Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ἔργον

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τὰ τοπικὰ σύνοδα

Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Σχόλια στην Τοπική Σύνοδο της Λαοδικείας

Προλεγόμενα και ανάλυση των κανόνων της συνόδου, που ρυθμίζουν την εκκλησιαστική και λειτουργική ευταξία, τον νηπιοβαπτισμό, τις νηστείες και τον κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής.

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

—

Κεφάλαιο 8 από 15

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΛΑΟΔΙΚΕΙᾼ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Ἡ ἁγία καὶ τοπικὴ Σύνοδος, ἡ ἐν Λαοδικείᾳ τῇ Μητροπόλει τῆς Πακατικῆς Φρυγίας συγκροτηθεῖσα, γέγονε, κατὰ τοὺς περισσοτέρους, ἐν ἔτει 364. Πολλοὶ δὲ Πατέρες ἐν αὐτῇ συνελθόντες ἀπὸ διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἀσιανῆς, τοὺς παρόντας Κανόνας ἐξέδωκαν, ἀναγκαίους ὄντας πρὸς τὴν τῆς Ἐκκλησίας εὐταξίαν καὶ κατάστασιν, οἵτινες ἐπικυροῦνται ἀορίστως μὲν ἀπὸ τὸν αʹ. τῆς δʹ. καὶ αʹ. τῆς ζʹ. ὡρισμένως δὲ ἀπὸ τὸν βʹ. τῆς ϛʹ. καὶ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης Οἰκουμενικὴν τρόπον τινὰ ἀναλαμβάνουσι δύναμιν.

Οἱ ξʹ. Κανόνες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ τοπικῆς Ἁγίας Συνόδου ἑρμηνευόμενοι. ΚΑΝΩΝ Αʹ. Περὶ τοῦ, δεῖν, κατὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸν Κανόνα, τοὺς ἐλευθέρως καὶ νομίμως συναφθέντας δευτέροις γάμοις, μὴ λαθρογαμίαν ποιήσαντας, ὀλίγου χρόνου παρελθόντος, καὶ σχολάσαντας ταῖς προσευχαῖς καὶ νηστείαις, κατὰ συγγνώμην ἀποδίδοσθαι αὐτοῖς τὴν κοινωνίαν.

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι οἱ δευτερογαμοῦντες μετὰ ὀλίγον καιρὸν νὰ μεταλαμβάνουν τὰ θεῖα Μυστήρια κατὰ συγχώρησιν, διὰ τὴν ἀνάγκην καὶ πύρωσιν τῆς φύσεως, μόνον ἐὰν ὁ δεύτερος γάμος αὐτῶν ᾖναι ἐλεύθερος καὶ νόμιμος, ἤτοι δὲν εἶναι ἐμποδισμένος διά τινα συγγένειαν. Ἐὰν δὲ κοιμηθοῦν πρὸ τοῦ νὰ εὐλογηθοῦν, καὶ ἐὰν μετὰ τὸν γάμον μετανοήσουν, νηστεύοντες καὶ προσευχόμενοι. Ὁ δὲ δʹ. τοῦ Βασιλείου ἕνα χρόνον, ἢ δύω ἐμποδίζει τοὺς διγάμους ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, καὶ φαίνεται ὅτι εἰς ὀλίγον καιρὸν συγχωρεῖ ἡ Σύνοδος αὕτη τοὺς διγάμους, διὰ τὴν νηστείαν αὐτῶν καὶ προσευχήν, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, διὰ τὴν αὐτῶν μετάνοιαν· περὶ οὗ ἀνάγνωθι τὸν ιβʹ. τῆς αʹ. Ὅρα καὶ τὸν ζʹ. τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ.

Ἐὰν δὲ οἱ δίγαμοι οὗτοι σμίξουν πρὸ τοῦ γάμου, ὡς πόρνοι ἐπιτιμῶνται, κατὰ τὸν Ζωναρᾶν, ἤτοι ἑπτὰ χρόνους.

ΚΑΝΩΝ Βʹ. Περὶ τοῦ, τοὺς ἐξαμαρτάνοντας ἐν διαφόροις πταίσμασι, καὶ προσκαρτεροῦντας τῇ προσευχῇ τῆς ἐξομολογήσεως καὶ μετανοίας, καὶ τὴν ἀποστροφὴν τῶν κακῶν τελείαν ποιουμένους, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ πταίσματος, καιροῦ μετανοίας δοθέντος τοῖς τοιούτοις, διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς καὶ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ προσάγεσθαι τῇ κοινωνίᾳ.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι κᾂν εἰς διάφορα ἁμαρτήματα πέσῃ τινάς, ἐξομολογεῖται δὲ αὐτὰ καὶ ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ, προσευχόμενος καὶ μετανοῶν εἰς τὸν Θεόν· ὁ τοιοῦτος ἀφ’ οὗ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν Πνευματικὸν καιρὸς μετανοίας καὶ ἱκανοποιήσεως, ἀνάλογος μὲ τὰ κακὰ ὁποῦ ἔκαμε, πρέπει νὰ συγχωρῆται, καὶ νὰ μεταλαμβάνῃ τὰ θεῖα Μυστήρια, ὄχι διὰ τὴν σπουδὴν καὶ ἀξιότητά του, ἀλλὰ διὰ τὴν ἄπειρον φιλανθρωπίαν καὶ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ, ὅστις δέχεται πάντας τοὺς εἰς αὐτὸν ἐπιστρέφοντας, καὶ οὐδεμία ἁμαρτία εἶναι ἡ νικῶσα τὴν αὐτοῦ ἀγαθότητα. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ Γʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν πρόσφατον φωτισθέντας, προσάγεσθαι ἐν τάγματι ἱερατικῷ.

Ἑρμηνεία. Προστάζει ὁ παρὼν Κανών, νὰ μὴ γίνωνται Ἱερεῖς ἢ Κληρικοὶ οἱ νεοφώτιστοι, παρευθὺς μετὰ τὸ βάπτισμα. Ὅρα καὶ τὸν πʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Δʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν ἱερατικοὺς δανείζειν, καὶ τόκους καὶ τὰς λεγομένας ἡμιολίας λαμβάνειν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ ἱερωμένοι νὰ δανείζουν καὶ νὰ λαμβάνουν διάφορα καὶ ἡμιολίας, ἤτοι τὸ μισὸν τοῦ ὅλου διαφόρου τῶν ἑκατόν, ἤτοι ἓξ νομίσματα ἢ γρόσια εἰς τὰ ἑκατόν, κατὰ τὸν παρόντα Κανόνα. Ὅρα καὶ τὸν μδʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Εʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν τὰς χειροτονίας ἐπὶ παρουσίᾳ ἀκροωμένων γίνεσθαι.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι δὲν πρέπει αἱ χειροτονίαι τῶν ἱερωμένων νὰ γίνωνται ἔμπροσθεν εἰς ἀκροωμένους. Ὅρα καὶ τὸν λʹ. καὶ ξαʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΣΤʹ. Περὶ τοῦ, μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει.

Ἑρμηνεία. Ὁ διορισμὸς τοῦ παρόντος Κανόνος εἶναι, νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἄδειαν οἱ αἱρετικοὶ νὰ ἐμβαίνουν μέσα εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν ὑπὸ ὀρθοδόξων κρατούμενον, ἐὰν ἐπιμένουν εἰς τὴν αἵρεσιν, καὶ δὲν θέλουν νὰ ἐπιστραφοῦν. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν μεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Ζʹ. Περὶ τοῦ, τοὺς ἐκ τῶν αἱρέσεων, τοὐτέστι Ναυατιανῶν, ἤτοι Φωτεινιανῶν, ἢ Τεσσαρεσκαιδεκατιτῶν ἐπιστρεφομένους, εἴτε κατηχουμένους, εἴτε πιστοὺς τοὺς παρ’ ἐκείνοις μὴ προσδέχεσθαι, πρὶν ἀναθεματίσωσι πᾶσαν αἵρεσιν, ἐξαιρέτως δὲ ἐν ᾗ κατείχοντο, καὶ τότε λοιπὸν τοὺς λεγομένους παρ’ αὐτοῖς πιστούς, ἐκμανθάνοντας· τὰ τῆς πίστεως σύμβολα, χρισθέντας τε τῷ ἁγίῳ Χρίσματι, οὕτω κοινωνεῖν τῶν ἁγίων Μυστηρίων.

Ἑρμηνεία. Ἀκολούθως μὲ τὸν ζʹ. τῆς βʹ. λέγει καὶ ὁ παρὼν Κανών, διορίζων, ὅτι οἱ Ναυατιανοὶ (περὶ ὧν ὅρα τὸν ηʹ. τῆς αʹ.) καὶ οἱ Φωτεινιανοὶ (περὶ ὧν ὅρα τὸν αʹ. τῆς βʹ.) καὶ οἱ Τεσσαρεσκαιδεκατῖται (περὶ ὧν ὅρα τὸν ζʹ. τῆς βʹ.) ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν, νὰ μὴ δέχωνται εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Μυστηρίων πρὸ τοῦ νὰ ἀναθεματίσουν κάθε ἄλλην αἵρεσιν, μάλιστα δὲ τὴν ἐδικήν των, εἴτε κατηχούμενοι εἶναι, εἴτε οἱ παρ’ αὐτοῖς ὀνομαζόμενοι πιστοί. Καὶ ἀφ’ οὗ τοῦτο ποιήσουν καὶ μάθουν τὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δόγματα, τότε νὰ χρίωνται μὲ τὸ ἅγιον Μῦρον, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνωσι τὰ θεῖα Μυστήρια, ἐπειδὴ ἐβαπτίζοντο ἀπαραλλάκτως, ὡς καὶ οἱ ὀρθόδοξοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐχρειάζοντο νὰ βαπτισθοῦν δεύτερον. Ὅρα καὶ τὸν μϛʹ. καὶ μζʹ. Ἀποστολικόν, καὶ μάλιστα τὸν ζʹ. τῆς βʹ.

ΚΑΝΩΝ Ηʹ. Περὶ τοῦ, τοὺς ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν λεγομένων Φρυγῶν ἐπιστρέφοντας, εἰ καὶ ἐν Κλήρῳ νομιζομένῳ παρ’ αὐτοῖς τυγχάνοιεν, εἰ καὶ μέγιστοι λέγοιντο. Τοὺς τοιούτους μετὰ πάσης ἐπιμελείας κατηχεῖσθαί τε καὶ βαπτίζεσθαι ὑπὸ τῶν τῆς Ἐκκλησίας Ἐπισκόπων τε καὶ Πρεσβυτέρων.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν σύμφωνος εἶναι μὲ τὸν ζʹ. τῆς βʹ. Διορίζει γάρ, ὡς καὶ ἐκεῖνος, ὅτι οἱ καλούμενοι Φρύγες, ἤτοι οἱ Μοντανισταί, ὅταν ἐπιστρέφουν πρὸς τὴν ὀρθοδοξίαν, πρέπει ὡς Ἕλληνες νὰ κατηχοῦνται καὶ νὰ βαπτίζωνται ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους μετὰ ἐξετάσεως καὶ ἐπιμελείας, κᾂν καὶ αὐτοὶ ὀνομάζωνται μέγιστοι, ὡς διδάσκαλοι καὶ ὑπερέχοντες τῶν ἄλλων, κᾂν καὶ ᾖναι ἀπὸ τοὺς παρ’ αὐτοῖς νομιζομένους μέν, μὴ ὄντας δὲ ἀληθῶς Κληρικούς. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν μϛʹ. καὶ μζʹ. Ἀποστολ. Καὶ μάλιστα τὸν ζʹ. τῆς βʹ.

ΚΑΝΩΝ Θʹ. Περὶ τοῦ, μὴ συγχωρεῖν εἰς τὰ κοιμητήρια, ἢ εἰς τὰ λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τοὺς τῆς Ἐκκλησίας, εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα, ἀλλὰ τοὺς τοιούτους, ἐὰν ὦσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοοῦντας δέ, καὶ ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι.

Ἑρμηνεία. Ὄχι μόνον οἱ αἱρετικοὶ δὲν πρέπει νὰ ἐμβαίνουν εἰς τὰς Ἐκκλησίας τῶν ὀρθοδόξων, ἀλλ’ οὐδὲ οἱ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι οἱ πιστοὶ λαϊκοὶ καὶ ὀρθόδοξοι πρέπει νὰ πηγαίνουν εἰς τὰ κοιμητήρια τῶν αἱρετικῶν, ὅπου τινὲς ὀνομαστοὶ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς ἐνταφιάσθησαν, ἢ εἰς τοὺς οἴκους, ὅπου μάρτυρες τῶν αἱρετικῶν ἐτάφησαν· πολλοὶ γὰρ καὶ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ἐν τῷ καιρῷ τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς εἰδωλολατρείας μέχρι θανάτου ἐκαρτέρησαν, τοὺς ὁποίους μάρτυρας ὠνόμασαν οἱ ὁμόδοξοι αὐτῶν. Ἀλλ’ οὐδὲ οἱ ὀρθόδοξοι, λέγω, Χριστιανοὶ πρέπει νὰ πηγαίνουν εἰς αὐτοὺς ἢ διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ἢ διὰ θεραπείαν, ἤγουν, ἢ διὰ νὰ τοὺς τιμήσουν, ἢ διὰ νὰ ζητήσουν ἰατρείαν ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὰς ἀσθενείας των. Ὅσοι δὲ τοῦτο ἤθελαν κάμῃ, διορίζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ ἀφορίζωνται πρὸς καιρόν, ἕως ὁποῦ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν ὅτι ἔσφαλαν. Ὅρα καὶ τὸν μεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Ιʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν τοὺς τῆς Ἐκκλησίας ἀδιαφόρως πρὸς γάμου κοινωνίαν συνάπτειν τὰ ἑαυτῶν παιδία αἱρετικοῖς.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τόσον οἱ Κληρικοί, ὅσον καὶ οἱ λαϊκοὶ ὀρθόδοξοι νὰ ὑπανδρεύουσι τὰ τέκνα των μὲ αἱρετικούς, χωρὶς νὰ κάμνουσι κἀμμίαν διαφορὰν ὀρθοδόξου ἀπὸ αἱρετικοῦ. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ιδʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΙΑʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν τὰς λεγομένας Πρεσβύτιδας, ἤτοι προκαθημένας, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καθίστασθαι.

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν Ζωναρᾶς καὶ ὁ Βαλσαμὼν λέγουσιν, ὅτι ὁ Κανὼν οὗτος διορίζει νὰ μὴ γίνωνται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν αἱ ὀνομαζόμεναι γερόντισσαι γυναῖκες, καὶ προκαθήμεναι ἀπὸ τὰς λοιπάς, ἀλλ’ οὔτε μὲ τοιοῦτον ὄνομα νὰ ὀνομάζωνται, διότι τὸ παλαιὸν ἦτο εἰς τὰς Ἐκκλησίας γυναῖκες τοιαῦται γερόντισσαι, βάνουσαι τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τάξιν, πῶς, καὶ ποῦ νὰ στέκωνται καὶ νὰ κάθηνται ἐν τῷ ναῷ κάθε μία, τὸ ὁποῖον ἔργον, ἐπειδὴ ἐμεταχειρίζοντο διὰ αἰσχροκέρδειαν καὶ ὑπερηφάνειαν, ἐμπόδισεν αὐτὰς ἀπὸ τοῦτο ὁ Κανών. Ἄλλοι δὲ λέγουσιν ὅτι αἱ Πρεσβύτιδες αὗται καὶ προκαθήμεναι ἐμποδίζει ὁ Κανὼν νὰ μὴ καθίστανται, ἤτοι νὰ μὴ χειροτονοῦνται διὰ τῶν εὐχῶν, ἐπειδὴ τὸ καθίστασθαι δηλοῖ καὶ τὸ χειροτονεῖσθαι διὰ τῶν εὐχῶν, ὡς εἴπομεν εἰς τὸν δʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΙΒʹ. Περὶ τοῦ, τοὺς Ἐπισκόπους κρίσει τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν πέριξ Ἐπισκόπων καθίστασθαι εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀρχήν, ὄντας ἐκ πολλοῦ δεδοκιμασμένους, ἔν τε τῷ λόγῳ τῆς πίστεως, καὶ τῇ τοῦ εὐθέος λόγου πολιτείᾳ.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι μὲ τὴν κρίσιν καὶ ψῆφον τῶν πέριξ Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας νὰ γίνωνται οἱ χειροτονούμενοι Ἐπίσκοποι, ὄντες πρὸ πολλῶν χρόνων δεδοκιμασμένοι καὶ μαρτυρημένοι, καὶ κατὰ τὰ ὀρθόδοξα δόγματα τῆς πίστεως, καὶ κατὰ τὴν μὲ ὀρθὸν λόγον γινομένην ἐνάρετον πολιτείαν. Ὅρα καὶ τὸν αʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν δʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΙΓʹ. Περὶ τοῦ, μὴ τοῖς ἄλλοις ἐπιτρέπειν τὰς ἐκλογὰς ποιεῖσθαι τῶν μελλόντων καθίστασθαι εἰς ἱερατεῖον.

Ἑρμηνεία. Ἐμποδίζει ὁ παρὼν Κανών, τὸ νὰ κάμνουσιν οἱ ὄχλοι καὶ τὰ ἄτακτα πλήθη τῶν πόλεων τὰς ψήφους καὶ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνων ὁποῦ μέλλουν νὰ χειροτονηθοῦν Ἱερεῖς (ἢ καὶ Ἀρχιερεῖς), αʹ. ὅτι κατὰ προηγούμενον μὲν λόγον οἱ τοιοῦτοι πρέπει νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ συνιερεῖς, ἑπομένως δὲ νὰ συμψηφίζωνται καὶ ἀπὸ τὸν λαόν· καὶ βʹ. ὅτι ἴσως οἱ φρονιμώτεροι καὶ εὐλαβέστεροι λαϊκοὶ πρέπει νὰ συμψηφίζουν μὲ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Ἱερεῖς, τὸν μέλλοντα χειροτονηθῆναι εἰς αὐτοὺς Ἱερέα (ἢ καὶ Ἀρχιερέα), ἀλλ’ ὄχι καὶ ὁ χύδην καὶ ἄτακτος ὄχλος, διὰ τὰς ἔριδας καὶ μάχας ὁποῦ ἠμποροῦν νὰ γεννηθοῦν εἰς τὰς ψηφοφορίας αὐτῶν, ἄλλων μὲν ἄλλον ψηφιζομένων, καὶ ἄλλων ἄλλον. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ εʹ. τῆς παρούσης, καὶ τὸν λʹ. καὶ ξαʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΙΔʹ. Περὶ τοῦ, μὴ τὰ ἅγια εἰς λόγον εὐλογιῶν κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα εἰς ἑτέρας παροικίας διαπέμπεσθαι.

Ἑρμηνεία. Συνήθεια ἦτο εἰς τοὺς παλαιοὺς νὰ πέμπουσιν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ Πάσχα τὰ θεῖα Μυστήρια ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν εἰς ἄλλην, χάριν εὐλογίας καὶ ἁγιασμοῦ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐστέλλοντο, τὴν ὁποίαν συνήθειαν ἐμποδίζει ὁ παρὼν Κανών, ἐπειδὴ εἶναι ἀπρεπὲς νὰ περιφέρωνται τὰ πάντιμα Μυστήρια εἰς μακρὰς ὁδοιπορίας ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε.

ΚΑΝΩΝ ΙΕʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν πλέον τῶν κανονικῶν Ψαλτῶν τῶν ἐπὶ τὸν ἄμβωνα ἀναβαινόντων, καὶ ἀπὸ διφθέρας ψαλλόντων, ἑτέρους τινὰς ψάλλειν ἐν Ἐκκλησίᾳ.

Ἑρμηνεία. Ἐμποδίζει ὁ παρὼν Κανὼν τὸ νὰ ψάλλῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὅποιος θέλει, ἀλλὰ μόνοι οἱ Ψάλται οἱ κανονικοί, οἱ ἐν τῷ Κλήρῳ δηλ. συνηριθμημένοι καὶ χειροτονημένοι εἰς κάθε Ἐκκλησίαν, οἵτινες ἀναβαίνουσιν ἐπ’ ἄμβωνος, καὶ ψάλλουσι μὲ ψαλτικὰς μεμβραΐνας (διφθέραι γὰρ τὰ δέρματα ὀνομάζονται, ἐξ ὧν γίνονται αἱ μεμβράναι) ἢ καὶ χαρτίνας. Ἀταξία γὰρ ἀκολουθεῖ καὶ χασμῳδία ἐὰν ψάλλῃ ὅποιος τύχει ἀμαθής, καὶ ἐκ τοῦ ἐναντίου εὐταξία, ὅταν ψάλλουν οἱ διωρισμένοι Ψάλται, καὶ ψαλτικῶν ἔμπειροι. Ὅρα καὶ τὸν οεʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΙΣΤʹ. Περὶ τοῦ, ἐν Σαββάτῳ Εὐαγγέλια μετὰ καὶ ἑτέρων Γραφῶν ἀναγινώσκεσθαι.

Ἑρμηνεία. Φαίνεται ἐκ τοῦ Κανόνος τούτου, ὅτι δὲν εἶχε παλαιὰ ἡ Ἐκκλησία τὴν κατάστασιν ὁποῦ ἔχει τώρα. Ὅταν γὰρ τότε ἐσυναθροίζοντο οἱ πιστοὶ εἰς τὴν λειτουργίαν ἢ εἰς τὸν ὄρθρον τοῦ Σαββάτου, δὲν ἀνεγινώσκοντο Εὐαγγέλια, καθὼς τώρα. Ὅθεν διορίζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ ἀναγινώσκωνται κατὰ τὸ Σάββατον Εὐαγγέλια ὁμοῦ μὲ ἄλλας Γραφάς. Ὁ δὲ Βαλσαμὼν λέγει, ὅτι διὰ τοῦτο ἐδιωρίσθη ὁ παρὼν Κανών, διὰ τί πολλοὶ Χριστιανοὶ τότε ἰουδαΐζοντες, καθὼς ἀργοῦσαν ἀπὸ κάθε ἐργόχειρον ἐν τῷ Σαββάτῳ, ἔτσι ἀργοῦσαν καὶ ἀπὸ τὸ νὰ ψάλλουν ἱερὰ ψαλμῳδήματα, καὶ νὰ ἀναγινώσκουν Εὐαγγέλια καὶ ἁγίας Γραφάς.

ΚΑΝΩΝ ΙΖʹ. Περὶ τοῦ, μὴ δεῖν ἐπισυνάπτειν ἐν ταῖς συνάξεσι τοὺς ψαλμούς, ἀλλὰ διὰ μέσου καθ’ ἕκαστον ψαλμὸν γίνεσθαι ἀνάγνωσιν.

Ἑρμηνεία. Προστάζει ὁ παρὼν Κανὼν διὰ νὰ μὴ ψάλλωνται διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ ψαλμοὶ τοῦ Δαβὶδ εἰς τὰς συνάξεις καὶ ἀκολουθίας τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα μὴ ὁ λαὸς διὰ τὴν μακρὰν ἔκτασιν αὐτῶν βαρύνεται καὶ εὐγαίνῃ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ψαλμοὺς νὰ γίνεται καὶ ἀνάγνωσις καὶ προσευχή, ἵνα ὁ λαὸς ἀναπαύεται ὀλίγον, καὶ μὲ τὴν ποικιλίαν ταύτην νεαρώτερος ὁ νοῦς γινόμενος καὶ νηφαλιώτερος, ὡς λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, (ὅρ. κατὰ πλάτ. λζʹ.) ἀρχινᾷ πάλιν νὰ ψάλλῃ τοὺς ψαλμούς. Καὶ τούτη εἶναι ἡ ἀφορμή, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ θεῖοι Πατέρες ἐμοίρασαν τὸ ψαλτήριον εἰς διάφορα καθίσματα, καὶ ἀναμεταξὺ τῶν καθισμάτων ἔβαλαν καὶ εὐχάς, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς πολλὰ ψαλτήρια καὶ χειρόγραφα καὶ τυπωμένα.

Ὅρα καὶ τὸν οεʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΙΗʹ. Περὶ τοῦ, τὴν αὐτὴν λειτουργίαν τῶν εὐχῶν πάντοτε καὶ ἐν ταῖς ἐννάταις, καὶ ἐν ταῖς ἑσπέραις ὀφείλειν γίνεσθαι.

Ἑρμηνεία. Καθὼς ὁ ριδʹ. Κανὼν τῆς ἐν Καρθ. (ὃν καὶ ἀνάγνωθι) διδάσκει νὰ λέγωνται ἀπὸ ὅλους αἱ παρὰ τῆς Συνόδου κεκυρωμέναι εὐχαί, καὶ ὄχι νέαι ἄλλαι· τοιουτοτρόπως φαίνεται νὰ λέγῃ καὶ ὁ παρὼν Κανὼν διορίζων, ὅτι ἡ τάξις τῶν εὐχῶν πρέπει νὰ φυλάττεται ἡ αὐτή, καὶ εἰς τὰς ἐννάτας, καὶ εἰς τὰς ἑσπερινὰς ὑμνῳδίας, καὶ νὰ μὴ συνθέτῃ ὅποιος θέλῃ ἐδικάς του ἄλλας εὐχάς· ἀρκεταὶ γὰρ εἶναι αἱ παραδεδομέναι.

ΚΑΝΩΝ ΙΘʹ. Περὶ τοῦ, δεῖν ἰδίᾳ πρῶτον μετὰ τὰς ὁμιλίας τῶν Ἐπισκόπων καὶ τῶν κατηχουμένων εὐχὴν ἐπιτελεῖσθαι, καὶ μετὰ τὸ ἐξελθεῖν τοὺς κατηχουμένους, τῶν ἐν μετανοίᾳ τὴν εὐχὴν γίνεσθαι, καὶ τούτων προσελθόντων ὑπὸ χεῖρα, καὶ ὑποχωρησάντων, οὕτω τῶν πιστῶν τὰς εὐχὰς γίνεσθαι τρεῖς, μίαν μὲν τὴν πρώτην διὰ σιωπῆς, τὴν δὲ δευτέραν καὶ τρίτην διὰ προσφωνήσεως πληροῦσθαι, εἴθ’ οὕτω τὴν εἰρήνην δίδοσθαι. Καὶ μετὰ τὸ τοὺς Πρεσβυτέρους, δοῦναι τῷ Ἐπισκόπῳ τὴν εἰρήνην, τότε τοὺς λαϊκοὺς τὴν εἰρήνην διδόναι, καὶ οὕτω τὴν ἁγίαν προσφορὰν ἐπιτελεῖσθαι, καὶ μόνοις ἐξὸν εἶναι τοῖς ἱερατικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ κοινωνεῖν.

Ἑρμηνεία. Καὶ ἡ τάξις καὶ ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς λειτουργίας ἀλλοία ἦτο εἰς τοὺς παλαιοὺς καιροὺς ἀπὸ τὴν τωρινήν, ὡς δῆλον γίνεται τοῦτο ἀπὸ τοῦ παρόντος Κανόνος. Λέγει γὰρ οὗτος, ὅτι ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἱερουργίας, ἀφ’ οὗ πρῶτον κάμουσι διδαχὴν οἱ Ἐπίσκοποι, νὰ γίνεται ἡ εὐχὴ τῶν κατηχουμένων ἀβαπτίστων (ἡ ὁποία εὐχὴ καὶ τώρα λέγεται ἐν ταῖς ἱεραῖς λειτουργίαις τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου,) καὶ ἀφ’ οὗ εὔγουν οἱ κατηχούμενοι ἔξω, νὰ γίνεται εὐχὴ τῶν βεβαπτισμένων μὲν Χριστιανῶν, διὰ δὲ τὰ ἁμαρτήματα ὁποῦ ἔκαμαν μετανοούντων, ἐπιτιθεμένης καὶ τῆς χειρὸς τοῦ Ἱερέως εἰς τὰς κεφαλάς των, περὶ οὗ ὅρα τὸν ιδʹ, τῆς αʹ. (αὕτη δὲ ἡ εὐχὴ τώρα οὐ λέγεται,) καὶ ἀφ’ οὗ εὔγουν ἔξω καὶ αὐτοί, νὰ γίνωνται τρεῖς εὐχαὶ τῶν πιστῶν, ἡ μία μὲν μυστικῶς, ᾑ δὲ ἄλλαις δύω ἐκφώνως (τώρα δὲ δύω μόνον εὐχαὶ λέγονται τῶν πιστῶν, καὶ αὐταὶ μυστικῶς, ὡς φαίνεται ἐν ταῖς λειτουργίαις τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου·) ἀφ’ οὗ δὲ καὶ αὐταὶ πληρωθοῦν, νὰ δίδεται ἡ εἰρήνη, ἤτοι νὰ γίνεται ὁ ἀσπασμὸς τῶν Ἱερέων μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου, καὶ τῶν λαϊκῶν μετὰ τῶν λαϊκῶν, ὅς τις ἀσπασμὸς ὀνομάζεται εἰρήνη, διὰ τί εἶναι σημεῖον ἀγάπης καὶ εἰρήνης· καὶ ἀφ’ οὗ ταῦτα πάντα τελειωθοῦν, νὰ γίνεται ἡ μετουσίωσις τῶν Μυστηρίων, καὶ οὕτως, οἱ μὲν ἱερωμένοι μόνον νὰ ἔχουν τὴν ἄδειαν νὰ κοινωνοῦν μέσα εἰς τὸ Βῆμα, οἱ δὲ λαϊκοὶ δηλ.

ἔξω τοῦ βήματος.

ΚΑΝΩΝ Κʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Διάκονον ἔμπροσθεν Πρεσβυτέρου καθέζεσθαι, ἀλλὰ μετὰ κελεύσεως τοῦ Πρεσβυτέρου καθέζεσθαι. Ὁμοίως δὲ ἔχειν τιμὴν καὶ τοὺς Διακόνους ὑπὸ τῶν ὑπηρετῶν, καὶ πάντων τῶν Κληρικῶν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει ὁ Διάκονος νὰ κάθεται ἔμπροσθεν τοῦ Πρεσβυτέρου ἀφ’ ἑαυτοῦ του, εἰ μὴ μόνον ὅταν προσταχθῇ νὰ καθίσῃ ἀπὸ αὐτόν, καθὼς ὁ παρὼν Κανὼν διορίζεται. Ἀλλὰ καὶ τὸν Διάκονον πρέπει νὰ τιμῶσιν οἱ κατώτεροι ὑπηρέται τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅλοι οἱ Κληρικοί, μὲ τὸ νὰ μὴ κάθηνται δηλ. καὶ αὐτοὶ ἔμπροσθέν του, ἂν δὲν προσταχθῶσιν ἀπὸ αὐτόν.

Ὅρα καὶ τὸν ιηʹ. τῆς αʹ. καὶ τὴν ὑποσημ. τοῦ ιεʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΚΑʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτας ἔχειν χώραν ἐν τῷ Διακονικῷ, καὶ ἅπτεσθαι ἱερῶν σκευῶν.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι κἀνένας ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας νὰ μὴ ἐμβαίνῃ μέσα εἰς τὸ Διακονικόν, καὶ νὰ πιάνῃ τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἄμφια. Ὅρα καὶ τὸν ιεʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΚΒʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτην ὀράριον φορεῖν, οὐδὲ τὰς θύρας ἐγκαταλιμπάνειν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει ὁ ὑπηρέτης καὶ θυρωρὸς τῆς Ἐκκλησίας ὁράριον νὰ φορῇ, οὐδὲ τὰς θύρας τῶν κατηχουμένων καὶ μετανοούντων ἀνδρῶν νὰ ἀφίνῃ ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ ταύτας νὰ ἐπιτηρῇ ἀσφαλῶς. Δι’ ὃ καὶ τὸ νζʹ. κεφ. τοῦ βʹ. βιβλ. τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγ. λέγει. «Φυλαττέσθωσαν δὲ αἱ θύραι μή τις ἄπιστος εἰσέλθῃ, ἢ ἀμύητος». Καὶ τοῦτο σημαίνει καὶ τὸ παρὰ τοῦ Διακόνου ἐκφωνούμενον. «Τὰς θύρας, τὰς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν».

ΚΑΝΩΝ ΚΓʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἀναγνώστας ἢ Ψάλτας ὀράριον φορεῖν, καὶ οὕτως ἀναγινώσκειν ἢ ψάλλειν.

Ἑρμηνεία. Ἀλλ’ οὔτε οἱ Ἀναγνῶσται καὶ Ψάλται πρέπει νὰ φοροῦσιν ὀράριον, καὶ μὲ αὐτὸ νὰ ἀναγινώσκουν καὶ νὰ ψάλλουν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον, ὡς μὴ χρησιμεῦον εἰς αὐτούς. Ὅρα καὶ τὸν λγʹ. καὶ οεʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΚΔʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἱερατικοὺς ἀπὸ Πρεσβυτέρων ἕως Διακόνων, καὶ ἑξῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, ἕως ὑπηρετῶν, ἢ Ἀναγνωστῶν, ἢ Ψαλτῶν, ἢ ἐφορκιστῶν, ἢ θυρωρῶν, ἢ τοῦ τάγματος τῶν Ἀσκητῶν, εἰς καπηλεῖον εἰσιέναι.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι νὰ μὴ ἐμβαίνουν μέσα εἰς καπηλεῖον, τόσον οἱ τοῦ Βήματος Ἱερωμένοι, ὅσον καὶ οἱ ἔξω τοῦ βήματος Κληρικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοί, Ὑποδιάκονοι, λέγω, Ἀναγνῶσται, Ψάλται, Ἐφορκισταί, Θυρωροὶ καὶ Ἀσκηταί. Ὅρα καὶ τὸν μβʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΚΕʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτας ἄρτον διδόναι, οὐδὲ ποτήριον εὐλογεῖν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ ὑπηρέται τῆς Ἐκκλησίας, εἴ τε Ὑποδιάκονοι εἶναι, εἴτε οἱ κατώτεροι Κληρικοί, νὰ μεταλαμβάνουσι τινὰς τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ἢ νὰ εὐλογοῦσι τὸ ποτήριον τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον· ἡ γὰρ εὐλογία αὕτη μόνου τοῦ Ἱερέως εἶναι ἰδία καὶ τοῦ Ἀρχιερέως· ἡ δὲ μετάδοσις τοῦ θείου Ἄρτου κυρίως μὲν εἶναι τοῦ Ἱερέως, ὑπουργικῶς δὲ εἶναι καὶ τοῦ Διακόνου μόνον, ὡς εἴπομεν ὑποσημ. τοῦ κγʹ. τῆς ϛʹ. ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῶν κατωτέρων Κληρικῶν. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημ. τοῦ ιεʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΚΣΤʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐφορκίζειν τοὺς μὴ προαχθέντας ὑπὸ Ἐπισκόπων, μήτε ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις, μήτε ἐν ταῖς οἰκίαις.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατηχοῦν οὔτε εἰς τὰς Ἐκκλησίας, οὔτε εἰς τὰ ὀσπήτια ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν προεβλήθησαν εἰς τοῦτο διὰ χειροθεσίας τοῦ Ἀρχιερέως ἢ τοῦ Χωρεπισκόπου, ταὐτὸν εἰπεῖν τοῦ ἔχοντος χώραν Ἐπισκόπου, κατὰ τὸν ιʹ. τῆς Ἀντιοχ. ὃν καὶ ἀνάγνωθι μὲ τὴν εἰς αὐτὸν ὑποσημείωσιν.

ΚΑΝΩΝ ΚΖʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικούς, ἢ Κληρικούς, ἢ λαϊκούς, καλουμένους εἰς ἀγάπην, μέρη αἴρειν, διὰ τό, τὴν ὕβριν τῇ τάξει προστρίβεσθαι τῇ ἐκκλησιαστικῇ.

Ἑρμηνεία. Εἰς τὰς γινομένας ἀγάπας, ἤτοι συμπόσια, ἐκαλοῦντο μὲν οἱ πτωχοί, ἐκαλοῦντο δὲ καὶ οἱ Ἱερωμένοι καὶ Κληρικοί. Δι’ ὃ προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι καὶ οἱ λαϊκοὶ μέν, κατ’ ἐξοχὴν δὲ οἱ Ἱερωμένοι καὶ Κληρικοὶ νὰ μὴ παίρνουσι μερίδια φαγητῶν ἀπὸ τὰ τοιαῦτα συμπόσια καὶ τὰ ὑπάγουν εἰς τοὺς οἴκους των, ἐπειδὴ τοῦτο εἰς ὕβριν γίνεται καὶ ἀτιμίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως αὐτῶν, μὲ τὸ νὰ δείχνουν ὅτι εἶναι λαίμαργοι καὶ ἀχόρταγοι οἳ ποιοῦντες αὐτό. Ὅρα καὶ τὸν οδʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΚΗʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς Κυριακοῖς, ἢ ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τὰς λεγομένας ἀγάπας ποιεῖν, καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ ἐσθίειν καὶ ἀκούβιτα στρωννύειν.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν αὐτολεξεὶ οδʹ. τῆς ϛʹ. ἐστὶν ἀπὸ τοῦτον ἐρανισθείς, καὶ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ.

ΚΑΝΩΝ ΚΘʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Χριστιανοὺς ἰουδαΐζειν, καὶ ἐν τῷ Σαββάτῳ σχολάζειν, ἀλλὰ ἐργάζεσθαι αὐτοὺς ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τὴν δὲ Κυριακὴν προτιμῶντας, εἴγε δύναιντο, σχολάζειν ὡς Χριστιανοί, εἰ δὲ εὑρεθεῖεν ἰουδαϊσταί, ἔστωσαν ἀνάθεμα παρὰ Χριστῷ.

Ἑρμηνεία. Τὸ μὲν Σάββατον, ὡς καὶ τὸ ὄνομά του δηλοῖ, ἦτο ἑορτὴ καταπαύσιμος τοῦ παλαιοῦ Νόμου, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Ἰουδαῖοι καταπαύουσιν ἀπὸ κάθε ἐργόχειρον, ἡ δὲ Κυριακὴ εἶναι ἑορτὴ καταπαύσιμος τῆς νέας χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου. Λοιπὸν οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει τῆς χάριτος ὄντες υἱοί, νὰ ἑορτάζουσι καὶ νὰ σχολάζουσιν εἰς τὸ Σάββατον, καὶ κατὰ τοῦτο νὰ ἰουδαΐζωσι, καθὼς διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ἀλλὰ τῷ Σαββάτῳ μὲν νὰ ἐργάζωνται, τὴν δὲ Κυριακήν, τιμῶντες διὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, νὰ σχολάζουσιν εἰς αὐτήν, ἐὰν δύνωνται· εἰ δὲ φανοῦν ὅτι ἰουδαΐζουσι διὰ τῆς τοιαύτης ἐν τῷ Σαββάτῳ ἀργίας, νὰ γίνωνται ἀνάθεμα, ἤτοι νὰ ᾖναι χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.

Περὶ τοῦ ἀναθέματος, ὅρα ἐν τῷ προλόγῳ τῆς ἐν Γάγγρᾳ. Ὅτι δὲ ἐν τῷ Σαββάτῳ πρέπει νὰ ἐργάζωνται καὶ ὄχι νὰ ἀργοῦν οἱ Χριστιανοί, μαρτυρεῖ καὶ ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος, καὶ ὅρα τὴν ὑποσημ. τοῦ ξδʹ. Ἀποστολικοῦ.

ΚΑΝΩΝ Λʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικούς, ἢ Κληρικούς, ἢ Ἀσκητάς, ἐν βαλανείῳ μετὰ γυναικῶν ἀπολούεσθαι, μηδὲ πάντα Χριστιανὸν ἢ λαϊκόν. Αὕτη γὰρ πρώτη κατάγνωσις παρὰ τοῖς ἔθνεσιν.

Ἑρμηνεία. Τὸν παρόντα Κανόνα, αὐτολεξεὶ ἐρανισθεῖσα ἡ ϛʹ. Σύνοδος, οζʹ. Κανόνα αὑτῆς ἐποίησεν· ὅθεν ὅρα τὴν ἑρμηνείαν τούτου ἐκεῖ.

ΚΑΝΩΝ ΛΑʹ. Ὅτι οὐ δεῖ πρὸς πάντας αἱρετικοὺς ἐπιγαμίας ποιεῖν, ἢ διδόναι υἱοὺς ἢ θυγατέρας, ἀλλὰ μᾶλλον λαμβάνειν, εἴγε ἐπαγγέλλοιντο Χριστιανοὶ γίνεσθαι.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ δίδουσιν εἰς κἀνένα αἱρετικὸν (τοῦτο γὰρ δηλοῖ τό, πάντας, κατὰ τὸ ψαλμικὸν ἐκεῖνο. «Μὴ φοβοῦ ὅταν πλουτήσῃ ἄνθρωπος, ἢ ὅταν πληθυνθῇ ἡ δόξα τοῦ οἴκου αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἐν τῷ ἀποθνήσκειν αὐτὸν λήψεται τὰ πάντα», ἤτοι οὐχὶ τινὰ μέν, τινὰ δὲ ὄχι, ἀλλὰ οὐδὲν λήψεται)· δὲν πρέπει, λέγω, εἰς κἀνένα αἱρετικὸν νὰ δίδουσιν οἱ Χριστιανοὶ τοὺς υἱοὺς καὶ θυγατέρας αὑτῶν πρὸς γάμου κοινωνίαν, ἵνα μὴ μεταστρέψουσιν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ὀρθὴν πίστιν εἰς τὰ κακόδοξα αὑτῶν δόγματα, μᾶλλον δὲ αὐτοὶ νὰ λαμβάνουσιν ἐκ τῶν αἱρετικῶν, ἐὰν ὅμως αὐτοὶ ὑποσχεθοῦν καὶ μετατεθοῦν πρῶτον ἐκ τῆς αἱρέσεως εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν.

Ὅρα καὶ τὸν ιδʹ. τῆς δʹ.

ΚΑΝΩΝ ΛΒʹ. Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει κατὰ τὸν παρόντα Κανόνα νὰ λαμβάνῃ τινὰς Χριστιανὸς εὐλογίαν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἐπειδὴ αὗται δὲν εἶναι εὐλογίαι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀλογίαι. Ὅρα καὶ τὸν μεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΓʹ. Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι.

Ἑρμηνεία. Διορίζει οὗτος ὁ Κανὼν νὰ μὴ συμπροσευχώμεθα οὔτε μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἤτοι τοὺς σφάλλοντας περὶ τὴν πίστιν, οὔτε μὲ τοὺς σχισματικούς, ἤτοι τοὺς κατὰ τὴν πίστιν μὲν ὀρθοδόξους ὄντας, χωριζομένους δὲ ἀπὸ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν διά τινας παραδόσεις καὶ ἔθιμα ἰάσιμα, κατὰ τὸν αʹ. τοῦ Βασιλείου. Ὅρα καὶ τὸν μεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΔʹ. Ὅτι οὐ δεῖ πάντα Χριστιανὸν ἐγκαταλείπειν Μάρτυρας Χριστοῦ, καὶ ἀπιέναι πρὸς τοὺς ψευδομάρτυρας, τοῦτ’ ἔστιν αἱρετικῶν, ἢ αὐτοὺς πρὸς τοὺς προειρημένους, αἱρετικοὺς γινομένους· οὔτοι γὰρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρὸς αὐτούς.

Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν θʹ. Κανὼν τῆς παρούσης, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα, ἀφορίζει μόνον τοὺς πηγαίνοντας εἰς τὰ μνήματα τῶν ψευδομαρτύρων τῶν αἱρετικῶν, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἐπῆγαν πλανηθέντες, μὲ τὸ νὰ ἤλπισαν, ὅτι ἔχουν νὰ λάβουν βοήθειάν τινα ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὰς ἀσθενείας των, ὁ δὲ παρὼν ἀναθεματίζει τοὺς πηγαίνοντας εἰς αὐτά, ἐπειδὴ ἀφῆκαν μὲν τοὺς ἀληθεῖς Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐπῆγαν δὲ εἰς τοὺς ψευδομάρτυρας αὐτοὺς μὲ ὅλην αὐτῶν τὴν ψυχὴν καὶ διάθεσιν, ὅθεν καὶ κατὰ τὴν διάφορον αὐτῶν διάθεσιν, διαφόρως καὶ παρὰ τῶν Κανόνων ἐπετιμήθησαν. Ὅρα καὶ τὸν μεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΕʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Χριστιανοὺς ἐγκαταλείπειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπιέναι, καὶ ἀγγέλους ὀνομάζειν, καὶ συνάξεις ποιεῖν, ἅπερ ἀπηγόρευται. Εἴ τις οὖν εὑρεθῇ ταύτῃ τῇ κεκρυμμένη εἰδωλολατρείᾳ σχολάζων, ἔστω ἀνάθεμα, ὅτι ἐγκατέλειπε τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰδωλολατρείᾳ προσῆλθεν.

Ἑρμηνεία. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐν τοῖς Παναρίοις λέγει, ὅτι ἦτο αἵρεσις παλαιὰ τῶν ὀνομαζομένων Ἀγγελικῶν, οἵτινες ἐδίδασκον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλούμεθα τὸν Χριστὸν εἰς βοήθειαν, ἢ εἰς τὸ νὰ προσφερθῶμεν τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ δι’ αὐτοῦ, ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τὴν ἀξίαν τὴν ἀνθρωπίνην, καθ’ ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπικαλούμεθα τοὺς Ἀγγέλους εἰς ταῦτα. Αὕτη δὲ ἦτο κρυφὴ πλάνη τοῦ διαβόλου, ἵνα ἐκ τῆς τοιαύτης προσποιητῆς εὐλαβείας καὶ ταπεινώσεως καταντήσουν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον οἱ ἄνθρωποι, εἰς τὸ νὰ ἐπικαλοῦνται ὡς Θεοὺς τοὺς Ἀγγέλους, καὶ ἀκολούθως νὰ λατρεύουν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὃ καὶ ἠκολούθησεν εἰς αὐτούς. Διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν ἀναθεματίζει τοὺς Χριστιανοὺς ἐκείνους ὁποῦ ἀφίνουν μὲν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ νὰ ἐπικαλοῦνται τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Θεόν, συνάγονται δὲ εἰς ναοὺς τῶν Ἀγγέλων (ἦτο γάρ, κατὰ τὸν Θεοδώρητον, ἕως εἰς τὸν καιρόν του, ναὸς τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Λαοδικείας διὰ τοιαύτην αἰτίαν) καὶ ἐπικαλοῦνται αὐτοὺς ὡς Θεούς, καὶ ἀκολούθως μὲ τὸν κεκρυμμένον τοῦτον τρόπον εἰδωλολάτραι καὶ κτισματολάτραι γίνονται. Ταῦτα δέ, λέγει ὁ Κανών, ὄχι διὰ νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὸ νὰ ἐπικαλούμεθα ὡς μεσίτας τοὺς Ἀγγέλους πρὸς βοήθειάν μας, ἄπαγε!

ἀλλ’ ἵνα ἐμποδίσῃ τῆς ἐπικλήσεως τὴν ὑπερβολήν.

ΚΑΝΩΝ ΛΣΤʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικοὺς ἢ Κληρικούς, μάγους ἢ ἐπαοιδοὺς εἶναι, ἢ μαθηματικούς, ἢ ἀστρολόγους, ἢ ποιεῖν τὰ λεγόμενα φυλακτήρια, ἅτινά ἐστι δεσμωτήρια τῶν ψυχῶν αὐτῶν, τοὺς δὲ φοροῦντας ῥίπτεσθαι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἐκελεύσαμεν.

Ἑρμηνεία. Ἐμποδίζει ὁ παρὼν Κανὼν τὸ νὰ γίνωνται οἱ Ἱερωμένοι καὶ Κληρικοὶ μάγοι, καὶ ἐπαοιδοί, καὶ μαθηματικοί, καὶ ἀστρολόγοι, ἢ τὸ νὰ κάμουν φυλακτὰ μὲ διαβολικὰς ἐνεργείας, τὰ ὁποῖα εἶναι δεσμὰ καὶ ἁλυσίδες νοηταῖς εἰς τὰς ψυχάς των· ὄχι μόνον δὲ τοὺς ποιοῦντας ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τοὺς φοροῦντας, ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐκβάλλει. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ξαʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΛΖʹ. Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον, νὰ λαμβάνῃ τινὰς Χριστιανὸς ὀρθόδοξος τὰ δῶρα ὁποῦ στέλλουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ Ἰουδαῖοι καὶ αἱρετικοί, ὅταν ἔχουν τὰς ἑορτάς των, ἀλλ’ οὔτε νὰ συνεορτάζῃ ὅλως αὐτοῖς. Ὅρα καὶ τὸν μεʹ. καὶ οʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΗʹ. Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα λαμβάνειν, ἢ κοινωνεῖν ταῖς ἀσεβείαις αὐτῶν.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος παρομοίως ἐμποδίζει τὸ νὰ λαμβάνουσιν οἱ Χριστιανοὶ τὰ παρὰ τῶν Ἰουδαίων διδόμενα εἰς αὐτοὺς ἄζυμα, ἢ νὰ συγκοινωνοῦν μὲ τὰς ἀσεβείας των. Ὅρα καὶ τὸν οʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΛΘʹ. Ὅτι οὐ δεῖ τοῖς ἔθνεσι συνεορτάζειν καὶ κοινωνεῖν τῇ ἀθεότητι αὐτῶν.

Ἑρμηνεία. Ὁμοίως καὶ ὁ παρὼν Κανὼν ἐμποδίζει τὸ νὰ συνεορτάζουν μαζὴ μὲ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ ἀπίστους οἱ Χριστιανοί, καὶ τὸ νὰ συγκοινωνοῦν μὲ τὴν ἀθείαν αὐτῶν. Ὅρα καὶ τὸν οʹ. καὶ οαʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Μʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἐπισκόπους καλουμένους εἰς Σύνοδον καταφρονεῖν, ἀλλ’ ἀπιέναι καὶ διδάσκειν ἢ διδάσκεσθαι, εἰς διόρθωσιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν. Εἰ δὲ καταφρονήσειεν ὁ τοιοῦτος, ἑαυτὸν αἰτιάσεται, παρεκτὸς εἰ μὴ δι’ ἀνωμαλίαν ἀπολιμπάνοιτο.

Ἑρμηνεία. Προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ὅταν καλῶνται ἀπὸ τοὺς Μητροπολίτας αὐτῶν εἰς τὰς ἐνιαυσίας Συνόδους, δὲν πρέπει νὰ καταφρονοῦν τὸ κάλεσμα αὐτό, ἀλλὰ νὰ πηγαίνουν εἰς αὐτὰς καὶ διὰ νὰ διδάσκουν τοὺς ἄλλους, καὶ διὰ νὰ διδάσκωνται καὶ νὰ μανθάνουν καὶ αὐτοί, διὰ τῆς τῶν συναδελφῶν βοηθείας, τὰ χρησιμεύοντα τόσον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων διόρθωσιν, ὅσον καὶ εἰς τὴν τῶν ἄλλων ἐπισυμβαινόντων ἐξωτερικῶν πραγμάτων τῆς ἐπαρχίας των. Ἐὰν δέ τινας ἐξ αὐτῶν καταφρονήσας δὲν ὑπάγῃ αὐτός, διὰ τοῦτο θέλει γένῃ αἴτιος εἰς τὸν ἑαυτόν του νὰ κατηγορηθῇ καὶ νὰ ἐπιτιμηθῇ παρὰ τῆς Συνόδου, ἔξω μόνον ἂν διὰ ἀσθένειαν ἢ ἄλλην ἀναγκαίαν περίστασιν ἐμποδισθῇ. Ὅρα καὶ τὸν λζʹ.

Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΜΑʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικὸν ἢ Κληρικὸν ἄνευ κανονικῶν γραμμάτων ὁδεύειν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ Ἱερωμένοι καὶ οἱ λοιποὶ Κληρικοὶ νὰ περιπατοῦν εἰς ἄλλους τόπους χωρὶς νὰ ἔχουν γράμματα παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου των συστατικά, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΜΒʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικὸν ἢ Κληρικὸν ἄνευ κελεύσεως Ἐπισκόπου ὁδεύειν.

Ἑρμηνεία. Καὶ οὗτος ὁ Κανὼν διορίζει, ὅτι δὲν πρέπει οἱ Ἱερωμένοι καὶ Κληρικοὶ νὰ περιπατοῦν χωρὶς τὴν ἄδειαν τοῦ ἰδίου των Ἐπισκόπου. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΜΓʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτας, κᾂν βραχύ, τὰς θύρας ἐγκαταλείπειν, καὶ τῇ εὐχῇ σχολάζειν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ ὑπηρέται, ἤτοι οἱ Θυρωροὶ νὰ ἀφίνουν τὰς θύρας τῶν κατηχουμένων ἐν τῷ καιρῷ τῆς λειτουργίας οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον τῆς ὥρας, καὶ νὰ σχολάζουν εἰς τὴν εὐχήν, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον, ἵνα μή τις ἄπιστος εἰσέλθῃ καὶ ἀμύητος, κατὰ τὸ νζʹ. κεφ. τοῦ βʹ. βιβλ. τῶν Ἀποστολικῶν διαταγ. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημ. τοῦ ιεʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΜΔʹ. Ὅτι οὐ δεῖ γυναῖκας ἐν τῷ Θυσιαστηρίῳ εἰσέρχεσθαι.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ μὴ ἐμβαίνουν αἱ γυναῖκες μέσα εἰς τὸ ἅγιον βῆμα λαϊκαὶ οὖσαι, διὰ τί ἂν οἱ λαϊκοὶ ἄνδρες ἀπὸ τοῦτο ἐμποδίζωνται, πόσῳ μᾶλλον αἱ γυναῖκες. Ὅρα καὶ τὸν ξθʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΜΕʹ. Ὅτι οὐ δεῖ μετὰ δύω ἑβδομάδας τῆς τεσσαρακοστῆς δέχεσθαι εἰς τὸ φώτισμα.

Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ ἢ νὺξ τοῦ μεγάλου Σαββάτου μέσον εἶναι τῆς ταφῆς καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, μετέχουσα ἐν μέρει καὶ ἀπὸ τὰς δύω, τῶν ὁποίων τύπος εἶναι αἱ τρεῖς ἀναδύσεις, καὶ καταδύσεις αἱ ἐν τῷ βαπτίσματι γινόμεναι. Διὰ τοῦτο ἐπεκράτησε συνήθεια εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ βαπτίζῃ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ τοὺς κατηχουμένους, ἵνα, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἀναδύσεις καὶ καταδύσεις συνθάπτωνται καὶ συνανιστῶνται μὲ τὸν Χριστὸν οἱ βαπτιζόμενοι, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν (περὶ οὗ ὅρᾳ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ νʹ. Ἀποστολικοῦ)· διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ μέλλουν νὰ βαπτισθοῦν κατὰ τὴν νύκτα ταύτην τοῦ μεγάλου Σαββάτου, πρέπει νὰ προετοιμάζωνται καὶ νὰ προκαθαρίζωνται ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν διὰ νηστείας καὶ προσευχῆς, καὶ τῆς ἄλλης ἀσκήσεως. Ὅστις δὲ μετὰ δύω ἑβδομάδας τῆς μʹ. προσέλθῃ διὰ νὰ βαπτισθῇ, οὗτος νὰ μὴ δέχεται εἰς τὸ νὰ βαπτίζεται, κατὰ τὸ μέγα Σάββατον δηλ. ἐπειδὴ δὲν προετοιμάσθη εἰς ὅλην τὴν Τεσσαρακοστήν, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα θέλει βαπτισθῇ.

ΚΑΝΩΝ ΜΣΤʹ. Ὅτι δεῖ τοὺς φωτιζομένους τὴν πίστιν ἐκμανθάνειν, καὶ τῇ πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδος ἀπαγγέλειν τῷ Ἐπισκόπῳ, ἢ τοῖς Πρεσβυτέροις.

Ἑρμηνεία. Οὗτος ὁ Κανών, ἐρανισθεὶς αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὴν ϛʹ. Σύνοδον, οηʹ. Κανὼν αὐτῆς ἐστί, καὶ ἀνάγνωθι τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ.

ΚΑΝΩΝ ΜΖʹ. Ὅτι δεῖ τοὺς ἐν νόσῳ παραλαμβάνοντας τὸ φώτισμα, καὶ εἶτα ἀναστάντας, ἐκμανθάνειν τὴν πίστιν, καὶ γινώσκειν ὅτι θείας δωρεᾶς κατηξιώθησαν.

Ἑρμηνεία. Κυρίως μὲν οἱ κατηχούμενοι, πρὸ τοῦ νὰ βαπτισθοῦν, πρέπει νὰ μανθάνουσι τὰ τῆς πίστεως δόγματα κατὰ τὸν ἀνωτέρω Κανόνα· ἐὰν δὲ κατὰ περίστασιν καὶ ἀνάγκην ἀσθενείας βαπτισθοῦν τινες κατηχούμενοι πρὸ τοῦ νὰ διδαχθοῦν καλῶς τὰ τῆς εὐσεβείας, πρέπει, κατὰ τὸν παρόντα Κανόνα, καὶ ἀφ’ οὗ ἀσηκωθοῦν ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, νὰ μανθάνουν τὰ μυστήρια τῆς πίστεως, ἵνα καταλάβουν, ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ἠξιώθησαν τῆς τοῦ Θεοῦ δωρεᾶς, ἤτοι ὅτι ἔγιναν υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάριν, καὶ ἐκαθαρίσθησαν ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν προπατορικὴν καὶ προαιρετικήν, καὶ ἀκολούθως ἵνα ἐκ τῆς γνώσεως ταύτης ἀγωνισθοῦν νὰ φυλάξουν τὸ μέγα τοῦτο χάρισμα ὁποῦ ἔλαβον. Ὅρα καὶ τὸν ιβʹ. τῆς ἐν Ναιοκαισαρείᾳ.

ΚΑΝΩΝ ΜΗʹ. Ὅτι δεῖ τοὺς φωτιζομένους, μετὰ τὸ βάπτισμα, χρίεσθαι χρίσματι ἐπουρανίῳ, καὶ μετόχους εἶναι τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ Κανὼν οὗτος ὅτι, ὅσοι βαπτισθοῦν, πρέπει μετὰ τὸ βάπτισμα νὰ χρίωνται καὶ μὲ τὸ ἅγιον Μῦρον, τὸ ὁποῖον χάρισμα ἐπουράνιον ὀνομάζει, ἐπειδὴ αὐτό, ἁγιαζόμενον μὲν διὰ τῶν εὐχῶν καὶ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἁγιάζον δὲ τοὺς χριομένους, τοὺς κάμνει νὰ γίνουν μέτοχοι καὶ κληρονόμοι τῆς οὐρανίου βασιλείας τοῦ Χριστοῦ. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ Κανόνος τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ.

ΚΑΝΩΝ ΜΘʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ ἄρτον προσφέρειν, εἰ μὴ ἐν Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ μόνον.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει, λέγει ὁ παρὼν Κανών, εἰς τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς μεγάλης μʹ. νὰ γίνεται λειτουργία τελεία, ἀλλὰ ἡ προηγιασμένη, ἔξω μόνον εἰς τὰ Σάββατα καὶ εἰς τὰς Κυριακὰς αὐτῆς. Ὅρα τὸν ξθʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν νβʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ Νʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν Πέμπτην λύειν, καὶ ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν, ἀλλὰ δεῖ πᾶσαν τὴν Τεσσαρακοστὴν νηστεύειν ξηροφαγοῦντας.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανών, ἐρανισθεὶς αὐτολεξεὶ ἀπὸ τὴν ϛʹ. Σύνοδον, ἐν τῷ κθʹ. Κανόνι αὑτῆς περιέχεται, καὶ ὅρα τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ ἐκεῖ. Προσθέτει δὲ οὗτος παράνω, ὅτι ὅλην τὴν μʹ. σὺν αὐτῇ δηλ. τῇ μεγάλῃ Πέμπτῃ, πρέπει νὰ ξηροφαγοῦν οἱ Χριστιανοί.

ΚΑΝΩΝ ΝΑʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν Τεσσαρακοστῇ Μαρτύρων γενέθλια ἐπιτελεῖν, ἀλλὰ τῶν ἁγίων Μαρτύρων μνήμας ποιεῖν ἐν τοῖς Σαββάτοις καὶ Κυριακαῖς.

Ἑρμηνεία. Ἀκόλουθος εἶναι καὶ ὁ παρὼν μὲ τὸν ἀνωτέρω μθʹ. λέγει γάρ, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς μʹ. νὰ ἐπιτελοῦμεν τὰ γενέθλια καὶ τὰς μνήμας καὶ ἑορτὰς τῶν Μαρτύρων διὰ λειτουργίας τελείας, ἀλλὰ νὰ ἐπιτελοῦμεν ταύτας δι’ αὐτῆς, ἐὰν τύχουν εἰς τὰ Σάββατα καὶ τὰς Κυριακὰς τῆς αὐτῆς μʹ. Χαροποιὰ γὰρ καὶ λυτικὰ τῆς νηστείας ὄντα τὰ γενέθλια καὶ αἱ ἑορταὶ αὐτῶν, ἀνοίκειον μὲν εἶναι νὰ γίνωνται εἰς τὰς πενθίμους ἡμέρας τῆς μʹ, οἰκεῖον δὲ νὰ ἐπιτελοῦνται εἰς τὰς ἀνεσίμους καὶ χαροποιὰς αὐτῆς ἡμέρας, ὁποῖαι εἶναι τὸ Σάββατον καὶ ἡ Κυριακή. Ὅρα καὶ τὸν ξθʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΝΒʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν Τεσσαρακοστῇ γάμους ἢ γενέθλια ἐπιτελεῖν.

Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ οἱ γάμοι καὶ αἱ ἑορταὶ ὁποῦ ἔκαμνάν τινες, διὰ τὴν ἡμέραν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν εἶναι ἀναιρετικὰ τοῦ πένθους καὶ τῆς νηστείας τῆς μʹ· διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν προστάζει νὰ μὴ γίνωνται τὰ τοιαῦτα ἐν τῇ μʹ. Ὅρα καὶ τὸν ξθʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΝΓʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Χριστιανοὺς εἰς γάμους ἀπερχομένους, βαλλίζειν ἢ ὀρχεῖσθαι, ἀλλὰ σεμνῶς δειπνεῖν ἢ ἀριστᾷν, ὡς πρέπει Χριστιανοῖς.

Ἑρμηνεία. Προστάζει ὁ παρὼν Κανὼν τοὺς Χριστιανούς, ὅταν πηγαίνουν εἰς τοὺς γάμους, νὰ μὴ βαλλίζουν, ἤτοι κτυποῦν τύμπανα ἢ ἄλλα ὄργανα, καὶ κατὰ τὴν ἁρμονίαν αὐτῶν καὶ ἠχολογίαν νὰ χορεύουν, ἀλλὰ νὰ γευματίζουν καὶ νὰ δειπνοῦν εἰς τοὺς γάμους αὐτοὺς μὲ συστολὴν καὶ σεμνότητα, καθὼς εἶναι πρέπον εἰς τοὺς Χριστιανούς. Ὅρα καὶ τὸν κδʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΔʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικοὺς ἢ Κληρικούς τινας θεωρίας θεωρεῖν ἐν γάμοις ἢ δείπνοις, ἀλλὰ πρὸ τοῦ εἰσέρχεσθαι τοὺς θυμελικούς, ἐγείρεσθαι αὐτοὺς καὶ ἀναχωρεῖν.

Ἑρμηνεία. Δὲν πρέπει οἱ Ἱερωμένοι καὶ Κληρικοί, κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον, ὅταν καλεσθοῦν εἰς γάμους τινῶν ἢ δεῖπνα καὶ συμπόσια γενεθλίων καὶ ἄλλων ὁμοίων ἑορτῶν, νὰ στέκωνται νὰ βλέπουν χοροὺς καὶ ἄλλας θεωρίας ἀσέμνους ὁποῦ γίνονται ἐκεῖ, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἀκόμη νὰ ἔλθουν οἱ θυμελικοί, ἤτοι οἱ τοὺς χοροὺς καὶ τὰ ὄργανα παίζοντες, νὰ ἀσηκόνωνται ἀπὸ τὴν τράπεζαν καὶ νὰ ἀναχωροῦν. Ὅρα τὸν κδʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΕʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Ἱερατικοὺς ἢ Κληρικοὺς ἐκ συμβολῆς συμπόσια ἐπιτελεῖν, ἀλλ’ οὐδὲ λαϊκούς.

Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι δὲν πρέπει οἱ Ἱερωμένοι καὶ Κληρικοὶ νὰ κάμνουν συμπόσια καὶ τραπέζας μὲ ῥεφενέδες, ἀλλ’ οὔτε οἱ λαϊκοὶ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ κάμνουσιν αὐτά, ὡς ἀλλότρια τῶν Χριστιανῶν. Ὅρα καὶ τὸν μβʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ ΝΣΤʹ. Ὅτι οὐ δεῖ Πρεσβυτέρους πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Ἐπισκόπου εἰσιέναι καὶ καθέζεσθαι ἐν τῷ βήματι, ἀλλὰ μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου εἰσιέναι, πλὴν εἰ μὴ ἀνωμαλοίη ἢ ἀποδημοῖ ὁ Ἐπίσκοπος.

Ἑρμηνεία. Κάθε εὐταξία πρέπει νὰ πολιτεύεται εἰς τοὺς Ἱερωμένους, καὶ μάλιστα ὅταν εὑρίσκωνται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Τὸ δὲ νὰ ἀφίνουν τινὲς Ἱερεῖς τὸν Ἀρχιερέα ἔξω μοναχόν, ὅταν μέλλῃ νὰ κάμῃ εἴσοδον εἰς τὸ ἅγιον βῆμα, ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆς δηλ. καὶ νὰ πηγαίνουν αὐτοὶ προτήτερα μέσα εἰς τὸ ἅγιον βῆμα νὰ κάθωνται, τοῦτο, καὶ ἀταξία εἶναι, καὶ καταφρόνησιν προξενεῖ εἰς τὸν Ἀρχιερέα. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παρὼν Κανὼν ἐμποδίζει τοῦτο νὰ μὴ γίνεται, ἀλλὰ οἱ Ἱερεῖς νὰ στέκωνται ἔξω τοῦ βήματος ὁμοῦ μὲ τὸν Ἀρχιερέα, καὶ ὁμοῦ μὲ αὐτὸν νὰ ἐμβαίνουν εἰς τὸ ἅγιον βῆμα. Τὸ δὲ ἀνωμαλοίη, τινὲς μὲν τὸ ἐνόησαν εἰς Πρεσβύτερόν τινα, ἤγουν ἔξω μόνον ἄν τινας Ἱερεὺς ἀνωμάλως ἔχῃ, ἤγουν ἦναι ἀσθενὴς ἢ ὑπέργηρος, καὶ δὲν ἠμπορῇ νὰ στέκεται ἔξω εἰς ὥραν πολλήν· ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι παίρνεται καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἐπισκόπου, ἤγουν ἔξω μόνον ἂν ὁ Ἐπίσκοπος ἀνωμάλως ἔχῃ τὸ σῶμα, ἢ ἐὰν ἀποδημῇ, ὅτι τοὺς μὲν Πρεσβυτέρους ἀνωτέρω πληθυντικῶς εἶπε, τοῦτο δὲ εἶναι ἑνικόν, καὶ ἂν ἐλέγετο διὰ Πρεσβύτερον, ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ οὕτως, εἰ μή τις ἀνωμαλοίη. Φαίνεται δὲ ὅτι νὰ εἶχον τόπον ἴδιον οἱ Ἱερεῖς ὅπου ἔστεκον, ὅστις καὶ ὠνομάζετο ἱερατεῖον· ὅθεν καὶ μὴ δυνάμενοι ἔξω νὰ καθίζουν, εἰσήρχοντο εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐκάθηντο, καθὼς ἀπαραλλάκτως ἡ αὐτὴ ἀταξία γίνεται καὶ τὴν σήμερον.

Καὶ λοιπὸν ὁ Ἱερεὺς διὰ τὰ δύο ταῦτα (ἤγουν, ἢ ἂν αὐτὸς ἀσθενῇ, ἢ ἂν ὁ Ἀρχιερεὺς λείπῃ), συγχωρεῖται νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ κάθεται, ἐπειδὴ τότε δὲν κάμνει τοῦτο πρὸς καταφρόνησιν τοῦ Ἀρχιερέως.

Ὅρα καὶ τὸν ιηʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΖʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν ταῖς κώμαις καὶ ἐν ταῖς χώραις καθίστασθαι Ἐπισκόπους, ἀλλὰ περιοδευτάς· τοὺς μέντοι ἤδη προκατασταθέντας, μηδὲν πράττειν ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ ἐν τῇ πόλει. Ὡσαύτως δὲ καὶ τοὺς Πρεσβυτέρους μηδὲν πράττειν ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου.

Ἑρμηνεία. Διὰ νὰ μὴ καταφρονῆται τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου, προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται Ἐπίσκοποι εἰς χωρία καὶ πόλεις μικράς, ἀλλὰ μόνον περιοδευταί, ἤτοι Ἔξαρχοι, ταὐτὸν εἰπεῖν Χωρεπίσκοποι. Ὅσοι δὲ Ἐπίσκοποι ἕως τώρα ἐχειροτονήθησαν εἰς τοιαύτας μικρὰς πόλεις, οὗτοι χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ ἐν τῇ πόλει καὶ κυρίου Ἐπισκόπου, νὰ μὴ κάμνουσι τίποτε. Ἀλλὰ οὐδὲ οἱ Πρεσβύτεροι πρέπει νὰ ἐνεργῶσι τὸ οἱονοῦν χωρὶς τὴν ἄδειαν τοῦ Ἀρχιερέως. Ὅρα καὶ τὸν λθʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ηʹ. τῆς αʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΗʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς οἴκοις προσφορὰν γίνεσθαι παρὰ Ἐπισκόπων, ἢ Πρεσβυτέρων.

Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται λειτουργία οὔτε ἀπὸ Ἀρχιερέα, οὔτε ἀπὸ Ἱερέα μέσα εἰς κοινὰ ὀσπήτια, ἀλλ’ εἰς Ἐκκλησίαν, ἢ εἰς εὐκτήριον οἶκον. Ὅρα τὸν λαʹ. τῆς ϛʹ.

ΚΑΝΩΝ ΝΘʹ. Ὅτι οὐ δεῖ ἰδιωτικοὺς ψαλμοὺς λέγεσθαι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, οὐδὲ ἀκανόνιστα βιβλία, ἀλλὰ μόνον τὰ κανονικὰ τῆς Καινῆς καὶ Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἑρμηνεία. Ἔξω ἀπὸ τοὺς ρνʹ. ψαλμοὺς τοῦ Δαβὶδ εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι τινές, λεγόμενοι ὅτι εἶναι τοῦ Σολομῶντος καὶ ἄλλων τινῶν, τοὺς ὁποίους ὁ παρὼν Κανὼν ψαλμοὺς ὀνομάζει ἰδιωτικούς, διορίζων ὅτι νὰ μὴ ἀναγινώσκωνται ἐπ’ Ἐκκλησίας οὔτε αὐτοί, οὔτε ἄλλα βιβλία ἀκανόνιστα, ἔξω δηλαδὴ ὄντα ἀπὸ τὰ περιεχόμενα ὑπὸ τοῦ πεʹ. Κανόνος τοῦ Ἀποστολικοῦ, ἀλλὰ μόνον τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Γραφῆς τὰ κανονικά, ἅτινα Ἐνδιαθήκους μὲν Γραφὰς ὀνομάζει ὁ Εὐσέβιος, βιβλ. ϛʹ. κεφ. κεʹ. τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, Ἁγιογράφους δὲ Δέλτους ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος. Ὅρα καὶ τὸν πεʹ. Ἀποστολικόν.

ΚΑΝΩΝ Ξʹ. Ὅσα δεῖ βιβλία ἀναγινώσκεσθαι.

ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. Αʹ. Γένεσις Κόσμου. Βʹ. Ἔξοδος ἐξ Αἰγύπτου. Γʹ. Λευϊτικόν. Δʹ. Ἀριθμοί. Εʹ. Δευτερονόμιον. Ϛʹ. Ἰησοῦς Ναυῆ. Ζʹ. Κριταί. Ῥούθ. Ηʹ. Ἐσθήρ. Θʹ. Βασιλειῶν αʹ. βʹ. Ιʹ. Βασιλειῶν γʹ. δʹ.

ΙΑʹ. Παραλειπόμενα αʹ. βʹ. ΙΒʹ. Ἔσδρας αʹ. βʹ. ΙΓʹ. Βίβλος ψαλμῶν ρνʹ. ΙΔʹ. Παροιμίαι Σολομῶντος. ΙΕʹ. Ἐκκλησιαστής. ΙϚʹ. Ἆσμα ᾀσμάτων. ΙΖʹ. Ἰώβ. ΙΗʹ. Δώδεκα Προφῆται. ΙΘʹ. Ἡσαίας. Κʹ. Ἱερεμίας. Βαρούχ, Θρῆνοι καὶ Ἐπιστολαί.

ΚΑʹ. Ἰεζεκιήλ. ΚΒʹ. Δανιήλ.

ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ Εὐαγγέλια τέσσαρα, Κατὰ Ματθαῖον, κατὰ Μάρκον, κατὰ Λουκᾶν, κατὰ Ἰωάννην. Πράξεις Ἀποστόλων, Ἐπιστολαὶ ἑπτά, οὕτως Ἰακώβου μία, Πέτρου δύω, Ἰωάννου τρεῖς, Ἰούδα μία.

Ἐπιστολαὶ Παύλου δεκατέσσαρες. Πρὸς Ῥωμαίους μία, πρὸς Κορινθίους δύω, πρὸς Γαλάτας μία, πρὸς Ἐφεσίους μία, πρὸς Φιλιππησίους μία, πρὸς Κολασσαεῖς μία, πρὸς Θεσσαλονικεῖς δύω, πρὸς Ἑβραίους μία, πρὸς Τιμόθεον δύω, πρὸς Τῖτον μία, πρὸς Φιλήμονα μία.