ τοιαύτην ἀνάγκην ἔχουσα, κατὰ τὸν οζʹ. τῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ αὐτὴ ἐν Καρθαγένῃ σύνοδος ἐν τῷ ραʹ. Κανόνι θέλει νὰ ζημιοῦνται δέκα λίτρας χρυσίου, ὅσοι χειροτονήσουν αἱρετικούς, ἢ χειροτονηθοῦν ἀπὸ αὐτούς, ἢ δεχθοῦν αὐτοὺς νὰ λειτουργοῦν.

Καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ δὲ ζʹ. σύνοδος, εἰ καὶ ἐδέχθη τὰς χειροτονίας τῶν αἱρετικῶν Εἰκονομάχων (οὐχὶ ὅμως τῶν πρωτάρχων τῆς αἱρέσεως, καὶ τῶν ἐμπαθῶς ἐγκειμένων καὶ μὴ γνησίως καὶ ἀληθῶς μετανοούντων, ὡς εἶπεν ὁ θεῖος Ταράσιος· ἀλλὰ τῶν ἀκολουθησάντων τοῖς πρωτάρχαις, καὶ ἀληθῶς καὶ γνησίως μετανοούντων. Περὶ οὗ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν τὴν πρὸς Ῥουφινιανὸν ἐπιστολῆς τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου) καὶ τοὺς παρ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας, πάλιν δὲν ἀνεχειροτόνησεν ὀρθοδοξήσαντας καθὼς φαίνεται ἐν τῇ αʹ. πράξει αὐτῆς, ἀλλὰ τοῦτο οἰκονομικῶς ἐποίησε διὰ τὸ πολὺ πλῆθος ὁποῦ τότε ἐπεπόλαζε τῶν εἰκονομάχων. Καθὼς καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ βʹ. τινῶν αἱρετικῶν δι’ οἰκονομίαν ἐδέχθη τὸ βάπτισμα, ὡς προείπομεν. Ὅθεν ὡς μὴ ὅρον τὴν τοιαύτην καιρικὴν καὶ περιστατικὴν οἰκονομίαν ποιησαμένη, οὐκ ἐναντιοῦται εἰς τὸν παρόντα Ἀποστολικὸν Κανόνα. Καὶ γὰρ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀνατόλιος ὑπὸ τοῦ αἱρετικοῦ Διοσκόρου καὶ τῆς περὶ αὐτὸν αἱρετικῆς συνόδου ἐχειροτονήθη, καὶ ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ἀντιοχείας ὑπὸ Ἀρειανῶν, κατὰ τὸν Σωζόμενον βιβλ. δʹ. κεφ. κηʹ. καὶ ἄλλοι πολλοὶ ὑπὸ αἱρετικῶν ἐχειροτονήθησαν, καὶ μετὰ ταῦτα, ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων ἐδέχθησαν. Ἀλλὰ σπάνια τὰ τοιαῦτα καὶ κατὰ περίστασιν, κανονικῆς ἀκριβείας λειπόμενα, οὐ νόμος δὲ Ἐκκλησίας τὸ κατὰ περίστασιν γινόμενον καὶ τὸ σπάνιον, κατά τε τὸν ιζʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ.

καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, καὶ τὴν βʹ. πρᾶξιν τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου, καὶ τὸ νομικὸν ἐκεῖνο τὸ λέγον· Τό, παρὰ Κανόνας, οὐχ ἕλκεται πρὸς ὑπόδειγμα. Τὰς δευτέρας χειροτονήσεις τῶν ὀρθοδόξων ἐμποδίζει καὶ ὁ νζʹ. Καρθαγένης. Ἀνάγνωθι καὶ τὰς ἑρμηνείας καὶ ὑποσημειώσεις τοῦ μϛʹ. καὶ μζʹ. Κανόνος τῶν Ἀποστόλων.»

ΚΑΝΩΝ ΞΘʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ Ὑποδιάκονος, ἢ Ἀναγνώστης, ἡ Ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν οὐ νηστεύει, ἢ Τετράδα, ἢ Παρασκευήν, καθαιρείσθω. Ἐκτὸς εἰμὴ δι’ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο. Ἐὰν δὲ λαϊκὸς ᾖ, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Ὅλους ὁμοῦ καὶ ἱερωμένους, καὶ λαϊκοὺς προστάζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ νηστεύωσι παρομοίως καὶ ἐπίσης, τόσον τὴν μεγάλην Τεσσαρακοστὴν ὅσον καὶ κάθε Τετράδα, καὶ Παρασκευήν, ταῦτα ἐπὶ λέξεως λέγων· Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ Ἀναγνώστης, ἢ Ψάλτης δὲν νηστεύει τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστήν, ἢ κάθε Τετράδα, καὶ Παρασκευήν, ἂς καθαίρεται, ἔξω μόνον ἂν δὲν δύναται νὰ νηστεύσῃ διὰ ἀσθένειαν τοῦ σώματος· εἰ δὲ Λαϊκὸς εἶναι ὁ ταύτας μὴ νηστεύων, ἂς ἀφορίζηται. «Τὴν μὲν γὰρ ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν νηστεύομεν, κατὰ τὸν θεῖον Χρυσόστομον (λόγῳ εἰς τοὺς τὰ πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας) ὄχι διὰ τὸ Πάσχα, ὄχι διὰ τὸν Σταυρόν, ἀλλὰ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας ... ἐπειδὴ τὸ Πάσχα δὲν εἶναι ὑπόθεσις νηστείας καὶ πένθους, ἀλλ’ εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς. Ὅθεν δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν ὅτι πενθοῦμεν διὰ τὸν Σταυρόν. Οὐ γὰρ δι’ ἐκεῖνον πενθοῦμεν· μὴ γένοιτο· ἀλλὰ διὰ τὰ ἐδικά μας ἁμαρτήματα.

Νηστεύομεν δὲ τὴν Τεσσαρακοστήν, κατὰ τὴν μίμησιν τοῦ Κυρίου, ὁποῦ ἐνήστευσεν ἐπὶ τοῦ ὄρους ἠμέρας τεσσαράκοντα. Τὰς δὲ δύω ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος νηστεύομεν, τὴν μὲν Τετράδα, διατὶ εἰς τὴν ἡμέραν αὐτήν, ἔγινε τὸ συμβούλιον διὰ τὴν προδοσίαν τοῦ Κυρίου μας· τὴν δὲ Παρασκευήν, διατὶ εἰς τὴν ἡμέραν ταύτην ἔπαθε σαρκὶ τὸν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας θάνατον, καθὼς ὁ ἱερομάρτυς Πέτρος λέγει ἐν τῷ ιεʹ. αὐτοῦ Καν. καὶ ὁ θεῖος Ἱερώνυμος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ προστάζει νὰ ξηροφαγοῦμεν ὅλην τὴν Τεσσαρακοστήν, καθὼς καὶ ὁ θεῖος Ἐπιφάνιος αἱρέσει οεʹ. λέγει, ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ νηστεία, ξηροφαγία, καὶ ἁγνεία.

Ὁ δὲ παρὼν Ἀποστολικὸς Κανών, εἰς τὸν λόγον τῆς νηστείας συνηρίθμησε τὴν Τετράδα καὶ Παρασκευὴν μὲ τὴν Τεσσαρακοστήν, λοιπὸν καὶ ἡ νηστεία ἑκάστης Τετράδος καὶ Παρασκευῆς διὰ ξηροφαγίας πρέπει νὰ γίνηται παρόμοια μὲ τὴν νηστείαν τῆς Τεσσαρακοστῆς.» Ξηροφαγία δὲ εἶναι τὸ νὰ τρώγῃ τινὰς ἅπαξ τῆς ἡμέρας εἰς τὴν ἐννάτην ὥραν, χωρὶς νὰ ἐσθίῃ ἔλαιον, ἢ νὰ πίνη οἶνον, ὡς τοῦτο προείπομεν ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ξδʹ. Ἀποστολικοῦ. Ὅθεν καὶ ὁ Βαλσαμὼν ἐμποδίζει μήτε ὀστρακοδέρματα νὰ τρώγωνται ἐν δʹ. καὶ ϛʹ. καὶ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ. Συμμαρτυρεῖ δὲ τῇ ἀληθείᾳ ταύτῃ καὶ ὁ θεῖος Ἐπιφάνιος λέγων· «Νηστεία Τετράδη καὶ Προσαββάτῳ, ἤτοι Παρασκευῇ, ἕως ὥρας ἐννάτης.» Ἀλλὰ καὶ ὁ Φιλοστόργιος λέγει, «Ἡ νηστεία τῆς Τετράδος καὶ Παρασκευῆς δὲν περιορίζεται εἰς μόνην τὴν ἀποχὴν τοῦ κρέατος, ἀλλὰ κανονίζεται αὕτη εἰς τὸ νὰ μὴ γευθῇ τινὰς τελείως τροφῆς ἕως τῆς ἑσπέρας. Ὅθεν καὶ ὁ μακάριος Βενέδικτος εἰς τὸν μαʹ. Κανόνα αὐτοῦ διορίζει τοὺς ὑποτασσομένους αὐτῷ Μοναχοὺς νὰ νηστεύουν τὴν Τετράδα καὶ Παρασκευὴν ἕως ὥρας ἐννάτης.» Λέγει δὲ καὶ ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος ἐν τῇ πρὸς Φιλιππησίους αὐτοῦ ἐπιστολῇ. «Τεσσαρακοστὴν μὴ ἐξουθενεῖτε, μίμησιν γὰρ περιέχει τῆς τοῦ Κυρίου πολιτείας. Μετὰ τὴν τοῦ πάθους ἑβδομάδα, μὴ παρορᾶτε Τετράδα καὶ Παρασκευὴν νηστεύοντες, πένησιν ἐπιχορηγοῦντες τὴν περίσσειαν.»

Ἂς μὴ παραλογίζωνται λοιπόν τινες λέγοντες, ὅτι ἡ νηστεία τῆς Τετράδος καὶ Παρασκευῆς δὲν εἶναι νομοθεσία Ἀποστολική.

Ἰδοὺ γὰρ οἱ Ἀπόστολοι ὁποῦ εἰς μὲν τοὺς Κανόνας αὐτῶν συναριθμοῦσι ταύτην μὲ τὴν νηστείαν τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς δὲ τὰς Διαταγὰς αὐτῶν μὲ τὴν νηστείαν τῆς μεγάλης ἑβδομάδος. Διότι εἶναι γεγραμμένον εἰς αὐτάς, «Χρὴ νηστεύειν μεγάλην ἑβδομάδα, καὶ Τετράδα καὶ Παρασκευήν.» Ἀλλὰ τί εἶπον ὅτι νομοθετοῦσιν αὐτὴν οἱ Ἀπόστολοι; αὐτὸς ὁ ἴδιος Χριστὸς τὴν νηστείαν τῶν δύω ἡμερῶν τούτων ἐνομοθέτησε. Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἄκουσον αὐτῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τί λέγουσιν εἰς τὰς διαταγὰς βιβλ. εʹ. κεφ. ιδʹ. «Παρήγγειλεν ἡμῖν αὐτὸς νηστεύειν Τετράδα καὶ Παρασκευήν.» Βλέπεις ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος εἶναι νομοθέτης τῆς νηστείας τούτων; Ἐπειδὴ δέ, ὡς ἀπεδείχθη, ἴση εἶναι ἡ νηστεία τῆς Τεσσαρακοστῆς μὲ τὴν νηστείαν τῆς δʹ. καὶ ϛʹ. ἴση ἀκολούθως εἶναι καὶ ἡ λύσις τῶν δύω τούτων νηστειῶν κοντὰ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς «Ὅθεν, καθὼς ὁ Τιμόθεος εἰς τὸν ηʹ. καὶ ιʹ. αὐτοῦ Κανόνα, συγχωρεῖ τὴν μὲν γυναῖκα ὁποῦ γεννήσει μέσα εἰς τὴν Τεσσαρακοστὴν νὰ πίῃ οἶνον, καὶ νὰ φάγῃ τροφὴν ἀρκετήν, ὅσον νὰ ἠμπορῇ νὰ βαστάσῃ, τὸν δὲ πολλὰ ξηρανθέντα ἀπὸ ὑπερβολικὴν ἀσθένειαν συγχωρεῖ νὰ φάγῃ λάδι ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ·» τὸ γὰρ μεταλαμβάνειν ἐλαίου τὸν ἅπαξ ἐκτακέντα, φησί, δίκαιόν ἐστι: τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ συγχωρῆται νὰ μεταλαμβάνῃ μόνον ἔλαιον, καὶ νὰ πίνῃ οἶνο ἐν τῇ δʹ. καὶ ϛʹ.

ὅποιος κατεξηράνθη ἀπὸ μεγάλην ἀσθένειαν. Δι’ ὅ, καὶ ὁ θεῖος Ἱερώνυμος λέγει, «τῇ Τετάρτῃ καὶ Παρασκευῇ οὐ χρὴ λυθῆναι νηστείαν χωρὶς μεγάλης ἀνάγκης.» Τὸ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. Ὅμως ἐπειδὴ καὶ οἱ φιλόσαρκοι θέλοντες νὰ καταλύουσι τὴν Τεσσαρακοστὴν καὶ τὰς δʹ. καὶ ϛʹ. ἢ προφασίζονται πῶς εἶναι ἀσθενεῖς, χωρὶς νὰ ᾖναι, ἢ καὶ ὄντες ἀσθενεῖς, λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὸν μόνον τὸ ἔλαιον καὶ ὁ οἶνος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀδυναμίαν τους, διὰ ταύτας τὰς προφασιολογίας εἶναι χρεία νὰ ἐρωτᾶται ἰατρός τις ἔμπειρος, ὁμοῦ καὶ θεοφοβούμενος, ποῖον φαγητὸν εἶναι ἀρκετὸν εἰς ὑποστηριγμὸν τῆς ἀσθενείας, καὶ οὕτω κατὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ἰατροῦ, νὰ ἀπολύῃ ὁ Ἀρχιερεὺς ἢ ὁ Πνευματικὸς τὸν ἀσθενῆ εἰς τὸ νὰ λύῃ τὴν νηστείαν, καὶ νὰ μὴ ἐμπιστεύηται εἰς μόνα τὰ προφασιστικὰ λόγια τῶν ἀσθενῶν, καὶ μάλιστα, ὅταν οἱ τοιοῦτοι ἀσθενεῖς τύχωσι νὰ ᾖναι ἐκ τῶν λεγομένων εὐγενῶν.

Συμφωνία. «Ἀλλὰ γὰρ καὶ ὁ μθʹ. τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, ὁποῦ λέγει νὰ μὴ γίνηται τελεία λειτουργία ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ, καὶ ὁ ναʹ. ὁποῦ λέγει νὰ μὴ γίνωνται Μαρτύρων γενέθλια ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ. Καὶ ὁ νβʹ. τῆς αὐτῆς διορίζων, νὰ μὴ γίνωνται γάμοι ἐν Τεσσαρακοστῇ, ὅλοι λέγω, οἱ Κανόνες οὗτοι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ἔχουσι μὲ τοὺς προεκτεθέντας Κανόνας. Τὴν νηστείαν γὰρ καὶ αὐτοὶ προσβεβαιοῦσι καὶ τὸ πένθιμον τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Διὰ τὰ ὁποῖα καὶ μέσα εἰς αὐτὴν δὲν συγχωροῦνται γάμοι καὶ γενέθλια νὰ ἐπιτελῶνται, ὡς χαρᾶς καὶ καταλύσεως ὑπόθεσιν ἔχοντα.

Ὅθεν ἀκολούθως καὶ ἡ ϛʹ. ἐν τῷ πθʹ. αὐτῆς Κανόνι διορίζει ὄχι μόνον μὲ νηστείαν, ἀλλὰ καὶ μὲ προσευχὴν καὶ μὲ κατάνυξιν καρδίας νὰ ἐπιτελοῦμεν τὰς τοῦ ἁγίου Πάθους ἡμέρας, ὡσὰν ὁποῦ ἡ νηστεία μόνη δὲν ὠφελεῖ, κατὰ τὸν Χρυσόστομον λέγοντα ‹οὐ τὴν τῶν βρωμάτων ἀποχὴν μόνον (ποιῶμεν δηλ.) ἀλλὰ καὶ τὴν τῶν ἁμαρτημάτων› καὶ ὁ Ἰσίδωρος ἐπιστολ. 403. ‹οὐδὲν ἡ νηστεία βρωμάτων ὀνίνησι τοὺς μὴ πάσαις νηστεύοντας αἰσθήσεσιν· ὁ γὰρ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται.› Λέγει δὲ καὶ ὁ ἅγιος Νικηφόρος, ἐν μὲν τῷ ιϛʹ. αὐτοῦ Κανόνι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμνωσιν οἱ Μοναχοὶ ἔργα γεωργικὰ εἰς τὴν Τεσσαρακοστὴν διὰ νὰ εὑρίσκουν πρόφασιν νὰ καταλύωσιν ἔλαιον καὶ οἶνον. Ἐν δὲ τῷ ιθʹ. ὅτι οἱ ἐν τῷ Μοναστηρίῳ Μοναχοὶ πρέπει νὰ τρώγουν ἅπαξ τῆς ἡμέρας τῇ δʹ. καὶ ϛʹ. Σημείωσαι δὲ ὅτι Τεσσαρακοστὴν λέγων ὁ παρὼν Ἀποστολικός, μὲ τὴν Τεσσαρακοστὴν ὁμοῦ συμπεριλαμβάνει καὶ ὅλην τὴν μεγάλην ἑβδομάδα τοῦ Πάθους· καὶ αὐτὴ γὰρ ὁμοίως πρέπει νὰ νηστεύηται.

Καὶ ὅρα τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ κθʹ. τῆς ϛʹ.»

ΚΑΝΩΝ Οʹ. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν Κληρικῶν, νηστεύοι μετὰ Ἰουδαίων, ἢ ἑορτάζοι μετ’ αὐτῶν, ἢ δέχοιτο παρ’ αὐτῶν τὰ τῆς ἑορτῆς ξένια, οἷον ἄζυμα, ἤτι τοιοῦτο, καθαιρείσθω, εἰ δὲ Λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Ἀνίσως ἐκεῖνος ὁποῦ μὲ ἀφωρισμένους μόνον συμπροσευχηθῇ, ἀφορίζεται, ἢ μὲ καθῃρημένους μόνον, συγκαθαιρεῖται, πόσῳ μᾶλλον ὁ μετὰ τῶν Χριστοκτόνων Ἰουδαίων, συννηστεύων καὶ συνεορτάζων, Κληρικὸς μὲν ὤν, καθαιρεῖται, λαϊκὸς δέ, ἀφορίζεται; Ὅθεν καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος, ἢ ὅλως ὑπάρχων ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν Κληρικῶν, νηστεύει μαζὶ μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἢ ἑορτάζει μὲ αὐτοὺς τὸ Πάσχα, ἢ ἄλλας ἑορτάς, ἢ δέχεται ἀπὸ αὐτοὺς τὰ ξένια δῶρα τῆς ἑορτῆς των, ὅ,τι λογῆς εἶναι τὰ ἄζυμα (τὰ ὁποῖα αὐτοὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ φάσκα αὑτῶν τρώγουν, καὶ εἰς πᾶσαν ἑορτὴν αὐτῶν, καὶ εἰς πᾶσαν θυσίαν ἄζυμα ἐπρόσφερναν), ἢ τοιοῦτον ἄλλο παρόμοιον, ἂς καθαίρεται, εἰ δὲ λαϊκὸς εἶναι, ἂς ἀφορίζηται. Διότι, κᾂν οἱ τὰ τοιαῦτα δεχόμενοι, καὶ συννηστεύοντες καὶ συνεορτάζοντες δὲν εἶναι ὁμόφρονες μὲ τοὺς Ἰουδαίους· (ὅτι ἂν ᾖσαν τοιοῦτοι, ἔπρεπεν ὄχι νὰ καθαιρεθοῦν ἢ νὰ ἀφορισθοῦν, ἀλλὰ καὶ τῷ ἀναθέματι νὰ παραδοθοῦν, κατὰ τὸν κθʹ. τῆς Λαοδικ.) ἀλλ’ ὅμως δίδουσι σκανδάλου ἀφορμήν, καὶ ὑποψίαν ὅτι τιμῶσι τῶν Ἰουδαίων τὰς τελετάς, τὸ ὁποῖον εἶναι τῶν ὀρθοδόξων ἀλλότριον. Ἀφίνω νὰ λέγω, ὅτι καὶ μολύνονται οἱ τοιοῦτοι μὲ τὴν συναναστροφὴν τῶν Χριστοκτόνων· πρὸς τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Θεός, νηστείαν καὶ ἀργίαν καὶ τὰς ἑορτὰς ἡμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου.

Ὅρα εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ζʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΟΑʹ. «Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω.»

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν παρομοίως μὲ τὸν ἀνωτέρω ἀφορίζει τὸν Χριστιανὸν ἐκεῖνον ὁποῦ ἤθελε προσφέρῃ εἰς ἱερὸν ἐθνικῶν καὶ εἰδωλολατρῶν, ἢ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ὅταν ἔχουν τὰς ἑορτάς των, λάδι, ἢ ἀνάπτῃ τοὺς λύχνους αὐτῶν. Φαίνεται γὰρ ἀπὸ τοῦτο ὁποῦ κάμνει, ὅτι φρονεῖ διὰ ἀληθινὰς τὰς ψευδοτελετὰς ἐκείνων, καὶ τὰ μεμολυσμένα μυστήρια. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ζʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΟΒʹ. «Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκός, ἀπὸ τῆς ἁγίας ἐκκλησίας ἀφέληται κηρόν, ἢ ἔλαιον, ἀφοριζέσθω, καὶ τὸ ἐπίπεμπτον προστιθέτω μεθ’ οὗ, ἔλαβεν.»