Εἰ οὖν ἀκάθαρτος ἡ τοῦ θεοῦ τοῦ ἀοράτου εἰκών, πῶς ἰδοὺ πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ θεός, καλὰ λίαν; Ἀλλὰ τοῦτο πάσχουσιν οἱ αἱρετικοί, ὡς καὶ ἀνωτέρω προεῖπον, διὰ τὴν προσοῦσαν τῇ σαρκὶ αὐτῶν παρὰ φύσιν ἀκαθαρσίαν καὶ τὸ ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κατακρατοῦσαν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τὴν ἐνέργειαν τοῦ διαβόλου. Οὐδεὶς γὰρ παρ’ αὐτοῖς ὡς καθαρὸς τῇ καρδίᾳ ἐν ἑαυτῷ τὸν θεὸν οἰκοῦντα ἐθεάσατο κατὰ τὸν λόγον τοῦ Χριστοῦ. Οὐδεὶς αὐτῶν ἔγνω, οὔτε ἐθεάσατο τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἐντὸς αὑτοῦ. Οὐδεὶς ἐκείνων ἔχει τὸν θησαυρὸν τοῦ πνεύματος ἐν τῷ ὀστρακίνῳ σκεύει τοῦ πηλίνου σώματος. Οὐδεὶς αὐτῶν ἐφόρεσε τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου θεοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ. Οὐδεὶς ἐν ἐκείνοις γέγονε σύμμορφος τῆς δόξης τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ. Εἰ γὰρ ἔγνωσαν, ὅτι ὁ κολλώμενος τῷ κυρίῳ ἓν πνεῦμα αὐτὸς καὶ ὁ κύριος γίνεται, ὥς φησιν ὁ ἀπόστολος, εἰ ἔγνωσαν, ὅτι θεοὶ καὶ υἱοὶ ὑψίστου οἱ ἄξιοι γίνονται, εἰ ἠπίσταντο, ὅτι ἐλεύσεται ὁ Χριστὸς καὶ ὁ πατὴρ καὶ μονὴν παρὰ ἀνθρώπῳ ποιήσωσιν, εἰ ἔμαθον, πῶς ναὸς θεοῦ γίνεται ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ θεοῦ οἰκεῖ ἐν αὐτῷ, καί, ἵνα διὰ συντόμου εἴπω, εἰ ἐνεδύσαντο τὸν Χριστὸν κατὰ τὸ εἰρημένον, ὅτι Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε, αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὁ οἰκῶν ἐν αὐτοῖς ἐδίδασκεν αὐτούς, πῶς ἐνοικεῖ ἐν τῇ σαρκὶ ἡμῶν ὡς θεὸς καὶ ἐμπεριπατεῖ, καὶ πῶς τὸ πήλινον τοῦτο σῶμα διὰ τοῦ πυρὸς τοῦ πνεύματος ἀπεντεῦθεν ἤδη σύμμορφον γίνεται τῆς δόξης τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, καὶ πῶς ἀνακαθαίρεται παντὸς ῥύπου καὶ γίνεται κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν θεοῦ, ὡς ἦν ἀπ’ ἀρχῆς διὰ τῆς ἑνώσεως καὶ κοινωνίας τῆς θεότητος. Ἔνθα γὰρ θεότης οἰκεῖ καὶ μάλιστα κατ’ οὐσίαν, ἐκεῖ πάντα ἁγνά, πάντα ἅγια, πάντα καθαρά, πάντα θεοῦ ἄξια, οὐδὲν ἐκεῖ ἀπόβλητον, οὐδὲν ῥυπαρόν, οὐδὲν θεῷ ἐναντίον, οὐ σῶμα, οὐ ψυχή, οὐ νοῦς, οὐ φύσις, οὐ θέλημα, οὐκ ἐνέργεια. Ἀλλ’ ὡς προείρηται, διὰ τὸ μὴ κτήσασθαι αὐτοὺς τὴν ἀπάθειαν τῆς σαρκὸς καὶ τὴν καθαρότητα τῆς φύσεως, νομίσαντες οἱ αἱρετικοί, ὅτι πᾶσα σὰρξ καθ’ ὁμοιότητα αὐτῶν ὑπὸ τοῦ βορβόρου τῶν ἡδονῶν ἐνεργεῖται, παρῃτήσαντο ὁμολογεῖν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὰ τῆς φύσεως ἐν τῷ Χριστῷ.
Μετάφραση
Εάν, λοιπόν, η εικόνα του αοράτου Θεού είναι ακάθαρτη, τότε πώς λέγεται: «Και ιδού, όλα όσα έκαμε ο Θεός, ήσαν πολύ καλά»; Αλλά αυτό ακριβώς παθαίνουν οι αιρετικοί, όπως και πιο πάνω είπα, εξαιτίας της παρά φύσιν ακαθαρσίας που υπάρχει στη σάρκα τους και επειδή μέσα τους κυριαρχεί πάνω στην ενέργεια της ψυχής και του σώματος η ενέργεια του διαβόλου. Διότι κανείς από αυτούς, ως καθαρός στην καρδιά, δεν είδε μέσα του τον Θεό να κατοικεί, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού. Κανείς τους δεν γνώρισε ούτε είδε μέσα του τη βασιλεία των ουρανών. Κανείς από εκείνους δεν έχει τον θησαυρό του Πνεύματος μέσα στο οστράκινο σκεύος του πήλινου σώματος. Κανείς τους δεν φόρεσε μέσα στην καρδιά του την εικόνα του επουρανίου Θεού. Κανείς ανάμεσά τους δεν έγινε σύμμορφος με τη δόξα του Υιού του Θεού. Διότι, αν είχαν γνωρίσει ότι εκείνος που προσκολλάται στον Κύριο γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν και ο Κύριος με εκείνον, όπως λέγει ο Απόστολος· αν είχαν γνωρίσει ότι οι άξιοι γίνονται θεοί και υιοί του Υψίστου· αν ήξεραν ότι θα έλθει ο Χριστός και ο Πατέρας και θα κάνουν κατοικία μέσα στον άνθρωπο· αν είχαν μάθει πώς ο άνθρωπος γίνεται ναός του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα του· και, για να το πω σύντομα, αν είχαν ενδυθεί τον Χριστό, σύμφωνα με το ρητό: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», τότε ο ίδιος ο Χριστός, που κατοικεί μέσα τους, θα τους δίδασκε πώς κατοικεί στη σάρκα μας ως Θεός και περιπατεί μέσα σε αυτήν, και πώς αυτό το πήλινο σώμα, διά του πυρός του Πνεύματος, γίνεται ήδη από εδώ σύμμορφο με τη δόξα της εικόνας του Χριστού, και πώς καθαρίζεται από κάθε ρύπο και γίνεται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, όπως ήταν από την αρχή, διά της ενώσεως και της κοινωνίας της θεότητος. Διότι όπου κατοικεί η θεότητα, και μάλιστα κατ’ ουσίαν, εκεί όλα είναι αγνά, όλα άγια, όλα καθαρά, όλα άξια του Θεού· τίποτε εκεί δεν είναι απορριπτέο, τίποτε ρυπαρό, τίποτε εναντίον του Θεού· ούτε σώμα, ούτε ψυχή, ούτε νους, ούτε φύση, ούτε θέλημα, ούτε ενέργεια. Αλλά, όπως ήδη ειπώθηκε, επειδή οι αιρετικοί δεν απέκτησαν την απάθεια της σαρκός και την καθαρότητα της φύσεως, και νομίζοντας ότι κάθε σάρκα, όπως και η δική τους, ενεργείται από τον βόρβορο των ηδονών, αρνήθηκαν να ομολογήσουν στον Χριστό την ανθρώπινη φύση και όσα ανήκουν στη φύση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιδʹ Ἀμμωνίου Ἀλεξανδρέως κατὰ Μονοφυσιτῶν