Τον Υιό και το Πνεύμα πάλι νοούν οι Άγιοι [όχι] άναρχα, όμως αιώνια. Όχι άναρχα, γιατί αναφέρονται προς τον Πατέρα ως αρχή και πηγή Τους. Αιώνια, επειδή συνυπάρχουν προαιώνια με τον Πατέρα, ο Υιός κατά γέννηση και το Πνεύμα κατά εκπόρευση.
Η Μονάδα, που κινήθηκε ως την Τριάδα αφ’ εαυτής, παραμένει Μονάδα· και η Τριάδα που συνάγεται πάλι ως τη Μονάδα, παραμένει Τριάδα, πράγμα βέβαια παράδοξο.
Ο ίδιος πάλι ο Πατέρας οράται και άναρχος και αρχή. Άναρχος, ως αγέννητος· αρχή, ως Αυτός που γεννά τον Υιό και προβάλλει το Άγιο Πνεύμα, που προήλθαν απ’ Αυτόν κατά την ουσία και υπάρχουν προαιώνια σ’ Αυτόν.
Όπως λένε οι Άγιοι τρισυπόστατη τη μία ουσία της θεότητας, έτσι ομολογούν και ομοούσια την Αγία Τριάδα.
Χρησιμοποιήθηκαν λέξεις και ονόματα για τη σαφήνεια των λόγων που συλλογίζεται κανείς σχετικά με την ουσία της Αγίας Τριάδας, όπως είπαμε. Γιατί οι λόγοι αυτοί είναι άγνωστοι και ανέκφραστοι για κάθε νου και λόγο, και μόνο η Αγία Τριάδα τους γνωρίζει.
Και εκείνα πάλι που έχουν λεχθεί ως κοινά στην Αγία Τριάδα κατά αφαίρεση, τα κρίνουν ως κυριότερα. Όχι όμως και εκείνα που ανήκουν στα ιδιώματα των Υποστάσεων. Επειδή και από αυτά, άλλα λένε θετικά και άλλα κατά αφαίρεση, όπως προείπαμε· όπως είναι το γεννητό, το αγέννητο και τα όμοια. Γιατί η αγεννησία μόνον κατά τη […]
Την υπόσταση την ορίζουν ως ουσία με ιδιαίτερα γνωρίσματα. Γι’ αυτό κάθε Υπόσταση έχει κοινή τη θεία ουσία και ιδιαίτερο το γνώρισμα της υποστάσεως.
Ιδιαίτερα γνωρίσματα πάλι των θείων Υποστάσεων λένε οι Άγιοι τούτα: την πατρότητα, την υιότητα, την εκπόρευση και όλα όσα αναφέρονται στην καθεμία ιδιαίτερα.
Όσα προαναφέρθηκαν θετικά ή κατά αφαίρεση, νοούνται κοινά στα τρία πρόσωπα της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος, εκτός από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του κάθε Προσώπου, επειδή και από αυτά τα πλείστα τ’ αποδίδουν θετικά, ενώ άλλα κατά αφαίρεση.
Όπως ομολογούν οι Άγιοι μία θεότητα στην Αγία Τριάδα, έτσι πιστεύουν και ότι είναι τρεις οι υποστάσεις της μιάς θεότητας.