Ἑρμηνεία.
Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ἀνίσως τινὰς Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος καθαιρεθοῦν δικαίως, καὶ νομίμως διὰ ἐγκλήματα φανερά, καὶ ἀποδεδειγμένα, ὁ μὲν Ἐπίσκοπος, ἀπὸ τὴν σύνοδον, ὁ δὲ Πρεσβύτερος καὶ Διάκονος, ἢ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπόν τους, ἢ ἀπὸ τὴν σύνοδόν τους, ὕστερα δὲ ἀπὸ τὴν τοιαύτην νόμιμον καθαίρεσιν, ἀνίσως ἤθελαν ἀποτολμήσουν νὰ μεταχειρισθοῦν πάλιν τὴν δοθεῖσάν ποτε εἰς αὐτοὺς λειτουργίαν, λειτουργίαν ἐδῶ ἐννοεῖ, καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην τοῦ Ἐπισκόπου, καὶ τὴν ἱερωσύνην τοῦ Πρεσβυτέρου καὶ Διακόνου, οἱ τοιοῦτοι λέγω ἂς ἀφορίζωνται παντελῶς ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ἕνα μέν, διὰ τὴν ἄκραν τόλμην καὶ ἀδιαντροπίαν τους, ἄλλο δέ, διατὶ εἰς τοὺς ἱερωμένους, μετὰ τὴν καθαίρεσιν, ἄλλη κανονικὴ παιδεία δὲν μένει, πάρεξ τὸ νὰ ἀφορισθοῦν παντελῶς καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ τοῦτο δικαίως· διότι ἀνίσως, κατὰ τὸν ιδʹ. τῆς Σαρδικῆς, ἐκεῖνος ὁποῦ δὲν καθαιρεθῇ δικαίως, ἤθελεν ἀποτολμήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τοῦ κλήρου, πρὸ συνοδικῆς ἄλλης κρίσεως, πρέπει νὰ σωφρονίζηται μὲ πικρὰ καὶ αὐστηρὰ λόγια. Ἀνίσως, κατὰ τὸν εʹ. τῆς αʹ. ἐκεῖνος ὁποῦ γένῃ ἀποσυνάγωγος, ὄχι ἀπὸ δικαιοσύνην, ἀλλὰ ἀπὸ κἄποιαν μικροψυχίαν, καὶ φιλονεικίαν τοῦ Ἐπισκόπου του, οὐδὲ αὐτὸς δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τι ἱερατικὸν πρὸ συνοδικῆς ἐξετάσεως.