Αφού η Αγία Τριάδα είναι μία ουσία πάνω από νου και λόγο και κρύφια θεότητα, όσα συλλογίζεται κανείς σχετικά μ’ Αυτήν είναι αυτά που προείπαμε και τα όμοια.
Η ουσία για παράδειγμα, η θεότητα, η αγαθότητα και όσα διατυπώνονται καταφατικά, νοούνται θετικά. το άναρχο, το άπειρο, το απεριόριστο του Θεού και όσα διατυπώνονται αποφατικά, νοούνται κατά αφαίρεση.
Όλοι οι λόγοι που αναφέρονται στο Θεό, νοούνται άλλοι θετικά και άλλοι κατά αφαίρεση.
Οι περί Θεού λόγοι, τους οποίους θεωρούν οι Άγιοι, δεν αναφέρονται στην ουσία του Θεού, αλλά στα ιδιώματα και τις ενέργειές Του.
Ο νους που αρχίζει την κατά Θεόν φιλοσοφία από την άμεση πίστη, καταλήγει στην πέρα από κάθε νου θεολογία, την οποία ορίζουν ως αδιάπτωτη πίστη και όραση των αοράτων πραγμάτων.
Στην αρχή της κατά Θεόν φιλοσοφίας βρίσκεται, όπως παρατηρείται, ο φόβος, που όμως έπεται· στο τέλος της βρίσκεται η αγάπη, που πρέπει να προηγείται.
Ο νους που αρχίζει να φιλοσοφεί τα θεία, αρχίζει από την πίστη. Περνώντας από τα ενδιάμεσα, πάλι καταλήγει στην ανώτατη πίστη.
Εκείνος που εχει βάλει κανόνα στο σώμα του και παραμένει στη γνώση, με αυτή τη γνώση καθαρίζεται όλο και περισσότερο.
Ανάλογα με την κάθαρση του νου, χορηγείται στην ψυχή η γνώση των θείων λόγων.
Όταν το Άγιο Πνεύμα βρει νου που γυμνώθηκε από τα πάθη, τον διδάσκει ανάλογα για όλα όσα ελπίζομε.