Ἑρμηνεία.
Ἄλλο εἶναι νηστεία, ἄλλο λύσις νηστείας, καὶ ἄλλο κατάλυσις νηστείας. Καὶ νηστεία μὲν κυρίως εἶναι, ἡ τελεία ἀσιτία, ἢ καὶ τὸ νὰ τρώγῃ τινὰς μίαν φορὰν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν, μὲ ξηροφαγίαν, ἄρτου δηλονότι μόνου καὶ ὕδατος. Λύσις δὲ τῆς νηστείας εἶναι, τὸ νὰ φάγῃ τινὰς πρὸ τῆς ἐννάτης ὥρας, κᾂν σῦκα, κᾂν σταφίδας, κἂν ἄλλο τοιοῦτό τι. Ἢ καὶ τὸ νὰ φάγῃ ἔξω ἀπὸ τὸν ἄρτον, καὶ τὸ ὕδωρ, καὶ ἄλλα μερικὰ εἴδη βρωσίμων λιτῶν καὶ εὐτελῶν· λόγου χάριν, Ὄσπρια, Οἶνον, ἢ Ἔλαιον, ἢ Ὀστρακόδερμα. Κατάλυσις δὲ νηστείας εἶναι, ὅταν τρώγῃ τινὰς ἀπὸ ὅλα τὰ βρώσιμα, καὶ κρέας, θετέον καὶ ὀψάρια, καὶ γάλα, καὶ τυρί, καὶ τὰ λοιπά. Λοιπὸν εἰς τὸν παρόντα Κανόνα διορίζουσιν οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι, ὅτι ὅποιος Κληρικὸς εὑρεθῇ νὰ νηστεύῃ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς ἢ τοῦ Σαββάτου, μὲ ἀσιτείαν τελείαν, ἢ καὶ μὲ ξηροφαγίαν ἐν τῇ ἐννάτῃ, ἔξω ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον Σάββατον: δηλαδὴ τὸ Μέγα Σάββατον, κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸν τάφον τοῦ Κυρίου τὸ Σῶμα, καθ’ ὃ καὶ οἱ ὀρθόδοξοι πάντες νηστεύομεν, κατὰ τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου ὁποῦ εἶπεν· «Ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι, ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ Νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσι· (καὶ ὅρα σημ. τοῦ κθʹ. τῆς ϛʹ.)» ὁ τοιοῦτος, λέγω, Κληρικός, ἂς καθαίρεται, εἰ δὲ Λαϊκὸς εἶναι ὁ ταύτας τὰς ἡμέρας νηστεύων, ἂς ἀφορίζηται.