γʹ <Προοίμιον πρὸ τῆς πραγματείας.> Ἀρχὴ τῶν λόγων σου, Χριστέ, ἀλήθεια, μᾶλλον δὲ σὺ αὐτὸς ὁ θεὸς λόγος, ἡ ἀληθὴς ἀλήθεια, ὡς ὄντως ὢν ἐκ τῆς ὑπεραληθοῦς πατρικῆς ἀληθείας γέννημα καὶ ἀλήθεια, καὶ τοῖς τῆς σῆς ἀληθείας ἐρασταῖς ἐπαγγελλόμενος ἀποστέλλειν τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ λέγων. Ὁ δὲ παράκλητος, ὃν πέμψω ὑμῖν ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνος ὑμᾶς ὁδηγήσει εἰς πᾶσαν ἀλήθειαν, ὅπως μὴ ὑμεῖς ἔσεσθε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ γὰρ καὶ οἱ τοὺς φωτοφόρους καὶ πολυτίμους μαργαρίτας ἐκ βυθῶν ἀοράτων τοῖς ἀνθρώποις θηρᾶν καὶ ἐμφανίζειν βουλόμενοι γυμνοῦντες ἑαυτοὺς παντὸς περικαλύμματος καὶ ἐλαίου τὸ οἰκεῖον στόμα πληροῦντες καὶ πνεῦμα ἱκανὸν ἐν τοῖς μυκτῆρσιν ἐκ τοῦ ἀέρος ἕλκοντες οὕτως ἑαυτοὺς τῷ φοβερῷ καὶ ζοφώδει βυθῷ παραπέμπουσιν, δηλοῦντος, ὡς οἶμαι, τοῦ ὑποδείγματος, ὅτι δεῖ πάντα ἄνθρωπον τὸν τοὺς βυθοὺς τῶν πνευματικῶν ὑδάτων καὶ δογμάτων διερευνᾶν καὶ τοὺς θείους καὶ καθαροὺς μαργαρίτας ἐξ αὐτῶν ἀγρεύειν βουλόμενον γυμνὸν εἶναι παντὸς ἐμπαθοῦς περικαλύμματος καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν ταῖς ῥισὶ τῆς ψυχῆς ἕλκειν καὶ ἔχειν κατὰ τὸν λέγοντα ἅγιον, ὅτι Πνεῦμα θεῖον τὸ περιόν μοι ἐν ῥισί· πνοὴ δὲ παντοκράτορος ἡ διδάσκουσά με, καί, Τὸ στόμα μου ἤνοιξα καὶ εἵλκυσα πνεῦμα, ὅπερ ἐστὶ τὸ ἔλαιον τῆς ἀγαλλιάσεως, ὅπως ἐπ’ αὐτοῖς πληροῦται τὸ θεῖον λόγιον τὸ φάσκον, ὅτι Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας προφέρει τὰ ἀγαθά, ὥσπερ δὴ πάντως καὶ ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἐμπαθοῦς θησαυροῦ τῆς καρδίας προφέρει τὰ πονηρά. Οὐ γὰρ τοσοῦτος ὁ κίνδυνος τοῖς εἰς βυθοὺς ὑδάτων κατατολμῶσιν, ὅσος τοῖς τὰ πάθη ἔχουσι καὶ διερευνᾶν τὰ βάθη τῶν ἱερῶν γραφῶν ἐπιχειροῦσιν· μόνον γὰρ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ὡς θεὸς δύναται ἐρευνᾶν τὰ βάθη τοῦ θεοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ σοφός τις ἔλεγεν, ὅτι πρῶτον ἑαυτὸν καθαρτέον καὶ τότε τῷ καθαρῷ προσομιλητέον. Εἰ γὰρ ὁ τὸν Χριστὸν ἔχων ἐν ἑαυτῷ λαλοῦντα καὶ ἕως τρίτου οὐρανοῦ ἀνελθὼν καὶ ἐν παραδείσῳ ἄῤῥητα ῥήματα μαθὼν καὶ εἰπών, ὅτι Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός, ἐπιστέλλων τοῖς Κορινθίοις ἔφασκεν, ὅτι Ἐκ μέρους λαλοῦμεν καὶ ἐκ μέρους γινώσκομεν, τίς ἐστιν ὁ δυνάμενος λέγειν, ὅτι «Τελείως λαλῶ καὶ τελείως γινώσκω, καὶ μάλιστα τὰ περὶ τοῦ ἀκαταλήπτου θεοῦ;» Ἄπερ πάλιν τις θεολόγος λαλῶν διὰ πνεύματος ἁγίου ἔλεγεν, ὅτιπερ Ἡνίκα περὶ θεοῦ λαλῶ, φρίττω καὶ γλῶτταν καὶ ἀκοὴν καὶ διάνοιαν. Τὸ γὰρ περὶ θεοῦ λαλεῖν οὐκ ἀκίνδυνον.
Μετάφραση
Γʹ. Προοίμιο πριν από την πραγματεία. Αρχή των λόγων σου, Χριστέ, είναι η αλήθεια· ή μάλλον, εσύ ο ίδιος, ο Θεός Λόγος, η αληθινή Αλήθεια, αφού αληθινά είσαι γέννημα και αλήθεια της υπεραληθούς πατρικής Αλήθειας, και υπόσχεσαι στους εραστές της δικής σου αλήθειας να αποστείλεις το Πνεύμα της αληθείας, λέγοντας: «Ο δε Παράκλητος, τον οποίο θα σας στείλω στο όνομα του Πατρός μου, το Πνεύμα της αληθείας, εκείνος θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια, ώστε να μην είστε εσείς εκείνοι που μιλούν, αλλά το Πνεύμα της αληθείας που μιλά μέσα σας την αλήθεια». Διότι και όσοι θέλουν να αλιεύσουν και να φανερώσουν στους ανθρώπους τους φωτοφόρους και πολυτίμους μαργαρίτες από βυθούς αόρατους για τους ανθρώπους, γυμνώνοντας τον εαυτό τους από κάθε περίβλημα, γεμίζοντας το στόμα τους με λάδι και ελκύοντας από τον αέρα αρκετό πνεύμα στα ρουθούνια τους, έτσι παραδίδουν τον εαυτό τους στον φοβερό και σκοτεινό βυθό. Και το παράδειγμα αυτό, καθώς νομίζω, δείχνει ότι κάθε άνθρωπος που θέλει να διερευνήσει τα βάθη των πνευματικών υδάτων και των δογμάτων και να αλιεύσει από αυτά τους θείους και καθαρούς μαργαρίτες, πρέπει να είναι γυμνός από κάθε εμπαθές περίβλημα και να ελκύει και να έχει το Άγιο Πνεύμα στα ρουθούνια της ψυχής, κατά τον άγιο που λέγει: «Θείο Πνεύμα είναι εκείνο που υπάρχει στα ρουθούνια μου· και πνοή του Παντοκράτορος είναι αυτή που με διδάσκει», και: «Άνοιξα το στόμα μου και έλκυσα πνεύμα», το οποίο είναι το έλαιο της αγαλλιάσεως, ώστε να εκπληρώνεται σε αυτούς το θείο λόγιο που λέγει: «Ο αγαθός άνθρωπος από τον αγαθό θησαυρό της καρδιάς προφέρει τα αγαθά», όπως ακριβώς και ο εμπαθής άνθρωπος από τον εμπαθή θησαυρό της καρδιάς προφέρει τα πονηρά. Διότι δεν είναι τόσο μεγάλος ο κίνδυνος για εκείνους που τολμούν να κατεβαίνουν στα βάθη των υδάτων, όσο για εκείνους που έχουν τα πάθη και επιχειρούν να διερευνήσουν τα βάθη των ιερών Γραφών· επειδή μόνο το Άγιο Πνεύμα, ως Θεός, δύναται να ερευνά τα βάθη του Θεού. Γι’ αυτό και κάποιος σοφός έλεγε ότι πρώτα πρέπει να καθαρίσει κανείς τον εαυτό του και έπειτα να συνομιλήσει με τον Καθαρό. Διότι, αν εκείνος που είχε μέσα του τον Χριστό να μιλά, και ανέβηκε έως τον τρίτο ουρανό, και έμαθε στον παράδεισο άρρητα ρήματα, και είπε ότι «Ζω όχι πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός», έγραφε στους Κορινθίους ότι «κατά μέρος μιλούμε και κατά μέρος γνωρίζουμε», ποιος είναι εκείνος που μπορεί να πει: «Μιλώ τελείως και γνωρίζω τελείως, και μάλιστα τα περί του ακαταλήπτου Θεού;» Αυτά ακριβώς πάλι ένας θεολόγος, μιλώντας διά του Αγίου Πνεύματος, έλεγε: «Όταν μιλώ για τον Θεό, φρίττω και στη γλώσσα και στην ακοή και στη διάνοια». Διότι το να μιλά κανείς για τον Θεό δεν είναι χωρίς κίνδυνο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- γʹ Προοίμιον πρὸ τῆς πραγματείας