Πῶς οὖν λέγετε, ὅτι ἀδύνατόν ἐστιν ἀναιχμαλώτιστον γενέσθαι τὸν ἅπαξ αἰχμαλωτισθέντα ἄνθρωπον; ἵνα τὸ μὲν ἀδύνατον τῷ Θεῷ προσάγητε, τὸ δὲ δυνατὸν τῷ διαβόλῳ, ἀκατάλυτον αὐτοῦ λέγοντες τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι αἱρετικοί· καὶ διὰ τοῦτο ἐληλυθέναι τὴν θεότητα, τὴν μὴ αἰχμαλωτιζομένην, ἐν ὁμοιώσει σαρκὸς καὶ ψυχῆς, ἵνα αὐτὴ ἀναιχμαλώτιστος μείνῃ, καὶ οὕτως ὀφθῇ καθαρὰ δικαιοσύνη. Πότε γοῦν οὐκ ἦν τῆς θεότητος καθαρὰ ἡ δικαιοσύνη; Τίς δὲ ἐν τούτοις ἀνθρώπων εὐεργεσία, εἰ μὴ ταυτότητι ὑπάρξεως καὶ φύσεως καινότητι ὤφθη ὁ Κύριος, ὥς φησιν ὁ Ἀπόστολος· Ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν· λέγων· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς, καὶ ἡ ζωὴ, καὶ ἡ ἀλήθεια; Ἀλλὰ λέγετε, τῇ ὁμοιώσει καὶ τῇ μιμήσει σώζεσθαι τοὺς πιστεύοντας, καὶ οὐ τῇ ἀνακαινίσει, καὶ τῇ ἀπαρχῇ. Καὶ πῶς πρωτότοκος γέγονεν ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς, καὶ ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων Χριστὸς, ὅς ἐστι κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας; Οὔτε γὰρ πίστις κατὰ δήλου φαινομένη πίστις ἂν λέγοιτο· ἀλλ᾽ ἔστι πίστις ἡ τὸ ἀδύνατον ἐν δυνάμει πιστεύουσα, καὶ τὸ ἀσθενὲς ἐν ἰσχύϊ, καὶ τὸ παθητὸν ἐν ἀπαθείᾳ, καὶ τὸ φθαρτὸν ἐν ἀφθαρσίᾳ, καὶ τὸ θνητὸν ἐν ἀθανασίᾳ.
Μετάφραση
Πώς λοιπόν λέτε ότι είναι αδύνατον να ελευθερωθεί από την αιχμαλωσία ο άνθρωπος που έχει άπαξ αιχμαλωτιστεί; Ώστε το μεν αδύνατο να το αποδίδετε στον Θεό, το δε δυνατό στον διάβολο, υποστηρίζοντας ότι η αμαρτία του είναι ακατάλυτη μέσα στη φύση των ανθρώπων, όπως ακριβώς κάνουν και οι άλλοι αιρετικοί; Και ότι για τον λόγο αυτόν ήλθε η θεότητα, η οποία δεν αιχμαλωτίζεται, έχοντας λάβει ομοίωση σάρκας και ψυχής, ώστε η ίδια να παραμείνει αναιχμάλωτη, και με τον τρόπο αυτόν να φανερωθεί ως καθαρή δικαιοσύνη. Πότε, εξάλλου, δεν ήταν καθαρή η δικαιοσύνη της θεότητας; Και ποια ευεργεσία προκύπτει από αυτά για τους ανθρώπους, εάν ο Κύριος δεν φανερώθηκε με ταυτότητα υπάρξεως και καινότητα φύσεως, όπως λέει ο Απόστολος: «Την οποίαν εγκαινίασε για εμάς ως οδό πρόσφατη και ζωντανή»· λέγοντας: «Εγώ είμαι η οδός, και η ζωή, και η αλήθεια»; Αλλά λέτε ότι οι πιστοί σώζονται με την ομοίωση και τη μίμηση, και όχι με την ανακαίνιση και την απαρχή. Και πώς έχει γίνει πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς και απαρχή των κεκοιμημένων ο Χριστός, ο οποίος είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας; Διότι δεν θα μπορούσε να ονομαστεί πίστη εκείνη που αναφέρεται σε κάτι το προφανές· αλλά πίστη είναι εκείνη που πιστεύει στο αδύνατο εν δυνάμει, και στο ασθενές εν ισχύι, και στο παθητό εν απαθεία, και στο φθαρτό εν αφθαρσία, και στο θνητό εν αθανασία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες