Εἰ οὖν οὕτως ἀπέθανε καὶ οὕτως, ὡς εἴρηται, τέθαπται, ἄξιον θρηνεῖσθαι τὸν τοιοῦτον, καθότι καὶ ὄντως ἀπέθανεν· ὁ δὲ θανὼν εἰς μετάνοιαν, ἐπ’ ἀγαθοῖς ἔργοις, φέρων ὑπαυχένιον τὸν χρηστὸν ζυγὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ τούτου φορτίον, οὗτος οὐ τέθνηκεν, «ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Κεκοίμηται ὁσίως, καὶ πρὸς τὴν ζωὴν τὴν ἀγήρω διαβὰς πεποιθὼς ἀνακέκραγε· «Κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος. Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;» Κατέπιες γὰρ πλείστους, ἀλλ’ εὖ ἴσθι ὅτι εἷς ὑπὲρ πάντων θανὼν ἑκουσίως τοὺς θανόντας ἐζώωσε καὶ σὲ τεθανάτωκεν. Ἐβασίλευσας γὰρ ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι Μωσέως, ἤτοι τοῦ νόμου· ἐβασίλευσας, ὅτι οὐ τῷ Θεῷ ἀλλὰ ξοάνοις κωφοῖς ἐλάτρευον ἄνθρωποι. Μωσῆς δὲ διὰ νόμου διδάξας θεογνωσίαν, μετὰ καὶ ἕτερα πλεῖστα εἶπε καὶ τοῦτο ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ· «Ἴδετε ἴδετε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι θεὸς πλὴν ἐμοῦ· ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζῆν ποιήσω, πατάξω κἀγὼ ἰάσομαι, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἐξελεῖται ἐκ τῶν χειρῶν μου». Καὶ πάλιν διὰ Ἠσαΐου· «Γνῶτε», φησί, «καὶ πιστεύσατέ μοι καὶ σύνετε ὅτι ἐγώ εἰμι»· καὶ ἑρμηνεύων τί ἐστι τὸ «ἐγώ εἰμι» ἔφη· «Ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος θεὸς καὶ μετ’ ἐμὲ οὐκ ἔσται»· εἰ γὰρ καὶ λέγονται «θεοὶ πολλοὶ καὶ κύριοι πολλοί», ἀλλὰ μέχρι ψιλοῦ ὀνόματος τὸ τῆς θεότητος ὄνομα παραφρόνως ἐκτήσαντο. «
Μετάφραση
Αν λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε και με αυτόν τον τρόπο, όπως ελέχθη, έχει ταφεί, αξίζει να θρηνείται κανείς έναν τέτοιο άνθρωπο, διότι πράγματι πέθανε. Εκείνος όμως που πέθανε εν μετανοία, με αγαθά έργα, φέροντας στον τράχηλό του τον χρηστό ζυγό του Χριστού και το δικό Του φορτίο, αυτός δεν έχει πεθάνει, «αλλά έχει μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή». Έχει κοιμηθεί οσίως, και έχοντας διαβεί προς την αγήρω ζωή, ανακράζει με πεποίθηση: «Καταπόθηκε ο θάνατος με νίκη. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Πού είναι, άδη, η νίκη σου;» Διότι καταβρόχθισες πάρα πολλούς, αλλά να ξέρεις καλά ότι Ένας, που πέθανε εκουσίως υπέρ όλων, ζωοποίησε τους νεκρούς και εσένα σε θανάτωσε. Διότι βασίλευσες από τον Αδάμ μέχρι τον Μωυσή, δηλαδή μέχρι τον νόμο· βασίλευσες, επειδή οι άνθρωποι δεν λάτρευαν τον Θεό αλλά κωφά ξόανα. Ο Μωυσής όμως, αφού δίδαξε τη θεογνωσία μέσω του νόμου, μαζί με πάρα πολλά άλλα, είπε και τούτο εκ προσώπου του Θεού: «Δείτε, δείτε ότι εγώ είμαι ο Θεός, και δεν υπάρχει Θεός εκτός από εμένα. Εγώ θα θανατώσω και θα ζωοποιήσω, θα πατάξω και εγώ θα ιατρέψω, και δεν υπάρχει κανείς που θα ξεφύγει από τα χέρια μου». Και πάλι μέσω του Ησαΐα: «Μάθετε», λέει, «και πιστέψτε μου και κατανοήστε ότι εγώ είμαι»· και ερμηνεύοντας τι σημαίνει το «εγώ είμαι», είπε: «Πριν από εμένα δεν υπήρξε άλλος θεός και μετά από εμένα δεν θα υπάρξει»· διότι, αν και ονομάζονται «θεοί πολλοί και κύριοι πολλοί», εντούτοις παράφρονα οικειοποιήθηκαν το όνομα της θεότητας ως ένα απλώς κενό όνομα. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες