πάντως γὰρ λαμβάνει ὅπλα τοῦ ἀπελθεῖν εἰς πόλεμον καὶ ἀγωνίσασθαι κατὰ τῶν ἐχθρῶν· πάντως ἐφωτίσθη, ἵνα στρατεύσηται κατὰ τοῦ σκότους. 〈Ἐρώτησις:〉 πῶς λέγει ὁ ἀπόστολος· ‹ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ πᾶσαν προφητείαν καὶ λαλῶ ταῖς γλώσσαις τῶν ἀγγέλων, οὐδέν εἰμι›; 〈Ἀπόκρισις:〉 οὐχ οὕτως ὀφείλομεν νοεῖν, ὅτι οὐδέν ἐστιν ὁ ἀπόστολος, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνην τὴν ἀγάπην ἥτις ἐστὶ τελεία, ταῦτα μικρά ἐστι, καὶ ὁ ἐν τούτοις ὢν τοῖς μέτροις πίπτει· ὁ δὲ ἔχων τὴν ἀγάπην ἄπτωτός ἐστιν. ἐγὼ δέ σοι λέγω, ὡς εἶδον ἀνθρώπους εἰς ὅλα τὰ χαρίσματα γενομένους καὶ μετόχους πνεύματος, καὶ οὗτοι μὴ φθάσαντες εἰς τὴν τελείαν ἀγάπην ἔπεσον. εἷς γάρ τις τῶν εὐγενῶν ἀποταξάμενος ἐπώλησεν αὐτοῦ τὰ ὑπάρχοντα, ἠλευθέρωσε δούλους, ὢν φρόνιμος καὶ συνετός. λοιπὸν περιβόητος ἦν ἐπὶ σεμνῷ βίῳ, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ οἰηθεὶς περὶ ἑαυτοῦ καὶ τυφωθεὶς τέλος κατέπεσεν εἰς ἀσελγείας καὶ μυρία κακά. ἄλλος ἐπὶ διωγμοῦ ἔδωκεν ἑαυτοῦ τὸ σῶμα, καὶ ὢν ὁμολογητής, μετὰ ταῦτα εἰρήνης γενομένης, ἀπελύθη καὶ ἦν ὀνομαστός· τὰ γὰρ βλέφαρα αὐτοῦ ἦν βλαβέντα, ἐπειδὴ ὑπεκαπνίσθη. οὗτος λοιπὸν δοξαζόμενος καὶ καλούμενος εἰς τὰς εὐχάς, λαμβάνων σιτίον ἐδίδου τῷ παιδὶ αὐτοῦ· καὶ οὕτως ἦν ὁ νοῦς αὐτοῦ ὡς μηδέποτε ἀκούσας λόγον θεοῦ. ἄλλος ἔδωκε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐπὶ διωγμοῦ καὶ ἐκρεμάσθη καὶ ἐξέσθη, εἶτα ἐβλήθη εἰς τὴν φυλακήν.
Μετάφραση
Διότι οπωσδήποτε λαμβάνει όπλα για να πάει σε πόλεμο και να αγωνιστεί εναντίον των εχθρών· οπωσδήποτε φωτίστηκε, για να στρατευτεί κατά του σκότους. Ερώτηση: Πώς λέει ο απόστολος: «Εάν έχω όλη τη γνώση και όλη την προφητεία και μιλώ τις γλώσσες των αγγέλων, δεν είμαι τίποτα»; Απόκριση: Δεν οφείλουμε να το κατανοήσουμε έτσι, ότι δηλαδή ο απόστολος δεν είναι τίποτα, αλλά συγκριτικά με εκείνη την αγάπη που είναι τέλεια, αυτά είναι μικρά, και όποιος βρίσκεται σε αυτά τα μέτρα πέφτει· ενώ εκείνος που έχει την αγάπη δεν πέφτει ποτέ. Εγώ δε σου λέω, πως είδα ανθρώπους που απέκτησαν όλα τα χαρίσματα και έγιναν μέτοχοι του πνεύματος, και αυτοί, επειδή δεν έφτασαν στην τέλεια αγάπη, έπεσαν. Διότι κάποιος από τους ευγενείς, αφού απαρνήθηκε τον κόσμο, πούλησε τα υπάρχοντά του, ελευθέρωσε δούλους, όντας φρόνιμος και συνετός. Έγινε λοιπόν ξακουστός για τον σεμνό του βίο, και στο μεταξύ, έχοντας μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και κυριευμένος από υπεροψία, τελικά έπεσε σε ακολασίες και μύρια κακά. Άλλος, κατά τον διωγμό, παρέδωσε το σώμα του, και όντας ομολογητής, όταν μετά από αυτά ήρθε ειρήνη, αφέθηκε ελεύθερος και ήταν ονομαστός· διότι τα βλέφαρά του είχαν υποστεί βλάβη, επειδή είχε εκτεθεί σε καπνό. Αυτός, λοιπόν, ενώ δοξαζόταν και προσκαλούνταν στις προσευχές, έπαιρνε φαγητό και το έδινε στον υπηρέτη του· και ο νους του βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση, σαν να μην είχε ακούσει ποτέ τον λόγο του Θεού. Άλλος παρέδωσε το σώμα του κατά τον διωγμό, κρεμάστηκε και γδάρθηκε, και έπειτα ρίχτηκε στη φυλακή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες