Ἐπειδὴ γὰρ καὶ ὁ διάβολος μετὰ τὸ τῇ πίστει προσελθεῖν ἡμᾶς, εὐθέως ἐπεισέρχεται, τὴν καλὴν ταύτην ῥίζαν ἀνασπάσαι βουλόμενος, καὶ τὰ ζιζάνια σπεῖραι ἐπειγόμενος, καὶ τοῖς γνησίοις καὶ καθαροῖς λυμήνασθαι σπέρμασι, δεόμεθα τῆς τοῦ Πνεύματος βοηθείας τότε, ἵνα, καθάπερ γεωργὸς φιλόπονος, ἐγκαθεζόμενος ἡμῶν τῇ ψυχῇ, πολλῇ τῇ φειδοῖ καὶ προνοίᾳ τειχίζῃ πάντοθεν τὸ νεοπαγὲς τῆς πίστεως φυτόν. Διὰ τοῦτο Θεσσαλονικεῦσιν ἐπέστελλε λέγων, Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε, δηλῶν ὅτι τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος ἐπεισελθούσης, ἀκαταγώνιστοι τῷ πονηρῷ δαίμονι λοιπὸν καὶ ταῖς μεθοδείαις αὐτοῦ πάσαις ἐσόμεθα. Εἰ γὰρ οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, πολλῷ μᾶλλον τὴν πίστιν ἀσφαλῆ καὶ ἐῤῥιζωμένην οὐ δυνήσεται κατασχεῖν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.
Μετάφραση
Διότι, επειδή ακριβώς και ο διάβολος, μετά την προσέλευσή μας στην πίστη, αμέσως εισβάλλει, επιθυμώντας να ξεριζώσει αυτή την καλή ρίζα και σπεύδοντας να σπείρει τα ζιζάνια και να φθείρει τα γνήσια και καθαρά σπέρματα, έχουμε τότε την ανάγκη της βοήθειας του Πνεύματος, ώστε, ως φιλόπονος γεωργός που εγκαθίσταται στην ψυχή μας, να περιτειχίσει από παντού με πολλή φροντίδα και πρόνοια το νεοπαγές φυτό της πίστεως. Γι' αυτόν τον λόγο έγραφε στους Θεσσαλονικείς λέγοντας, «Το Πνεύμα μη σβέννυτε», δηλώνοντας ότι, όταν η χάρη του Πνεύματος εισέλθει σε εμάς, θα καταστούμε στο εξής ακαταμάχητοι απέναντι στον πονηρό δαίμονα και σε όλες τις μεθοδείες του. Διότι, εάν κανένας δεν δύναται να πει Κύριο τον Ιησού, παρά μόνο εν Πνεύματι Αγίω, πολύ περισσότερο δεν θα μπορέσει να διατηρήσει την πίστη ασφαλή και ερριζωμένη, παρά μόνο εν Πνεύματι Αγίω.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες