Ἑρμηνεία.
Ἐπειδὴ τὸ ἐν τῇ μήτρᾳ ἔμβρυον, μέρος εἶναι τῆς ἐγγαστρωμένης κατὰ τὸ δεύτερον θέμα τοῦ πρώτου κεφ. τοῦ ζʹ. τίτλ. τοῦ λαʹ. Βασιλ. (παρὰ Φωτίῳ τίτλ. δʹ. κεφ. ιʹ.), διὰ τοῦτο ἤθελόν τινες πῶς δὲν πρέπει ἡ γυνὴ νὰ βαπτίζεται ὅταν εἶναι ἐγγαστρωμένη, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ γεννήσῃ, ἵνα μὴ συμβαπτισθὲν πρῶτον μαζὴ μὲ αὐτὴν καὶ τὸ ἐν τῇ μήτρᾳ αὐτῆς ἔμβρυον, καὶ ὕστερον πάλιν μετὰ τὸ γεννηθῆναι βαπτιζόμενον, φανῇ ὅτι βαπτίζεται δύω φοραῖς, ὅπερ ἄτοπον. Ὅθεν ὁ παρὼν Κανὼν ἐναντιούμενος εἰς τοὺς τοῦτο λέγοντας διορίζει, ὅτι ἡ ἐγγαστρωμένη γυνή, κατηχουμένη οὖσα, ὁπόταν θέλῃ, ἠμπορεῖ διὰ νὰ βαπτισθῇ, ἐπειδὴ δὲν μεταδίδει αὕτη τὸν φωτισμὸν καὶ τὸ βάπτισμα εἰς τὸ ἐν τῇ μήτρᾳ της ἔμβρυον, ἀλλ’ αὕτη μόνη βαπτίζεται. Διότι εἰς τὸ νὰ ὁμολογήσῃ τινὰς ὅτι συντάσσεται μὲ τὸν Χριστόν, καὶ ἀποτάσσεται τὸν διάβολον ἐν τῷ βαπτίσματι, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, εἰς τὸ νὰ βαπτισθῇ τινάς, χρειάζεται νὰ δείξῃ τὴν ἐδικήν του προαίρεσιν, ἢ δι’ ἑαυτοῦ ἀμέσως, ὡς ἐπὶ τῶν ἐν ἡλικίᾳ λόγου δεκτικῇ βαπτιζομένων, ὁποία εἶναι καὶ τῆς ἐγγαστρωμένης ταύτης μητρός, ἢ διὰ μέσου τοῦ ἀναδόχου, ὡς ἐπὶ τῶν ἐν νηπιότητι βαπτιζομένων τὸ δὲ ἐν τῇ κοιλίᾳ ἔμβρυον, οὔτε δι’ ἑαυτοῦ ἠμπορεῖ νὰ δείξῃ ταύτην, μὴ ἔχον ἀκόμη προαίρεσιν, οὔτε διὰ τοῦ ἀναδόχου, ὡς μὴ ἀκόμη γεννηθέν, μήτε βαπτισθῆναι δυνάμενον.